Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία της Νήσου Ευβοίας Κωσταντίνου Γουναρόπουλου με μετάφραση.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία της Νήσου Ευβοίας Κωσταντίνου Γουναρόπουλου με μετάφραση.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Μάχη στα Στύρα τον Αύγουστο του 1821. Αρχηγός Νεόφυτος. 3 Videos με αφήγηση τα κείμενα των επαναστατικών κινήσεων στην Ν.Καρυστία.

 






Μάχη στα Στύρα τον Αύγουστο του 1821. Αρχηγός Νεόφυτος.

Ο Καρυστινός επίσκοπος Νεόφυτος, μυημένος στα πράγματα της Φιλικής Εταιρίας, επίτηδες απομακρύνθηκε στο Άγιο Όρος από τον Γενάρη. Και από εκεί πήγε σαν απόστολος στην Ιωνία και την Σάμο όπου και καθυστέρησε μιας και περίμενε την έναρξη της Επανάστασης. Μετά πήγε στην Άνδρο και την Τήνο όπου στρατολόγησε περίπου 400 νησιώτες και μερικούς παρεπιδήμους Ευβοείς  μετά από συνεννόηση με τον Δημήτριο Υψηλάντη και των Κυμαίων, όπως εκστρατεύσει κατά των Τούρκων της Καρύστου.

Πολλές εκδοχές υπάρχουν για αυτήν την εκστρατεία (σελ.246-247),αλλά εγώ θα γράψω ότι έμαθα σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες , κυρίως σε του παρόντος Στυρέως  Άγγελου Κεντιστού.

Ο Νεόφυτος αφού επιβίβασε τον στρατό στο Γαύριο από πλοιάριο υδραικής ημιολίας, συνέχισε και αποβιβάστηκε στο Κισσούριο. Άλλος γράφει ότι από την Τήνο πήγε στην Ερέτρια  όπου και ναύλωσε αντί για 16 χιλιάδες γρόσια, την ημιολία του Υδραίου πλοιάρχου Γεωργίου Γ.Νέγκα. Και ο μεν στρατός αφού ανέβηκε κατέλαβε στα Στύρα, ο δε αρχηγός Νεόφυτος έχοντας φροντίσει να έλθουν 500 περίπου από τα χωριά της Κύμης, πάει στο πύργο (Μπούρτζι) της Χαλκίδας για να παρατηρήσει τις κινήσεις των Τούρκων. Αυτόν τον χρόνο η Κάρυστος ήταν αφύλακτη και χωρίς στρατιώτες μιας και ο Ομέρ είχε πάει στην Αθήνα. Ο Φρούραρχος της Καρύστου επειδή φοβόταν ότι θα ερχόταν ο Νεόφυτος , ειδοποίησε τον Ομέρ  και εκείνος αμέσως επέστρεψε με 300 εφίππους μέσω Χαλκίδας. , αφού ξεκουράστηκαν για λίγο άλλοι μέσω της γέφυρας και άλλοι με βάρκες, προχώρησαν προς την Κάρυστο.

Αφού τα είδε αυτά ο Νεόφυτος επέστρεψε δια θαλάσσης στα Στύρα την ημέρα της 10ης  Αυγούστου και γνωστοποίησε ότι ο Ομέρ επρόκειτο να έρθει γρήγορα. Το βράδυ, προσκάλεσε τον στρατό στο Κισσούριο για να διακόψουν τον δρόμο του εχθρού από το μέρος της στεριάς, ο δε αρχηγός να βοηθά από τα πλοία. Την νύχτα πήγαν στο πλοίο του αρχηγού οι Στυρείς Άγγελος Κεντιστός και Θεόδωρος Καζάνης με την γυναίκα του. Και οι δυο ήταν ντόπιοι και γνώριζαν τον τόπο καλά και έτσι τους έστειλε να οδηγήσουν τον στρατό κατάλληλα.

Αλλά αυτοί δεν πρόλαβαν, και ούτε ακούστηκαν οι συμβουλές τους.  Αντί για αυτό, κάλεσε τους Βάσο και Ράντο Μαυροβουνίους, οι οποίοι ήταν σε κάποιο κοντινό λόφο,  για να διοικήσουν τον άπειρο στρατό.

Αυτοί όμως αρνήθηκαν και κατά μερικούς έφυγαν με τη μάχη της Καστροβαλά στην Επισκοπή και σε άλλα χωριά. Κατά την διαβεβαίωση του αυτόπτου μάρτυρα Κεντιστού και οι 500 ντόπιοι και όσοι ήρθαν να βοηθήσουν  εξαφανίστηκαν και διασκορπίστηκαν από την παραλία αφήνοντας αβοήθητους τους υπόλοιπους Έλληνες  και γινόμενοι κατά ένα μέρος αίτιοι για την επόμενη σφαγή .

Οι δε Τούρκοι υπό τον Ομέρ, παρά τους υπολογισμούς του Νεόφυτου δεν έφτασαν μέρα αλλά πάρα πολύ πρωί και ήταν ακόμα σκοτάδι όταν ενώθηκαν με τους Τούρκους που ερχόντουσαν από την Κάρυστο. Όλοι αυτοί βρήκαν απροετοίμαστους τους Έλληνες στα παράλια, χωρίς αρχηγό και οχυρώματα, και έτσι όρμησαν ξαφνικά έφιπποι και πεζοί.  Φωνάζοντας, με γυμνά τα ξίφη, έκοβαν, καταδίωκαν και σκότωναν . Οι Έλληνες έτρεξαν να σωθούν προς τα πλοία αλλά μιας και ήταν ακόμα νύχτα από την μια , και από την άλλη έπεσαν σε ένα ρυάκι που βέβαια αγνοούσαν την ύπαρξη του. Μόνο δυο Στυρείς ήξεραν και έδειξαν το πέρασμα για τα παράλια ενώ πάρα πολλοί σκοτώθηκαν εκεί. Οι Τούρκοι, έτρεξαν να προλάβουν τους Έλληνες στο ρυάκι και τους πρόφτασαν στην παραλία όπου με αγωνία προσπαθούσαν να φτάσουν στα πλοία. Οι Τούρκοι όρμησαν και τους σκότωναν  ακόμα και μέσα στην θάλασσα. Ο Νεόφυτος βλέποντας όλα αυτά από το πλοίο, αρχίζει να τηλεβολεί για να απομακρυνθούν οι Τούρκοι , σκοτώνοντας όμως αδιακρίτως . Εκείνη την ώρα φύσαγε δυνατός νοτιάς και τα ίδια τα πλοία κινδύνευαν να βυθιστούν , και έτσι δεν μπορούσαν να ωφελήσουν σε τίποτα τους αβοήθητους στην στεριά.

Βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, μετά την προτροπή των δύο Στυρέων και ενός στρατιώτη με το όνομα Γεώργιο, άρχισαν να υποχωρούν πυροβολώντας προς το παράλιο άκρο Κάστιζα από όπου και απέπλευσαν προς τους Φούρνους Γαυρίου στην Άνδρο.

Αυτό υπήρξε το τέλος στης μάχης στα Στύρα και έφερε πολύ μεγάλη φθορά στον αγώνα γιατί σκοτώθηκαν, πνίγηκαν και πληγώθηκαν 80 η 90 και όχι 30 όπως αναφέρει ο Τρικούπης. Από τους Τούρκους σκοτώθηκαν 9 και πληγώθηκε μόνο ένας στην κάτω σιαγώνα ο επίσημος Καρύστιος Μαχμούτ Λιούγκας.

Αυτός συνεπλάκη με τον στρατιώτη Γεώργιο που αναφέραμε πιο πάνω τον οποίο τραυμάτισε θανάσιμα. Ο Λιούγκας του έλεγε να παραδώσει τα όπλα αλλά ο Γεώργιος αν και ψυχοραγούσε, του απάντησε ΕΛΘΕ ΛΑΒΕΙΝ και τον πυροβόλησε στο στόμα και του έκοψε την γλώσσα, όπως ο ίδιος ο Τούρκος μαρτυρεί αφού επέζησε.

Όλοι κατέκριναν τον Επίσκοπο ως αίτιο της καταστροφής γιατί ήταν άπειρος και έμεινε στο πλοίο μόνο φωνάζοντας και ότι με το μύρο ζωογονεί τους νεκρούς και γιατρεύει τους τραυματίες.

Οι Στυρείς μέχρι τότε, ήταν αμέτοχοι του αγώνα συλλογιζόμενοι τις συνέπειες μιας και έμεναν τόσο κοντά των έμπειρων στις μάχες Τούρκων της Καρύστου. Ο δε Ομέρ, μετά την μάχη ανέβηκε στο χωριό και καταφόβισε τον κόσμο, ανασκολόπισε τον Δημήτριο Καζάνη και Δημήτριο Κεντιστό γιατί οι γιοί τους πήγαν με τους επαναστάτες και οι πρώτοι όμηροι δραπέτευσαν από την Κάρυστο.

Η δε ανασκολόπιση έγινε με αυτόν τον τρόπο.

«Δήσαντες αυτούς οι βάρβαροι επί σάγματος, διέπειρον πάσσαλον από της έδρας μέχρι του αυχένος , και έστησαν τα σώματα ημιόρθια. Τούτων δε ο Κεντιστός εξελθών του σκόλοπος την νύχτα, απεχώρησε μικρόν και εκρύφθη εν σχοίνω και τη επιούση ύβριζε τους παρερχόμενους Τούρκους ων τις τέλος δια πυροβολήματος απήλλαξεν αυτόν των βασάνων.»

Στην μάχη αυτή έπεσε μαχόμενος και ο Μιχαήλ Λεπουραίος. Αυτός ήταν ιπποκόμος του Ομέρ αλλά δραπέτευσε στην Άνδρο και ακολούθησε τον Νεόφυτο στα Στύρα. Πάνω στο πτώμα του βρέθηκε επιστολή κάποιου διδασκάλου χωρίς να αναφέρεται το όνομα του, ο οποίος  καλούσε τον Νεόφυτο να έρθει στην Κάρυστο και να παραδώσει το Φρούριο. Και μεν στα Στύρα υπήρχε υπήρχε δάσκαλος ο γαμπρός του επισκόπου Αναγνώστης Διοκσουρίδης , αλλά και στην Κάρυστο  κατοικούσε  ο Χίος  αποδιάκονος  Νικηφόρος Παπαζής. Αυτός υπήρξε γραμματέας του τοπάρχου της Μαγνησίας Καραοσμάνογλου. Μετά, προσελήφθη από την Σμύρνη ο διδάσκαλος   Λασκαράκης από τον πρόκριτο  Χατζή Κωσταντίνου, ο οποίος έγινε μετά γραμματέας του διοικητή Ομέρ. Ο Δασκαλάκης απέκτησε μεγάλη δύναμη μιας και ήταν ιδιαίτερα ευφυής.

Όσο αφορά την συγκεκριμένη επιστολή υπάρχουν δύο γνώμες.  Οι μεν έλεγαν ότι ανήκε στον Διοσκουρίδη, οι δε ότι ανήκε στον Δασκαλάκη και πλαστογραφήθηκε από μερικούς Καρυστινούς  που τον μισούσαν και ήθελαν να τον εξολοθρεύσουν, το οποίο είναι και το πιο πιθανόν λόγω της εξής περίστασης.

Εκείνες τις ημέρες κατά τις οποίες ο Δασκαλάκης είχε την εύνοια των Τούρκων , έβαλε μια γυναίκα μέσα στην νύχτα να φωνάζει δημόσια μέσα στο Φρούριο ότι κάτω στους Μύλους οι Χριστιανοί έφυγαν. Οι Τούρκοι τότε εξαγριώθηκαν και αμέσως κατέβηκαν πάνοπλοι να τους σφάξουν σαν αποστάτες. Και αυτό σίγουρα θα γινόταν αν η Αρχή τους δεν τους καθησύχαζε και έλεγε ότι θα κάνει έρευνα για το κατά πόσο αυτό ήταν αλήθεια. Αφού κατέβηκαν στα σπίτια των Χριστιανών, τους βρήκαν όλους στα σπίτια τους και οι Τούρκοι διαλύθηκαν όταν είδαν ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

Η Αρχή του Κάστρου έστειλε τότε επιστολή εξιστορώντας τα γεγονότα για να ενημερώσει τον Ομέρ  ο οποίος ήταν όπως είπαμε στα Στύρα.

Ο Ομέρ θεώρησε ότι ο θάνατος πλησίαζε είτε από το συγκεκριμένο περιστατικό, είτε από την επιστολή που είχε ανακαλυφθεί και θεώρησε τον Δασκαλάκη ένοχο. Έστειλε στην Κάρυστο έναν Τούρκο με το όνομα Φακή. Αυτός συνέλαβε τον δάσκαλο ξαφνικά μέσα στο Διοικητήριο  όπου εργαζόταν σαν γραμματέας και τον αποκεφάλισε  έξω από την πόλη προς τα δυτικά κοντά στην εκκλησίας της Αγίας Αικατερίνης.

Την άλλη μέρα, αφού ο Ομέρ επέστρεψε από τα Στύρα πάτησε το πτώμα του με το άλογο για να ατιμώσει το πτώμα του δασκάλου. Την επομένη όμως κατάλαβε ότι άδικα σκότωσε τον άνθρωπο, μετάνιωσε και διέταξε την ταφή του σώματος, όπως λέγεται.

Εκείνο τον καιρό, οι Τούρκοι επιτηρούσαν αυστηρά τους Χριστιανούς για να μην αποστατήσουν και πολλές φορές την νύχτα έκαναν περιπολία στους οικισμούς και στα χωριά.

Μετά την μάχη των Στύρων, οι κάτοικοι της Καρυστίας βρέθηκαν σε αμηχανία και αποφάσισαν να ζητήσουν από τον γενικό αρχηγό της Εύβοιας τον Γοβιό, να αναλάβει την διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων  και αν ήταν δυνατόν να ορίσει αρχηγό τον Νικόλαο Κριεζώτη μιας και είχε αναδειχθεί ο πιο ικανός για να αναλάβει την αρχηγία των επιχειρήσεων.


Ο Γοβιός δέχθηκε το αίτημα και ο Κριεζώτης παίρνει εντολή και φτάνει στην επαρχία Καρυστίας  όπου ενώθηκε με τις δυνάμεις του Βάσσου και του Ράντου και άρχισαν να συγκεντρώνουν πολεμιστές.

Εκείνο τον καιρό  ο Μαχμούτ Ξυνός, έμενε στα μέρη της Αυλώνας και των Κοτυλαίων και καταπίεζε τους κατοίκους. Ο Κριεζώτης με 100 στρατιώτες περνά την νύχτα και προς το χάραμα φτάνει στις Πετριές  και πολιορκεί τον Ξυνό μέσα στο σπίτι που έμενε. Μέσα στο σπίτι ήταν πέντε Τούρκοι και οι Έλληνες τους κάλεσαν να παραδοθούν. Αυτοί αρνήθηκαν και τότε ο Κριεζώτης σπάζει την πόρτα  και βάζει φωτιά. Οι Τούρκοι βλέποντας τις φλόγες να ανεβαίνουν μέχρι το ταβάνι, ανοίγουν το παράθυρο και άρχισαν να πυροβολούν. Αφού όμως σκοτώθηκε ένας Τούρκος, οι υπόλοιποι μαζί με τον Ξυνό ρίχνουν τα όπλα και παραδίδονται στις 20 Σεπτέμβρη του 1821. Μετά, οι Έλληνες με τους αιχμαλώτους πάνε στην Κύμη και ο μεν Ξυνός  μεταφέρθηκε στην Σκύρο όπου και αφέθηκε ελεύθερος μετά την καταβολή τριών χιλιάδων γροσίων.

Ο Ομέρ έμαθε το πάθημα του Ξυνού και την αύξηση των επαναστατών οι οποίοι γυρνούσαν στα χωριά και μάζευαν κόσμο. Έτσι, κάνει εκστρατεία με 300 άνδρες από την Κάρυστο προς την Κύμη στις αρχές του Οκτώβρη. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Κριεζώτης και ο Βάσος μην έχοντας αρκετές δυνάμεις, πήγαν στο Κοτύλαιο Όρος. Ο Ομέρ,  μπαίνει στην πόλη ανενόχλητος και πυρπολεί τα σπίτια αδιακρίτως. Το ίδιο έκανε και στην Καστροβαλά και σε άλλα χωριά, λαφυραγωγώντας , αιχμαλωτίζοντας τον κόσμο και αρπάζοντας τους τα λάδια αναγκάζοντας τους ίδιους να τα κουβαλήσουν έτσι ώστε να τα αποθηκεύσουν στα Στύρα. Οι υπόλοιποι κάτοικοι κατέφυγαν στα βουνά  και άλλοι πήγαν στην Σκύρο και άλλοι στην κοντινή νησίδα Χηλή. Αλλά και κει τα βάσανα τους δεν είχαν τελειωμό. Μερικοί Τούρκοι τους ακολούθησαν και τους λαφυραγώγησαν τα υπόλοιπα πενιχρά υπάρχοντα τους και αιχμαλώτισαν 70 γυναίκες και επέστρεψαν στην Κύμη. Από εκεί ο Ομέρ,  πήγε στο Αυλωνάρι  όπου ελευθέρωσε εξήντα πέντε Τουρκάλες . Αφού έμεινε εκεί περίπου ένα μήνα επέστρεψε στην Κάρυστο μέσω Στύρων στα μέσα του Νοέμβρη.

Εκείνο τον χρόνο και ο διάκονος του επίσκοπου Νεόφυτου Γεννάδιος Ευσταθίου από το χωριό Μαυροπούλου, δεν πέρασε και λίγα στην Κάρυστο.

Μετά την απομάκρυνση του γαμπρού του Διοσκουρίδη, έστειλε από την Σάμο τον διάκονο  Γενάδειο, ο οποίος έφτασε την βδομάδα της Διακαινησίμου. Οι Τούρκοι εξ αιτίας των φημών για την άφιξη του, τον κάλεσαν στην Κάρυστο για να τον ανακρίνουν. Τον ανακρίνει λοιπόν ο Ομέρ για τον Επίσκοπο, για την Φιλική Εταιρία. Στην αρχή τον άφησαν ελεύθερο αλλά με επιτήρηση, μετά όμως τον έριξαν στα δεσμά με αλυσίδα στον λαιμό και δεμένα ξύλα στα πόδια. Τον Οκτώβρη μαζί με άλλους οχτώ Χριστιανούς τους πέταξαν στο Μπούρτζι στην παραλία. «Εν αθύρω και σκοτεινώ πύργο του Ενετικού φρουρίου». Εκεί ζώντας άθλια απεφάσισαν Ελευθερία η θάνατο και αφού έλαβαν μέσα στο ψωμί βελόνες και κλωστές από έναν φιλάνθρωπο Καρυστινό, τον Σπυρίδωνα Πολυχρονίου, έκοψαν τα ρούχα τους και τα έκαναν σαν σχοινιά. Αφού τα έδεσαν μεταξύ τους, έκαψαν μέρος της οροφής με τον λύχνο, ανέβηκαν πάνω και μετά κατέβηκαν μέσω της θυρίδας του τηλεβόλου  την 29η Νοεμβρίου του 1821 , νύχτα ραμαζανιού , και μέσα από το «ατείχιστον της πόλεως», διέφυγαν προς τα Στύρα μετά από κάθειρξη σαράντα ημερών.

 Ο δε Γενάδειος κρύφθηκε στο Νημποριό  όπου ζούσε στο δάσος τρώγοντας μύρτα και κομάρους και αφού περπατούσε από νύχτα σε νύχτα έφτασε στην Ερέτρια  όπου ήταν ο Νεόφυτος και μετά την ανεξαρτησία έγινε ηγούμενος Καρυών της Επαρχίας Καρυστίας.

Συνοπτικά λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα στην Εύβοια σε όλο τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης όπου σχεδόν όλοι οι κάτοικοι επαναστάτησαν και υπό τους αρχηγούς Βερούση, Γοβιό και Νεόφυτο, συγκρότησαν έξι μάχες  και μερικές αψιμαχίες. Κλείνοντας τους Τούρκους στα φρούρια Χαλκίδας και Καρύστου διατήρησαν την επανάσταση με ίδιες δυνάμεις χορηγώντας όχι μόνο τρόφιμα αλλά και μισθούς.  Και μπορεί στις μάχες Βρωμούσης, Βατόντος και Στύρων να έχασαν λόγω κυρίως απειρίας αρχηγών και στρατιωτών, στις άλλες όμως τρείς  των Βρυσακίων αναδεικνύονται νικητές και νικούν τους Τούρκους Χαλκίδας και Καρύστου και τον ίδιο τον Ομέρ Βριώνη. Τον χρόνο λοιπόν αυτό, ισόπαλοι οι Έλληνες με τους βάρβαρους μιας και οι δυο και νίκησαν και νικήθηκαν, αλλά οι μεν Έλληνες ήταν άπειροι και χωρίς όπλα, εφόδια και οδηγίες, οι δε Τούρκοι σε όλα ήταν καλύτερα εφοδιασμένοι και εξασκημένοι, και φοβερότεροι όλων , οι Καρυστινοί Τούρκοι.

 

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ.

 ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ- ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ.



(σημείωση- δεν είναι τονισμένο σωστά στην αντιγραφή)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.

Παράδοσις της Εύβοιας.

Κακώς δε διακειμένων τότε των εν Αττική πραγμάτων, οι Έλληνες προέτρεψαν τον αρχηστράτηγον Τζορτζ, Άγγλον Φιλέλληνα, όπως ο πόλεμος μετενεχθή αλλαχού. Και ο μεν αρχιναύαρχος λόρδος Κόχραν κινηθή διά θαλάσσης κατά της Εύβοιας, εκείνος δε στρατεύση εις Θερμοπύλας, αλλ΄αντιστάντος του Κόχραν, οι Έλληνες διελύθησαν υπό δυσαρεσκείας και απήλθον εις Σαλαμίνα. Κατά δε τον Πρόκενς ( τόμος β σελ 289) το  1828 χρημάτων τινών κομισθέντων, η Κυβέρνησις ενόμισεν ότι ηδύνατο κυριεύσας την Εύβοιαν. Αλλ΄ο Κυβερνήτης Καποδίστριας ουκ ενέκρινε τούτο δι’ έλλειψιν ιππικού και πυροβολικού, δια το ολιγάριθμον και την ένδειαν του στρατού, και δια το οχυρόν των φρουρίων Χαλκίδος και Καρύστου. Κατά δε Περραιβόν, μετά την κατ΄Αράχωβαν το 1829 νίκην των Ελλήνων, ο Υψηλάντης εμελέτα πέμψαι εις Εύβοιαν δύο χιλιαρχίας , όπως διεγείρωσι τους κατοίκους και πολιορκήσωσι τα φρούρια, αυτός δε εισβάλη εις την Αττικήν, ελπίζων επιτυχίαν εκ της παρά τοις Τούρκοις ελλείψεως τροφίμων. Όπως καταπείση δε τον τότε διορισθέντα πληρεξούσιον των όπλων Αυγουστίνον Καποδίστριαν, ως μη στέργοντα, έλεγαν «Η άλωσις των Αθηνών και της Εύβοιας εισί τα σπουδαιότερα και σωτηριότερα μέτρα της Ελλάδος , και έτι μάλλον της Εύβοιας». Ένεκα δε των διχογνωμιών τούτων ουδεμία εγένετο πλέον εκστρατεία κατά της νήσου ήτις έμεινεν υπό  το κράτος των Οθωμανών.

Καποδίστριας


Πολεμικώς σε μη κατορθωθείσης της κυριεύσεως της Εύβοιας, πολλαί κατεβλήθησαν διπλωματικαί ενέργειαι περί προσκτήσεως  αυτής. Κατά την Επίδαυρω εθνοσυνέλευσιν ο λόρδος Κάνιγκ περιελάμβανε την νήσον εν τη υποτελεί φόρου Ελλάδι, ως τότε εγένετο πρότασις. Ο δε αοίδιμος Κυβερνήτης εμόχθησε πολύ, ίνα αύτη απολέση μέρος του νέου κράτους. Διό εκ Πόρου εν των προς τους πρέσβεις εγγράφω από 11 Σεπτεμβρίου 1828 λέγει « Των δε νήσων η μεν Εύβοια εντός των Ελληνικών ορίων εικότως καλύψει τα παράλια της Αττικής, παρ’ α μηκύνεται» Τότε και ο Άγγλος Αμιλτών προύτεινεν, όπως οι κάτοικοι Σάμου μετοικήσωσιν εν Ευβοία , οι δε Τούρκοι ταύτης εν Σάμω. Δια των προσπαθειών τούτων η νήσος περιελήφθη εν των νέω κράττει, κατά το άρθρον 2 του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου των Τριών Δυνάμεων, Αγγλίας , Γαλλίας, και Ρωσσίας από 3 Φεβρουαρίου 1830.

Η κένωσις όμως της νήσου παρά των Τούρκων εβράδυνεν επί πολύν χρόνον, ως δηλούται εκ των εξής κωλυμάτων. Τον Αύγουστον του 1830 ήλθεν εις την καθέδραν Ναύπλιον ο μουλάς Σκουτάρεως Χατζή Ισμαήλ βέης, Χαλκιδεύς, επίτροπος της πύλης, μεθ΄ου οι αντιπρέσβεις των Δυνάμεων διεπραγματεύσαντο περί της  κενώσεως, τούτον όμως τον μήνα ου ήλθον οι οροθέται. Άλλο κώλυμα ο Ομέρ πασάς και οι πρόκριτοι Τούρκοι , λέγοντες ότι μη χορηγήσαντες τω στρατώ τα καθυστερήματα, ουκ ηδύνατο βιάσαι αυτόν εις αναχώρησιν προ της λήψεως των προς τούτο μέσων δια της πωλήσεως των ακινήτων ιδιωτικών κτημάτων κατά την απόφασιν του Λονδίνου. Ο Ισμαήλ  βέης προύτεινε των Κυβερνήσεως, αλλ΄απητούντο 200 η 300 χιλιάδες ταλήρων, ων εστερείτο, και ματαίως ο Κυβερνήτης εζήτησε δάνειον ιδιωτικόν εν Ελλάδι, Ελβετία, Γαλλία και Ρωσσία.


Τον Αύγουστον δε του 1830 ο Κυβερνήτης έπεμψεν εις Εύβοιαν τριμελή επιτροπείαν , προτρέψας , τους Τούρκους εις πώλησιν, λέγων, ότι εχορηγήθη αυτοίς ετησία προθεσμία, και δύναται πωλήσαι και τη Κυβερνήσει εν μετρίαις ταμαίς, δόσεσι μικραίς και προθεσμίαις μακραίς, παρακινήσαι δε και τους Έλληνας, ίνα αγωράσωσι τα Τουρκικά κτήματα πέμποντες την Κυβερνήσει τα πωλητήρια εις επικύρωσιν. Λέγει δεν προς την Γερουσίαν

« Η Κυβέρνησις έπεμψεν εις Εύβοιαν επιτροπείαν, ης τας οδηγίας κοινοποιήσε δι υμίν ο των Εξωτερικών γραμματεύς, και μανθάνετε παν ότι έπραξα, το επ ΄εμοί, υπέρ των νομίμων συμφερόντων των αδελφών ημών Ευβοέων»

‘Άλλη δυσχέρεια προήλθεν εκ των εκκλησιαστικών κτημάτων (βακούφ), άτινα η Πύλη εθεώρησεν, ως ανήκοντα τω κράτει, εξ ης ανεβάλλετο η κένωσις διό οι εν Κωσταντιπουπόλει πρέσβεις προέτεινον τη εν Λονδίνω Συνόδω, όπως η νήσος ανταλλαγή μετά της Ακαρνανίας, αλλ΄αύτη επεκύρωσε τα όρια της 9 Φεβρουαρίου 1831 παρά των εν Κωσταντινουπόλει πρέσβεων, αλλά και τότε παρενεβλήθη πρόσκομμα. Απεφασίσθη είτα η παράδοσις κατά το τέλος του 1832 πλην και τότε ουκ εγένετο δια τας εμφυλίους των Ελλήνων έριδας.

Ήλθε τέλος ο χρόνος της παραδόσεως. Τη 25 Μαρτίου 1822 ματαβάς εις Χαλκίδα ο επίτροπος της Κυβερνήσεως Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, παρέλαβε το φρούριον και την νήσον παρά του Χατζή Ισμαήλ βέη, επιτρόπου του Ομέρ πασά, επίτηδες υπό φανατισμού προ μηνός απελθόντος, ούτος παρέδωκε τας κλείς του φρουρίου επί αργυρού δίσκου, απειληθείς μάλιστα ένεκα αργοπορίας παρά του Άγγλου ναυάρχου, δόντος αυτώ δεκάλεπτον προθεσμίαν.

Και τα μεν ιδιωτικά κτήματα επωλήθησαν προς Έλληνας ιδιώτας , τα δε εκκλησιαστικά ηγόρασεν η Κυβέρνησις παρά της Πύλης αντί 600 χιλιάδων γροσίων. Κατά τι δε προς τους τρεις πρέσβεις έγγραφον του Κυβερνήτου από 18 Οκτωβρίου 1828, καίτοι αριθμητικώς μη τόσον ακριβές, υπελογίσθη επί της νήσου, γη μεν Ελληνική στρεμμάτων 359.900, Τουρκική δε 413,600. Αλλ΄εκ της Τουρκικής μέγα μέρος ανήκε τοις Χριστιανοίς, διότι ένεκα των βαρέων φόρων και άλλων κακοπραγιών , 24 χωρία αυτών, έχοντα γην περίπου 34 χιλιάδων στρεμμάτων ετέθησαν υπό την προστασίαν της Τουρκικής κυριότητας, και εχορήγηγουν τη Πύλη 20 χιλιάδων γροσίων εις απαλλαγήν καταναγκαστικών φόρων.

Καταλεκτέον δ΄ενταύθα και το εξής γεγονός. Χαρακτηριστικόν της αγριότητος της Τούρκικης φυλής. Οι Τούρκοι της Καρύσου ειθισμένοι περί τας αρπαγάς, και μαθόντες του 1830, ότι ο τόπος παραχωρήσεται τηΕλλάδι, κατεπίεζον τους μη απελθόντας κατά τον αγώνα Χριστιανούς. Διό ούτοι ητήσαντο την προστασίαν του Κυβερνήτου Καποδιστρίου δι΄επιτρόπου, του Αναγνώστου  Χαρακή, Καρυστίου ευπατρίδου και αξιωματικού της επαναστάσεως. Ο δραστήριος ούτος ανήρ μεταβάς εις Ναύπλιον, παρέστησε τω Κυβερνήτη τα δεινά , άτινα οι κάτοικοι υπέφερον υπό του φρουράρχου και των προκρίτων Τούρκων. Ο δε Κυβερνήτης συνεννοησάμενος τοις ναυάρχοις των Τριών Δυνάμεων, διενήργησε την εις Κάρυστον αποστολή Ρωσσικού πολεμικού πάρωνος 16 τηλεβόλων μετά 300 στρατιωτών. Ήλθε δε κατά Σεπρέμβριον του 1830  μετά του επιτρόπου εις Κάρυστον, όπου διέτρεψεν ημέρας 15 εις ενθάρρυνσιν των Χριστιανών και εκφόβισιν των Τούρκων. Ο πλοίαρχος πέμψας εις το φρούριον, προσεκάλεσε τον τε διοικητήν Μεχμέτ Αλή βέην και τον φρούραρχον Μουσταφά Αγαζαδέ. Και ο μεν ου κατέβη εκ φόβου εις το πλοίον, προσήλθε δε ο διοικητής συνοδία δέκα στρατιωτικών Τουρκαλβανών. Ο πλοίαρχος υπεδεξάμενος αυτόν, είπε τον σκοπόν της αφίξεως και ητήσατο δώδεκα ίππους, όπως αύριον την πρωίαν αναβή εις το φρούριον. Ανήλθε δε τη επιούση συνοδία αξιωματικών, και τάξας σκοπούς Ρώσσους στρατιώτας κατά την θύραν του διοικητηρίου, προσεκάλεσε τους προκρίτους των Τούρκων, παρήνεσε πολλά, και μάλιστα ηπείλησε τον φρούραρχον και διοικητήν, οίτινες ηρνούντο περί των κακοπραγιών. Υπεδέξατο δε εν τω πλοίω και τους προκρίτους των Χριστιανών και πολλούς, παραπονεθέντας κατά των Τούρκων, καθησύχασε χορηγήσας αυτοίς τρόφιμα και χρήματα. Και τότε οι μεν Τούρκοι απέσχον των αρπαγών, αλλ΄ επειδή κατόπιν τα αυτά επανέλαβον, ο εν Άνδρω διαμένων επίτροπος των δεινοπαθούντων αύθις  μετέβη εις Ναύπλιον, έλαβεν έγγραφον του Κυβερνήτου και των πρέσβεων, ήλθεν εις Κάρυστον, και τά των τριών δημογερόντων ανέβη εις το εν τη ακροπόλει φρουραρχείον όπου συνήλθον οι πρόκριτοι Τούρκοι, ήκουσαν το περιεχόμενον του εγγράφου,και εφοβήθησαν και περιεστάλησαν μέχρι της εκ του τόπου αναχωρήσεως αυτών.

 

Ναυμαχία Καφηρέως τον Μάϊον 1825 Ναύμαρχοι : Σαχτούρης, Ανδρούτσος, Αποστόλης.

 

Γεώργιος Σαχτούρης

Ναυμαχία Καφηρέως τον Μάϊον 1825

Ναύμαρχοι : Σαχτούρης, Ανδρούτσος, Αποστόλης.

 

Δύο χρόνια μετά την ναυμαχία στην Βόρεια Εύβοια, συνέβη και άλλη στα Νότια, η οποία άρχισε στο ακρωτήρι Καφηρέα και έληξε κοντά στην Γεραιστό. Ο Ελληνικός στόλος αποτελείτο από τρείς μοίρες και 28 πλοία. Και της μεν Ψαριανής μοίρας ναύαρχος ήταν  ο Απόστολος Νικολάου Αποστόλης, έχοντας τον Λεωνίδα με 16 τηλεβόλα. Τα πλοία  του ήταν 9 και όχι 5 όπως όπως γράφει ο Τσαμαδός. Ήταν ο Λεωνίδας 16 τηλεβόλων, του Νικολάου Αργυρίου, ο Ηρακής 14, του Ανδρέου Γιαννίτση, η Αμερικανίς 12 του Κωσταντίνου Χ.Αγγελή, ο Ξενοφών 12 του Νικολάου Καρακωσταντή, ο Ισοκράτης 12 του Ιωάννου Γ.Αποστόλου, ο Επαμεινώνδας 12 του Αλεξάνδρου Ι. Δομεστίνη, ο Αλέξανδρος 12 του Νικολάου Χ.Αλεξανδρή, και ο πάρων του Γεωργίου Χ.Μικέ.



Της δε Υδραικής μοίρας ναύαρχος ήταν ο Γεώργιος Σαχτούρης. Πλοία ήταν 10 η 11, και πυρφόρα 4 υδραικά και Σπετσώτικα. Πλοίαρχοι ήταν ο Αναγνώστης  Παπαμανώλης, Ιωάννης Μπατσατζής, Γκίκας Ιωάννου, Αθανάσιος Δ. Κριεζής, Δημήτριος  Θεοδωράκης, Κωσταντίνος Μεθενίτης, Ηλίας Γεώρτσου, Ιωάννης Μανδρόζος, Μανουήλ Μπούτης, Ιωάννης Στύπας, Δημήτριος Α.Βόκος και Α.Πινότσης. Της δε Σπετσιώτικης μοίρας  ναύαρχος ήταν ο Γεώργιος Ανδρούτσος και πλοία οκτώ, του οποίου πλοίαρχος ήταν ο γνωστός Λάζαρος  Μουσού. Του δε Τουρκικού στόλου αρχιναύαρχος ήταν ο Χορσέφ  Μεχμέτ Τοπάλ πασάς, και ναύαρχος ήταν ο Ταχήρ πασάς, με πλοία 52 η 58 η 67, πολεμικά και φορτηγά.

Η περιγραφή της ναυμαχίας έχει ως εξής.

Αφού ο Τουρκικός στόλος ξεκίνησε από τον Ελλήσποντο  την 16 Μάη, στις 20 ξεκίνησε με ακροβολισμούς η γενική ναυμαχία μεταξύ του Καφηρέα και της Άνδρου.

Η ναυμαχία ξεκίνησε το πρωί και κράτησε μέχρι το μεσημέρι. Οι Έλληνες επέμεναν τόσο πολύ που έσπασαν την εχθρική γραμμή. Αμέσως μετά με το σύνθημα, όρμησαν δύο πυρφόρα διευθυνόμενα από τους Ιωάννη Μανδρόζο και Λάζαρο Μουσού, με αποτέλεσμα να ρίξουν την φωτιά και να κατακαύσουν την δίκροτο ναυαρχίδα 66 τηλεβόλων με το όνομα Χασνέ Γκεμισή ενώ ένα άλλο πυρφόρο υπό την διεύθυνση του Μανουήλ Μπότη αφού βρέθηκε στην αριστερή πτέρυγα της Υδραικής μοίρας, κατέκαυσε ημιδρόμωνα 36 τηλεβόλων.

Μετά την ναυμαχία  ο εχθρικός στόλος με μεγάλη αταξία καταδιώκετο  από τους Έλληνες .

Μια πτέρυγα από αυτόν αποτελούμενη από 20 πλοία παρώνων και ημιολιών, αποσπάσθηκε και κατέφυγε στον κόλπο της Ερέτριας. Δύο δε πλοία καταδιωχθέντα από τον Α.Πινότση και κάποιου πυρφόρου, κάηκαν κοντά στην Σύρο. Έγινε γνωστό από τους αιχμαλώτους τούρκους ότι το πλοίο –δίκροτον-που κάηκε διηκείτο από τον Αράπ Αλή, ο οποίος χάθηκε με 800 άνδρες. Είχε δε το πλοίο πολλά πολεμοφόδια και 150 μηχανικούς του φρουρίου Πατρών. Άλλο δεν υπό την διεύθυνση του Μισιλλή Μεχμέτ, με 300 άνδρες από τους οποίους άλλοι ήταν Τούρκοι, άλλοι Αυστριακοί άλλοι Αρμένιοι και άλλοι Κοζάκοι. Ο δε Χουρσέφ έφυγε και κατεδιώχθη μόνο μετά 52 πολεμικών και φορτηγών πλοίων. Στην ναυμαχία αυτή χάθηκαν 3 πυρπολητές και πληγώθηκαν 4 ενώ απομακρυνόταν η λέμβος που πήγαν να βάλουν φωτιά στο δίκροτο.

Όλα αυτά είναι σύμφωνα με την διήγηση του ίδιου του ναυάρχου Σαχτούρη, όπως μαρτυρεί ο Αντώνιος Ανδρέου Μιαούλης στην Ιστορία των Ελληνικών Ναυμαχιών.

Σημείωση

συνεχίζεται με περιγραφές από το Πρόκες και τον Ψαριανό Νικόλαο Κοτζά.

Πληροφορίες για τον ναύαρχο Νικολή Αποστόλη που πήρε μέρος με τον γιό του Αποστόλη στην ναυμαχία αλλά και βοήθησε σε άλλες μάχες τον πληθυσμό της Καρύστου.

https://www.dimospsaron.gr/media/39498/%CE%97%20%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%9D%CE%B1%CF%85%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%85%20%CE%A8%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%20%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AE%20%CE%91%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B7.pdf

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Ύδρα και ασχολήθηκε με τις ναυτικές δραστηριότητες. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821 και συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες όπως αυτές των Πατρών, Σπετσών, Γέροντα, Σάμου κ.α. Επίσης συμμετείχε και στην επιχείρηση της Αλεξάνδρειας. Με την έλευση του Καποδίστρια διορίστηκε αρχηγός της μοίρας των ακτών της Μεσσηνίας. Γρήγορα όμως τάχθηκε με τους αντιπολιτευόμενούς του.

Με τον ερχομό του Όθωνα κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό, έφθασε μέχρι τον βαθμό του αντιναυάρχου, ενώ διετέλεσε και διοικητής του πολεμικού ναυστάθμου του Πόρου.

Απεβίωσε στην Ύδρα το 1841 και παιδιά του είναι οι: ΔημήτριοςΚωνσταντίνος και Μιλτιάδης Σαχτούρης. Δισέγγονός του είναι ο Μίλτος Σαχτούρης.

Πολιορκία Καρύστου τον Μάρτιον 1826 Αρχηγός Κάρολος Φαβιέρος.


Κάρολος Φαβιέρος.


Το κείμενο είναι αντιγραφή από το βιβλίο του Κ.Γουναρόπουλου ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ. 

Δυστυχώς δεν είναι τονισμένο σωστά.


 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟΝ

Πολιορκία Καρύστου τον Μάρτιον 1826

Αρχηγός Κάρολος Φαβιέρος.

Ο Κάρολος Φαβιέρος, βαρώνος και συνταγματάρχης της Γαλλίας, ελθών εις την υπέρ ελευθερίας πολεμούσαν Ελλάδα, και υπό φιλοτιμίας θέλων, όπως κυριεύση την Εύβοιαν, και κατόπιν προχωρήση εις Θεσσαλίαν, ητήσατο περί τούτου άδειαν της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Όθεν έχων το πρώτον τάγμα της γραμμής εκ χιλίων ανδρών, ήλθεν εις Αθήνας. Εκεί δε διοργανίζει τους υπό τον αρχηγόν Στέφον Νιβίτσαν, Σέρβον το γένος , 250 Έλληνας στρατιώτας, ους αυτός μισθοδότει και ωνόμαζε Σταυροφόρους προς διάκρισιν δια τον επί του στήθους εξ ερυθρού εριούχου σταυρόν. Τούτους δε παραλαβών, και το τάγμα των αρχηγών Ιωάννη Μαμούρη και Δημητρίου Λέκα, Αθηναίου εκ 300 στρατιωτών δοθέντων υπό του στρατηγού Ιωάννου Γκούρα, και τρείς ίλας ιππικού εκ 300 ανδρών μετά 200 ίππων άνευ αποσκευής και 4 τηλεβόλων, εν όλω δισχιλίους άνδρας. Διορίσας επί τινός αγορασθείσης ημιολίας Γάλλον τινά πλοίαρχον Λεγκρώ τούνομα, και μισθώσας το μύστικον του Κωσταντίνου Βρατσάνου Ψαριανού, και ούτω παρασκευασάμενος διευθύνεται δια Μενιδίου και Αγίου Μερκουρίου της Αττικής , όπως κιριεύση το αντιφρούριον Καραβαβάν της Χαλκίδος αλλ’ αποτυχών τούτο, επιστρέφει εις Μαραθώνα.

Εν Μαραθώνι σταθμεύσας, το μεν Λέκαν έπεμψεν εις Μαρτίνον , αυτός δε γυμνάζει τον στρατόν. Τη 20 δε Φεβρουαρίου δια προκηρύξεως κοινοποιεί προς τους προξένους τον αποκλεισμόν της Εύβοιας, και συνάμα προς τον στρατόν  την κατά Καρύστου εκστρατείαν. Κατά δε τον Χρίστον Σ.Βυζάντιον  αυτόπτην και μαχητήν, ο Φαβιέρος διέτριψεν εν Μαραθώνι ημέρας 17, έχων 1600 άνδρας , 4 ορεινά τηλεβόλα μετά 120 τηλεβοληθών , και 80 ιππείς άνευ ίππων. Επειδή δε εδραπεύτευσαν πολλοί, τη διαταγή αυτού ήλθον εξ Αθηνών και τρεις έτι λόχοι τακτικού.

Ο Φαβιέρος βασιζόμενος τη υποσχέσει της Κυβερνήσεως περί αποστολής της εν Ναυπλίω ημιολίας, και άλλης τινός μετ΄αλεύρου και διπύρου , έχων δε πλοίον τι του Μαρσιλιέζου μετ΄ολίγου αλεύρου και διπύρου, ελπίζων δε, ότι οι Ευβοείς χορηγήσουσι τρόφιμα μέχρι της ελεύσεως των δυο ημιολιών εκ Ναυπλίου αποβιβάζεται εις το χωρίον Στύρα της Καρύστου τη 2η Μαρτίου 1826 δια 10 Ψαριανών πλοίων , ήτοι 4 ημιολιών και 6 μυστίκων , άτινα μετακόμισαν και 2 τηλεβόλα. Καρά τιμάς δε συγγραφείς, τον Κάρπον και Χρίστον Βυζάντιον, ο Φαβιέρος ενταύθα  φθάς , απορεί, ότι οι κάτοικοι έφυγον εις τα δάση και βουνά, μη θέλοντες ίνα επαναστατήσωσι. Τούτο σφαλερόν, διότι οι κάτοικοι των Στύρων , Καρύστου και πάσης της νήσου απήλθον  από του 1823 έτους αλλαχού δια την τυραννίαν των Τούρκων , εκτός ολίγων αι αυτών απόρων και βοσκών , πολλά κακά υποστάντων υπό διαφόρων  στρατών και εκ τούτου φοβούμενων. Όθεν ο αρχηγός εκ Στύρων έτι ηναγκάσθη, όπως δια ταχυδρόμου ζητήση κατεπειγόντως  τρόφιμα παρά της Κυβερνήσεως.

Μετά την εις Στύρα αποβίβασιν παντός του στρατού, ο αρχηγός έπεμψε προφυλακήν εκ τριών λόχων των Ευζώνων υπό τον λοχαγόν Κάρπον Παπαδόπουλον, όστις τη αυτή εσπέρα κατέλαβε τον ατραπόν του Αρμένου, αφύλακτον ούσαν παρά των Τούρκων. Εν Στύροις σε νύχτα μόνον διατρίψας, το πρωί εγκαταλείπει εκεί επιφυλακήν εκ δυο λόχων  του τρίτου τάγματος υπό τον Γάλλον λοχαγόν Τουζουρδουήν, και απέρχεται εις Κάρυστον, προπορευομένης της προφυλακής. Διαβάς σε τα στενά της δημοσίας οδού, επομένης της επιφυλακής ,κατά την Βρύσιν Βέη διέταξε τον λοχαγόν Δόβριτς όπως σταθμεύση επί του εκεί βουνού του προφητηλία κωλύων πάσαν διάβασιν εχθρών, και αναγγέλων τούτο εις το στρατόπεδον. Καθ΄ οδόν οι εγχώριοι στρατιώται παρεκάλεσαν τον Φαβιέρον ίνα συλλέξη τα ποίμνια , και αίφνης επιπέση κατά του φρουρίου, αλλ΄ουκ έστρεξε θεωρών τούτο ανοίκειον τακτικώ στρατό.

Ακολούθως ο αρχηγός διελθών την πεδιάδα Αλλοκάμπον του δήμου Μαρμαρίου, έστη μικρόν κατά την θέσιν Ρούγαν , όθεω φαίνεται τον φρούριον ,πλέον της ώρας απέχον, και όθεν άρχεται οδός λιθόστρωτος παλαιά. Εκεί σχηματίζει τον στρατόν εν μάχη και εν μεν τω κέντρω τάσσει το βαρύ πεζικόν τακτικόν, οπίσω τούτου το πυροβολικόν, οπίσω το ιππικόν εν τη δεξιά πτέρυγι το σώμα του Στέφου, και τη αριστερά το του Μαμούρη. Ούτω σε εβάδισε και προς το εσπέρας τη 4 Μαρτίου εστρατοπέδευσεν ενώπιον του φρουρίου και της πόλεως Καρύστου εντός των κήπων. Και αυτός μεν εσκήνωσε κατά το Νικάσιον, ωροτέταρτον μακράν του φρουρίου, ο δε στρατός κατέλαβε τας προαστείους συνοικίας Μεκουνίδας βορείως, Μύλων ανατολικώς λόφον Βεργαντώνας δυτικώς, λόφον Βουνακάκιον κατά την εις το παράλιον οδόν, και νοτείως Αγίαν Μαρίναν και Ακανθωνίαν, όπου επί βράχων αποτόμων ναίσκος του αγίου Νικολάου. Τη δε εσπέρα ο διοικητής Κάρπος , ως αυτός γράφει, κατέλαβε τα εκτός του φρουρίου  ως και τα εγγύς των Πέντε Βρύσεων του Γραμπιά κενά οικήματα των Χριστιανών εις το φρούριον αναβάντων, διακόσιοι περίπου τον αριθμόν. Το δε ιππικόν ήλθε δια της πεδιάδος και εστάθμευσε κατά το νότιον του φρουρίου.

Οι δε Τούρκοι αγνοούντες τα της εκστρατείας ταύτης, οι κατά την Ρούγαν αίφνης στρατώτας νομίζουσιν αυτούς Φράγκους εκ τε των όπλων και της τάξεως  διό κατεφοβήθησαν, και δια τηλεβολήματος εκάλεσαν εις το φρούριον τους εν τη πεδιάδι και ταις  συνοικίαις διατρίβοντας την δε νύχτα δι΄αγγαρεύσεως των Χριστιανών φράττουσι τας οδούς δια λίθων και μεγάλων δοκών και άνεγερούσι λιθοπρομαχώνας επί των οικιών του φάρσους Γραμπιά, καίτοι των πολιορκητών τούτο εννοούντων εκ της κινήσεως και απειλούντων φωναίς μεγάλαις περί της αύριον.

Τούτων ούτω προπαρασκευασθέντων εκατέρωθεν , τη επιούση 5 Μαρτίου , κατά το πρωινόν λυκαυγές, ώρμησαν οι Τούρκοι κατά της εν Γραμπιά προφυλακής άγοντες και γυναίκαν μάντιν, όπως μαγεύση τον τόπον και εμποδίση την προχώρησιν των Ελλήνων επυροβόλησαν κατά των ευθύε υπό το τείχος μαχομένων άνω ,ούτως έληξεν η πρώτη αύτη αψιμαχία, καθ΄ην ουδείς των ημετέρων έπαθε. Την δε πρωίαν ο κατά την Μεκουνίδαν και παρά τας Καμάρας σταθμεύων αρχηγός Μαμούρης έκοψε το ύδωρ του υδραγωγείου ίνα στερηθή το φρούριον.

Τη δε ώρα δεκάτη της αυτής της ημέρας 5 Μαρτίου ο Φαβιέρος εκινήθη πανστρατιά κατά του δυτικού μέρους του φρουρίου δια τινός ομάλης θέσεως και δεξιόθεν της προφυλακής. Έταξε δε τα ελαφρά σώματα κατά τας πτέρυγας και το μεν του Στέφου εξετείνετο προς τα νότεια του τείχους, το δε του Μαμούρη εγγύς του υδραγωγείου επί δε των λόφων Βεργαντώνας και Βουνακακίου ετοποθετήθησαν τέσσερα τηλεβόλα, η δύο ορεινά κατά Κάρπον. Ούτως σε διέταξεν , όπως τηλεβολήσωσι και ορμήσωσι κατά των τειχών του Γραμπιά, ήτοι του πρώτου και κατωτέρου περιβόλου του φρουρίου, μετά τινας όμως στιγμάς και δια του πρώτου τηλεβολήματος εθραύσθησαν  οι κακώς κατεσκευασμένοι άξονες των τηλεβόλων  ως λέγει ο Κάρπος , κατά μαρτυρίαν δε εγχωρίου, τηλεβόλου μόνον τον άξονα έβλαψεν  ο παρά τοις τυράννοις υπηρετών  τηλεβολητής  Γεώργιος Ισιδώρου  εκ Μεκουνίδας. Ο δε Φαβιέρος εκλπαγείς εκ τούτου, ηναγκάσθη διατάξαι υποχώρησιν, αλλ΄ένεκα των τηλεβολημάτων  του φρουρίου, εν αταξία τούτο έπραξαν οι ημέτεροι, αναμιγνυόμενοι προς αλλήλους.

Οι δε Τούρκοι την άτακτον ταύτην υποχώρησιν ιδόντες , εθαρρύνθησαν, και εις δύο φάλαγγες ξιφήρεις εξέρχονται κατά των υποχωρούντων  και φθάνουσι  προς δυσμάς των πέντε Βρύσεων μέχρι σχεδόν του λόφου Βεργαντώνας. Η δε Ελληνική  προφυλακή ιδούσα τον εκ της εξόδου κίνδυνον  των εχθρών, τάσσει 40 οπλίτας παρά την δίοδον  αυτών , και δια των υπολοίπων καταλαμβάνει τα περί αυτήν μέρη, δραμούσα άνωθεν κατέβησαν δ΄αίφνης  και οι περί τον Μαμούρην , οίτινες περιεκύκλουν  βεβαίως τους εχθρούς ειμή ετηλεβολούντο εκ του φρουρίου. Οι δε εν αυτώ Τούρκοι θεασάμενοι την κατάβασιν του Μαμούρη, και την υποχώρησιν των Ελλήνων υπολαβόντες στρατήγημα, και τον αποκλεισμόν των εξελθόντων  φοβηθέντες , εφώναξαν άνωθεν , οπίσω, οπίσω. Τούτο ακούσαντες , και πάντοθεν πυροβολούμενοι , επέστρεψαν ίνα έλθωσιν εις το φρούριον. Τότε εφονεύθη ο σημαιοφόρος αυτών Κασούμ εφέντης ον διεδέξατο πάραυτα άλλος τούνομα Σαλήμ , πλην και ούτος εφονεύθη, έπεσε και τις Έλλην, πλησιάσας ίνα σκυλεύση τον σημαιοφόρον. Καρά δε Κάρπον, ο εγγύς ων λοχαγός Μπεραντιέρος μετά του έκτου λόχου κατεδίωξε τους εξελθόντας εχθρούς μέχρι της πύλης και ο λοχαγός  Ιωάννης Φωτεινός μετά του λόχου αυτού κατέλαβε θέσιν τινά εκ του άλλου μέρους του φρουρίου. Εν τη εξόδω ταύτη οι Τούρκοι  απολέσαντες 12 άνδρας , εισήλθον εις το φρούριον , παρασκευαζόμενοι εις άμυναν.

Ούτω έληξαν αι εχθροπραξίαι , και οι Έλληνες επανήλθον εις τα ίδια ο δε Φαβιέρος δι έλλειψιν τεχνίτου έπεμψε την επιούσαν εις Αθήνας τους άξονας των τηλεβόλων χάριν επισκευής, μετακομίσας σε εκ του πλοίου  του Βρατσάνου δυο μικρά εσκωριασμένα των 16 λιτρών και τοποθετήσας επί των δυο λόφων, εσχεδίαζε δεύτεραν έφοδον.

 Εν τούτοις η έλλειψις τροφίμων ηύξανε καθ΄εκάστην ο δε Φαβιέρος μαθών παρά του πλοιάρχου Δεγκρώ και άλλων ότι η Κυβέρνησις μήτε  τας ημιολίας μετ΄αλεύρων πέμπει , μήτε τρόφιμα αλλά και αντιπράττει , μάλιστα ο Κολέττης  τότε έγνω την δεινότητα της θέσεως αυτού, πολεμούμενος εν νήσω άνευ άρτου και ναυτικής συνδρομής , και όμως ουκ αποθαρρύνεται αλλ΄εργάζεται δραστήριος. Και ο μεν λοχαγός Φραγκίσκος Ανδριέτης μετά του τετάρτου λόχου μεταβαίνει εις τα προς τον Καφηρέα χωρία , άτινα Σαμπανοχώρια καλούσι τινές κακώς , φέρων προκηρύξεις επαναστατικάς αλλά την γλώσσαν αγνοών και μη εισακουσάμενος παρά των κατοίκων , φυγόντων επί τα όρη, επανήλθε μετά τρεις ημέρας μόνον μετά τινός βοός. Ο δε λοχαγός Ευστράτιος Πίσσας Κυδωνιεύς, μεταβάς επί το αυτό εις Άνδρον, ουκ επέστρεψεν είτα έπεμψε πλοιάριον  μετά τροφίμων , ότε όμως ο στρατός ήτο εις το Λυκόρρευμα. Ούτω τα μεν ελαφρά σώματα και η προφυλακή διετηρήθησαν ολίγον δια των εν ταις συνοικίαις ευρεθέντων τροφίμων, το δε βαρύ πεζικόν και πυροβολικόν εστερούντο από της παύσεως της  τακτικής διανομής, και έτρωγον λάχανα και εκ των κήπων λειμόνια.

Κατά τα ειρημένα, ο Φαβιέρος απεφάσισεν, ίνα εκτελέση το νέον σχέδιον, ήτοι δι εφόδου κυριεύση πρώτον τους δύο περιόδους , εν οις ήτο η πόλις, και ακολούθως δι΄υπονόμων καταρρίψη τα τείχη του Ενετικού φρουρίου. Προς τούτο οχθήμερον ματά την πρώτην έφοδον ωρίσθη  η Δευτέρα, κατά την 12 Μαρτίου, ημέραν Σάββατον, και δίωρον προ της ανατολής, και ο στρατός ετάχθη ως εξής.

Εν μεν τω κέντρω η διλοχία της προφυλακής των Ευζώνων, ης διοικητής ο Κάρπος , αξιωματικός δε ο λοχαγός Μπεραντιέρος , ο υπολοχαγός  Ιάκωβος Βάλφης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος  Καραντζάς  και Μικιέλης Κερκυραίος. Δεξιόθεν της διλοχίας τρεις λόχοι τακτικού, ων λοχαγοί , ο Γερμανός Στράιδερ, ο Ανδριέτης και ο Φώτιος Αγγελίδης, παρακολουθούντο δ΄ούτοι υπό του σώματος του Στέφου Νιβίτσα. Αριστερόθεν της διλοχίας λόχος τακτικού υπό τον Παναγιώτην Πίσσαν, τον ωραίον λοχαγόν ως απεκάλει αυτόν ο Φαβιέρος, και το υπό τον Μαμούρην ελαφρόν σώμα. Οπίσω σε πάντων εν εφεδρία ο λόχος του Χίου Νικολάου Σκαρβέλη. Και τοπικώς επί το καταληπτότερον, ο μεν Κάρπος μετά των Ευζώνων ετάχθη προς το δυτικόν μέρος των Πέντε Βρύσεων. Ο Μπαραντιέρος μετά του έκτου λόχου προς το δυτικονότειον κατά την Χριστιανικήν συνοικίαν ευθύς υπό την βραχώδη θέσιν Λάζου. Ο Ανδριέτης προς το ανατολικονότειον, κατά το Τουρκικόν νεκροταφείον το εκτός του τείχους και υπέρ την θέσιν Φιδέλι. Ο Στέφος προς το Βουνάκιον, όθεν άγει η εκ του φρουρίου προς τον λιμένα οδός, ο δε Μαμούρης και Πίσσας βορειοδυτικώς των Πέντε Βρύσεων κατά την Μεκουνίδαν και παρά τας Καμάρας.

Κατά τα προδιατεταγμένα λοιπόν, ο Κάρπος την ορισθείσαν πρωινήν ώραν έδωκε τρις το σύνθημα της εφόδου δια του επί του λόφου τηλεβόλου ,και έβη εμπρός. Ο Μπαραντιέρος πρώτος προχωρεί εγγύς μη πάνυ υψηλού τείχους, συνεχούς μετά του άνω οχυρώματος προς τον Λάζον, τούτο οι ημέτεροι κρημνίσαντες ανέβαινον την λιθόστρωτον οδόν. ΟιΤούρκοι εφώρμησαν σφοδρώς ότε ετραυματίσθη καιρίως ο Μπαραντιέρος τον αριστερόν βραχίονα , ζητών ίνα καταλάβη οικίαν τινά παρά το τοίχος. Διό παραδούς τον λόχον των ανθυπολοχαγώ Καρατζά , υπεχώρησε προς το στρατόπεδον. Πλην και ούτος τραυματισθείς  τον δεξιόν βραχίονα , υπεχώρησε. Και ο Ανδριάτης ασχολούμενος βιάσαι οικίαν τινά παρά το τείχος ετραυμαστίσθη την κεφαλήν υπό πέτρας, και έπεσε εκτάδην, μετακομιζόμενος δε υπό του επιλοχίου Χρίστου Βυζαντίου, ετραυμαστίσθη αύθις την δεξιόν βραχίονα , αρπάσσεται υπό των στρατιωτών, και μετακομίζεται εν τινί οικία παρά το τείχος του Γραμπιά, όπου οι ημέτεροι προεφυλάσσοντο από του εχθρικού πυρός. Οι δε εξιωματικοί Βάλφης και Μικέλης εξετράπησαν ένεκα του σκότους του ανωμάλου εδάφους , και ούτω οι στρατιώται του έκτου λόχου της προφυλακής στερηθέντες του αξιωματικού Μπαραντιέρου και λοιπών, έβαινον κατ΄αρεσκείαν.

Ο δε Κάρπος μικρόν περαιτέρω ασχολείτο κυριεύσαι τον υψηλόν προμαχώνα τον περικλείοντα τας Πέντε Βρύσες, εξ ων υδρεύετο η πόλις, και αίτινες σώζονται κατά το προαύλιον της αγίας Σοφίας-όθεν πηδήσας μετά των Ευζώνων , η τρυπήσας το τείχος ,εισήλθε και εκυρίευσε τον προμαχώνα. Αλλ΄οι εν αυτώ Τούρκοι αντέστησαν γενναίως , ως προκειμένου περί απωλείας ύδατος, και τέσσαρες  τούτων επιμένοντες εφονεύθησαν δια της λόγχης, και Έλληνες έπεσον 18, και ο ανδρείος Κάρπος ετραυματίσθη ελαφρώς την δεξιάν χείρα υπό πετρών εξ οικίας εχθρικής. Οι δεν Τούρκοι πτοηθέντες εκ του κρότου των τυμπάνων , και απολέσαντες το ύδωρ, κατέλιπον τα περί αυτό οχυρώματα, τινές δε τας εν τω πρώτω περιβόλω οικίας , και ετράπησαν επί τα άνω μέρη, ίνα εισέλθωσι εις το φρούριον. Εκ τούτου δε πολλού θορύβου γενομένου, οι Τούρκοι απορώσι περί του πρακτέου, ο δε διοικητής Μεχμέτ Αλή βέης ταύτα ορών, κλείει την πύλην και δια σφοδρών απειλών και επιτιμήσεων κολύει την ανάβασιν των Τούρκων. Και ταύτα με εγένεντο εν νυχτί.

Άμα δ΄ημέρας γενομένης, διέκρινεν έκαστος τον φίλον από του εχθρού, εξ ου ο αγών κατέστη επιμονώτερος. Και τα μεν κατά την αριστεράν πτέρυγα σώματα μη προβάντα, έμεινον παρά τον ρύακα κάτω των Πέντε Βρύσεων, τα δε κατά την δεξιάν  έφθασαν προς τα νοτειοανατολικά μέρη των τειχών. Οι δε Τούρκοι βλέποντες ήδη και ωχηρωμένοι επί δωμάτων οικιών , κειμένων επί δυσβάτου και άναντους τόπου , εκώλυον την προχώρησιν των Ελλήνων δια τε συχνών πυροβολημάτων και πετρών. Όθεν έκαστος εξησφαλίζετο, μαχόμενος οπίσω των εκεί πολλών συκαμινομορεών ερειπίου η βράχου. Ούτω, των μεν προς τον Λάζον απομακρυνθέντων δια της υποχωρήσεως , των δε κατά τας πτέρυγας μη προβάντων εγκαίρως , μόνος ο Κάρπος μετά 18 ανδρών έμεινε εν τω προμαχώνι του ύδατος, μη δυνάμενος όπως εξέλθη η προβή προς τα άνω, διότι εσφαιροβολείτο εκ των παρά τας Βρύσεις οικιών και οχυρωμάτων. Εν τούτοις μέχρι της 11 πρωινής ώρας πάντα τα σώματα έμεινον όπου ευρέθησαν, διότι ο Φαβιέρος εμελέτα, όπως επιτεθή την προσεχή νύχτα. Και ο Κάρπος δε αντείχεν ηρωικώς , φράξας δια πετρών το ήμισυ της περιμέτρου το πλάτος της διόδου, δι ης εκοινώνει ο χώρος του προμαχώνος και των Βρύσεων  προς την περιτείχοστον πόλιν, όπως εμποδίση την κατάβασιν των πολεμίων. Οι Τούρκοι όμως επιμένουσιν υπέρ της ανακτήσεως του ύδατος, εις τούτο δε παρακελεύει αύτους ο διοικητής , δωρησάμενος χάριν αμίλλης σπάθην προς τινα κομίσαντα κεφαλήν Έλληνος. Και ο Χατζή Σεκίρι αγάς, αρχηγός 160 περίπου αλλοδαπών Τούρκων , εδρεύων κατά τους προμαχώνας του πρώτου περιβόλλου του Γραμπιά, επιπλήττει και ενθαρρύνει τους φυγόντας προς τα άνω την νύχτα, και ορμά ξιφήρης κάτω εις τα Βρύσεις ην δ΄ούτος ανδρείος και ικανός στρατιωτικός και ως αυτός ωμολόγει εκ Καβάλας της Μακεδονίας ιερόπαις εξωμότης. Τότε οι Τούρκοι μικροί και μεγάλοι ακολουθούσιν αυτόν εις τα Βρύσεις υπό φιλοτιμίας δια της τριμέτρου διόδουτετράκις ώρμησαν, ίνα προχωρήσωσιν εις τον προμαχώνα του ύδατος , αλλ΄οι περί τον Κάρπον απώθησαν αυτούς, λογχίσαντες τους τολμηρότερους , και πολλά πτώματα αυτών κατά την είσοδον επισωτεύσαντες διό αποτυχόντες της εξώσεως των ολίγων τούτων Ελλήνων, παρεσκεύαζον δι αξινών υπόνομον κατά του προμαχώνος και προς τούτο εκόμισαν δυο βυτία πυρίτιδος.

Ο δε Φαβιέρος παρατηρών τα γινόμενα εκ του τηλεβολείου του λόφου Βεργαντώνας, και ότι ου κατελήφθησαν αι οικίαι του πρώτου περιβόλου, έπεμψεν επικουρίαν προς τους τρείς λόχους τα σώματα του Μαμούρη και Νιβίτσα, τους λόχους του πρώτου τάγματος, τον λόχον του Αγγελίδου, και τον εν εφαδρεία Σκαρβέλην.

Τούτο εγένετο μετά προθυμίας , αλλά βραδέως- οι ημέτεροι ήσαν εκτεθειμένοι, και ουκ ηδύναντο προχωρήσαι διότι ετραυματίσθησαν ο Πίσσας, ο Νιβίτσας επικινδύνως κατά το γόνυ, και άλλοι 140, και εφονεύθησαν 50. Εκτός δε το Δόβριτς ταχθέντος φύλακος κατά το βουνόν του Προφητηλία, ο αρχηγός τρεις ημέρας μετά την εκ Καρύστω στρατοπέδευσιν έπεμψε 18 άνδρες , τους πλείονας Στυρείς υπό τον Δημήτριον Χόνδρον , όπως φυλάξωσι την ατραπόν του Άρμένου και αγγείλωσι την διεύλευσιν εχθρού.

Ημέραν δε τινά διήλθον δύο χωρικοί Παταμούνιοι σταλέντες υπό του Σιλιχτάρου, ίνα γνωστοποιήσωσι τοις πολιορκουμένοις  ότι μετ΄ολίγον αφικνείται  αυτός τε και ο Ομέρ πασάς. Ούτοι εκδιώχθησαν υπό του Χόνδρου, αλλ΄ο επιστολοφόρος διέφυγεν εις Κάρυστον προς τους Τούρκους. Ο δε άλλος συλληφθείς, ωομολόγησεν ότι ο Σιλιχτάρης ήτο στον Αρμυροπόταμον. Τούτο μαθόντες οι φύλακες  της ατραπού , απήλθον ευθύς προς το χωρίον Ρεούζιον ,ε ξ ου μετ΄ολίγον είδον τον Σιλιχτάρη  διελθόντα. Ούτος δε μαθών , ότι κατά το Άρμενον ήσαν οι επαναστάται σκοποί, περιεκύκλωσεν αυτό μέχρι πρωίας επι το συλλαβείν, αλλ΄αυτοί απήλθον προς τα βουνά του Αμυνού και Κελλίων.

Από της χθές σε εστάλησαν υπο του Χόνδρου μετ΄επιστολής  οι Στυρείς  Ιωάννης Μόλασις,  και Κωσταντίνος Σαμούρης , και οι Καρύστιοι Νικόλαος Λαψάτης και Ζάχος Κουτσούκος, ούτοι κρυφίως για των χωρίων  Μπαγιατίου, Χυμίου και του Στενού μετέβησαν στην Κάρυστομ και ανήγγειλον προς τον Φαβιέρον την προσέγγισιν του Σιλιχτάρου. Και οι μεν Τούρκοι τηλεβολούσιν υπό χαράς επι τη αγγελία, ο δε Φαβιέρος δια φωνών και χειρονομιών γνωστοποιεί τούτο και διατάσσει υποχώρησιν. Οι δε εν τω προμαχώνι περί τον Κάρπον κατανοήσαντες το πράγμα, ξιφήρεις εξώρμησαν κοίτοι σφαιροβολούμενοι εκ πολλών εγγύς οικιών , τότε δε εφονεύθησαν τέσσεροι Εύζωνοι και τραμαυτίσθηκαν ισάριθμοι, συνάμα υποχώτησαν πάντα τα σώματα επί τους λόφους και τους εγγύς κήπους.

 Κατά την δευτέραν ταύτην έφοδον ετραυματίσθηκαν οι αξιωματικοί Καρατζάς, Κάρπος, Ανδριέτης, Μπαραντιέρος, και Νιβίτσας, ο τελευταίος ετραυματίσθη εν τινι οικία μόλις εκατόν μέτρα μακράν των Βρύσεων  και ευθύς υπέρ τον ρύακα. Εν αυτή εφονεύθη και ο Παναγιώτης Πίσσας διότι οι Σταυροφόροι ανήλθον επί του δώματος και ανεβίβασαν λίθους εις κατασκευήν προμαχώνων, οι δε Τούρκοι τούτο ιδόντες , δια τηλεβολημάτων διασκορπίζουσι τους εν τη οικία, οίτινες υπεχώρησαν αβλαβώς μετά την τρώσιν του Νιβίτσα. Εν των προμαχώνι των Βρύσεων εφονεύθησαν 18 τακτικοί , 8 τοιούτοι αλλαχού, και 2 ελαφροί. Γράφουσι τινες , ότι εκ της εφόδου  ταύτης και εκ των κακοπαθειών  απωλέσθη το τεταρτημόριο του στρατού, και ο Πρόκες λέγει ότι οΦαβιέρος εσώθη εις Λυκόρρευμα μετά 600 περίπου ανδρών, πλην ταύτα εισίν υπερβολικά. Οι δεν δυστυχείς τραυματίαι υπέστησαν τα πάνδεινα , έκαστος εσύρετο ωροτέταρτον μακράν εις το Νικάσιον εντός των κήπων , όπου ην το στρατόπεδο , εβάλλετο δε εκτάδην επί φύλλου θύρας, στηριζομένου επί δυο πετρών, ο δε χειρούργος του στρατού φιλέλλην Γερμανός Ερρίκος Τράιβερ, ως άλλος Μαχάων των Ομηρικών χρόνων φέρων μάχαιραν έκοπτε και περιέδενεν, είτα εκομίζετο έτερος, ως των τραυματιών όντων διακοσίων. Κατόπιν ούτοι μετεκομίζθησαν εις το παράλιον Λειβαδάκιον εκ ου ο Δημήτριος Καλέργης έπεμψεν αυτούς εις Άνδρον και Κέαν.

Εις την τελευταίαν δε νήσον επέμφθησαν υπέρ τους εκατόν, εν οις ο Ανδριέτης , Μπαραντιέρος και Χρίστος Βυζάντιος, οι δε Κείοι εμπειρικοί χειρούργοι περιέθαλπον τους τραυτίας.

Μετά δε την επί τους λόφους αποχώρησιν πάντων των σωμάτων, ο Φαβιέρος εις αποφυγήν αντιπολιορκίας υπό του προαγγελθέντος εχθρού, αποφασίζει εν συμβουλίω ίνα απέλθη. Και πρώτον μεν ηθέλησε μεταβήναι εις Λιβαδάκιον, θέσιν παράλιον χερσονινιάζουσαν  προς την εκεί νησίδα Πελαγίτισσαν, και ώραν μακράν του φρουρίου, μεταβάντες δε τινες ,ανήγγειρον τα μέχρι τούδε σωζόμενα οχυρώματα. Αλλ΄επειδή διά το ακατάλληλον του τόπου  απένευσαν οι Σταυροφόροι, απεφασίσθη οριστικώς η εις Λυκόρρευμα μετάθεσις του στρατοπέδου, εντικρύ της Πετταλίας, όπου ήσαν τα οχυρώματα του Κριεζώτου. Όθεν ο Φαβιέρος, καίτοι του στρατού κεκμηκότος, αυθημερόν πωμάσας και χώσας εν τη γη, τα δύο τηλεβόλα κατά το Νικάσιον, προς το εσπέρας δε πέμψας εις Κέαν δια του Λιβαδακίου τους τραυματίας και οικονομικούς υπαλλήλους, μετά την δύσιν του ηλίου απήλθε δια της πεδιάδος εις Λυκόρρευμα, έχων επιφυλακήν τους Εύζώνους τον έκτον λόχον και τον του Ιωάννου Φωτεινού, ίνα εν ανάγκη παραταχθή κατά του εχθρού.

Άμα δε τη αφίξει, ο Φαβιέρος επεσκεύασε τα οχυρώματα, και εστρατοπέδευσε κατά το ερείπιον εκκλησίδιον του Ταξιάρχου, τα πάντα τελειώσας μέχρι πρωίας. Και εν τούτω μεν ην αυτός ο αρχηγός ματά του τακτικού στρατού δεξιόθεν και αριστερόθεν και επό των λόφων ο άτακτος, ανατολικώς του στρατοπέδου ρυάκιον, ου πέραν επί λόφων έστησαν οι Τούρκοι. Ύστερον όμως οι Έλληνες κατέλιπον τα οχυρώματα ταύτα και κατέλαβον την δυτικώς και κατωτέρω μικράν χερσόνισον Κεφάλα, εξ ης απήλθον τελευταίον. Μετά δεν την στρατοπέδευσιν έταξε φύλακας περί το στρατόπεδον, έπεμψε σε και τον αρχηγόν του ιππικού Ρενιόλον προς την οδόν Μαρμαρίου εν θέσει ομαλή, όπως και τους ίππους βοσκήση και τα κινήματα του εχθρού προσέχη.

Και μέχρι τούδε μεν οι στρατώται αντείχον εκ της στερήσεως των τροφίμων, ως ελπίζοντες λάφυρα δια της αλώσεως του φρουρίου ,αλλά νων εγόγγυζον εκ των κατακοπαθειών, και μάλιστα ως νεοσύλλεκτοι και ασυνήθεις των δεινών του πολέμου, και εξ απελπισίας φανερώς επέπληττον τον αρχηγόν, και τη επιούση πάντες οι αξιωματικοί κατέκρινον αυτόν, ότι μη προνοήσας περί πλοίων και τροφίμων, καταστρέφει δισχιλίους Έλληνας, εξ ανάγκης τότε σχηματίσας κύκλον των αξιωματικών , δεικνύει την περί της εκστρατείας διαταγήν της Κυβερνήσεως, υποσχόμενης ταχείαν αποστολήν αλεύρου δια δύο ημιολιών. Ο δε αρχηγός της επιφυλακής Δόρβιτς , ο επί του προφητηλία σταθεύμων, ιδών διαβαίνοντα τον αρχηγόν της Τουρκικής προφυλακής Σιλιχτάρην μετά 100 πεζών και 200 ιππέων, πέμπει τυμπανιστήν εις Κάρυστον προς τον Φαβιέρον, απελθόντα ήδη από της χθές , ίνα αναγγείλη την έλευσιν του εχθρού και ζητήση άρτον, αλλ΄ο μεν συλληφθείς υπό των Τούρκων και μη θελήσας εξομώσαι εθανατώθη ο δε Δόρβιτς μαθών την υποχώρησιν, ήλθε μετά του λόχου προς το Μαρμάριον, όπου εδιώχθη παρά του εκεί φθάντος και κατά Φαβιέρου στρατοπεδεύσαντος Σιλιχτάρου. Την πρωία δε της δευτέρας από της στρατοπεδεύσεως ημέρας , παρουσιασθέντες οι εχθροί ηπείλουν καταστροφήν του Ελληνικού στρατού. Ούτοι δε, μάλιστα οι 200 ιππείς (Δελίδες υπέρτεροι των Μαμελούκων της Αιγύπτου), ώρμησαν αίφνης καιτά των του Ρενιόλου και τους μεν ευρόντες καθεύδοντας, τους δε ασέλους τους ίππους έχοντας, καταδιώκουσι μέχρι του στρατοπέδου, μόλις 100 όντας, φονεύουσι δε δώδεκα ιππείς και ισάριθμούς ίππους αρπάζουσι τα φορτηγά ζώα μετά των επίπλων, και αιχμαλωτίζουσι τον υπηρέτην του ιππάρχου. Μετά μεσημβρίαν σε πλησιάσαντες οι εχθροί προσεκάλουν τους ημετέρους , τότε την διαταγή του Φαβιέρου τρεις λόχοι τακτικού και άλλοι άτακτοι ορμήσαντες κατά των πεζών Τούρκων , τρέπουσιν αυτούς εις φυγήν και φονεύσουσι δύο. Και οι Έλληνες δε ιππείς επετέθησαν κατά των ιππέων εχθρών , οίτινες αντέστησαν κρατερώς , αλλά τη βοηθεία των πεζών έτρεψαν και κατεδίωξαν αυτούς ωροτέταρτον μακράν, φονεύσαντες οκτώ, και Έλληνες έπεσον τέσσαρες ιππείς. Και ταύτα μεν συνέβησαν την πρώτην ημέραν της μάχης.

Ο δε Ομέρ πασάς εις λύσιν της πολιορκίας Καρύστου πέμπει εκ Χαλκίδος 25 ένοπλα πλοιάρια, άτινα φθάσαντα εις Λυκόρρευμα τη 20 Μαρτίου, αποβιβάζουσι τηλεβόλα και ακολούθως αποκλείουσι τον Φαβιέρον ακωλύτως δια την απουσίαν των Ψαριανών πλοίων , κατά την αξιόπιστον μαρτυρίαν του Ψαριανού Νικολάου Κοτζά. Την μεθαύριον δε αφίκετο και αυτός ο Ομέρ πασάς μαρά παντός του στρατού 3000 πεζών, Τουρκολβανών και Χαλκιδέων και 600 ιππέων, κατασκευάσας δε οχυρώματα επί του εγγύς λόφου, και μετακομίσας εκ Καρύστου δύο τηλεβόλα, απέκλεισε τους Έλληνας δια το χερσοννησίζον του τόπου ξηράς τε και θαλάσσης, και δια τηλεβολημάτων προεκάλει αυτούς εις μάχην. Αλλ΄ούτοι απηυδηκότες εκ της πείνης απέφευγον τας προκλήσεις, και ημύνοντο μόνον εκ των οχυρωμάτων.

Επειδή δε ο Ομέρ εκινήθη κατά των Ελλήνων, ο Φαβιέρος διέταξε τρεις λόχους του πεζικού και τα άτακτα σώματα, όπως προσβάλωσι τους πολεμίους και ύστερον υποχωρήσωσιν εις το στρατόπεδον το δε ιππικόν διέταξεν, ίνα παρασκευασθή αλλ΄αφιππεύση, ίνα μη φαίνεται υπό του εχθρού, περιμένον διαταγήν. Και το μεν πεζικόν υπακούσαν, εκινήθηκ αλλ΄ιππείς τινές, πνέοντες εκδίκησιν ένεκα της προτέρας ήττης, ώρμησαν απερισκέπτως και παρά διαταγήν υπό την οδηγίαν του εκ Βυτίνης Δημητρίου Προχόρη κατά των πολεμίων, ων τινάς εφόνευσαν. Αλλ΄ο έμπειρος Ομέρ ιδών ολίγους ιππείς εκτεθέντας εν των πεδίω και μακράν του πεζικού, διέταξεν άπαν το ιππικόν ίνα επιπέση εκ τούτο συγκροτείται ιππομαχία κρατερά, καθ΄ην οι ημέτεροι ιππείς περιεκυκλώθησαν υπό των εχθρών , ων το πεζικόν μόνον μετέσχε της μάχης ακροβολιστικώς. Ο δε Ρενιόλος αγανακτήσας επί τη  απειθεία ταύτη, ώρμησε ξιφήρης εις ενθάρρυνσιν, και πολλούς δια τε του ξίφους του πιστολίου φονεύσας, έσωσε το ολίγον ιππικόν. Κατά την ιππομαχίαν ταύτην έπεσον 20 περίπου Έλληνες, και ούτοι εφόνευσαν τέσσαρας Τούρκους ιππείς και δύο φορτηγά ζώα, και συνέλαβον έξ. Δυστυχώς τότε απωλέσθη και η ωραία σημαία του ιππικού, ην χρυσοκεντήσασα εδωρήσατο τω Ρενιόλω η εκ Παρισίων αυγενής και αγαθή Γαλλίς κυρία Δελκόμβρου, εκρατείτο δ΄αύτη υπ΄ανδρείου υπαξιωματικού Έλληνος, όστις περιεκυκλώθη υπό πολλών ιππέων , εμπήξας δε την πτερωτήν της σημαίας λόγχην επί του στήθους του προσβαλόντος εχθρού, ουν ηδύνατο ίνα εκβάλη αυτήν, και ούτω εφονεύθη υπ΄άλλων ιππέων.

 Και εν Λυκορρεύματι οι Έλληνες υπέστησαν πολλά και μεγάλα δεινά, στενώς πολιορκούμενοι διότι εκ της εκλείψεως των τροφίμων έτρωγον τους ίππους , και κρυφίως κύπτοντες, εξήρχοντο των οχυρωμάτων εις ζήτησιν λαχάνων και αυτό το ύδωρ δια του αίματος  απελάμβανον, ως φονευόμενοι υπο των εχθρών. Εγένοντο δε αδύνατοι και κάτωχροι, έρποντες ως όφεις, μάλλον δ΄έπασχον οι τακτικοί, διότι εδυσκολεύοντο περί την προμήθειαν τροφίμων , ερχόμενοι εν τη γραμμή κατά πάσαν τυμπανοκρουσίας, διά τούτο ο αρχηγός τους μεν ισχυρούς έτι έτασσε κατά τους προμαχώνας εις αντίκρουσιν των εχθρών , τους δε αδυνάτους έπεμπε κατά την ακτήν της θαλάσσης εις προφύλαξιν από των πυροβόλων. Κατεγίνετο δε παντί τρόπω, όπως ενθαρρύνη και παρηγορή αυτούς, περιφερόμενος πανταχού, και εκ απελπισίας οι μεν έλεγον, ίνα φύγωσιν εις Κύμην, και εκείθεν απέλθωσι δια πλοίων, οι δε, ίνα πλησιάσωσι της αντικρύ της Άνδρου παραλίοις, περιμένοντες εκεί πλοία, και άλλοι άλλα, ο δε Φαβιέρος  έλεγε προς αυτούς , ότι οι Έλληνες εξάπαντος σπεύσουν εις βοήθειαν, μαθόντες το δεινόν της θέσεως παρά των απελθόντων πλοιαρίων.

Της δεινής ταύτης θέσεως  γνωστής εν Σύρω γενομένης, ο Χίος Πανταλέων Ψίχας φορτώσας πλοίον εκ τροφίμων, ήλθεν εις το Λυκόρρευμα, και ένεκα γαλήνης έσπευσε δια λέμβου εις την ξηράν, αλλά νυν και το πλοίον αυτού και το του Κωσταντίνου Βρατσάνου έφυγον προς την Κέαν δια την άφιξιν του Τουρκικού στόλου. Και ο μεν Βρατσάνος μεταβάς εις Αίγιναν, αγγέλλει τον κίνδυνον του Ελληνικού στρατού, ο δε Νικόλαος Βρατσάνος δια του ΙωάννουΖαχαριά πέμπει επιστολήν από της 20 Μαρτίου προς την εν Αιγίνη επιτροπείαν των Ψαριανών, και αυθημερόν μεταβάς εις τας αντικρύ  της Αττικής Πρασιάς (Πόρτο Ράφτη) πέμπει ετέραν προς τον Φιλέλληνα Ιταλόν κόμητα Πόρρον. Οι δε Ψαριανοί ευθύς έπεμψαν, αλλ΄άνευ τροφίμων δια το κατεπείγον, τρία πολεμικά πλοία, το του Ανδρείου Γιαννίτση, Νικολάου Καρακωσταντή, και Γεωργίου Χ.Μικέ, ταύτα δε φθάσαντα την επιούσαν 25η Μαρτίου εις Λυκόρρευμα, διαλύουσι τον θαλάσσιον αποκλεισμόν αναγκάσαντα δια σφοδρού τηλεβολισμού τον εχθρικόν στολίσκον , όπως εις ασφάλειαν καταφύγη εις Ερέτριαν και τον παράλιον πύργον της Καρύστου. Την δε 8 ημέραν από της λύσεως του αποκλεισμού ήλθον και άλλα δύο πλοία , πεμφθέντα μετά τροφίμων παρά των εν Ερμουπόλει φιλογενών, ήτοι το του Υδραίου Λαλεχού και η ημιολία του Σπετσώτου Χρυσίνα. Και ο εκεί πλοίαρχος Ανδρέας Κοσμάς στρατολογήσας 120 μαχητάς επέμφθη παρά της δημογεροντίας επί του τυχόντος πολεμικού πλοίου Θρασυβούλου. Κατά τα ειρημένα, η αποδίωξις του εχθρικού στολίσκου  και η λύσις του αποκλεισμού οφείλεται τοις Ψαριανοίς μάλλον, οίτινες αείποτε έδειξαν ζήλον και προθυμίαν υπέρ του αγώνος της Ευβοίας.

 Αλλά ο δια ξηράς αποκλεισμός του στρατού διετηρείτο υπό του πολυαρίθμου Τουρκικού στρατού του Ομέρ πασά. Αγαθή όμως τύχη οι εκ Βηρυτού εις Σύρον επανελθόντες τη 20 Μαρτίου αρχηγός Κριεζώτης και Βάσος, μαθόντες την θέσιν του Φαβιέρου, έλαβον παρά τα κοινότητος Ερμουπόλεως διάφορα χρειώδη (30 χιλιάδας γροσίων, 30 στατήρας διπύρου και λοιπά τρόφιμα) και έσπευσαν εις Λυκόρρευμα μετά 800 περίπου στρατιωτών δια δύο Ψαριανών πλοίων, ήτοι του Γεωργίου Αποστόλη , εν ω ην και ο ναύαρχος Νικόλαος Αποστόλης, και το του Νικολάου Αργύρη. Σφαλερώς δε γράφει ο Κάρπος ότι ειρημένοι αρχηγοί τη διαταγή του εκεί Γάλλου ναυάρχου Δεριγνή εκόντες άκοντες δια πλοίων Υδραικών μετέβησαν υπερ του φίλου αυτού Φαβιέρου, διότι μόνον το προς την πατρίδα καθήκον παρεκίνησε τους άνδρας τούτους, και ουδέν άλλον. Μετά δε των πρσώρμισιν, ο Κριεζώτης αποβιβάζει τον στρατόν, και καταλαμβάνει τα κατά την Κεφάλην οχυρώματα των Τούρκων, οίτινες εγκατέλειπον αυτά εκ του φόβου εων εκ των πλοίων τηλεβολημάτων . Άμα δε τη αφίξει, οι εν τη ξηρά ημέτεροι υπό χαράς εφώναξαν προς τους Τούρκους, « Ήλθεν, ήλθεν ο Κριεζώτης» , οι δε γινόσκωντες, ότι απήν εις Συρίαν και απιστούντες, απήντησαν ειρωνικώς, «Ήλθεν, ήλθεν δια του αέρος» του δε Κριεζώτου βροντωδώς κραυγάσαντος, « Καρυστινοί, τι τρέχει?» εγνώρισαν ήδη τον άνδρα και εφοβήθησαν ως παθόντες άλλοτε πολλά υπ΄αυτού. Συνήψε δε μάχην μετ΄αυτών, και τρόφιμα εχορήγησε προς τους πεινώντας στρατιώτας. Οι δυστυχείς δ΄ούτοι κορεσθέντες και εγκαρδιωθέντες, υπό φιλοτιμίας ήθελον ίνα εκδικηθώσι τους βαρβάρους και εξακολουθήσωσι την πολιορκίαν Καρύστου, αλλ΄απεφασίσθη η αναχώρησις ένεκα ελλείψεως χρημάτων και τροφίμων και αντιπράξεως της Κυβερνήσεως. Τότε ο Κριεζώτης εις εξαπάτησιν των πολεμίων ποιεί την νύχτα πυράς πολλαχού του στρατοπέδου, και τον στρατόν μεταβιβάσας εις Πετταλίαν, αυτός έμεινεν τελευταίος μετά του Βάσου και των Ψαριανών πλοιάρχων. Ο δε Ομέρ παρασκευαζόμενος εις απόδρασιν, τη επιούση μήτε Κριεζώτην μήτε Φαβιέρον είδε, όπως οι Τούρκοι υποπτευόμενοι στατήγημα τι ,εφοβούντο πλησιάσαι τω Ελληνικώ στρατοπέδωμ μόλις δε περί μεσημβρίαν περί της αναχωρήσεως των Ελλήνων και εύρον αυτό κενόν.

 Ούτω τα μεν άτακτα σώματα και το ιππικόν μετά δεκαήμερον αποκλεισμόν, απήλθον τη 29 Μαρτίου εις Αττικήν, τα δε τακτικά μετά του Φαβιέρου και των πλειόνων τραυματιών εις Τήνον, τα δε του Κριεζώτου εις Άνδρον. Κατά την επικρατούσαν δε γνώμην εν τε  Καρύστω και Λυκορρεύματι απέθανον 300 άνδρες εκ του πολέμου και των κακοπαθειών. Οι δε άτακτοι , ως ειθισμένοι περί τοιαύτας μάχας και κακοπαθείας ωφέλησαν πολύ τον πρωτόπειρον τακτικόν στρατόν , λέγεται δε, ότι οι Τούρκοι προύτεινον τούτοις, ίνα απέλθωσιν ελευθέρως, καταλείποντες τους τακτικούς, αλλά κείτοι πολλάκις προτραπέντες επένευσαν.

 Κατά την πολιορκίαν δε ταύτην της Καρύστου, και οι με των φρουρίω μετά των Τούρκων εξ ανάγκς μένοντες Χριστιανοί εξε εκατό περίπου οικογενειών, και αγγαρικώς εργαζόμενοι εις μεταφορά λίθων, ανέγερσιν προμαχώνων , επισκευήν τειχών και τοιούτων, ου σμικρόν εκινδύνευαν διότι την νύχτα της πρώτης εφόδου ο αιμοχαρής φρούραρχος χάριν εκδικήσεως συναγαγών τους άνδρας εν τω φρουραρχείω, εβουλεύετο φονεύσαι αυτούς τας δε γυναίκας κρημνίσαι κατά των απότομων βράχων του φρουρίου. Αλλά τούτο μαθών ο στρατιωτικός αρχηγός Χατζή Σεκήρ αγάς, δρομαίως εκ της πόλεως αναβαίνει μετά σπάθης γυμνής απειλεί και εκ λέξει υβρίζει τον μονόφθαλμον φρούραρχον, ( στραβοκινδάρην κοινώς) , ότι ήθελε φονεύσαι αόπλους και χρησίμους ανθρώπους, ούτω φοβηθείς ο αιμοβόρος, απέσχε των σφαγών των Χριστιανών, οίτινες το εσπέρας εκείνο ησπάσαντο γυναίκας και παίδας , τον θάνατον περιμένοντες από στιγμής εις στιγμήν.

Η εκστρατεία αύτη διαρκέσασα 24 ημέρας, κατεκρίθη παρά πολλών στρατιωτών και πολιτικών, ως πεμφθείσης τοσαύτης δυνάμεως εις μέρος ανωφελές υπό πολιτικήν άποψιν, ενώ ταύτης ανάγκην είχε το κινδυνεύον τότε Μεσολόγγιον. Το δε φρούριον της Καρύστου πολεμηθέν τοσάκις υπό τοιούτων στρατηγών, έμεινεν απόρθητον μέχρι τέλους, άλλων φρουρίων μείζονος αξίας κυριευθέντων ως του Νεοκάστρου ,Μονεμβασίας, Ναυπλίου, Αθηνών. Αλλά τούτο το ταπεινόν έχον τείχος, μόλις πέντε μέτρων, στερούμενον ύδατος και περικυκλούμενον υπό λόφων και δένδρων, εκυριεύετο δια τακτικής πολιορκίας, πλην οι Έλληνες μήτε κακτικώς και επό πολύ επολιόρκησαν αυτό, μήτε δια τηλεβόλων προσέλαβον, ως αμοιρούντες.

Σημείωση.

Το κεφάλαιο συνεχίζεται με τα αίτια της ήτας.

Κυριακή 26 Μαρτίου 2023

Ιστορίες πολέμου τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης.

 


Συνέχεια.. Έκτο κεφάλαιο. «Μάχη εν Στύροις τον Αύγουστον 1821 αρχηγός Νεόφυτος»

 

Ο Γοβιός δέχθηκε το αίτημα και ο Κριεζώτης παίρνει εντολή και φτάνει στην επαρχία Καρυστίας  όπου ενώθηκε με τις δυνάμεις του Βάσσου και του Ράντου και άρχισαν να συγκεντρώνουν πολεμιστές.

Εκείνο τον καιρό  ο Μαχμούτ Ξυνός, έμενε στα μέρη της Αυλώνας και των Κοτυλαίων και καταπίεζε τους κατοίκους. Ο Κριεζώτης με 100 στρατιώτες περνά την νύχτα και προς το χάραμα φτάνει στις Πετριές  και πολιορκεί τον Ξυνό μέσα στο σπίτι που έμενε. Μέσα στο σπίτι ήταν πέντε Τούρκοι και οι Έλληνες τους κάλεσαν να παραδοθούν. Αυτοί αρνήθηκαν και τότε ο Κριεζώτης σπάζει την πόρτα  και βάζει φωτιά. Οι Τούρκοι βλέποντας τις φλόγες να ανεβαίνουν μέχρι το ταβάνι, ανοίγουν το παράθυρο και άρχισαν να πυροβολούν. Αφού όμως σκοτώθηκε ένας Τούρκος, οι υπόλοιποι μαζί με τον Ξυνό ρίχνουν τα όπλα και παραδίδονται στις 20 Σεπτέμβρη του 1821. Μετά, οι Έλληνες με τους αιχμαλώτους πάνε στην Κύμη και ο μεν Ξυνός  μεταφέρθηκε στην Σκύρο όπου και αφέθηκε ελεύθερος μετά την καταβολή τριών χιλιάδων γροσίων.

Ο Ομέρ έμαθε το πάθημα του Ξυνού και την αύξηση των επαναστατών οι οποίοι γυρνούσαν στα χωριά και μάζευαν κόσμο. Έτσι, κάνει εκστρατεία με 300 άνδρες από την Κάρυστο προς την Κύμη στις αρχές του Οκτώβρη. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Κριεζώτης και ο Βάσος μην έχοντας αρκετές δυνάμεις, πήγαν στο Κοτύλαιο Όρος. Ο Ομέρ,  μπαίνει στην πόλη ανενόχλητος και πυρπολεί τα σπίτια αδιακρίτως. Το ίδιο έκανε και στην Καστροβαλά και σε άλλα χωριά, λαφυραγωγώντας , αιχμαλωτίζοντας τον κόσμο και αρπάζοντας τους τα λάδια αναγκάζοντας τους ίδιους να τα κουβαλήσουν έτσι ώστε να τα αποθηκεύσουν στα Στύρα. Οι υπόλοιποι κάτοικοι κατέφυγαν στα βουνά  και άλλοι πήγαν στην Σκύρο και άλλοι στην κοντινή νησίδα Χηλή. Αλλά και κει τα βάσανα τους δεν είχαν τελειωμό. Μερικοί Τούρκοι τους ακολούθησαν και τους λαφυραγώγησαν τα υπόλοιπα πενιχρά υπάρχοντα τους και αφού αιχμαλώτισαν 70 γυναίκες , επέστρεψαν στην Κύμη. Από εκεί ο Ομέρ,  πήγε στο Αυλωνάρι  όπου ελευθέρωσε εξήντα πέντε Τουρκάλες . Αφού έμεινε εκεί περίπου ένα μήνα επέστρεψε στην Κάρυστο μέσω Στύρων στα μέσα του Νοέμβρη.

Εκείνο τον χρόνο και ο διάκονος του επίσκοπου Νεόφυτου Γεννάδιος Ευσταθίου από το χωριό Μαυροπούλου, δεν πέρασε και λίγα στην Κάρυστο.

Μετά την απομάκρυνση του γαμπρού του Διοσκουρίδη, έστειλε από την Σάμο τον διάκονο  Γεννάδιο, ο οποίος έφτασε την βδομάδα της Διακαινησίμου. Οι Τούρκοι εξ αιτίας των φημών για την άφιξη του, τον κάλεσαν στην Κάρυστο για να τον ανακρίνουν. Τον ανακρίνει λοιπόν ο Ομέρ για τον Επίσκοπο, για την Φιλική Εταιρία. Στην αρχή τον άφησαν ελεύθερο αλλά με επιτήρηση, μετά όμως τον έριξαν στα δεσμά με αλυσίδα στον λαιμό και δεμένα ξύλα στα πόδια. Τον Οκτώβρη μαζί με άλλους οχτώ Χριστιανούς τους πέταξαν στο Μπούρτζι στην παραλία. «Εν αθύρω και σκοτεινώ πύργο του Ενετικού φρουρίου». Εκεί ζώντας άθλια απεφάσισαν Ελευθερία η θάνατο και αφού έλαβαν μέσα στο ψωμί βελόνες και κλωστές από έναν φιλάνθρωπο Καρυστινό, τον Σπυρίδωνα Πολυχρονίου, έκοψαν τα ρούχα τους και τα έκαναν σαν σχοινιά. Αφού τα έδεσαν μεταξύ τους, έκαψαν μέρος της οροφής με τον λύχνο, ανέβηκαν πάνω και μετά κατέβηκαν μέσω της θυρίδας του τηλεβόλου  την 29η Νοεμβρίου του 1821 , νύχτα ραμαζανιού , και μέσα από το «ατείχιστον της πόλεως», διέφυγαν προς τα Στύρα μετά από κάθειρξη σαράντα ημερών.

 Ο δε Γεννάδιος κρύφθηκε στο Νημποριό  όπου ζούσε στο δάσος τρώγοντας μύρτα και κομάρους και αφού περπατούσε από νύχτα σε νύχτα έφτασε στην Ερέτρια  όπου ήταν ο Νεόφυτος και μετά την ανεξαρτησία έγινε ηγούμενος Καρυών της Επαρχίας Καρυστίας.

Συνοπτικά λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα στην Εύβοια σε όλο τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης όπου σχεδόν όλοι οι κάτοικοι επαναστάτησαν και υπό τους αρχηγούς Βερούση, Γοβιό και Νεόφυτο, συγκρότησαν έξι μάχες  και μερικές αψιμαχίες. Κλείνοντας τους Τούρκους στα φρούρια Χαλκίδας και Καρύστου διατήρησαν την επανάσταση με ίδιες δυνάμεις χορηγώντας όχι μόνο τρόφιμα αλλά και μισθούς.  Και μπορεί στις μάχες Βρωμούσης, Βατόντος και Στύρων να έχασαν λόγω κυρίως απειρίας αρχηγών και στρατιωτών, στις άλλες όμως τρείς  των Βρυσακίων αναδεικνύονται νικητές και νικούν τους Τούρκους Χαλκίδας και Καρύστου και τον ίδιο τον Ομέρ Βριώνη. Τον χρόνο λοιπόν αυτό, ισόπαλοι οι Έλληνες με τους βάρβαρους μιας και οι δυο και νίκησαν και νικήθηκαν, αλλά οι μεν Έλληνες ήταν άπειροι και χωρίς όπλα, εφόδια και οδηγίες, οι δε Τούρκοι σε όλα ήταν καλύτερα εφοδιασμένοι και εξασκημένοι, και φοβερότεροι όλων , οι Καρυστινοί Τούρκοι.

 

Μάχη στα Στύρα τον Αύγουστο του 1821. Αρχηγός Νεόφυτος. "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ Κ.ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ.

 


Μάχη στα Στύρα τον Αύγουστο του 1821. Αρχηγός Νεόφυτος.

Ο Καρυστινός επίσκοπος Νεόφυτος, μυημένος στα πράγματα της Φιλικής Εταιρίας, επίτηδες απομακρύνθηκε στο Άγιο Όρος από τον Γενάρη. Και από εκεί πήγε σαν απόστολος στην Ιωνία και την Σάμο όπου και καθυστέρησε μιας και περίμενε την έναρξη της Επανάστασης. Μετά πήγε στην Άνδρο και την Τήνο όπου στρατολόγησε περίπου 400 νησιώτες και μερικούς παρεπιδήμους Ευβοείς  μετά από συνεννόηση με τον Δημήτριο Υψηλάντη και των Κυμαίων, όπως εκστρατεύσει κατά των Τούρκων της Καρύστου.

Πολλές εκδοχές υπάρχουν για αυτήν την εκστρατεία (σελ.246-247),αλλά εγώ θα γράψω ότι έμαθα σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες , κυρίως δε του παρόντος Στυρέως  Άγγελου Κεντιστού.

Ο Νεόφυτος αφού επιβίβασε τον στρατό στο Γαύριο από πλοιάριο υδραικής ημιολίας, συνέχισε και αποβιβάστηκε στο Κισσούριο. Άλλος γράφει ότι από την Τήνο πήγε στην Ερέτρια  όπου και ναύλωσε αντί για 16 χιλιάδες γρόσια, την ημιολία του Υδραίου πλοιάρχου Γεωργίου Γ.Νέγκα. Και ο μεν στρατός αφού ανέβηκε κατέλαβε στα Στύρα, ο δε αρχηγός Νεόφυτος έχοντας φροντίσει να έλθουν 500 περίπου από τα χωριά της Κύμης, πάει στο πύργο (Μπούρτζι) της Χαλκίδας για να παρατηρήσει τις κινήσεις των Τούρκων. Αυτόν τον χρόνο η Κάρυστος ήταν αφύλακτη και χωρίς στρατιώτες μιας και ο Ομέρ είχε πάει στην Αθήνα. Ο Φρούραρχος της Καρύστου επειδή φοβόταν ότι θα ερχόταν ο Νεόφυτος , ειδοποίησε τον Ομέρ  και εκείνος αμέσως επέστρεψε με 300 εφίππους μέσω Χαλκίδας. , αφού ξεκουράστηκαν για λίγο άλλοι μέσω της γέφυρας και άλλοι με βάρκες, προχώρησαν προς την Κάρυστο.


Αφού τα είδε αυτά ο Νεόφυτος επέστρεψε δια θαλάσσης στα Στύρα την ημέρα της 10ης  Αυγούστου και γνωστοποίησε ότι ο Ομέρ επρόκειτο να έρθει γρήγορα. Το βράδυ, προσκάλεσε τον στρατό στο Κισσούριο για να κόψουν τον δρόμο του εχθρού από το μέρος της στεριάς, ο δε αρχηγός να βοηθά από τα πλοία. Την νύχτα πήγαν στο πλοίο του αρχηγού οι Στυρείς Άγγελος Κεντιστός και Θεόδωρος Καζάνης με την γυναίκα του. Και οι δυο ήταν ντόπιοι και γνώριζαν τον τόπο καλά.

Αλλά αυτοί δεν πρόλαβαν, και ούτε ακούστηκαν οι συμβουλές τους.  Αντί για αυτό, κάλεσε τους Βάσο και Ράντο Μαυροβουνίους, οι οποίοι ήταν σε κάποιο κοντινό λόφο,  για να διοικήσουν τον άπειρο στρατό.

Αυτοί όμως αρνήθηκαν και κατά μερικούς έφυγαν με τη μάχη της Καστροβαλά στην Επισκοπή και σε άλλα χωριά. Κατά την διαβεβαίωση του αυτόπτου μάρτυρα Κεντιστού και οι 500 ντόπιοι και όσοι ήρθαν να βοηθήσουν  εξαφανίστηκαν και διασκορπίστηκαν από την παραλία αφήνοντας αβοήθητους τους υπόλοιπους Έλληνες  και γινόμενοι κατά ένα μέρος αίτιοι για την επόμενη σφαγή .

Οι δε Τούρκοι υπό τον Ομέρ, παρά τους υπολογισμούς του Νεόφυτου δεν έφτασαν μέρα αλλά πάρα πολύ πρωί και ήταν ακόμα σκοτάδι όταν ενώθηκαν με τους Τούρκους που ερχόντουσαν από την Κάρυστο. Όλοι αυτοί βρήκαν απροετοίμαστους τους Έλληνες στα παράλια, χωρίς αρχηγό και οχυρώματα, και έτσι όρμησαν ξαφνικά έφιπποι και πεζοί.  Φωνάζοντας, με γυμνά τα ξίφη, έκοβαν, καταδίωκαν και σκότωναν . Οι Έλληνες έτρεξαν να σωθούν προς τα πλοία αλλά μιας και ήταν ακόμα νύχτα από την μια , και από την άλλη έπεσαν σε ένα ρυάκι που βέβαια αγνοούσαν την ύπαρξη του. Μόνο δυο Στυρείς ήξεραν και έδειξαν το πέρασμα για τα παράλια ενώ πάρα πολλοί σκοτώθηκαν εκεί. Οι Τούρκοι, έτρεξαν να προλάβουν τους Έλληνες στο ρυάκι και τους πρόφτασαν στην παραλία όπου με αγωνία προσπαθούσαν να φτάσουν στα πλοία. Οι Τούρκοι όρμησαν και τους σκότωναν  ακόμα και μέσα στην θάλασσα. Ο Νεόφυτος βλέποντας όλα αυτά από το πλοίο, αρχίζει να τηλεβολεί για να απομακρυνθούν οι Τούρκοι , σκοτώνοντας όμως αδιακρίτως . Εκείνη την ώρα φύσαγε δυνατός νοτιάς και τα ίδια τα πλοία κινδύνευαν να βυθιστούν , και έτσι δεν μπορούσαν να ωφελήσουν σε τίποτα τους αβοήθητους στην στεριά.

Βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, μετά την προτροπή των δύο Στυρέων και ενός στρατιώτη με το όνομα Γεώργιος, άρχισαν να υποχωρούν πυροβολώντας προς το παράλιο άκρο Κάστιζα από όπου και απέπλευσαν προς τους Φούρνους Γαυρίου στην Άνδρο.

Αυτό υπήρξε το τέλος στης μάχης στα Στύρα και έφερε πολύ μεγάλη φθορά στον αγώνα γιατί σκοτώθηκαν, πνίγηκαν και πληγώθηκαν 80 η 90 και όχι 30 όπως αναφέρει ο Τρικούπης. Από τους Τούρκους σκοτώθηκαν 9 και πληγώθηκε μόνο ένας στην κάτω σιαγώνα ο επίσημος Καρύστιος Μαχμούτ Λιούγκας.

Αυτός συνεπλάκη με τον στρατιώτη Γεώργιο που αναφέραμε πιο πάνω τον οποίο τραυμάτισε θανάσιμα. Ο Λιούγκας του έλεγε να παραδώσει τα όπλα αλλά ο Γεώργιος αν και ψυχοραγούσε, του απάντησε ΕΛΘΕ ΛΑΒΕΙΝ και τον πυροβόλησε στο στόμα και του έκοψε την γλώσσα, όπως ο ίδιος ο Τούρκος μαρτυρεί αφού επέζησε.

Όλοι κατέκριναν τον Επίσκοπο ως αίτιο της καταστροφής γιατί ήταν άπειρος και έμεινε στο πλοίο μόνο φωνάζοντας και ότι με το μύρο ζωογονεί τους νεκρούς και γιατρεύει τους τραυματίες.

Οι Στυρείς μέχρι τότε, ήταν αμέτοχοι του αγώνα συλλογιζόμενοι τις συνέπειες μιας και έμεναν τόσο κοντά των έμπειρων στις μάχες Τούρκων της Καρύστου. Ο δε Ομέρ, μετά την μάχη ανέβηκε στο χωριό και καταφόβισε τον κόσμο, ανασκολόπισε τον Δημήτριο Καζάνη και Δημήτριο Κεντιστό γιατί οι γιοί τους πήγαν με τους επαναστάτες και οι πρώτοι όμηροι δραπέτευσαν προς την Κάρυστο.

Η δε ανασκολόπιση έγινε με αυτόν τον τρόπο.

«Δήσαντες αυτούς οι βάρβαροι επί σάγματος, διέπειρον πάσσαλον από της έδρας μέχρι του αυχένος , και έστησαν τα σώματα ημιόρθια. Τούτων δε ο Κεντιστός εξελθών του σκόλοπος την νύχτα, απεχώρησε μικρόν και εκρύφθη εν σχοίνω και τη επιούση ύβριζε τους παρερχόμενους Τούρκους ων τις τέλος δια πυροβολήματος απήλλαξεν αυτόν των βασάνων.»

Στην μάχη αυτή έπεσε μαχόμενος και ο Μιχαήλ Λεπουραίος. Αυτός ήταν ιπποκόμος του Ομέρ αλλά δραπέτευσε στην Άνδρο και ακολούθησε τον Νεόφυτο στα Στύρα. Πάνω στο πτώμα του βρέθηκε επιστολή κάποιου διδασκάλου χωρίς να αναφέρεται το όνομα του, ο οποίος  καλούσε τον Νεόφυτο να έρθει στην Κάρυστο και να παραδώσει το Φρούριο. Και μεν στα Στύρα υπήρχε υπήρχε δάσκαλος ο γαμπρός του επισκόπου Αναγνώστης Διοκσουρίδης , αλλά και στην Κάρυστο  κατοικούσε  ο Χίος  αποδιάκονος  Νικηφόρος Παπαζής. Αυτός υπήρξε γραμματέας του τοπάρχου της Μαγνησίας Καραοσμάνογλου. Μετά, προσελήφθη από την Σμύρνη ο διδάσκαλος   Λασκαράκης από τον πρόκριτο  Χατζή Κωσταντίνου, ο οποίος έγινε μετά γραμματέας του διοικητή Ομέρ. Ο Δασκαλάκης απέκτησε μεγάλη δύναμη μιας και ήταν ιδιαίτερα ευφυής.

Όσο αφορά την συγκεκριμένη επιστολή υπάρχουν δύο γνώμες.  Οι μεν έλεγαν ότι ανήκε στον Διοσκουρίδη, οι δε ότι ανήκε στον Δασκαλάκη και πλαστογραφήθηκε από μερικούς Καρυστινούς  που τον μισούσαν και ήθελαν να τον εξολοθρεύσουν, το οποίο είναι και το πιο πιθανόν λόγω της εξής περίστασης.

Εκείνες τις ημέρες κατά τις οποίες ο Δασκαλάκης είχε την εύνοια των Τούρκων , έβαλε μια γυναίκα μέσα στην νύχτα να φωνάζει δημόσια μέσα στο Φρούριο ότι κάτω στους Μύλους οι Χριστιανοί έφυγαν. Οι Τούρκοι τότε εξαγριώθηκαν και αμέσως κατέβηκαν πάνοπλοι να τους σφάξουν σαν αποστάτες. Και αυτό σίγουρα θα γινόταν αν η Αρχή τους δεν τους καθησύχαζε και έλεγε ότι θα κάνει έρευνα για το κατά πόσο αυτό ήταν αλήθεια. Αφού κατέβηκαν στα σπίτια των Χριστιανών, τους βρήκαν όλους στα σπίτια τους και οι Τούρκοι διαλύθηκαν όταν είδαν ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

Η Αρχή του Κάστρου έστειλε τότε επιστολή εξιστορώντας τα γεγονότα για να ενημερώσει τον Ομέρ  ο οποίος ήταν όπως είπαμε στα Στύρα.

Ο Ομέρ θεώρησε ότι ο θάνατος πλησίαζε είτε από το συγκεκριμένο περιστατικό, είτε από την επιστολή που είχε ανακαλυφθεί και θεώρησε τον Δασκαλάκη ένοχο. Έστειλε στην Κάρυστο έναν Τούρκο με το όνομα Φακή. Αυτός συνέλαβε τον δάσκαλο ξαφνικά μέσα στο Διοικητήριο  όπου εργαζόταν σαν γραμματέας και τον αποκεφάλισε  έξω από την πόλη προς τα δυτικά κοντά στην εκκλησίας της Αγίας Αικατερίνης.

Την άλλη μέρα, αφού ο Ομέρ επέστρεψε από τα Στύρα πάτησε το πτώμα του με το άλογο για να ατιμώσει το πτώμα του δασκάλου. Την επομένη όμως κατάλαβε ότι άδικα σκότωσε τον άνθρωπο, μετάνιωσε και διέταξε την ταφή του σώματος, όπως λέγεται.

Εκείνο τον καιρό, οι Τούρκοι επιτηρούσαν αυστηρά τους Χριστιανούς για να μην αποστατήσουν και πολλές φορές την νύχτα έκαναν περιπολία στους οικισμούς και στα χωριά.

Μετά την μάχη των Στύρων, οι κάτοικοι της Καρυστίας βρέθηκαν σε αμηχανία και αποφάσισαν να ζητήσουν από τον γενικό αρχηγό της Εύβοιας τον Γοβιό, να αναλάβει την διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων  και αν ήταν δυνατόν να ορίσει αρχηγό τον Νικόλαο Κριεζώτη μιας και είχε αναδειχθεί ο πιο ικανός για να αναλάβει την αρχηγία των επιχειρήσεων.

Συνεχίζεται..

 

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Νικόλαος Κριεζώτης- Από ποιμένας - στρατηγός.

 ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ , ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ σε απλή μετάφραση.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ.

Αυτός ο ήρωας της νεότερης Ελλάδας γεννήθηκε το 1785 στο χωριό Βήρα της Καρυστίας.

Πατέρας του ήταν ο τσομπάνης  Ισίδωρος Χαραχλιάνος και την μητέρα του την έλεγαν Χρυσή.

Ανατράφηκε στο χωριό Κριεζά όπου μετακόμισε ο πατέρας του απότο χωριό Βίρα το σημερινό Αργυρό. Δυστυχώς ο πατέρας του δολοφονήθηκε η δηλητηριάσθηκε από τον διοικητή της Καρύστου Μουσταφά Αγά, πατέρα του Ομέρ πασά και η επιμέλεια του Νικόλαου πέρασε στον παππού του Νικόλαο Χαραχλιάνη που ζούσε στον Δύστο.  Ο Νικόλαος είχε πέντε αδέλφια.  Ο Κωσταντίνος, ο Γρηγόριος, τρίτος ο Νικόλαος και μετά ήταν η Σοφία και η Καλή. Το όνομα ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ, το πήρε στο στρατόπεδο των Βρυσακίων, μετά από ανάκριση των Τούρκων όταν τον είχαν δει να φορά τούρκικα ρούχα. Τους είχε απαντήσει ότι ήταν από τα Κριεζά και είχε έρθει από την Ασία να επισκεφθεί στον αδελφό του Κωσταντίνο ο οποίος ζούσε τότε στα Κριεζά.

Όταν ήταν παιδί στον είχαν στείλει να μάθει γράμματα στο μοναστήρι των Λευκών. Όμως δεν του άρεσαν και αντί να διαβάζει, ασχολούνταν με την κατασκευή ξύλινων μαχαιριών και πυροβόλων. Μετά τον θάνατο του πατέρα του έφυγε από το μοναστήρι και πήγε στο χωριό Λάτα με την θεία του, την αδελφή της μητέρας του σύζυγο του Αντωνίου Μπάνου. Εκεί, έμεινε αρκετό καιρό αλλά ήταν ανήσυχος και ατίθασος και έδερνε τα άλλα παιδιά.  Για αυτόν τον λόγο τον πήρε η θεία του και τον πήγε στην Χαλκίδα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Νικόλαος χαστούκισε το παιδί κάποιου επίσημου Τούρκου. Αμέσως έφυγε από την Χαλκίδα και γύρισε στην Λάτα. Στην αρχή δεν έλεγε τον λόγο της επιστροφής του αλλά μετά το είπε στην θεία του . Τον μάλωσαν, προσπάθησαν να τον συναιτίσουν και να του δείξουν το λάθος του αλλά μάταια. Εκείνη την ώρα, φάνηκαν τρεις ιππείς στρατιώτες και τον έψαχναν. Παρότι τους είπαν ότι δεν ήταν εκεί, εκείνοι τον περίμεναν. Οι συγγενείς του τον έκρυψαν και περίμεναν την νύχτα. Την ίδια νύχτα λοιπόν, ο θείος του ο Αντώνης παρέλαβε τον Νικόλαο και πήγε στην Κύμη στον φίλο του πατέρα του Κωσταντίνο Κυπαρισσό. Από αυτόν, φυγαδεύτηκε στην Μικρά Ασία.

Όταν έφτασε στην Ασία στην αρχή έμεινε στην Πέργαμο όπου δούλεψε σαν τσομπάνης και εκεί έμεινε εργαζόμενος για τρία χρόνια.

Εκεί υπήρχε η συνήθεια να μοιράζουν την βοσκή και κανένας ποιμένας να μην μπαίνει στις βοσκές των άλλων. Δύο όμως ποιμένες άλλου κοπαδιού έφεραν ένα βράδυ στο κοπάδι τους στα χωράφια του Νικόλαου και ο Νικόλαος το έμαθε από έναν άλλον βοσκό των κοπαδιών τους.

Τότε ο Νικόλαος έκανε το εξής τέχνασμα. Είπε στον συνάδελφο βοσκό να αλλάξουν το κοπάδι τους και να αναλάβει αυτός το δικό του και ο Νικόλαος να πάρει το άλλο. Τότε ξεχώρισαν τα κοπάδια από τα κουδούνια των ζώων και ο Νικόλαος οδήγησε το κοπάδι μέσα στις βοσκές των άλλων. Οι άλλοι άρχισαν να φωνάζουν και να απειλούν αλλά ο Νικόλαος δεν μιλούσε για να μην τον γνωρίσουν από την φωνή.

Αυτοί πλησίασαν με φωνές και απειλές για να τον κτυπήσουν επειδή νόμιζαν ότι ήταν ο συνάδελφος του Νικόλαου τον οποίον δεν τον φοβόντουσαν. Τον Νικόλαο όμως τον φοβόντουσαν πολύ και για αυτό τον έλεγαν Δελή Νικόλαο.

Όταν έφτασαν κοντά, ο Νικόλαος όρμησε με το σπαθί του και τους έτρεψε σε φυγή. Οι τσομπάνηδες άφησαν τα κοπάδια τους και πήγαν στον επιστάτη τους – τον Κεχαγιά- και του είπαν ότι τους είχε κάνει ο Δελής Νικόλας. Ο επιστάτης μετέφερε το γεγονός στον Καραοσμάνογλου τον τοπάρχη Μαγνησίας.

Αυτός έστειλε τέσσερις στρατιώτες να συλλάβουν τον Νικόλαο όπως και έγινε. Όμως βρέθηκε Χριστιανός που υποστήριξε τον δίκαιο λόγο της πράξης του Νικολάου και έτσι ο τοπάρχης τον άφησε ελεύθερο.

Μετά λίγες μέρες έγινε το ίδιο με έναν τρομερό Αιθίοπα επειδή πήγε να ποτίσει το κοπάδι του στα μέρη του Νικόλαου. Και πάλι τον πήγαν μπροστά στον Καραοσμάνογλου ο οποίος αμέσως τον δικαίωσε.

Από τότε ήταν ένοπλος και αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη του κυρίου των κοπαδιών με την τιμιότητα και την τόλμη του, έγινε επιστάτης και με τον καιρό, απέκτησε δικά του κοπάδια και χρήματα.

 Η αρχή της Επανάστασης τον βρίσκει άρρωστο στην Πέργαμο.  Επειδή οι Τούρκοι έσφαζαν τους Χριστιανούς ο αδελφός του Γρηγόριος , ο οποίος ήταν εφημέριος εν Κυδωνίαις, πήγε στην Πέργαμο για να τον πάρει και να επιστρέψουν στην Εύβοια.

Εκεί πήγαν στο νησί Χηλή της Κύμης όπου κατέφευγαν για προστασία από τον Ομέρ οι καταδιωγθέντες Κυμαίοι και μετά πήγαν στην Κύμη.

Εκεί ο Γρηγόριος τον προέτρεψε να πάνε μαζί στο μοναστήρι Μάντζαρη όμως ο Νικόλαος είπε ότι θα πάει στο Ελληνικό στρατόπεδο και αφού φίλησε τον αδελφό του, χώρισαν οι δρόμοι τους.

Ο Κριεζώτης πήγε στο χωριό Καστροβαλά του δήμου Κοτυλαίων . Στον δρόμο συνάντησε κάποιον που είχε ένα παλιό πυροβόλο και του ζήτησε να το αγοράσει. Ό άνθρωπος όμως τον έβρισε και δεν δεχόταν να το πουλήσει. Τότε ο Νικόλαος το πήρε με την βία και του έριξε τα χρήματα στο χώμα.

Έτσι οπλίστηκε και πήγε στο στρατόπεδο των Βρυσακίων όπου άλλαξε και το όνομα του σε Κριεζότη για να ξεκινήσει η ηρωική του απελευθερωτική δράση και να φτάσει με το σπαθί και τον χαρακτήρα του , να πάρει την θέση του ήρωα στην ιστορία και στην συνείδηση του λαού.


https://www.triadaevias.gr/index.php/oikogeneia-kriezwrh/kriezwth-family

https://eviaportal.gr/nikolaos-kriezotis-o-eyboiotis-oplarchigos-tis-epanastasis-toy-1821/

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...