Ένα σημαντικό ενημερωτικό άρθρο για τους γονείς, τους παππούδες και τα παιδιά χρήστες των κοινωνικών δικτύων και των διάφορων εφαρμογών.
Υπάρχει λύση. Ένα κινητό ΧΩΡΙΣ ίντερνετ. Δεν το χρειάζονται τα ανήλικα, είναι το μόνο σίγουρο.
Ο νέος νόμος για την απαγόρευση πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα στους κάτω των 15 ετών ανοίγει μια πολύ σοβαρότερη συζήτηση από εκείνη που διεξάγεται δημόσια: Μπορεί το κράτος να προστατεύει τους ανηλίκους περιορίζοντας τις ελευθερίες τους, χωρίς να αντιμετωπίζει τις πρακτικές των εταιρειών που δημιουργούν τους κινδύνους;
Με τον ν. 5350/2026 (ΦΕΚ Α ́ 177/26.10.2026), η Ελλάδα αποφάσισε να απαγορεύσει, από την 1η Ιανουαρίου 2027, την πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα για τους ανηλίκους κάτω των 15 ετών. Η νομοθετική πρωτοβουλία στηρίζεται σε μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται: τα παιδιά εκτίθενται καθημερινά σε μηχανισμούς ψηφιακής εξάρτησης, κυβερνοεκφοβισμό, σεξουαλική παρενόχληση, επιβλαβές περιεχόμενο και αθέμιτη εκμετάλλευση των προσωπικών τους δεδομένων. Η ανάγκη προστασίας τους είναι αυτονόητη. Δεν είναι, όμως, εξίσου αυτονόητο ότι η απαγόρευση αποτελεί την ενδεδειγμένη απάντηση. Πολύ περισσότερο όταν ο νομοθέτης επιλέγει να απομακρύνει από το ψηφιακό περιβάλλον εκείνους που κινδυνεύουν, χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά τις συνθήκες που προκαλούν τον κίνδυνο. Η επιλογή αυτή γεννά ένα θεμελιώδες νομικό και πολιτικό ερώτημα: προστατεύουμε τα παιδιά από τις πλατφόρμες ή απαλλάσσουμε τις πλατφόρμες από την υποχρέωση να δημιουργήσουν ένα ασφαλέστερο περιβάλλον για τα παιδιά;
Το πρόβλημα των κοινωνικών δικτύων δεν είναι πρωτίστως η παρουσία των ανηλίκων σε αυτά, αλλά ο τρόπος με τον οποίο έχουν σχεδιαστεί να λειτουργούν. Οι αλγόριθμοι που επιλέγουν το περιεχόμενο, η αδιάκοπη αναπαραγωγή βίντεο, οι ειδοποιήσεις που διεκδικούν συνεχώς την προσοχή του χρήστη και οι μηχανισμοί επιβράβευσης εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο, στο οποίο ο χρόνος παραμονής στην πλατφόρμα μετατρέπεται σε εμπορική αξία.
Εφόσον αυτοί οι μηχανισμοί ενέχουν κινδύνους για την ψυχική υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών, θα ήταν εύλογο η νομοθετική παρέμβαση να κατευθύνεται πρωτίστως στον περιορισμό τους. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες έχει ήδη θέσει υποχρεώσεις προστασίας των ανηλίκων και αντιμετώπισης των συστημικών κινδύνων των μεγάλων πλατφορμών. Ο Έλληνας νομοθέτης, ωστόσο, επέλεξε να προσθέσει ένα γενικό ηλικιακό όριο, χωρίς να καθιερώσει με τον νέο νόμο ειδικούς περιορισμούς στους αλγοριθμικούς μηχανισμούς που ενδέχεται να προκαλούν τη βλάβη. Δημιουργείται έτσι η εντύπωση ότι η επικινδυνότητα ενός ψηφιακού προϊόντος αντιμετωπίζεται αποτελεσματικότερα με τον αποκλεισμό των ευάλωτων χρηστών του παρά με τη ρύθμιση των χαρακτηριστικών που το καθιστούν επικίνδυνο.
Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας. Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος επιβάλλει οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αρκεί η επίκληση ενός θεμιτού σκοπού, αλλά απαιτείται το επιλεγόμενο μέτρο να είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξή του, χωρίς υπέρμετρη θυσία των δικαιωμάτων που περιορίζει. Μια γενική απαγόρευση πρόσβασης σε κοινωνικά δίκτυα δεν διαφοροποιεί τις υπηρεσίες ανάλογα με την επικινδυνότητά τους, ούτε λαμβάνει υπόψη τον βαθμό ωριμότητας του συγκεκριμένου ανηλίκου, τη φύση της διαδικτυακής του δραστηριότητας ή τη δυνατότητα ουσιαστικής γονικής εποπτείας. Αντιμετωπίζει, από την άποψη της πρόσβασης, με τον ίδιο τρόπο ένα παιδί που εκτίθεται ανεξέλεγκτα σε επιβλαβές περιεχόμενο και ένα άλλο που χρησιμοποιεί μια διαδικτυακή κοινότητα για εκπαιδευτικούς, δημιουργικούς ή κοινωνικούς σκοπούς. Ο νομοθέτης ασφαλώς δικαιούται να θεσπίζει γενικούς κανόνες προστασίας. Οφείλει, όμως, να εξηγεί γιατί η καθολικότητά τους είναι αναγκαία και γιατί δεν επαρκούν λιγότερο περιοριστικές λύσεις.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει και ένα ζήτημα που αφορά τον ίδιο τον θεσμό της οικογένειας. Η γονική μέριμνα δεν περιορίζεται στην υλική φροντίδα του παιδιού, αλλά περιλαμβάνει τη διαπαιδαγώγηση, την καθοδήγηση και τη σταδιακή προετοιμασία του για την αυτοτελή άσκηση των δικαιωμάτων του. Παρά ταύτα, ο νέος νόμος δεν προβλέπει δυνατότητα άρσης της απαγόρευσης με γονική συναίνεση, ακόμη και όταν οι γονείς είναι πλήρως ενημερωμένοι για τους κινδύνους και επιθυμούν να επιτρέψουν συγκεκριμένη, ελεγχόμενη χρήση. Πρόκειται για ουσιαστική μετατόπιση της απόφασης από την οικογένεια προς το κράτος. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι εξ ορισμού αντισυνταγματική, αφού η προστασία της ανηλικότητας μπορεί να δικαιολογεί περιορισμούς ακόμη και έναντι της βούλησης των γονέων. Απαιτεί, όμως, ιδιαίτερα ισχυρή αιτιολόγηση. Διαφορετικά, η κρατική προστασία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα γενικευμένο τεκμήριο ότι ούτε οι γονείς ούτε οι ίδιοι οι ανήλικοι μπορούν, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να χρησιμοποιούν υπεύθυνα μια τέτοια υπηρεσία.
Εξίσου σοβαρό είναι το ζήτημα της επαλήθευσης της ηλικίας. Ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα αξιοποίησης του ψηφιακού αποθετηρίου εγγράφων ή της εφαρμογής Kids Wallet, χωρίς να καθιερώνει αποκλειστική τεχνική μέθοδο. Η εφαρμογή του, όμως, προϋποθέτει ότι οι πλατφόρμες θα μπορούν να διακρίνουν αξιόπιστα τους χρήστες κάτω των 15 ετών από τους υπόλοιπους. Αυτό σημαίνει ότι ο ηλικιακός έλεγχος δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά δυνητικά κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να αποκτήσει πρόσβαση στις συγκεκριμένες υπηρεσίες. Εδώ βρίσκεται μια αντίφαση που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Στην προσπάθεια προστασίας της ιδιωτικότητας των ανηλίκων, δημιουργείται ο κίνδυνος να καθιερωθούν συστήματα ελέγχου τα οποία θα απαιτούν την επαλήθευση ηλικιακών χαρακτηριστικών εκατομμυρίων χρηστών. Η τεχνολογία μπορεί να επιτρέπει την επιβεβαίωση της ηλικίας χωρίς αποκάλυψη ταυτότητας ή ακριβούς ημερομηνίας γέννησης. Το γεγονός, ωστόσο, ότι μια τέτοια λύση είναι τεχνικά εφικτή δεν σημαίνει ότι διασφαλίζεται αυτομάτως η εφαρμογή της. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, με τη Δήλωση 1/2025, έχει ήδη τονίσει τη σημασία της ελαχιστοποίησης των δεδομένων και της επιλογής των λιγότερο παρεμβατικών μεθόδων επαλήθευσης. Μια πολιτική που φιλοδοξεί να προστατεύσει τους πολίτες από την ψηφιακή επιτήρηση δεν μπορεί να οδηγήσει, ως παράπλευρη συνέπεια, στη γενίκευσή της.
Ούτε μπορεί να παραβλέπεται ότι το παιδί δεν είναι απλώς αποδέκτης προστασίας, αλλά αυτοτελές υποκείμενο θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, η συμμετοχή στην κοινωνική ζωή και η πρόσβαση στη γνώση δεν γεννώνται αυτομάτως με την ενηλικίωση. Κατοχυρώνονται ήδη από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ενώ προστατεύονται και από το άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για πολλούς ανηλίκους, τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας. Για άλλους, όμως, ιδίως για παιδιά που αντιμετωπίζουν κοινωνική απομόνωση, αναπηρία ή δυσκολίες ένταξης στο σχολικό περιβάλλον, μπορεί να αποτελούν σημαντικό μέσο επικοινωνίας, κοινωνικής συμμετοχής και αναζήτησης υποστήριξης. Μια απαγόρευση που αποσκοπεί στην προστασία τους δεν πρέπει να αγνοεί ότι ενδέχεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να περιορίζει ακριβώς τις δυνατότητες εκείνες που συμβάλλουν στην κοινωνική και προσωπική τους ανάπτυξη.
Ο προβληματισμός δεν είναι μόνο θεωρητικός. Με την απόφαση 2026-911 DC της 14ης Αυγούστου 2026, το γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο έκρινε αντισυνταγματική αντίστοιχη γενική απαγόρευση πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα για παιδιά κάτω των 15 ετών. Το γαλλικό δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα του σκοπού της προστασίας των ανηλίκων, έκρινε όμως ότι η γενική απαγόρευση συνιστούσε δυσανάλογη επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης και επικοινωνίας, καθώς δεν λάμβανε υπόψη τη φύση της κάθε υπηρεσίας, τους πραγματικούς κινδύνους, την ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού ή τη δυνατότητα των γονέων να επιτρέψουν την πρόσβαση. Επιπλέον, επισήμανε την ανεπάρκεια των εγγυήσεων ιδιωτικότητας κατά την επαλήθευση της ηλικίας. Η απόφαση δεν δεσμεύει ασφαλώς την ελληνική Δικαιοσύνη, θέτει όμως ένα εξαιρετικά σοβαρό ερμηνευτικό προηγούμενο. Η σχεδόν ταυτόσημη επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, μόλις λίγους μήνες μετά τη συγκεκριμένη κρίση, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη εξέτασης της συνταγματικής αντοχής της νέας ρύθμισης.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια πρακτική διάσταση που μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη από την ίδια την απαγόρευση. Τι θα συμβεί όταν ένας ανήλικος την παρακάμψει, χρησιμοποιήσει ψευδή ηλικιακά στοιχεία και πέσει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης, εκβιασμού ή κυβερνοεκφοβισμού; Θα μπορούσε μια πλατφόρμα να επικαλεστεί την παράνομη πρόσβασή του για να επιχειρήσει να περιορίσει την ευθύνη της; Θα μπορούσε να προβληθεί ισχυρισμός συνυπαιτιότητας του ίδιου ή των γονέων του; Η απαγόρευση δεν αίρει τα δικαιώματα του ανήλικου θύματος, ούτε απαλλάσσει τον δράστη από την ευθύνη για την παράνομη συμπεριφορά του. Ούτε δημιουργεί αυτοτελή ποινική ευθύνη για το παιδί ή τον γονέα λόγω της πρόσβασης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η παραβίαση του ηλικιακού ορίου θα επιχειρηθεί να αξιοποιηθεί σε μελλοντικές διαφορές περί ευθύνης και αποζημίωσης. Θα ήταν ιδιαίτερα προβληματικό ένα νομοθετικό μέτρο που θεσπίστηκε για την προστασία του παιδιού να μετατραπεί σε επιχείρημα εναντίον του, όταν αυτό χρειαστεί δικαστική προστασία. Η νομική αντιμετώπιση του κυβερνοεκφοβισμού και η προστασία της προσωπικότητας του θύματος πρέπει να παραμένουν ανεξάρτητες από το εάν ο ανήλικος είχε δικαίωμα πρόσβασης στη συγκεκριμένη υπηρεσία.
Περαιτέρω, η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δεν είναι καθόλου δεδομένη. Η διάταξη απαγορεύει την «πρόσβαση» και όχι απλώς τη δημιουργία λογαριασμού, χωρίς να προσδιορίζει εξαντλητικά ποιες υπηρεσίες εμπίπτουν στην έννοια της κοινωνικής δικτύωσης. Η απλή παρακολούθηση δημόσιου περιεχομένου χωρίς εγγραφή, η συμμετοχή σε εκπαιδευτικές κοινότητες ή η χρήση εφαρμογών επικοινωνίας με κοινωνικές λειτουργίες δημιουργούν ερμηνευτικά προβλήματα. Παράλληλα, οι μεγάλες πλατφόρμες λειτουργούν διασυνοριακά, γεγονός που εγείρει ζητήματα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ακόμη και η πρόβλεψη του άρθρου 6 περί αυτοδίκαιης παύσης της ισχύος του νόμου εφόσον θεσπιστεί ενωσιακός κανονισμός για το ίδιο ζήτημα δημιουργεί ερωτήματα ασφάλειας δικαίου, αφού θα πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια πότε ο μεταγενέστερος κανονισμός καλύπτει πράγματι το ίδιο αντικείμενο και ποιες εθνικές διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται.
Πέρα, όμως, από τις συνταγματικές και ερμηνευτικές δυσχέρειες, υπάρχει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η απαγόρευση μπορεί να προσφέρει στους γονείς την αίσθηση ότι η Πολιτεία αναλαμβάνει πλέον την προστασία των παιδιών τους. Μπορεί επίσης να μειώσει την έκθεση ορισμένων ανηλίκων σε επικίνδυνες υπηρεσίες. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να ενθαρρύνει άλλους να μετακινηθούν σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες ή να αποκρύπτουν τη διαδικτυακή τους δραστηριότητα από τους γονείς τους, γεγονός που θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερο τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση πραγματικών περιστατικών κακοποίησης. Το αποτέλεσμα αυτό δεν πρέπει να θεωρείται βέβαιο, αλλά αποτελεί κίνδυνο που ο νομοθέτης οφείλει να αξιολογεί με πραγματικά δεδομένα και όχι με την αισιοδοξία ότι κάθε απαγόρευση θα οδηγήσει αυτομάτως σε συμμόρφωση.
Η προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο απαιτεί ασφαλέστερο σχεδιασμό των υπηρεσιών, ουσιαστική ευθύνη των πλατφορμών, αποτελεσματική εποπτεία, ψηφιακή εκπαίδευση και προσβάσιμους μηχανισμούς καταγγελίας και αποκατάστασης της βλάβης. Απαιτεί, κυρίως, να αντιμετωπιστεί η αντίφαση μεταξύ της εμπορικής εκμετάλλευσης της ανθρώπινης προσοχής και της ανάγκης προστασίας της παιδικής ηλικίας. Όσο η αντίφαση αυτή παραμένει ανέγγιχτη, ο αποκλεισμός των παιδιών κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως μια πολιτικά ελκυστική απάντηση παρά ως αποτελεσματική λύση.
Ο νέος νόμος θέτει ένα όριο ηλικίας. Δεν απαντά, όμως, στο δυσκολότερο ερώτημα: γιατί αποδεχόμαστε ως δεδομένο ότι το ψηφιακό περιβάλλον είναι επικίνδυνο και επιλέγουμε να προσαρμόσουμε τα δικαιώματα των παιδιών σε αυτό, αντί να απαιτήσουμε από εκείνους που το ελέγχουν να το καταστήσουν ασφαλέστερο; Η επιτυχία μιας τέτοιας νομοθεσίας δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των ανηλίκων που θα αποκλειστούν από τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά από τον αριθμό εκείνων που πράγματι θα προστατευθούν από τη βλάβη.
Διότι μια κοινωνία δεν προστατεύει πραγματικά τα παιδιά της όταν απλώς τους κλείνει την πόρτα ενός επικίνδυνου περιβάλλοντος, αλλά όταν υποχρεώνει εκείνους που το δημιούργησαν να αναλάβουν την ευθύνη για την επικινδυνότητά του.






