Tο κτίριο αυτό με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, που δημοσιεύθηκε στις 15 Ιουνίου 1979, έχει χαρακτηριστεί σαν έργο τέχνης που χρειάζεται ειδική προστασία γιατί πρόκειται για αξιόλογο νεοκλασσικό κτίριο που η γενική μορφή του και τα επί μέρους αρχιτεκτονικά και μορφολογικά στοιχεία του συνθέτουν τυπικό δείγμα δημόσιου κτιρίου του περασμένου αιώνα.
Η κατασκευή του:«Η ανέγερσις εν τη πρωτευούση του Δήμου Καρύστου δημοτικων καταστημάτων, εκ του κληροδοτήματος του αειμνήστου Ιωάννου Κότσικα, κατά το υπό του εργοδηγού Ποθητού Καμάρα συνταχθέντα σχεδιαγράμματα …».
Τo κτίριο κατασκεύασε ο Νικόλαος Γερμανός, εργολάβος δημοσίων έργων, από τη Χαλκίδα και ο προϋπολογισμός δαπάνης του έργου ήταν δρχ. 60.950 και 38% της εποχής. Τη θέση του κτιρίου είχαν επιλέξει από τότε που έκαναν το αρχικό σχέδιο της πόλεως Καρύστου, το 1842, οι μηχανικοί Λουδοβίκος Ράγκος, Συνταγματάρχης του Μηχανικού και ο Βαυαρός Μπίρμπαχ. Το κτίριο παρεδόθη το 1896 στη δημοτική αρχή Καρύστου και απότε έγινε η στέγαση του Δημαρχείου Καρύστου, στη νοτιοδυτική πτέρυγα, του Ειρηνοδικείου Καρύστου, στη νοτιοανατολική πλευρά και της Αστυνομίας Καρύστου, στη βόρεια πλευρά του οικοδομήματος. Στα γραφεία του Δημαρχείου στεγάζονται, από πολλά χρόνια, το Ληξιαρχείο Καρύστου, το Ίδρυμα Δωρεάς Κότσικα, η Επιτροπή Κοινωφελών Έργων του Ιδρύματος Κότσικα, το Ίδρυμα Κ. Γιοκαλά, το Μπουρνιάδειον Ίδρυμα, το Ίδρυμα Νικολάου Κ. Γουναροπούλου και το Ίδρυμα Κυβέλης Γεωργ. Μπουρνιά. Παλαιότερα και το Λιμενικό Ταμείο Καρύστου. Μέχρι πέρυσι στεγαζόταν και το Γραφείο Γεωργικής Αναπτύξεως Καρύστου, ενώ κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε στεγαστεί στο Δημαρχείο και το Ταχυδρομείο Καρύστου, όταν οι Γερμανοί το έδιωξαν από το κτίριο που στεγαζόταν μέχρι τότε, της Αρίστης Λουλούδη, στην λεωφόρο Κριεζώτου. Το δημοτικό αυτό κατάστημα έχει ανεγερθεί στο υπ’ αριθ. 20 οικοδομικό τετράγωνο του αρχικού σχεδίου της πόλεως Καρύστου και έχει πλάτος 34 μέτρα (νότια και βόρεια πλευρά) και μήκος 48 μέτρα (ανατολική και δυτική πλευρά). Το κτίριο έχει διαστάσεις 20Χ26 μέτρα. Έχει εσωτερικό αίθριο, 6,30Χ7,80 μέτρα και μία μεγαλοπρεπή είσοδο 3,75Χ7,70 μέτρα. Η στέγη του είναι τετράκλινη, εντυπωσιακή, σε σχήμα ορθογώνιο, στολίζεται με κεραμίδια Βυζαντινού τύπου και ακροκέραμα διακοσμητικά. Αποτελείται από εννέα γραφεία, δύο αίθουσες συνεδριάσεων (μία του Δημοτικού Συμβουλίου και μία του Ειρηνοδικείου) και τέσσερις εισόδους. Το ύψος κάθε χώρου από αυτούς είναι πέντε μέτρα. Πίσω από το κυρίως κτίριο, στον περίβολο, υπάρχουν δύο βοηθητικοί χώροι, που χτίστηκαν τότε, διαστάσεων, ό ένας 3Χ5 ,5 μ. και ο άλλος 2Χ5 μ. και ένας τρίτος, που χτίστηκε προ του 1940 με διαστάσεις 7Χ5,5 μ. Το οικοδομικό αυτό τετράγωνο που ευρίσκεται βορειοδυτικά του επιβλητικού Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου, αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας, του θαυματουργού, πολιούχου της Καρύστου, περιβάλλεται από τιε οδούς Ιωάννου Κότσικα, ανατολικά, Διονυσίου, βόρεια, Ιωάννου Κότσικα, δυτικά και από τη λεωφόρο Ελλήνων Αμερικής, νότια. Η οδός Ιωάννου Κότσικα αρχίζει πίσω από την Κεντρική Πλατεία και οδηγεί προς τον βορρά. Διχάζεται, περικλείει το δημαρχιακό χώρο και ενώνεται πάλι μετά από αυτόν. Το Δημαρχείο λοιπόν έχει ανεγερθεί σε δεσπόζουσα θέση, όπως είπαμε, ό πως φαίνεται στο ωραίο σχέδιο της πόλεως Καρύστου. Για την ανέγερσή του χρησιμοποιήθηκαν ντόπια υλικά και μάλιστα μάρμαρα Καρύστου και Καρυστινές πλάκες. Το κτίριο γύρω – γύρω το περιβάλλει μεγάλη αυλή, που την περικλείει σιδερένιο ωραίο κιγκλίδωμα της εποχής εκείνης. Οι αυλές, εσωτερικές και εξωτερικές, είναι στρωμένες από γκρίζο Καρυστινό σχιστόλιθο. Οι σκάλες που οδηγούν από τη λεωφόρο Ελλήνων Αμερικής προς το κτίριο του Δημαρχείου και από το προαύλιο προς το αίθριο, είναι και αυτές από Καρυστινά μάρμαρα. Η μεγαλόπρεπη είσοδος και τα ψηλά παράθυρα γύρω από τα κτίρια, πλαισιώνονται με ωραία γκριζόλευκα επίσης Καρυστινά μάρμαρα, παρά δε το πέρασμα ενενήντα χρόνων, διατηρούνται σε άριστη κατάσταση. Τρεις προτομές των μεγάλων ευεργετών της Καρύστου στολίζουν το ωραίο κτίριο. Του Ιωάννη Κότσικα, που με το κληροδότημά του κτίστηκε το Δημαρχείο, τοποθετήθηκε στο εσωτερικό αίθριο, του Πολυχρόνη Θ. Κότσικα στη ΝΑ πλευρά της αυλής και του Θεοχάρη Θ. Κότσικα στη ΝΔ πλευρά. Οι δύο τελευταίοι, ανήψια του Ιωάννη Κότσικα, είναι επίσης μεγάλοι ευεργέτες της γενέτειρά τους. Έχουν χαρίσει στην Κάρυστο, το Δημοτικό σχολείο, το Γυμνάσιο, το Ηλεκτρικό Εργοστάσιο και το λιμάνι της Καρύστου. Οι προτομές, έργα του γλύπτη Νίκου Δημητριάδη, έχουν τοποθετηθεί το 1929. Η κάθε μία έχει χαραγμένη πάνω της την επιγραφή: ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ, ΟΙ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΚΑΡΥΣΤΙΟΙ 1929, και αναφέρεται στον καθένα από τους τρεις ευεργέτες. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν με μεγαλοπρεπείς εκδηλώσεις στις 8 Ιουνίου 1930, από τον τότε Μητροπολίτη Καρυστίας και Σκύρου Παντελεήμονα Φωστίνη, συμπαραστατούμενο από όλο τον κλήρο της Καρύστου και της περιοχής της. Παρέστησαν ο Πρόεδρος της Κοινότητος Καρύστου Δημήτριος Σαραβάνος, το Κοινοτικό Συμβούλιο, οι αρχές και υπηρεσίες της πόλεως και της περιοχής, οι εκπαιδευτικοί με τους μαθητές και τις μαθήτριες του Δημοτικού και του Ημιγυμνασίου Καρύστου και το σύνολο των κατοίκων. Δεξιά και αριστερά από τις σκάλες που οδηγούν στο προαύλιο του Δημαρχείου, υπάρχουν δύο ημικυκλικά κηπάρια, ένα ανατολικά και ένα δυτικά, διαστάσεων 4Χ11 μέτρα το καθένα. Τις δύο μπροστινές γωνιές της αυλής του Δημαρχείου τις στολίζει από ένα πεύκο, που είχε φυτέψει, προπολεμικά, η αγάπη και η καλοσύνη του μακαρίτη μπάρμπα Γιάννη Χαρδαλούπα, που είχε μεγαλώσει στη Ρωσία και ξανάρθε στην Κάρυστο μετά τη Ρωσική Επανάσταση. Αφού όμως μιλήσαμε για το προαύλιο του Δημαρχείου, θα προσθέσουμε και μία γραφική λεπτομέρεια, απομεινάρι παλιού …… καλού καιρού. Στη ΝΔ πλευρά του περιβόλου, λίγο πιο πάνω από το πεύκο, σώζεται ακόμη η βάση ενός φαναριού, που, πριν ηλεκτροφωτιστεί η Κάρυστος, κατά το 1929, πάλι κληρονόμοι των αδελφών Κότσικα, όπως προαναφέραμε, ήταν ένα από τα φανάρια που είχε η Κοινότητα. (Σημ.: όπως είναι γνωστό, μέχρι το 1924, η Κάρυστος ήταν έδρα του Δήμου Καρυστίων. Από το 1914 μέχρι το 1946 ήταν Κοινότητα και από το 1946 έγινε πάλι Δήμος) και για το άναμμα των οποίων «διετίθετο πίστωσις εβδομήκοντα πέντε λεπτών κατά νύκτα και φανόν», όπως αναφέρεται στο πρακτικό του Δημοτικού Συμβουλίου της 8 Ιανουαρίου 1898. Οι Καρυστινοί τιμούν πάντα τους ευεργέτες τους με κάθε τρόπο και σε κάθε περίπτωση. Πιστεύουν ότι «κληροδοτήματα είναι η ευγενεστέρα έκφανσις της Ελληνικής ψυχής και η ευγλωττοτέρα σελίς της ιστορίας του Έθνους», όπως είχε πει και ο Σκευος Ζερβός. Ποτέ δεν ξεχνούν τους ευεργέτες που στόλισαν τον τόπο τους με ωραία κτίρια και με άλλες δωρεές. Ιδιαίτερη τιμή οφείλεται στον Ιωάννη Κότσικα, που πρώτος έκαμε αρχή με τη μεγάλη δωρεά του Δημαρχείου Καρύστου «ου τη χειρί αλλ’ όλω τω θυλάκω».
Περιοχή Καρύστου, Μεταξύ Γαρμπιάς & Μύλων στη Νότια Εύβοια
Περιφέρεια > Νομός:
Στερεά Ελλάδα Ν.Εύβοιας
Δήμος > Πόλη ή Χωριό:
Δ.Καρύστου • Γαρμπιά
Υψόμετρο:
Υψόμετρο ≈ 350 m (Σχετικό ϋψος ≈200 m)
Χρόνος Κατασκευής
Προέλευση
1209-1216
ΦΡΑΓΚΙΚΟ
Τύπος Κάστρου
Κατάσταση
Κάστρο
Οχι Καλη
Το κάστρο Καστέλο Ρόσσο ή Κοκκινόκαστρο της Καρύστου δεσπόζει στους πρόποδες της Όχης. Βρίσκεται μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από την Κάρυστο μεταξύ των χωριών Γραμπιά και Μύλοι.
Βρίσκεται επάνω σε ένα κωνικό ύψωμα, κάπως μακριά από τη θάλασσα και τους πειρατικούς κινδύνους και δεσπόζει σε όλη την πεδιάδα που απλώνεται από κάτω μέχρι την παραλία
Το Όνομα του Κάστρου
Το κάστρο ονομαζόταν από τους Λατίνους «Castel Rosso» , ενώ οι Έλληνες διατήρησαν την ονομασία σαν «Κοκκινόκαστρο». Το όνομα οφείλεται στις κόκκινες πέτρες με τις οποίες έχει κτιστεί - από τα σχιστολιθικά πετρώματα της περιοχής - που του δίνουν μια κοκκινωπή απόχρωση.
Ιστορία
Το κάστρο κτίστηκε από τους Λομβαρδούς, αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας το διεκδίκησαν Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετοί, οι οποίοι τελικά και παρέμειναν ως κύριοι του μέχρι την κατάληψη της Εύβοιας από τους Τούρκους.
Το πρώτο φρούριο στο λόφο του σημερινού κάστρου χτίστηκε από τους Βυζαντινούς το 1030. Το μεσαιωνικό Καστέλλο Ρόσσο κτίστηκε πάνω στις βυζαντινές βάσεις κατά μια εκδοχή μεταξύ 1209 - 1216 από το Βερονέζο (δηλ. Λομβαρδό) βαρόνο Ραβανό Δαλεκάρτσερι (Ravano dalle Carceri, ή Ραβάνο Ντάλλε Καρτσέρι) τον άρχοντα του τριτημορίου της νότιας Εύβοιας, ενός από τα τρία φέουδα του Ενετικού Βασιλείου του Νεγρεπόντε.
Γύρω απ' το Καστέλο Ρόσσο δημιουργήθηκε μια πόλη, αφού οι κάτοικοι της Καρύστου έκτιζαν τα σπίτια τους κοντά στο κάστρο, για λόγους ασφάλειας.
Δεκαετίες αργότερα, οι Βυζαντινοί επέστρεψαν στο νησί. Ο περιβόητος ιππότης Λικάριος, στην υπηρεσία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, οδήγησε ένα Βυζαντινό στράτευμα κάτω από τα τείχη της Καρύστου, και μετά από τη στενή πολιορκία το εκπόρθησε το 1276 και εγκατέστησε εκεί βυζαντινή φρουρά. Όμως η Κάρυστος δεν έμεινε για πολύ στα χέρια των Βυζαντινών. Το 1295 ο Βονιφάτιος ντα Βερόνα, ευνοούμενος του Δούκα της Αθήνας, εγγονός του Γουλιέλμου του Α' κατ' όνομα βασιλιά της Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι η Κάρυστος αποτελούσε φέουδο της συζύγου του Agnes De Cicon, μετά από πολιορκία εκδίωξε τη βυζαντινή φρουρά και κατέλαβε το φρούριο, το οποίο κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σημειωτέον ότι από τότε οι Βυζαντινοί δεν επέστρεψαν ποτέ πια στην Εύβοια.
Μετά το θάνατο του Βονιφάτιου το 1318, η Κάρυστος και το κάστρο των Αρμένων, στα Στύρα, ένα άλλο σπουδαίο κάστρο της Εύβοιας, περιήλθαν στην εξουσία του Καταλάνου πρίγκιπα Αλφόνσο Φαδρίγου ντ' Αραγκόν, συζύγου της κόρης του Βονιφάτιου, Μαρούλας.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι Βενετοί δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται για το λιμάνι της Καρύστου, το οποίο θεωρούσαν χρήσιμο για το θαλάσσιο εμπόριό τους. Για το λόγο αυτό ζητούσαν επίμονα από το Φαδρίγο να τους πουλήσει την Κάρυστο. Τελικά πέτυχαν το σκοπό τους και στα 1359 κατάφεραν να αγοράσουν τη βαρονία της Καρύστου από το γιο του Βονιφάτιο ντ' Αραγκόν, αντί του ποσού των 6.000 δουκάτων, πριν προφτάσουν να γίνουν κύριοι της Καρύστου, οι Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, οι οποίοι επίσης εποφθαλμιούσαν το επίμαχο αυτό σημείο.
Εκείνη την εποχή, λέγεται, ότι το κάστρο της Καρύστου ήταν τόσο καλά οχυρωμένο και τόσο ισχυρό, ώστε 30 μόνο πολεμιστές ήταν αρκετοί να το υπερασπιστούν αποτελεσματικά.
Κάτω από την εξουσία των Ενετών όμως η Κάρυστος παρήκμασε. Οι περισσότεροι κάτοικοι προτίμησαν να μεταναστεύσουν στο γειτονικό Δουκάτο των Αθηνών. Η πληθυσμιακή παρακμή έφερε και την οικονομική παρακμή. Αυτή η κατάπτωση οδήγησε τους Βενετούς πρώτα στην εκμίσθωσή της, στην ιταλική οικογένεια Ιουστινιάνι το 1386 και κατόπιν το 1406 στην παραχώρηση της βαρονίας στο Nicolo Zorzi.
Η Κάρυστος ποτέ δεν ξαναβρήκε την παλιά της αίγλη και τελικά το καλοκαίρι του 1470, μετά την κατάληψη της Χαλκίδας από τους Τούρκους, ύστερα από έναν αιώνα απόλυτης κυριαρχίας εγκαταλείφθηκε σιωπηρά και άδοξα από τους Βενετούς και από τους Zorzi, αφήνοντας τους κατοίκους στο έλεος των Τούρκων.
Μετά την αποχώρηση των Βενετών, την Κάρυστο κατέλαβαν οι Τούρκοι του Κοτζά Μαχμούτ πασά, οι οποίοι την ονόμασαν Κιζίλ Χισάρ. Οι Έλληνες συνέχισαν να κατοικούν γύρω από το Καστέλο Ρόσσο και να διατηρούν ακόμη και μικρές εκκλησίες εκεί, μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, όταν διώχτηκαν, εξαιτίας της συμμετοχής τους με το μέρος των Βενετών στο ενετοτουρκικό πόλεμο που ξέσπασε το 1684.
Τον 19ο αιώνα, από τις αρχές του απελευθερωτικού αγώνα, οι Έλληνες έβαλαν στόχο την κατάληψη του κάστρου. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Νικόλαος Κριεζώτης γνωστός ως «λιοντάρι της Εύβοιας» και ο Γάλλος φιλέλληνας Φαβιέρος το πολιόρκησαν δίχως αποτέλεσμα και με οδυνηρές απώλειες. Αυτά μέχρι το 1826. Έκτοτε δεν έγινε άλλη προσπάθεια. Το κάστρο άνοιξε τις πόρτες του στους Έλληνες μετά την απελευθέρωση και την αποχώρηση των Τούρκων, το Μάρτιο του 1833.
Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία
Στο εσωτερικό του τειχισμένου περιβόλου, υψώνονται εντυπωσιακά τα ψηλά τείχη και οι επάλξεις που προστάτευαν το δεύτερο εσωτερικό κάστρο, όπου οι αμυνόμενοι μπορούσαν να καταφύγουν σε έσχατη ανάγκη και απ' όπου μπορούσαν να ελέγχουν ακόμη καλύτερα την κύρια πύλη του φρουρίου και ολόκληρο τον περίβολο των εξωτερικών τειχών.
Εκεί κοντά στην κύρια πύλη, όπου υπήρχε μεγάλη υπαίθρια αυλή, την εποχή της τουρκοκρατίας είχαν κτιστεί μερικά σπίτια, περίπου είκοσι, για να στεγάζουν τους άντρες της φρουράς του κάστρου και τις οικογένειες τους.
Προς τα ανατολικά, περνώντας από σωρούς από λίθους που κάποτε αποτελούσαν τα δομικά υλικά με τα οποία ήταν κατασκευασμένα τα ποικίλα κτίρια του κάστρου, βλέπουμε τα εξωτερικά τείχη όπου αυτά ισχυροποιούνται μ' ένα πολυγωνικό πύργο μ' επάλξεις σχήματος "Μ". Η αρχιτεκτονική του μορφή όμως μαρτυρά, ότι είναι ένας πύργος κατασκευασμένος για αμυντικούς σκοπούς. Ήταν διώροφος με δώμα οπλισμένο με επάλξεις. Σήμερα, τα δάπεδα μεταξύ των αιθουσών των ορόφων έχουν βυθιστεί και δεν υπάρχουν πια. Μόνο τα ίχνη τους έχουν παραμείνει, στην τοιχοποιία του πύργου.
Δυτικά της κύριας πύλης υψώνονται τα ερείπια του πλέον επιβλητικού κτιρίου του κάστρου. Πρόκειται για τις λιθόκτιστες πλευρικές τοιχοποιίες ενός άλλοτε μεγαλοπρεπούς διώροφου τουλάχιστον, παραλληλόγραμμου κτιρίου. Το κτίριο αυτό, την εποχή της φραγκοκρατίας πρέπει να αποτελούσε την κατοικία του κυρίου του κάστρου και να περιλάμβανε τη μεγάλη αίθουσα των τελετών του κάστρου. Το γεγονός αυτό γίνεται αντιληπτό αν από τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στο ψηλότερο τμήμα της τοιχοποιίας, όπου άλλοτε ήταν ο δεύτερος όροφος του κτιρίου. Τα ανοίγματα αυτά μαρτυρούν μία διάθεση άνετης διαβίωσης και άπλετου φυσικού φωτισμού στο εσωτερικό του κτιρίου, αντί των μικρών στενόμακρων παραθύρων - πολεμίστρων που συχνά συναντώνται στα προορισμένα για άμυνα στρατιωτικά κτίρια του μεσαίωνα.
Τα νοτιοδυτικά τείχη του κάστρου καταλήγουν σ' ένα ισχυρό τετράγωνο προμαχώνα, με εμφανείς εξωτερικά διακοσμητικές ταινίες ισοδομικής τοιχοποιίας, οι οποίες αποτελούνται από παραλληλόγραμμους μαρμάρινους ογκόλιθους, προερχόμενους προφανώς από τα ερείπια κάποιου παλιότερου σημαντικού κτιρίου της περιοχής. Τετράγωνα ανοίγματα στο ανώτερο τμήμα της πλευρικής τοιχοποιίας του προμαχώνα, μαρτυρούν ότι εκεί υπήρχε αίθουσα της φρουράς απ' όπου ελεγχόταν όλη η νοτιοδυτική πλευρά του κάστρου.
Ο προμαχώνας διέθετε παλιότερα λιθόστρωτο δώμα, όπου υπήρχε τοποθετημένο ένα ορειχάλκινο πυροβόλο τεράστιων διαστάσεων, μήκους 18 ποδών, εγκατεστημένο εκεί από την εποχή της Ενετοκρατίας, για να κρατάει μακριά από το κάστρο όποιον το επιβουλευόταν. Οι κάτοικοι της Καρύστου, με μία σκωπτική διάθεση το είχαν ονομάσει "λωλή λουμπάρδα". Την εποχή της τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν μόνο μία φορά τη "λωλή λουμπάρδα". Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τόση η δόνηση την οποία αυτή δημιούργησε με την εκπυρσοκρότηση και τόσο δυνατός ο κρότος, λες και ξαφνικά ο Ήφαιστος κτύπησε το βαρύ σφυρί του πάνω στο αμόνι, ώστε παραλίγο να γκρεμιζόταν ο ίδιος ο προμαχώνας πάνω στον οποίο την είχαν τοποθετήσει. Από τότε οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να ξαναχρησιμοποιήσουν το τεράστιο αυτό πυροβόλο, το οποίο ασφαλώς θα τελείωσε άδοξα την ιστορία του μέσα στον πυρωμένο φούρνο κάποιου χυτηρίου.
Από τον προμαχώνα της «λωλής λουμπάρδας» ξεκινούν τα εντυπωσιακού ύψους δυτικά τείχη του κάστρου κτισμένα και αυτά με ακατέργαστους ογκόλιθους. Η κατάσταση τους σήμερα δεν είναι καλή, αφού οι επάλξεις τους και όλες οι αμυντικές κατασκευές τους έχουν καταρρεύσει. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα βόρεια τείχη του κάστρου.
Τα τείχη στην πλευρά αυτή ισχυροποιούνται από ένα επιβλητικό κυλινδρικό πύργο, ο οποίος προβάλλει δυναμικά απ' αυτά και τα προστατεύει. Ο πύργος χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα και διατήρησε πεισματικά μέσα στους αιώνες το ιταλικό του όνομα "Ρόκκα". Κοντά στον πύργο αυτό διατηρείται ακόμη η τοξωτή δεύτερη πύλη του κάστρου, η οποία βλέπει προς τις "καμάρες" του υδραγωγείου του. Η πύλη αυτή ήταν εξαιρετικά χρήσιμη σε περίπτωση πολιορκίας, διότι μέσω αυτής οι πολιορκημένοι μπορούσαν να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο με αγγελιοφόρους.
Τα τείχη σ' αυτή τη βόρεια πλευρά του κάστρου, η οποία αποτελεί το ψηλότερο και πλέον δύσβατο τμήμα του υψώματος χρονολογούνται από το Μεσαίωνα και δεν έχουν ιδιαίτερα μεγάλο πάχος. Ένα κάθετο ρήγμα στην τοιχοποιία τους επιτρέπει στον επισκέπτη να διαπιστώσει ότι έχουν πάχος περίπου 1,20 μ.
Εκεί, στη βόρεια πλευρά του κάστρου, βρίσκεται το εσωτερικό φρούριο του αμυντικού συστήματος του κάστρου της Καρύστου, το οποίο περικλείεται από τα βόρεια εξωτερικά τείχη και ένα εσωτερικό παραπέτασμα τειχών. Το εσωτερικό φρούριο αποτελούσε την ακρόπολη της Καρύστου, τελευταίο οχυρό άμυνας σε περίπτωση που το κυρίως κάστρο έπεφτε στα χέρια των επιδρομέων. Μέσα σ' αυτό υπάρχει σήμερα εκκλησία αφιερωμένη στον προφήτη Ηλία. Κάτω από το στρωμένο με μαρμαρόπλακες δάπεδο της εκκλησίας, κρύβεται η μεγάλη δεξαμενή του φρουρίου, απ' όπου σε περίπτωση πολιορκίας, οι πολιορκημένοι θα μπορούσαν να υδρεύονται.
Το 1204, ο ένας από τους ηγέτες της Δ’ Σταυροφορίας, ο Βονιφάτιος ο Μονφερατικός, γίνεται κύριος όλης της Βαλκανικής και παραχωρεί την Ελλάδα σε ιππότες ως φέουδα. Η Εύβοια δόθηκε στον Ιάκωβο Αβέσνη, ο οποίος ανέθεσε τη διοίκηση της σε 3 ιππότες. Ένας εξ αυτών, ο Ραβανός Δαλεκάρτσερι, μετά την αποχώρηση του ενός και το θάνατο του άλλου έγινε κύριος όλου του νησιού. Πέθανε το 1216 και το νότιο τμήμα, δηλαδή την περιοχή της Καρύστου, το κληρονόμησε η σύζυγός του Ισαβέλλα με τις δύο κόρες Βέθρα και Γραπέλα ή Φελίζα. Από το 1216 μέχρι το 1250 τιμαριούχοι της Καρύστου ήταν κατά σειρά η Ισαβέλλα, μετά τον θάνατό της η Βέθρα και στη συνέχεια η Φελίζα.
Το 1216 ο Ενετός βαρόνος Δαλεκάρτσερι χτίζει πάνω στις βάσεις βυζαντινού κάστρου το Κόκκινο Κάστρο (Καστέλλο Ρόσσο) στο λόφο Μοντοφόλι. Η Κάρυστος εξακολουθεί να είναι ναυτιλιακός και εμπορικός σταθμός, καθώς και στρατηγικό σημείο για το πέρασμα των πλοίων στο βορειοανατολικό Αιγαίο.
Η περίοδος που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα ταραχώδης με συνεχόμενες συγκρούσεις ανάμεσα στους Ιππότες για την εξουσία με αποτέλεσμα η περιοχή και ιδίως τα χωριά του Κάβο Ντόρο να έχουν αραιώσει ιδιαίτερα από πληθυσμό. Για το λόγο αυτό, η Βενετία με διακήρυξη καλούσε όσους θέλουν, να εγκατασταθούν στην περιοχή και θα τους παραχωρούσε κλήρο απαλλαγμένο από κάθε φόρο. Σκοπός της ήταν να προσελκύσει Αλβανούς εποίκους που κατέβαιναν τότε στην Ελλάδα για να στρατεύονται σε περίπτωση ανάγκης και ο εποικισμός των Αρβανιτών στην περιοχή έγινε από το 1402 έως το 1425. Στην συνέχεια, η Κάρυστος και τα χωριά της περιήλθαν στην κυριότητα του οίκου Τζώρτζη της Βενετίας μέχρι το 1470 που την κατέλαβαν οι Τούρκοι.
Τουρκοκρατία Τον Ιούνιο του 1470 ξεκίνησε ο Τουρκικός στόλος από την Πόλη με ισχυρό στρατό δια ξηράς για να κυριεύσουν την Εύβοια. Στις αρχές Ιουλίου τελικά κατάφεραν να καταλάβουν την Χαλκίδα και μέσα στον ίδιο μήνα κατέλαβαν και την Κάρυστο.
Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο οικισμός της Παλαιοχώρας εγκαταλείπεται και η οχυρωμένη πόλη χτίστηκε κάτω από την προστασία των τοίχων του Καστέλλο Ρόσσο. Η περίοδος ήταν ιδιαίτερα σκληρή για την Καρυστία, καθώς οι κάτοικοι υπέφεραν από το θεσμό της δουλείας και την άγρια φορολογία, ενώ μόνο διέξοδο και στήριγμα είχαν την πίστη τους.
Η Ελληνική επανάσταση Ο ξεσηκωμός του 1821 βρήκε την Εύβοια και ιδιαίτερα την Κάρυστο κάτω από τον αβάσταχτο τουρκικό ζυγό του Ομέρ Μπέη. Τα περισσότερα χτήματα της περιοχής άνηκαν σε αυτόν και στους Τούρκους αξιωματούχους, ενώ οι Χριστιανοί κάτοικοι είχαν φύγει στα γύρω νησιά του Αιγαίου και στην Αίγινα.
Την Άνοιξη του 1821, πριν και μετά την κήρυξη της επανάστασης ο Ομέρ κινείτο μεταξύ Χαλκίδας και Καρύστου και αγωνίζονταν για την καταστολή της εξέγερσης. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο έγιναν οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις στη βόρεια Καρυστία για να ακολουθήσει ο ξεσηκωμός τον Αύγουστο στην περιοχή Καρύστου με την αποτυχημένη εκστρατεία του επίσκοπου Νεόφυτου στα Στύρα.
Η δεύτερη προσπάθεια γίνεται τον Φεβρουάριο του 1822 με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και η τρίτη απόπειρα έγινε τον Μάρτη του 1824. Ο Κριεζώτης έφθασε στη Βρύση του Μπέη με 800 άνδρες και από εκεί κατεβαίνει και φτιάχνει οχυρά στο Λυκόρεμα, όπου και αγκυροβόλησαν 7 Ψαριανά πλοία για κάθε βοήθεια. Η τέταρτη απόπειρα έγινε τον Μάρτιο του 1826 από τον Γάλλο Φιλέλληνα Συνταγματάρχη Φαβιέρο.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Εύβοια πλήρωσε ακριβό φόρο αίματος με συνεχείς συγκρούσεις με τους Τούρκους, έμελλε - τελικά- να απελευθερωθεί με διπλωματικές διαπραγματεύσεις και πιο συγκεκριμένα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3-2-1830 όπου στο νέο Κράτος περιλήφθηκε και η Εύβοια. Εντούτοις, παρουσιάστηκαν εμπόδια για την αποζημίωση του τούρκικων περιουσιών και έτσι δόθηκε διορία για να φύγουν οι Τούρκοι μέχρι το τέλος του 1832 που παρατάθηκε μέχρι τον Μάρτιο του 1833.
Τα χρόνια μετά την Επανάσταση Η παράδοση της Καρύστου στον κυβερνητικό αντιπρόσωπο έγινε στις 9 Απριλίου 1833 και στις 15 Απριλίου ορκίστηκε η Δημογεροντία Καρύστου που ψήφισε ο λαός. Η Κάρυστος έχει πολλή καλή ρυμοτομία με ευρείς δρόμους και πλατείες που έγιναν βάσει σχεδίου και κατόπιν παραγγελίας του Όθωνα από τον Βαυαρό μηχανικό Μίρμπαχ. Το 1848 μεταφέρεται η πρωτεύουσα από τους Μύλους στο νέο οικισμό που πήρε στο μεταξύ το όνομα Οθωνούπολις, προς τιμή του Όθωνα, αλλά το 1863 μετονομάζεται η Οθωνούπολις σε Κάρυστο.
Τα νεότερα χρόνια Το κύριο χαρακτηριστικό της περιοχής ως πριν λίγα χρόνια, ήταν η έλλειψη εκσυγχρονισμού μιας και τόσο η έλλειψη ηλεκτρισμού, όσο και το κακό και απαρχαιωμένο οδικό δίκτυο αναγκάζουν την περιοχή να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο δια θαλάσσης και αυτό, μόνο όταν ο καιρός το επέτρεπε.
Αποτέλεσμα είναι να αργήσει σημαντικά η τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή και οι κάτοικοι να ζουν από την κτηνοτροφία και τα σχολεία κλείνουν από έλλειψη μαθητών. Λόγω των δυσκολιών διαβίωσης, πολλοί κάτοικοι μεταναστεύουν στις μεγάλες πόλεις. Στα τέλη του αιώνα, η δημιουργία δρόμων βελτιώνεται η πρόσβαση σε όλη την περιοχή, ενώ επεκτείνονται και τα λατομεία της Καρύστου.
Ο Λικάριος (ή Ικάριος[1]), ιππότης με Λομβαρδικές οικογενειακές ρίζες, γεννήθηκε στην Κάρυστο της Εύβοιας και έμεινε στην ιστορία για τα στρατιωτικά του κατορθώματα κατά τα τέλη του 13ου αι. μ.Χ. Ο Λικάριος για λόγους προσωπικής εκδίκησης στράφηκε εναντίον των συμπατριωτών του Λομβαρδών που κατείχαν τότε την Εύβοια. Αφού συμμάχησε με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1223-1282), κατάφερε να κατακτήσει, υπέρ των Βυζαντινών, την Εύβοια και πολλά νησιά του Αιγαίου. Για αυτές του τις υπηρεσίες τιμήθηκε από τον Μιχαήλ Η΄με τον τίτλο του Μεγάλου Δούκα.
Ο Λικάριος γεννήθηκε στην Κάρυστο στις αρχές του 13ου αι. μ.Χ. Ο πατέρας του, Λομβαρδικής καταγωγής από την πόλη Βιτσέντσα (ή κατ' άλλους Βερόνα[2]), εγκαταστάθηκε στην Κάρυστο μετά την Άλωση της Πόλης (1204) από τους Σταυροφόρους και την παραχώρηση της Εύβοιας σε Λομβαρδούς ευγενείς. Κατά μία εκδοχή η μητέρα του ήταν Καρυστινή[3].
Η οικογένειά του ήταν φτωχή και ασήμαντη όμως ο Λικάριος ήταν έξυπνος και πολύ φιλόδοξος.
Ο ιππότης Λικάριος κατά το 2ο μισό του 13ου αι. βρέθηκε να υπηρετεί στην αυλή του Γιβέρτου Β' Ντα Βερόνα, Τριτημόριου της Χαλκίδας. Εκεί γνώρισε την όμορφη Φελίζα, αδερφή του Γιβέρτου και χήρα του Τριμημόριου των Ωρεών, Ναρτζότο Νταλε Κάρτσερι, και την ερωτεύτηκε. Σύντομα και παρά τη διαφωνία τής οικογένειάς της ο Λικάριος παντρεύτηκε κρυφά τη Φελίζα.
Οι συγγενείς της Φελίζας, που δεν ήθελαν έναν άσημο ιππότη για γαμπρό τους, αντέδρασαν έντονα. Ο Λικάριος έβαλε μεσολαβητές να κατευνάσει την οργή τους αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι το νιόπαντρο ζευγάρι αναγκάστηκε να καταφύγει στις Ανεμοπύλες, ένα απομονωμένο κάστρο κοντά στην Κάρυστο. Εκεί ο Λικάριος συγκέντρωσε γύρω του τυχοδιώκτες και πειρατές και επιδόθηκε σε επιδρομές και λεηλασίες των γύρω περιοχών.
Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (εικόνα) παραχώρησε στο Λικάριο το ανώτατο αξίωμα του Μέγα Δούκα.
Ο πόθος του να εκδικηθεί τους υπερόπτες συγγενείς της Φελίζας αλλά και η φιλοδοξία του τον έφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνάντησε τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο που λίγα χρόνια πριν (1261) είχε απελευθερώσει την Πόλη από τους Φράγκους και ενδιαφερόταν έντονα για την επανάκτηση των Βυζαντινών επαρχιών που, μετά την Άλωση της Πόλης το 1204, είχαν πέσει στα χέρια των Δυτικών. Ο Λικάριος ζήτησε από τον Μιχαήλ Η΄ στρατιωτικές δυνάμεις και σε αντάλλαγμα τού υποσχέθηκε την υποταγή της Εύβοιας. Ο Αυτοκράτορας δέχτηκε τη συμφωνία και ο Λικάριος ενισχυμένος με βυζαντινή φρουρά επέστρεψε στην Εύβοια και άρχισε αμείλικτο πόλεμο κατά των Λομβαρδών ηγεμόνων του νησιού. Αρχικά κατέλαβε το Κάστρο των Ωρεών και το κάστρο "Λα Κούπα" στην Κύμη.
Μετά τη Ναυμαχία της Δημητριάδος (1275) στον Παγασητικό, όπου οι Βυζαντινοί κατανίκησαν τον Λομβαρδο-Ενετικό στόλο των βαρώνων της Εύβοιας, η θέση του Λικάριου ενδυναμώθηκε. Κερδίζοντας την υποστήριξη όλο και περισσότερων Ευβοέων κατάφερε να κυριεύσει το σημαντικό Κοκκινόκαστρο (Καστέλο Ρόσο) στη γενέτειρά του Κάρυστο. Συνέχισε και με άλλα ευβοιώτικα κάστρα ενώ κατέλαβε και τη γειτονική Σκόπελο που μέχρι τότε ανήκε στον Ενετό Φίλιππο Γκίζι.
Επόμενος στόχος του Λικάριου ήταν το Κάστρο της Χαλκίδας. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας κατάφερε να παρασύρει τον στρατό των υπερασπιστών στην περιοχή του Βατώντα, αρκετά έξω από τα τείχη, και να συλλάβει το μεγάλο του εχθρό Γιβέρτο Β' Ντα Βερόνα (αδελφό της Φελίζας) καθώς και τον σύμμαχό του Δούκα των Αθηνών Ιωάννη Ντε Λα Ρος. Παρά τη μεγάλη του αυτή επιτυχία ο Λικάριος δεν μπόρεσε να κυριεύσει την πόλη. Με την Χαλκίδα να είναι το μόνο απόρθητο σημείο της Εύβοιας, εγκαταστάθηκε στο γειτονικό ισχυρό Κάστρο των Φύλλων μετατρέποντάς το σε κατοικία και διοικητήριό του.
Αμέσως μετά (1279) ο Λικάριος ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να παραδώσει αυτοπροσώπως στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ τους δύο ισχυρούς ηγεμόνες που είχε συλλάβει στον Βατώντα. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του βυζαντινού ιστορικού Νικηφόρου Γρηγορά, ο αλυσοδεμένος Γιβέρτος Ντα Βερόνα όταν είδε τον πρώην άσημο ιππότη να μιλά με οικειότητα στον Αυτοκράτορα, ταράχτηκε τόσο πολύ που έπεσε νεκρός επιτόπου[4]. Ο Λικάριος είχε πάρει την εκδίκηση που τόσο επιθυμούσε.
Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος εντυπωσιασμένος από τις ικανότητες του Λικάριου του έδωσε τον τίτλο του Μέγα Δούκα, δηλαδή του Αρχιναυάρχου του Βυζαντινού Στόλου. Επίσης τον τίμησε δίνοντάς του για σύζυγο μια πλούσια και ευγενή ελληνίδα αφού φαίνεται ότι η Φελίζα, μάλλον λόγω θανάτου[5], δεν υπήρχε πια στη ζωή του Λικάριου. Ο κάποτε περιφρονημένος ιππότης επέστρεψε στην Εύβοια ένδοξος φεουδάρχης του νησιού, ηγέτης του Βυζαντινού πολεμικού ναυτικού και ευνοούμενος του Αυτοκράτορα.
Ως Αρχιναύαρχος, ο Λικάριος συνέχισε την επιθετική τακτική του και με ορμητήριο το Κάστρο των Φύλλων κυρίευσε πολλά νησιά και κάστρα. Στα 1280 "όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου είχαν περάσει σε βυζαντινά χέρια"[6] ενώ το 1281 (κατ' άλλους νωρίτερα[7]) ηγήθηκε και μιας νικηφόρας εκστρατείας των Βυζαντινών εναντίον των Τούρκων στην Παφλαγονία της Μ. Ασίας[5].
Αμέσως μετά το όνομα του Λικάριου χάνεται από τις ιστορικές πηγές. Δεν υπάρχουν πληροφορίες ούτε για τη συνέχεια της ζωής του ούτε και για το τέλος της. Το ίδιο συμβαίνει και με την τύχη των παιδιών που φέρεται ότι απέκτησε με την ελληνίδα σύζυγό του.