Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυστινές Ιστορίες του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυστινές Ιστορίες του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Ιούλιος 1999- Η Ευχή της Μάνας- Άγγελου Κεκεμπάνου.




 Ιούλιος 1999- Η Ευχή της Μάνας

Η Θεία Αντώνενα από την Χώρα, ζύμωσε, έπλασε τα καρβέλια και τα έβαλε στη μεγάλη της πινακωτή. Αφού άπλωσε και στον ταβά τη μπομπότα που έσασε με φρέσκο καλαμποκένιο αλεύρι που της έστειλε ο αδελφός της ο μυλωνάς από τη Λάλα, τα σκέπασε να ανεβούνε και βγήκε λίγο κειδά μπροστά στη βεραντίτσα της να πάρει μια ανάσα. Ακούστηκε μια φασαρία τότε και γύρισε να δει. Πίσω από το σπίτι της στο δρόμο για την Μακρινίτσα, ερχόντουσαν τρια τέσσερα ζα με ριγμένα πάνω τους μεσοσάμαρα, απλωτές βελέτζες και μπατανίες , σεντόνια ουγίτικα και ριγωτά, λογής λογής άλλα προικιά και πάνου πάνου για να φαντάζουνε πιο πολύ, τα ολοκέντητα μαξιλαράκια του καναπέ. Αχ, αναστέναξε . Ξένοιασε η Δεσποινιώ η Φρατζέσκενα και από την τρίτη της κόρη. Την πάντρεψε και αυτή. Να δούμε εγώ τι θα κάνω πούχω κι εγώ τρεις. Πρέπει μονάχη μου να νοιαστώ και να μη περιμένω από τους γιούς μου τους μπερμπάντηδες βοήθεια. Εξόν από κείνο το μπιρμπιλομάτικο το μικρό.Άντε τώρα Καλλιοπίτσα , είπε στον εαυτό της να κάψεις το φούρνο να ρίξεις τα ψωμιά και μετά να βάλεις στην σιδεροστιά το τσουκάλι με τα κουτσά που φουσκώσανε ούλη νύχτα ξεματιασμένα μέσα στο νερό, να καθαρίσεις τα κρεμμυδάτσα που θα ρίξεις μέσα και τις μελιτζάνες , μια γιομάτη κουταλιά μπελτέ και μην ξεχάσεις ρίγανη και μυροδάφνη. Στείλε και την Δήμητρα πέρα στο Ρουμπή να πάρει λίγη κανελίτσα και δυο κλωνιά μπαχάρι να τους ρίξεις να πεντήσουνε.

Μη σκας για τα άλλα. Ούλα θα γένουνε με τον καιρό τους. Ορίστε. Η Λευτέραινα δωνά πιο πέρα, είχε πέντε. Μια μια έβγαλε τις τέσσερις από πάνου της. Βέβαια ήτανε νοικοκυράδες και καλόκαρδες. Μη μου πείτε όμως ότι ήτανε πιο όμορφες από τις δικές μου! Είπε και καμαρώθηκε χαμογελώντας.

Μονάχα η μικρή της είναι όμορφη. Για κείνη φουμιέται που την έκανε δασκάλα. Και επειδή είναι ροδομάγουλη σα βερύκοκο, την λέει βερυκοκιά. Δεν έχει πάρει είδηση ότι τώρα υπάρχουνε πούντρες και κοκκινάδια και ούλες μπορούνε να γίνουνε βερύκοκα. Άμα μεγαλώσει το δικό μου το μπιρμπιλομάτικο, θα το κάνω και εγώ μηχανικό. Και όχι ότι κι ότι. Μηχανικό παπορίσο. Να πηγαίνει στις Ιντίες και στο Μισίρι και να κουβαλεί μετάξα και μαλαματικά. Να σου ντύσω γω τούτες , κούκλες! Και τότε να δεις γαμπροί. Τους καλύτερους θα διαλέξω.

Τέτοια σκεφτόταν η καλή μάνα όταν σταμάταγε τις δουλειές της για να πάρει μια ανάσα. Πέρασε ο καιρός, πάντρεψε μια μια τις κόρες, νοικοκυρευτήκανε τα μπερμπάτικα , έγινε και το μπιρμπιρομάτικο μηχανικός. Τότε, ο γείτονας της ο Άη Παντελεήμονας της έστειλε μήνυμα. «’Έλα πόθε Καλλιόπη γιατί έχω κάτι σοβαρό να κουβεντιάσω μαζί σου. Για να μην κουραστείς θα στείλω γω να σε φέρουνε στα χέρια πάνου. «

Όταν ξεκίνησε να πάει ακούστηκε ένα καμπανάκι, νταν νταν ,ένα καμπανάκι της ψυχής της φουρ φουρ φτερούγησε πουλί ανάλαφρο στους ουρανούς.

Από τότε, όταν είναι μέρες αναστάσιμες η ψυχοσάββατα, σκαρφαλώνει ψηλά ψηλά στον τοίχο που χωρίζει τον κόσμο τούτονε με κείνον πούνε τώρα, ρίχνει τη ματιά της κατά δω, βλέπει ούλα τα άλλα και μαζί και το μπιρμπιλομάτικο νοικοκυρεμένο με κείνη που διάλεξε η καρδιά του, με παιδιά και με εγγόνια τώρα πια, και μαζί με την ευλογία του Θεού δίνει και κείνη την ευχή της.

 

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2023

Τα Ξόρκια του Γιώργη.

 

Σεπτέμβρης 2000 –


Η ΕΦΤΑΛΕΦΤΡΟΥ

Τώρα? Τι θα έκανε τώρα που η Γαρυφαλίτσα του γύρισε από το αμπέλι στα κακά της χάλια? Είχε πάει να μαζέψει τα Καμπανά κι εκεί την τσίμπησε ψηλά, κατά ψηλά στο μπούτι της μια μαύρη φαρμακερή αράχνη. Μια εφταλεφτρού. Έπρεπε λοιπόν να βγάλει μάνι μάνι το σκοινί από τα σαμάρι της γαιδουρίτσας , να το δέσει κούνια στη μουριά, να μαζέψει εφτά Μαρίες να την κουνήσουνε και να πούνε τα μαγικά ξόρκια για να φύγει από πάνου της το κακό γιατί αλλιώς όπως το φεγγάρι γυρνάει στη χάση του, θα πήγαινε η Γαρυφαλίτσα στο χαμό της.

Που να βρει εφτά Μαρίες? Και μάλιστα τώρα? Στο Κατσαρώνι υπήρχε μόνο μια κι αυτή γριά ξεκούτα. Στους Καρεούς άλλη μια κι αυτή μεσοβέζα και μόνο μια και καλή στη Μαμαλιά, η κουμπάρα του που όμως τούτες τις μέρες έλειπε στη μάνα της στα Βελούσα.

Πήγε και βρήκε στον κουμπάρο του. Γιώργη μου και κουμπάρε μου την χάνω τη Γαρυφαλιά μου . Και ξέρεις εσύ πόσο τη στιμέρνω. Την πήρα χωρίς βρακί που λέει ο λόγος και την έβαλα κυρά κι αφέντρα μέσα στα καλά μου και μονάχα η σκάση μου είναι πως ακόμα δεν έχουμε κλήρα.  Σώστηνε και θα σου χαρίσω τη μια από τις μουσκίδες.

Ο άλλος έκανε πως το σκεφτότανε στην αρχή και ολοίσα μετά απάντησε.

 Ξέρω μωρέ κουμπάρε ένα κόλπο χωρίς Μαρίες και κουραφέξαλα αλλά θα πρέπει η κουμπάρα να μείνει ούλη νύχτα σπίτι μου. Και τώρα δα καθώς λείπει η νοικοκυρά μου ντροπή να σου το πω.

Βρε να σωθεί ο άνθρωπος μου θέλω γω τσε τ ΄άλλα ούλα χέστα με το συμπάθειο. Λέω που λες να σου τη φέρω νύχτα και το πρωί σου τάχα μου , τη γυρίζεις κι αν είναι καλά όπως λες παίρνεις και τη μουσκίδα. Έτσι και έγινε. Πήγε ούλη τη νύχτα η Γαρυφαλίτσα στη Μαμαλιά παρέα με τον Γιώργο όπως τάχανε συννενοηθεί και η εφταλεφτρού ήτανε για να κλείσουνε τα μάτια του Βαγγέλη της και την άλλη μέρα ντούρα κοτσονάτη κι ευχαριστημένη την έφερε ο κουμπάρος στο σπίτι καβάλα στο μουλάρι.

Φχαριστήθηκε ο Βαγγέλης και πήγαινε να φέρει τη μουσκίδα αλλά ο άλλος πιάστηκε από την ευκαιρία. ‘Άσε μωρέ κουμπάρε! Δεν έκανε δα και τίποτα. Αλλά βολά άμα σου κάνω κάτι πιο αναγκαστικό και έχεις την ευχαρίστηση, μου τη δίνεις.

Τώρα που το λες κουμπάρε μου να στο ξομολογηθώ. Παλεύω τις βραδιές παλεύω τα απομεσήμερα κλήρα δεν βλέπω. Μπας και ξέρεις κανένα κόλπο και για κείνο?

Θα το σκεφτώ , είπε ο κουμπάρος. Άμα θυμηθώ πως γίνεται θα έρθω το βράδυ και αν είναι τώρα που ακόμα γιομίζει το φεγγάρι και λείπει η Γιώργαινα θα τη σκαρώσουμε τη δουλειά. Άκουγε η Γαρυφαλιά και μια ανατριχίλα πέρναγε στο κορμί της.

 Άσε άντρα μου, με τον καιρό θα τα καταφέρεις. Δεν είναι ντε και επείγον. Αν πάλι επιμένεις μην σου χαλάσω την καρδιά. Συμφωνάτε με τον κουμπάρο και γω η έρμη ότι είναι το ριζικό μου θα το δεχτώ. Τα συμφωνήσανε λοιπόν και όσο έλειπε η Γιώργαινα και γιόμιζε το φεγγάρι , γιόμιζε και η Γαρυφαλιά χαρές. Με κάτι μήνες όταν φανήκανε τα αποτελέσματα από κείνες τις χαρές , φόρτωσε ένα σακί σιτάρι μεσοσάμαρα  στη γαιδουρίτσα ο Βαγγέλης έδεσε και τη μουσκίδα στο σαμάρι να ακολουθεί και ανηφόρισε στη Μαμαλιά.

Κουμπάρε μου έφερα το τάμα  μου επειδή είμαι υποχρεωμένος μαζί σου γιόμισα και ένα σακί σιτάρι. Νάσαι καλά, να έχεις την ευχή μου και άμα σε ξαναχρειαστώ θέλω να μου τάξεις πως δεν θα πεις όχι.

 

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

Ένα ωραίο ταξίδι στα χρονογραφήματα του Άγγελου Κεκεμπάνου τελείωσε.


 Σήμερ τελείωσε το όμορφο πολύμηνο ταξίδι στα χρονογραφήματα  του Άγγελου Κεκεμπάνου που μας ταξίδεψαν σε μακρινούς χρόνους στην Κάρυστο και στα χωριά μας.

Θυμηθήκαμε το γλωσσικό μας ιδιώμα, έθιμα, συνήθειες, παλιές ιστορίες και γνώριμες φιγούρες από το παρελθόν, παρήλασαν μέσα από τις σελίδες μας.

Τα τεύχη με τις ιστορίες του μπορείτε να τις βρείτε στο Γιοκάλειο Ίδρυμα. 

4 Χρονογραφήματα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 

«ΚΑΡΥΣΤΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»  ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΕΚΕΜΠΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ – 23 Ιανουαρίου 1996

Η Χρυσώ η Γιωργέσα έδεσε καλά καλά δυο κοτρωνίτσες στις δυο άκρες της κουρελούς , πούχε για πόρτα στο καλύβι που μένανε.

Φύσαε απόψε δυνατά κι ο κρύος αέρας που έμπαινε από κει τους έκανε να τουρτουρίζουν.

Ύστερα γέμισε το λύχνο με μούργα που τη φιλέψανε από το λιοτρύβι του Νόβα και τον άναψε. Με το ίδιο σπίρτο, έβαλε φόκο και στα φρούσουλα  πούχε κειδά στην ακρίτσα  ώστε να ανάψουνε τα βρεμένα ξυλαράκια πούχε μαζέψει εκεί γύρω. Έβαλε τη σιδεροστιά, κούμπησε πάνου το τσουκάλι με νερό από τον κάναλο, άλλο δεν είχε, έρριξε μέσα λίγη λιγδίτσα που της άπλωσε μια Χριστιανή και περίμενε.

Όταν άρχισε το νερό να τσουλάει, πήρε δυο φούχτες πληγούρι από κείνο που είχε μοιράσει η Ούντρα και το έριξε μέσα. Έπρεπε κι απόψε κείνα τα πέντε στόματα που της είχε δώσει ο Πλάστης , κάτι να φάνε. Ο άντρας της δούλευε στην τράτα του Καπτανγιάννη. Δουλειά κι αυτή.

Όταν ο καιρός το επέτρεπε τράβαε κρόκο μαζί με άλλους πεντέξη. Δύσκολα χρόνια κι ακόμα πιο δύσκολοι καιροί. Τούτο το σαρανταήμερο, πότε βοριάς, πότε νοτιάς , πότε σοροκογάρμπης το πηγαίνανε. Κείνα τα γοργόνια , όμως, από δυο ως δέκα χρονού δεν ξέρανε απ’ αυτά. Κείνα θέλανε φαί. Που να βρεθεί?

Οι τράτες δουλεύανε μια μέρα και δέκα καθούντανε. Τέλος  πάντων τα τάισε και κείνο το βράδυ ύστερα τα ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα και τα σκέπασε με το παλιό ντρομίδι.

Κάθισε ν’ ανασάνει και να σκεφτεί. Άναψε το καντήλι μπροστά στο μοναδικό εικόνισμα έσβησε το λύχνο και ξάπλωσε . Τι να πρωτοσκεφτεί και πως θα τα βγάλει πέρα? Σε δυο μέρες είχανε Χριστούγεννα και το καλύτερο τους ήτανε ντουντούκι. Ούτε φαί ούτε ψωμί, μα ούτε ρουχαλάκια.

Παραμονή ο καιρός γλύκανε. Τα ξύπνησε πρωί πρωί τα φτωχά, και ούλα μαζί τάστειλε να πούνε τα κάλαντα. Χωριστήκανε κείνα σε δυο ομάδες, τρέξανε εδώ, τρέξανε εκεί, και με το λιοβασίλεμα γυρίσανε στην καλύβα.

 Οι τσέπες τους κουδουνίζανε. Τ’ αδειάσανε στην ποδιά της .Τα μέτρησε κείνη, τα ξαναμέτρησε . Φτάνανε.

Έριξε το μποξά πάνου της και τρεχάλα στην αγορά. Όταν επέστρεψε κράταε στα χέρια της ίσαμε δυο οκάδες κρέας χοιρινό και μια σακουλίτσα γιομάτη αλεύρι. Θα τους έψηνε το κρέας στη χόβολη ,θα τους έκανε και καμιά πλακόπιτα, θα περνάγανε.. Δόξα σοι ο Θεός.

Το ίδιο θα γινότανε και την Πρωτοχρονιά. Όμως, μια δυο μέρες πριν ένα χιόνι πούριξε , τα έκανε ούλα κάτασπρα και παγωμένα .Που να βγούνε τα ξυπόλητα? Που να πάνε? Τους έκανε το υπόλοιπο αλέυρι μια κουρκουτίτσα και τάβαλε για ύπνο. Δεύτερη μέρα της Πρωτοχρονιάς ο καιρός γέλασε. Τι καθότανε λοιπόν αυτή? Δεν ήτανε μάνα? Θα έβγαινε στη ζήτεια..Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πίστευαν στον Θεό. Κάποιος θα την σπλαχνιζόταν. Στα μισά του δρόμου, άκουσε τα μαντάτα. Ο Μιχάλης ο ψαράς, είχε κερδίσει το λαχείο, ένα ολόκληρο διαμέρισμα.

 Θυμήθηκε πως από κάτι μέρες πριν είχε βρει στο δρόμο ένα αλλιώτικο χαρτί. Λεφτό δεν ήτανε , λες να ήτανε λαχείο? Έτρεξε πίσω στο καλύβι, Το βρήκε, τόριξε στη τσέπη της τρεχάλα στην αγορά. Κάποιον ρώτησε και κείνος την έστειλε στο λαχειοπώλη. Όταν έφτασε εκεί του έδωσε να δει. Άνοιξε τούτος μια εφημερίδα και το εξέτασε. Σε μια στιγμή γέλασε.

Μπράβο κυρά Χρυσώ. Συγχαρητήρια ! Της είπε! Έχεις κερδίσει.! Και της είπε ένα ποσόν.

Πολλά δεν ήτανε αλλά εκείνη ποτέ δεν τόσα λεφτά στα χέρια της. Της το εξαργύρωσε. Με τα λεφτά δεμένα κόμπο στην άκρη του μποξά της έτρεξε πρώτα στον φούρναρη , τρείς φρατζόλες  οκαδιάρικες.

Πετάχτηκε δίπλα στο μπακάλη. Λάδι, φασούλια, κουκιά. Και μισή οκά τυρί τουλουμίσιο. Με τα χέρια γιομάτα και φτερά στα πόδια, έφτασε στο καλύβι. Τα ξυπόλητα την κοιτάζανε με απορία. Μπρος τους λέει! Ελάτε μαζί μου! Μπροστά κείνη και πίσω τα κουτσούβελα σαν την πάπια με τα παπιά της, φτάσανε στον έμπορα. Να γιατί, των Θεοφανείων με τη λιακάδα εκεί στο λιμάνι παράμερα μέσα στην βαρκίτσα του Σερβέντη, ο κόσμος τους κοίταζε με απορία αλλά και συμπάθεια. Αγοραστή ζακέτα κείνη και κλαρωτό μαντήλι στο κεφάλι. Στα πόδια της ολοκαίνουργιες παντόφλες. Και τα πέντε φτωχά με καινούργια ρουχαλάκια και για πρώτη φορά, παπούτσια. Με το «Εν Ιορδάνη»  έριξε η Χρυσώ τα μάτια της στον Ουρανό. Και η ψυχή της τον είδε. Είδε τον Πολυεύσπλαχνο να της γνέφει και της φάνηκε  πως της μίλησε κιόλας. «Κουράγιο Χρυσώ!Πίστευε και έλπιζε» Ακόμη κάτι που κείνη την ώρα δεν το πολυκατάλαβε.

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες ότι αυτοί χορτασθήσονται»

 

24 Νοεμβρίου 1995

ΤΟ ΑΛΕΣΜΑ

Ο Θανάσης της θειας Σταμάταινας τάχε περασμένα τα σαράντα. Οι γέροι του αφού είδανε κι απόδανε ότι σκοπό δεν τόχε να νοικοκυρευτεί , τον φωνάξανε ένα δείλι αι τούπανε. Ούλα μας τα χωράφια κάτου στου Πασά το πηγάδι δικό σου. Μεις βρήκαμε τόπο χλοερό  και θα πάμε  να αναπαυτούμε . Και γλήγορα , ένας μπρος άλλος πίσω, με μικρή διαφορά, πήγανε και ξαπλώσανε στον κήπο του Άγιου Παντελεήμονα . Πόμεινε ο Θανάσης μονάχος.

Θυμήθηκε τότες ότι εκεί κοντά του στο Ξάνεμο, η χήρα η θεια Αννίτσα, είχε μια κόρη . Θάτανε δεκαοχτώ , κάνε είκοσι. Ε, και? Δεν ήτανε δα και γέρος. Θα ταιριάζανε.

Της χτύπησε την πόρτα. «Μου τηνε δίνεις θεια γεναίκα?» Κείνη χωρίς να ρωτήξει καν την κόρη της, τούπε ναι. « Πάρτηνε κι ο Θεός να σας βλαγάει»

Βιαζότανε να κουμπήσει κάπου το κορίτσι της και να βρει μέσο να τρέξει στο μακαρίτη της. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Ένα κοντόβραδο είχε βγαλμένη στην αυλίτσα της την ανέμη και με το μαγκάνι έβαζε μασούρια για το πανί της κρεβατίνας της. Πως τάχα μου είχε καιρό να μάθει νέα της πέρασε από κειδά, κατά ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ να τηνε καλησπερίσει. Τι είπανε, κανείς δεν έμαθε. Μάθανε όμως όλοι, την άλλη μέρα ότι έφυγε μαζί του. Τα παιδιά στενοχωρεθήκανε στην αρχή. Έμεινε και το πανί στη μέση.  Την κλάψανε , είπανε, Θεός σχωρέστην  και μετά την ξεχάσανε. Έπρεπε και αυτοί να ζήσουνε.  Και για να ζήσουνε χρειαζούντανε καρβέλια. Για να γίνουν όμως τα καρβέλια  έπρεπε τα γεννήματα πούχανε στο μπαστικό, να αλεστούν αλεύρι. Σε ποιο μύλο να παένανε? Οι μυλωνάδες που ήτανε στους Μύλους , καλοί και άγιοι, αλλά το αλεύρι έβγαινε λειψό. Ο αράπης που κουμάντερνε το νερό για να αλέθουνε οι μύλοι , είχε δικαιώματα. Κράταγε πρώτος το μερδικό του. Βάλε και δικαιώματα του μυλωνά. Δυο τσουβάλια γέννημα ένα σακκί αλεύρι. Θα παένανε στη Λάλα. Τα νερά εκεί ήτανε φτηνά ,δεν τάχανε πάρει ακόμη κάτοι στην πόλη και τα δικαιώματα του μυλωνά λιγότερα. Τους σύμφερνε. Φόρτωνε το ζω ο Θανάσης δυο φορές το μήνα και νύχτα ξεκίναγε. Νύχτα , γιατί τη νύχτα ο μύλος είχε πιο πολύ δύναμη και το αλεύρι έβγαινε καλοαλεσμένο. Για την νέα γυναίκα του, που την άφηνε μονάχη μες την νυχτιά,  έννοια δεν είχε. Παραδίπλα έμενε ο Κώστας ο κωλοβούτας , παρατσούκλι ήταν αυτό, παράνομα, δεν τόξερε ,και θα την πρόσεχε άμα τύχαινε ανάγκη.

Τούτος που λέμε, ήτανε δεν ήτανε τριάντα. Ψηλός, λυγερός, όμορφος. Έξι χρόνια παντρεμένος , έξη κουτσούβελα τούχε σκαρώσει η κυρά του. Δυο τσουβάλια τραχανά κάνανε κάθε χρόνο, στα μισά του χειμώνα τον είχανε φάει τα φαγούδικα. Αποσώνανε τον υπόλοιπο καιρό με ντρούμιζες και καλαμποκοκουρκούτη.

Κείνη τη χρονιά, φτώχεια είχε πέσει στα γεννήματα του Θανάση. Ένα τσάφι πούκανε το Ματιάπριλο, τάκαψε ούλα ίσαμε πέρα στην Πλακαρή. Αναγκάστηκε να αγοράσει Ήτανε ώρα να πάει στο μύλο. Το αλεύρι σώθηκε.  Σοροκάδα ήτανε γερή , το γέννημα δεν τόφερε εκείνος που τόχε παραγγείλει , κάθισε σπίτι.  Πέρασε η ώρα, πέσανε. Ντουκ ντουκ η πόρτα. Απάντησε η Θανάσαινα.

Κυρ βοριά και κύργιε νοτιά. Μη βροντοχτυπάς την πόρτα. Άντρας μου άλεσμα  δεν ήβρε και στο μύλο δεν επήε.

Κατάλαβε ο μουσαφίρης , έφυγε. Κατάλαβε όμως και ο νοικοκύρης. Την άλλη μέρα όταν ήρθε το γέννημα, είπε. « Βρε γυναίκα, το τσεφάλι μου με πονεί. Κρυγιωμένος θάμαι του θανατά. Μήδε να φορτώσω μποράω , μήδε να ξεφορτώσω. Δεν πας εσύ? Ξάδελφος σου είναι ο μυλωνάς, δεν έχεις φόβο. Πάρε κι ένα χράμι να ρίξεις πάνου σου να ξενυχτίσεις και το πρωί, φορτώνεις και έρχεσαι.»

Με το πέσιμο του ήλιου κείνη ξεκίνησε. Ο γείτονας είδε  το ζω φορτωμένο, δεν νοιάστηκε να δει ποιος το συνόδευε  και τη συνηθισμένη ώρα , χτύπησε την πόρτα. Την βρήκε ξεμαντάλωτη , άνοιξε και μπήκε. Στο φως του καντηλιού  διέκρινε κάποιον στο κρεβάτι . Με ένα μαντήλι στο κεφάλι. Η γειτόνισα ήτανε , το δίχως άλλο. Κρυωμένη θάναι, στοχάστηκε. Για τούτο, φασκομαντηλώθηκε κι έπεσε. Δεν πειράζει. Ακόμα πιο καλά. Όταν τα΄άλλα πρέπει νάναι εντάξει.  Κι ενώ σκεφτότανε αυτά, ζύγωσε κι άπλωσε το χέρι. Άλλο πράγμα γύρευε να βρει άλλο βρήκε. Πετάχτηκε όξω, τόβαλε στα πόδια. Κείνοι που τονε γνωρίζουνε λένε, πως ακόμα τρέχει..

 

Οκτώβριος 1995  ΤΟ ΡΟΛΟΙ

Ο μπάρμπα Γιάννης πούχε το μεγάλο καφενείο στο δρόμο προς το καρνάγιο, έριξε ακόμη μια ματιά στο ξυπνητήρι , πούχε στο ράφι, πάνου από το φουρνέλο στο αψηλό τζάκι του. Τα άλλα παιδιά, ο Στέλιος της κυρά Ζωής , ο Μιχάλης του γέρο Γαβρήλου, ο καπταντώνης, ο καπτανανδρέας , ήτανε κιόλας εκεί.

Φχαριστιούνταν το ήσυχο πρωινό του πρώτου καλοκαιριάτικου μήνα, όξω από το καφενείο, κάτου από την φουντωτή μουριά, πίνοντας τον μερακλίδικο καφέ τους, και μιλώντας για χίλια δυο.

Σύριζα στο πεζοδρόμιο , με πλατοχτούμπι στον τοίχο ο Χαρίλαος ρούφε τον ναργιλέ του. Φουρ φουρ , Ο άλλος δεν είχε ακόμα φανεί, αλλά αυτοί ξέρανε. Θαρχότανε στην ώρα του. Κείνη τη στιγμή, πήρε το μάτι τους το γέρο καφετζή, που ξεκρέμασε το μπακιρένιο μπρίκι με το κουταλάκι, έριξε μέσα μετρημένα στο κιχ, το φρεσκοκομμένο καφέ και την ανάλογη ζάχαρη. Ένα βαρύ γλυκό ναι και όχι. Όταν είχε σερβίρει στο χοντρό φλυτζάνι και τουμαζούτανε να γιομίσει το ολοκάθαρο ποτήρι νερό από το Αιγινίτικο σταμνάκι που ούλη νύχτα τόβαζε στο παραθύρι για νάναι δροσερό, κείνος ήρθε.

Πήρε δυο καρέκλες, τρεις, για να απλωθεί πιο άνετα, και πριν βάλει γουλιά στο στόμα του, φώναξε το γραμματικό του συμβολαιογραφείου πάρα δίπλα. Έπρεπε τούτος ο νέος, όσο κείνος έπινε τον καφέ του, να του διαβάζει τις συνέχειες της εφημερίδας. Από τα κατορθώματα του Ταρζάν στην ζούγκλα και τον Τσακινζή.

Αν τύχαινε την ώρα τούτη κάποιος περαστικός και τον χαιρέταγε-γειά σου μπάμπα Μήτσο- κείνος είχε έτοιμη την απάντηση. Μπαρμπαγιά και Τούνεζη, έλεγε μισοθυμωμένος, μισογελάμενος. Αυτά στην παραλία.

Λίγα τετράγωνα πιο πάνου και κοντά στο σπίτι του ήταν το Δημοτικό Σχολείο. Το παιδομελίσσι απλωμένο στον μεγάλο αυλόγυρο με τις ντρίλινες σάκες γιομάτες μάθηση, κάτου από τα θρανία , χαιρότανε το μεγάλο διάλειμα, λαχταρώντας το χτύπημα της καμπάνας που θα σήμαινε τον πρωινό λυτρωμό τους. Τα κορίτσια, την πόθε μεριά, παίζανε κουτσαλώνα, τα μέντα μέντα, το περνά περνά η μέλισσα και τα πιο μεγάλα τη Μπερλίνα.

 Τα αγόρια την πίσω μπάντα, αφού φοβερίξανε τα πιο μικρά ότι ο αράπης που κρυφοκοίταζε από τα παραθυράκια του υπογείου, ήτανε πάντα εκεί και τα στριμώξανε στο υπόστεγο, χαιρόντουσαν την άπλα, το κυνηγητό την αμπάριζα και το βαρετούπι. Από ρολόγια κανείς δεν νόγαγε.

 Ακόμα και ο Μπρίνιας που έπρεπε να χτυπήσει την καμπάνα για το σκόλασμα του σκολειού και το μεσημεριάτικο κλείσιμο των μαγαζιών, κείνονε περίμενε.

Πράγματι, όταν η ήλιος έφτανε στο μεσουράνημα του, εκείνος βάρειε διάλυση της συντροφιάς και με μεγάλες δρασκελιές, βήμα και μέτρο, έφτανε στη ξώπορτα του σπιτιού του. Ανεβασμένος στο καμπαναριό ο Μπρίνιας, τον έβλεπε και νταν νταν χτύπαε την καμπάνα. Ήτανε μεσημέρι.

 

19 Σεπτέμβρη 1992 – ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Μωρ Κοντυλιώ, κατό βολές στόχω πεσμένα, πάψε πια! Ο Μιχάλης της θεια Γιανίτσας με το μούτρο του κόκκινο μπουχαχί απ τη σύγχυση, έκανε πέρα τη γκαβάθα με τον καυτό τραχανά και τα μπόλικα τηγανητά ψωμάκια μέσα και τάριξε στην κυρά του. Κείνη πάλι, με το κεφάλι κατεβασμένο και τα μάτια γλαρά, ότι τάχα μου έκαιγε ο τραχανάς, δε μίλησε. Φαινόταν σα ντροπιασμένη , σα παραπονούμενη . Κείνος συνέχισε. Πες μου μωρή. Ποιανής άλλης τα μπαστικά είναι γιομάτα σα τα δικά μας? Η πιθάρα μας γιομάτη λάδι, Γεννήματα πράμα .. Οι μελτερίτσες πιο κει, τίγκα. Να πασπαλάδες, να πετιμέζα, ως τσε ρετσέλια κάναμε. Η κρεβατίνα σου μέχρι να ξεφάνεις τόχα πανί, τάλλο διαστρίζεις. Προψές κόμα σου κουβάλησα απ το Ρούφα τρια πακέτα νέματα. Χώρια οι καραμελάτες, χώρια οι βελέτζες . Τώρα που το λέμε, θυμήσου μου το πρωινό να πάω παδά κάτου της θεα Μαούνας το μύλο να τις επάρω από την νεροτριβιά.

Από γλέντια πια να μην το πω!

Τις λαμπράδες πρώτη συ χορεύεις στη Δρυμωνιά, την μια στον Αετό, την άλλη δωνά πάρα κάτου στον Κώστα την παράλλη… Τσε άκου δω τσε πεμου. Είδες άλλη πιο παχειά πο σένα? Όχι.! Πε μου . Τόχεις βαλμένα τσείνο το είδος? Νοχεύης τσε τη γειτόνισσα κάτου στο Περιβολάτσι. Αφού τόχεις δει μονάχη σου ότι σώθηκε. Ξέρεις ότι τσε το βαρέλι μας άμα δεν έχει κρασί μέσα, η κάνουμε δεν στάζει κόμπο. Μόχο σχώρα με με δαύτο.  Όσο για τη γειτόνισσα στη κάτου το γράει τσε το βαγγέλιο. Γάπα το πλησίον του τσε κίνο κάνω ,πόντας έφυε ο νοικοτσύρης της στο μπάρκο, τρεις χρόνους τώρα πόμεινε μονάχη. Να κάνει τι ?

Τσειδά κάτου στ΄Αλαμανέικα πούναι η βάτρα της ούλο το τσομπαναριό θάπεφτε σα λύκους να τηνε σπαράξει. Να μη τη προστατέψω? Ένα τοιχάτσι μας χωρίζει το μπαξέ της .Καθώς ξέρεις του λόου της μηδέ το παλούτσι δεν ξέρει να πιάσει ν΄αλλάξει το γαιδουράτσι της πάρα πέρα να βοσκήσει. Με κολάζεις με τη δικαιολογία ότι είναι ναι. Ξεμαυλίζεται το παιδί. Τσίνο μωρή θέλει κόμα ένα χρόνο για να πάει φαντάρος. Ξέρει που τέτοια? Γω μουνα τριγιάντα χρονού όντες στεφανωθήκαμε τσε θυμάμαι δα τι μπερδεψάδες πάθαμε. Αν δεν ήτανε τσο κόκορας να μας οδηγήσει κόμα θα ψαχνούμαστε να βρούμε το ίσο. Άσε που κρυβόσουνα κάτου απ το τραπέζι της σάλας. Τάπε κι ανάσανε. Κείνη δε μίλησε παρά σάμπως αχνογέλασε. Ύστερα, άπλωσε το χέρι της πάρα δίπλα, πήρε το μισό καρβέλι πούχε ζυμωμένο το απόγευμα και τόβαλε στο ταγάρι του. Τόχε μαζί του σε ένα τενεκάτσι κάτου στο καλύβι κι άμα λιγονώτανε έβαζε μια μπουκίτσα  στο στόμα του. Έτσι της είχε πεσμένα. Την άλλη όταν κατέβηκε στο περιβόλι, πρώτη του δουλειά ήτανε να πάει δίπλα στην γειτόνισσα να τη φιλέψρι το φρέσκο ζυμωτό. Μόλις σήκωσε τη πετσέτα κειδά στο τραπέζι, για να το βάλει πιο κάτου, κοκάλωσε. Το συνταίριασε το άλλο μισό, από το ίδιο καρβέλι , ήτανμε κάτου  από την πετσέτα. Τότε κατάλαβε γιατί ο γιός του, όταν αργά ποβραδίς πήγε σπίτι και ρώτησε που ήτανε. Κείνος απάντησε, έπαιζα..

 

 

 

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Δεκέμβρης 2000. Η μάνα και η Μάνα. Χρονογράφημα του Α.Κ στην Καρυστινή.

 

Δεκέμβρης 2000. Η μάνα και η Μάνα.

Όταν φάνηκε κείνο το μαύρο σύννεφο κατάκορφα στην Όχη, μερικοί είπανε ότι ήτανε το φάντασμα του δράκου που ήρχε μετά πολλούς αιώνες για να δει αν υπάρχει ακόμα το δρακόσπιτο του. Άλλοι, οι πιο ψύχραιμοι, είπανε ότι ήταν ο ξάδελφος του Νοτιά, ο κυρ Βοριάς και ότι είχε μαζί του τη γυναίκα του τη Χιονιά, και δυο του παιδιά. Τον  κρύο και την Παγωνιά.

Η γυναίκα του ψαρά, όταν τάκουσε σκιάχτηκε. Ο νους της έτρεξε αμέσως στον άντρα της και το μεγάλο τους  γιο που από τα χαράματα είχαν φύγει για ψάρεμα.  Ούλο το σαραντάμερο δεν είχαν δουλέψει παρά μόνο δυο φορές, όλο κι όλο και τώρα προπαραμονή Χριστουγέννων  το σπίτι ήτανε άδειο από όλα. Που να προφτάσουνε δυο χέρια να θρέψουν μια φαμίλα, εννιά νοματαίους!

Εφτά κουτσούβελα τους είχε δώσει ο Πλάστης , το ένα, πιο μικρό από το άλλο. Για τούτο και μόλις ακούστηκε το πρωί η μπουρού ξεκίνησαν πατέρας και γιος για το μεροδούλι. Η θάλασσα ήταν λάδι.

Από πού λοιπόν ξεφύτρωσε κείνος ο καταραμένος ο βοριάς? Όσο προχώραγε η μέρα τόσο ο καιρός αγρίευε. Κατέβηκε από το βουνό κάτου στο γιαλό, άρπαξε τη μεγάλη του πηρούνα και άρχισε να ανακατεύει τη θάλασσα. Τα κύμματα έγιναν θεόρατα και πίσω στη στεριά η  κυρά Χιονιά άπλωσε τα κάτασπρα σεντόνια της ενώ τα στρίγκλικα, ο Κρύος και η Παγωνιά, τρύπωσαν στα σπίτια  και σε μαγαζιά και έκανα τους ανθρώπουςνα χουχουλίζουνε τα χέρια τους. Είρχε μετά και νύχτα, άγρια και φωνακλού, σκόρπισε το όνειρο της μάνας για Χριστουγεννιάτικο φαγητό και την άφησε με το μωρό στην αγκαλιά ξάγρυπνη μπροστά στο εικονοστάσι να θερμοπαρακαλεί τη Μεγαλόχαρη.

Ένα παιδί είχες Παναγία μου και πόνεσες τόσο, μουρμούρισε. Εσύ που ξέρεις από πόνο, προστάτεψε τα εφτά αγγελούδια. Βάλε το χέρι σου να μην στερηθούμε το νοικοκύρη μας. Βοήθησε τον πατέρα και το παιδί μας να μην τους τύχει κακό. Έλέησε μας.

Η νύχτα όξω παρέα με τον βοριά, ουρλιάζανε με μανία ως το πρωί. Κουρασμένοι μετά κρυφτήκανε σε μια σπηλιά στο Μοντοφώλι για να μην τους μαλώσει ο ήλιος που ερχότανε γελαστός από τη μεριά του Μετοχιού για να γλυκάνει τις καρδιές και να μαζέψει τα χιονισέντονα. Μαζί του έφερε την ελπίδα στην καρδιά της μάνας ,γλυκιά σαν την μορφή της Παναγίας και σαν μήνυμα από την Χάρη της. Και πράγματι. Δεν είχε γύρει καλά καλά ο ήλιος για τη βραδινή του ξεκούραση όταν η αγωνία της μάνας έγινε χαρά και ανακούφιση.

Κατάκοποι από το περπάτημα ο ένας δίπλα στον άλλο φανήκανε στην πόρτα πατέρας και γιος και αφού ξεφόρτωσαν τα λογής λογής πράγματα που κουβαλούσαν σους ώμους αρχίσανε να εξιστορούν..

Ο Βοριάς μας ξόριαζε κατά την Άντρο. Είχαμε φοβηθεί πολύ όταν σε μια στιγμή νιώσαμε ένα αόρατο χέρι να μας τραβάει στον όρμο του Καστριού. Με την βοήθεια της Σοφίας  και του αδελφού της τραβήξαμε τη βάρκα στη στεριά και μας κάλεσαν στο σπίτι τους. Μας φίλεψαν τσάι με παξιμάδι και ελίτσες και μας είπανε ότι ο Θεός μας έστειλε πάνου στην ώρα. Το πρωί  θέλανε να σφάξουνε το γουρούνι τους και δεν είχανε ένα χέρι να τους βοηθήσει. Καθώς ξέρεις γυναίκα, είπε ο πατέρας , η τύχη σε κείνους τους ανθρώπους πέρασε πολλές φορές από τη πόρτα τους.  Την ταίσαν την πότισαν και της είπανε να μείνει. Και θα έμενε. Το κακό τους το ριζικό όμως σκασμένο από τη ζήλια που θα τους έχανε, έβαλε τα δυνατά του και την έδιωξε.  Ας ανοίξουνε όμως τα πράματα. Κρέας, αλεύρι, ένα ολόκληρο καρβέλι, μια νταμιτζανίσα λάδι, κάμποσο τυρί σε μια γκαβαδίτσα και σε ένα τενεκεδάκι ολόγλυκο μέλι. Πάρτε τα για τα παιδιά σας είχε πει η Σοφία.

Η δική μας μοίρα δεν μας αγάπησε .Χαρείτε τα Χριστούγεννα  στο σπίτι σας και όταν πάτε στην εκκλησία αύριο να γιορτάσετε τον ερχομό του Κυρίου , πέστε του ότι τα πλάσματα του είμαστε και μεις και τον φοξάζουμε. Ανάφτε και μια λαμπαδίτσα εκ μέρους μας. Και ανοίγοντας ένα κουτάκι έβγαλε από μέσα ότι χρήματα υπήρχανε και τάβαλε στο χέρι του ψαρά.

Να γιατί στη θεία ακολουθία της Γέννησης η μάνα η γυναίκα του ψαρά είχε στυλωμένα τα βουρκουμένα της μάτια στην εικόνα της Παναγίας και ακούστηκε να ψιθυρίζει «Σ’ευχαριστώ Παναγία μου με όλη μου την καρδιά για τη βοήθεια σου αλλά έχω ακόμα μια παράκληση και μη με μαλώσεις . Στείλε την ευλογία και την Χάρη σου στους μοναχικούς ανθρώπους και γλύκανε αυτές τις άγιες ημέρες την πίκρα της μοναξιάς τους.

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2021

Ιούλιος 1999- Η Ευχή της Μάνας .Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 

Ιούλιος 1999- Η Ευχή της Μάνας

Η Θεία Αντώνενα από την Χώρα, ζύμωσε, έπλασε τα καρβέλια και τα έβαλε στη μεγάλη της πινακωτή. Αφού άπλωσε και στον ταβά τη μπομπότα που έσασε με φρέσκο καλαμποκένιο αλεύρι που της έστειλε ο αδελφός της ο μυλωνάς από τη Λάλα, τα σκέπασε να ανεβούνε και βγήκε λίγο κειδά μπροστά στη βεραντίτσα της να πάρει μια ανάσα. Ακούστηκε μια φασαρία τότε και γύρισε να δει. Πίσω από το σπίτι της στο δρόμο για την Μακρινίτσα, ερχόντουσαν τρια τέσσερα ζα με ριγμένα πάνω τους μεσοσάμαρα, απλωτές βελέτζες και μπατανίες , σεντόνια ουγίτικα και ριγωτά, λογής λογής άλλα προικιά και πάνου πάνου για να φαντάζουνε πιο πολύ, τα ολοκέντητα μαξιλαράκια του καναπέ. Αχ, αναστέναξε . Ξένοιασε η Δεσποινιώ η Φρατζέσκενα και από την Τρίτη της κόρη. Την πάντρεψε και αυτή. Να δούμε εγώ τι θα κάνω πούχω κι εγώ τρεις. Πρέπει μονάχη μου να νοιαστώ και να μη περιμένω από τους γιούς μου τους μπερμπάντηδες βοήθεια. Εξόν από κείνο το μπιρμπιλομάτικο το μικρό.Άντε τώρα Καλλιοπίτσα , είπε στον εαυτό της να κάψεις το φούρνο να ρίξεις τα ψωμιά και μετά να βάλεις στην σιδεροστιά το τσουκάλι μ τα κουτσά που φουσκώσανε ούλη νύχτα ξεματιασμένα μέσα στο νερό, να καθαρίσεις τα κρεμμυδάτσα που θα ρίξεις μέσα και τις μελιτζάνες , μια γιομάτη κουταλιά μπελτέ και μην ξεχάσεις ρίγανη και μυροδάφνη. Στείλε και την Δήμητρα πέρα στο Ρουμπή να πάρει λίγη κανελίτσα και δυο κλωνιά μπαχάρι να τους ρίξεις να πεντήσουνε.

Μη σκας για τα άλλα. Ούλα θα γένουνε με τον καιρό τους. Ορίστε. Η Λευτέραινα δωνά πιο πέρα, είχε πέντε. Μια μια έβγαλε τις τέσσερις από πάνου της. Βέβαια ήτανε νοικοκυράδες και καλόκαρδες. Μη μου πείτε όμως ότι ήτανε πιο όμορφες από τις δικές μου! Είπε και καμαρώθηκε χαμογελώντας.

Μονάχα η μικρή της είναι όμορφη. Για κείνη φουμιέται που την έκανε δασκάλα. Και επειδή είναι ροδομάγουλη σα βερύκοκο, την λέει βερυκοκιά. Δεν έχει πάρει είδηση ότι τώρα υπάρχουνε πούντρες και κοκκινάδια και ούλες μπορούνε να γίνουνε βερύκοκα. Άμα μεγαλώσει το δικό μου το μπιρμπιλομάτικο, θα το κάνω και εγώ μηχανικό. Και όχι ότι κι ότι. Μηχανικό παπορίσο. Να πηγαίνει στις Ιντίες και στο Μισίρι και να κουβαλεί μετάξα και μαλαματικά. Να σου ντύσω γω τούτες , κούκλες! Και τότε να δεις γαμπροί. Τους καλύτερους θα διαλέξω.

Τέτοια σκεφτόταν η καλή μάνα όταν σταμάταγε τις δουλειές της για να πάρει μια ανάσα. Πέρασε ο καιρός, πάντρεψε μια μια τις κόρες, νοικοκυρευτήκανε τα μπερμπάτικα , έγινε και το μπιρμπιρομάτικο μηχανικός. Τότε, ο γείτονας της ο Άη Παντελεήμονας της έστειλε μήνυμα. «’Έλα πόθε Καλλιόπη γιατί έχω κάτι σοβαρό να κουβεντιάσω μαζί σου. Για να μην κουραστείς θα στείλω γω να σε φέρουνε στα χέρια πάνου. «

Όταν ξεκίνησε να πάει ακούστηκε ένα καμπανάκι, νταν νταν ,ένα καμπανάκι της ψυχής της φουρ φουρ φτερούγησε πουλί ανάλαφρο στους ουρανούς.

Από τότε, όταν είναι μέρες αναστάσιμες η ψυχοσάββατα, σκαρφαλώνει ψηλά ψηλά στον τοίχο που χωρίζει τον κόσμο τούτονε με κείνον πούνε τώρα, ρίχνει τη ματιά της κατά δω, βλέπει ούλα τα άλλα και μαζί και το μπιρμπιλομάτικο νοικοκυρεμένο με κείνη που διάλεξε η καρδιά του, με παιδιά και με εγγόνια τώρα πια, και μαζί με την ευλογία του Θεού δίνει και κείνη την ευχή της.

 

 

Νοέμβριος 2000- Ο Μπαστούρας. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή

 

Νοέμβριος 2000- Ο Μπαστούρας

H καημένη η Βαγγελίτσα! Λίτσα την λέγανε τώρα. Θυμούτανε με νοσταλγία τη νονά της που συχνά πυκνά της φώναζε. Έλα παδά Βαγγελιώ! Έλα κορικάτσι μου, έλα μαναράτσι μου να βοηθήξεις να μπαστουρώσω τις κατσίκες. Πάγαινε η Λίτσα κοντά, κράταε την κατσίκα από τα κέρατα και η γιαγιά της έδενε τα πόδια ένα μπροστά και ένα πισινό με ένα σκοινάκι για να μην αλαργεύουνε. Το έλεγε αυτό, μπαστούρωμα.

 Τη βαριότανε η Βαγγελίτσα τέτοια ζωή και πότε πότε με κάτι κατσάρια στα ποδαράκια της, πότε ξυπόλητη ερχούτανε δω κάτου στο σκολείο να μάθει γράμματα να ξεστραβωθεί , να γένει άνθρωπος.

Τέλειωσε άξια και καλά και με κάτι κατουρημένες ποδιές που φίλησε, κατάφερε και μπήκε σε μια υπηρεσία που είχε πάρε δώσε με λεφτά και με οξωτάρηδες. Στρώθηκε καμαρωτή σε ένα γραφείο πρώτα, αλλά επειδή ήταν καλή και τίμια, την βάλανε στο ταμείο. Τι ωραία που είχε περάσει τότε! Ερχούντανε οι άνθρωποι, αγροτικοί οι πιο πολλοί και πότε δίνανε και τις πιο πολλές φορές πέρνανε χρήματα. Θυμάται μια φορά,ένας χωρικός της έφερε δώρο μια γυαλίτσα μέλι, άλλος ένα σακούλι καρύδια, ένα κεφάλι τυρί, και μια φορά, Χριστούγεννα ήτανε, της έφερε ένας Καβοντορίτης ένα λοκάνικο δυο μέτρα μακρύ. Και κάτι άλλα, και κάτι άλλα, που να τα θυμηθεί όλα με μιας. Θυμούντανε όμως και ανατρίχιαζε με τον κόκορα. Ένας οξωτάρης που είχε αμπέλια, όταν πήρε την επιδότηση της έχωσε με την χερούκλα του  μένα πεντοχίλιαρο μέσα στον κόρφο της και την άλλη μέρα ήρχε πάλι κεφάτος και γελαστός φέρνοντας ένα κόκορα. Αυτό για σένα! Της είπε, και τον άφησε πάνου στο γκισέ.  Ξαφτούρισε ολοίσα το πουλί, στάθηκε για λίγο στον ώμο της και μετά άρχισε να πηδάει από δω και από κει, σαν τρελό. Έκραζε σαν τον άρχοντα της κόλασης και λέρωσε και το πάτωμε σε δυο τρεις μεριές.  Κιτρίνησε η κυρά Σοφία η καθαρίστρια από το κακό της και τον βούτηξε και τούκοψε το κεφάλι επί τόπου. Ύστερα τον θέρμησε , τονε μάδησε  και ο άλλο βράδυ ούλοι μαζί παρέα, τον φάγανε σε μια ταβέρνα όπου γλεντήσανε του καλού καιρού. Ο διευθυντής της ήτανε καλός άνθρωπος.  Τις πιο πολλές ώρες μάλιστα έλειπε από κει μέσα στο απέναντι καφενείο. Ερχότανε μόνο για υπογραφές και τους είχε αφήσει αλιμπερτά. Επειδή όμως το αναγνωρίζανε που τους είχε ελευθερίες , κάνανε τα αδύνατα δυνατά και η δουλειά πήγαινε ρολόι. Παράπονο κανένα και από πουθενά. Στον επόμενο διευθυντή ακόμα πιο καλά. Μέχρι και ράδιο ακούγανε , εφαρμόζοντας το , εργασία και μουσική.

Και πάλι καλά πηγαίνανε όλα. Ώσπου μαύρη ώρα και άραχνη. Ο τρίτος διευθυντής ήτανε πολύ τυπικός. Μη τούτο, μη κείνο. Όχι όξω από το γραφείο, όχι πολύ ώρα στην τουαλέτα, όχι ψου ψου ψου  μεταξύ σας! Και στο ωράριο, κέρβερος!

Τότε θυμήθηκε η Λίτσα την συγχωρεμένη τη γιαγιά της . Και θυμήθηκε ακόμα ότι άμα οι κατσίκες ήτανε λεύτερες βγάζανε πιο πολύ γάλα, ενώ μπαστουρωμένες το γάλα τους λιγόστευε και τρομάζανε να μαζέψουνε για να κάνουνε τον τραχανά και τους φιδέδες τους. Ζητάγανε δανεικό από τη γειτονιά.

Σε μια δόση λοιπόν που εκείνος έλειπε, τους μάζεψε όλους και τους το είπε. Και κατέληξε.

«Θα κάνουμε ότι και οι κατσίκες. Όσο είμαστε μπαστουρωμένοι θα αποδίδουμε λιγότερο στη δουλειά. Λέω μάλιστα, όσο καιρό θα είναι εδώ τούτος ο κύριος, να τον λέμε μεταξύ μας ο μπαστούρας!» Έτσι και έγινε. Από τότε περάσανε καιροί και καιροί. Ο διευθυντής πήρε κάποτε μετάθεση. Οι άλλοι πίσω, ξεχάσανε και το όνομα του. Όποτε όμως τον θυμούνταν, τον έλεγαν με το παρατσούκλι του. Ο μπαστούρας.

 

 

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

3 Χρονογραφήματα του Α.Κ στην Καρυστινή.

 

ΜΑΙΟΣ 1999 -  ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΥΓΟΝΙΑ

Η θείτσα η Μακρούνενα από τη Μουρτιά, μόλις της είπε ο άντρας της ότι θάρχει γαμπρός να ζητήσει την Πιπινίτσα τη μικρή τους κόρη, άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της.

Μη μου το κάνεις τσοδά μαύρε μου γιατί θα σε πάρει τσε θα σε σηκώσει. Γω ξέρω ότι πάππου προς πάππου παντρεύεται πρώτα η μεγαλύτερη τσε μετά η κάθε μια με τη σειρά που γεννήθηκε. Δεν θα μου κάνεις συ τσενούργια τσάπια γιατί ουλοίσια θα πάω να πέσω στο πηγάδι της Παναυκώλενας να πνιγώ . Τέτοιες ντροπές δεν τις εμποράω.

Τι να κάνει κι αυτός? Την άκουσε.

 Έτσι ένα απόγευμα που ήρχε ο Λευτεράτσης του Γεροκωσταντή να ζητήσει τη Πιπινίτσα που αγάπαγε, αλλιώς τα λογάριαζε και αλλιώς τα βρήκε. Μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος ο Λευτέρης και όπως τόχε ταμένο της Πιπινίτσας πριν φύγει για στρατιώτης έτρεξε να την ζητήσει.  Θέλω τη κόρη σου! Είπε στον πατέρα της . Και πριν άλλη κουβέντα, απάντησε ο γέρος.

Να την πάρεις ,δική σου και κατάδική σου, και αμέσως έτρεξε στο μπαστικό. Και μέσα είχανε κλειστεί και οι τέσσερεις κόρες του μόλις ακούσανε ότι θάρχει γαμπρός και λαχταρισμένες , είχανε κολλήσει το μάτι τους στη χαραμάδα  της πόρτας να δούνε ποιος είναι και ποια θα ζήταγε. Ζύγωσε ο γέρος και φώναξε. Μαριγώ, ε Μαριγώ! Έλα παδά! Μαριγώ ήτανε η τριαντάρα , η μεγάλη πια. Έτρεξε κείνη και τότε δείχνοντας της το Λευτέρη τη ρώτησε.

Τούτος δω είναι καλό παιδί και μου ζήτησε τη κόρη μου . Επειδή εσύ είσαι της πρόβας , εσένα του δίνω. Τι λες? Σου κάνει?

Τον κοίταξε εκείνη και της φάνηκε πιο γλυκός και από λουκούμι που την είχανε κεράσει όταν χόρευε μπροστά, πάνου στο Πανοχώρι  στο πανηγύρι της Παναγίας. Θα έλεγε όχι?

Μου κάνει! Μου κάνει! Είπε μάνι μάνι . Κοκκάλωσε ο Λευτέρης αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Γυναίκα ζήτησε, γυναίκα του δίνανε. Δαγκώθηκε για να μη φωνάξει ότι για την Πιπίνα πήγε, αλλά μια σκέψη του πέρασε από το νου και τον έκανε να κρατηθεί.

Βρε πάρε τούτη, σκέφτηκε, για νάχεις το δικαίωμα να μπαινοβγαίνεις και θα δεις τι θα κάνεις με την άλλη. Έτσι παντρεύτηκε τη Μαριγώ. Επειδή όμως τα χωράφια και τα ζωντανά του ήτανε κάτου στο Καστρί, λίγες φορές έμενε μαζί της. Τις πολλές βραδιές έμενε στο Καστρί. Συγύρισε την καμαρίτσα που είχε κει κάτου, τη νοικοκύρεψε και κουβάλησε μερικά καινούργια νοικοκυριά. Πέταξε το κρεβάτι με τα στρίποδα και το αχιουρένιο στρώμα και αγόρασε διπλό ντιβάνι με στρώμα μπαμπακένιο. Τι θα ντα κάνεις τσάδα μαθές? Ρώτησε η Μαριγώ. Θάρχω τσε εγώ τσε κάτου?

Όχι όχι! Της απάντησε. Τι να κάνεις εσύ μέσα στους σκορπιούς τσε τις όχεντρες? Κάτσε τσει που είσαι!

Πονηρεύτηκε η Μαριγώ και το κουβέντιασε με τη φιλενάδα της τη Χαρατσίνα.

Πάμε μωρή μια βραδινή απόκρυφα, απόκρυφα, να τηράξουμε! Της είπε εκείνη. Το είπανε! Το αποφασίσανε! Μόλις νύχτωσε κουκουλωθήκανε για να μην γνωρίζουνταν, πήρανε λαδοφάναρο να βλέπουνε στο δρόμο και κινήσανε για το Καστρί. Όταν ζυγώσανε , ακούσανε σκανταλέματα και γέλια. Βάλανε το μάτι τους στην τρύπα της πόρτας και τους ήρχε λυγοθυμιά. Κοντά στο τζάκι ο Λευτέρης και η Πιπινίτσα ψένανε στη χόβολη κουκιά μπούλους πειραζόντουσαν αναμετάξυ τους και ξεραίνουνταν στα γέλια. Τώρα? Είπε η Μαριγώ. Ούτε τώρα, ούτε ξετώρα! Της απάντησε η Χαρατσίνα. Κατουρημένες τσε ακατούρητες  πάμε να φύγουμε. Τσε να καταλάβουμε τσε εμείς ούλοι ότι όποιος κλέβει την αγάπη του αλλουνού, λούζεται τις πομπές του.

 


Σεπτέμβρης 2000 – Η ΕΦΤΑΛΕΦΤΡΟΥ

Τώρα? Τι θα έκανε τώρα που η Γαρυφαλίτσα του γύρισε από το αμπέλι στα κακά της χάλια? Είχε πάει να μαζέψει τα Καμπανά κι εκεί την τσίμπησε ψηλά, κατά ψηλά στο μπούτι της μια μαύρη φαρμακερή αράχνη. Μια εφταλεφτρού. Έπρεπε λοιπόν να βγάλει μάνι μάνι το σκοινί από τα σαμάρι της γαιδουρίτσας , να το δέσει κούνια στη μουριά, να μαζέψει εφτά Μαρίες να την κουνήσουνε και να πούνε τα μαγικά ξόρκια για να φύγει από πάνου της το κακό γιατί αλλιώς όπως το φεγγάρι γυρνάει στη χάση του, θα πήγαινε η Γαρυφαλίτσα στο χαμό της.

Που να βρει εφτά Μαρίες? Και μάλιστα τώρα? Στο Κατσαρώνι υπήρχε μόνο μια κι αυτή γριά ξεκούτα. Στους Καρεούς άλλη μια κι αυτή μεσοβέζα και μόνο μια και καλή στη Μαμαλιά, η κουμπάρα του που όμως τούτες τις μέρες έλειπε στη μάνα της στα Βελούσα.

Πήγε και βρήκε στον κουμπάρο του. Γιώργη μου και κουμπάρε μου την χάνω τη Γαρυφαλιά μου . Και ξέρεις εσύ πόσο τη στιμέρνω. Την πήρα χωρίς βρακί που λέει ο λόγος και την έβαλα κυρά κι αφέντρα μέσα στα καλά μου και μονάχα η σκάση μου είναι πως ακόμα δεν έχουμε κλήρα.  Σώστηνε και θα σου χαρίσω τη μια από τις μουσκίδες.

Ο άλλος έκανε πως το σκεφτότανε στην αρχή και ολοίσα μετά απάντησε.

 Ξέρω μωρέ κουμπάρε ένα κόλπο χωρίς Μαρίες και κουραφέξαλα αλλά θα πρέπει η κουμπάρα να μείνει ούλη νύχτα σπίτι μου. Και τώρα δα καθώς λείπει η νοικοκυρά μου ντροπή να σου το πω.

Βρε να σωθεί ο άνθρωπος μου θέλω γω τσε τ ΄άλλα ούλα χέστα με το συμπάθειο. Λέω που λες να σου τη φέρω νύχτα και το πρωί σου τάχα μου , τη γυρίζεις κι αν είναι καλά όπως λες παίρνεις και τη μουσκίδα. Έτσι και έγινε. Πήγε ούλη τη νύχτα η Γαρυφαλίτσα στη Μαμαλιά παρέα με τον Γιώργο όπως τάχανε συννενοηθεί και η εφταλεφτρού ήτανε για να κλείσουνε τα μάτια του Βαγγέλη της και την άλλη μέρα ντούρα κοτσονάτη κι ευχαριστημένη την έφερε ο κουμπάρος στο σπίτι καβάλα στο μουλάρι.

Φχαριστήθηκε ο Βαγγέλης και πήγαινε να φέρει τη μουσκίδα αλλά ο άλλος πιάστηκε από την ευκαιρία. ‘Άσε μωρέ κουμπάρε! Δεν έκανε δα και τίποτα. Αλλά βολά άμα σου κάνω κάτι πιο αναγκαστικό και έχεις την ευχαρίστηση, μου τη δίνεις.

Τώρα που το λες κουμπάρε μου να στο ξομολογηθώ. Παλεύω τις βραδιές παλεύω τα απομεσήμερα κλήρα δεν βλέπω. Μπας και ξέρεις κανένα κόλπο και για κείνο?

Θα το σκεφτώ , είπε ο κουμπάρος. Άμα θυμηθώ πως γίνεται θα έρθω το βράδυ και αν είναι τώρα που ακόμα γιομίζει το φεγγάρι και λείπει η Γιώργαινα θα τη σκαρώσουμε τη δουλειά. Άκουγε η Γαρυφαλιά και μια ανατριχίλα πέρναγε στο κορμί της.

 Άσε άντρα μου, με τον καιρό θα τα καταφέρεις. Δεν είναι ντε και επείγον. Αν πάλι επιμένεις μην σου χαλάσω την καρδιά. Συμφωνάτε με τον κουμπάρο και γω η έρμη ότι είναι το ριζικό μου θα το δεχτώ. Τα συμφωνήσανε λοιπόν και όσο έλειπε η Γιώργαινα και γιόμιζε το φεγγάρι , γιόμιζε και η Γαρυφαλιά χαρές. Με κάτι μήνες όταν φανήκανε τα αποτελέσματα από κείνες τις χαρές , φόρτωσε ένα σακί σιτάρι μεσοσάμαρα  στη γαιδουρίτσα ο Βαγγέλης έδεσε και τη μουσκίδα στο σαμάρι να ακολουθεί και ανηφόρισε στη Μαμαλιά.

Κουμπάρε μου έφερα το τάμα  μου επειδή είμαι υποχρεωμένος μαζί σου γιόμισα και ένα σακί σιτάρι. Νάσαι καλά, να έχεις την ευχή μου και άμα σε ξαναχρειαστώ θέλω να μου τάξεις πως δεν θα πεις όχι.

 

Ιούλιος 2000- Ο Κόκορας

Στο τεύχος διαβάζουμε για το κτήσμα στα Καλύβια μέσα στον χώρο του σχολείου, ότι είναι παράνομο, επίσης συνεχίζεται η διαμαρτυρία για το σχέδιο Νατούρα όπου οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες γιατί δεν υπήρχαν προβλέψεις για απλά πράγματα, όπως για τον κάμπο όπου είχαν ονομάσει τις σουβάλες του εργοστασίου τούβλων, λίμνη! Οι κάτοικοι ήταν εξαγριωμένοι.

 

Μα τι λες μωρή Στερού? Πότε γεννήκανε τσαδά τσαδά στε γω δεν πήρα νόγα? Πέρνε ψες το γιόμα ο διαναής ο αγροφύλακας τσε μου τάπε. Τα κουβεντιάζανε κάτου στο γιαλό, στο καφενείο του Φάντη. Πάμε όμως τσα πάνου στη στρογέρα γιατί φυσάει ο διάλος τσε παδά πούμαστε το φέρνει κουρσούμι , να κουμπήσουμε σε τσείνο το κωλάθουρο , να σου τα επώ. Η Σοφία, η τσουλίνα και η Αστερού, η σπιρτέδενα με τη ρόκα στο ένα χέρι στερεωμένη στη ζώνη της μπροστέλας τους και το αδράχτι στο άλλο, είχανε βγει πάνου πάρα πάνου ίσαμε τον Άη Συμιώ να βοσκήσουνε τις ντρένιες τους. Όταν καθήσανε , συνέχισε η Αστερού, την κουβέντα. Ξέρεις δα, την Σμαραγδίτσα από τα Μηδουλαίους. Τσε ξέρεις ότι έχει παντρεμένη την εγγόνα της τόδε χάμου. Με το που γκαστρώθηκε τσείνη η εγγόνα τσε επειδής τσείνος ήθελε σερνικό τσε τσείνες ήντουνα πάπου προς πάππου θηλικομάνες , φωνάξανε τη Φιλιά από το Περναράκι να τους κάνει κάτι μαγικά που ήξερε. Είρχε που λιες η Φαλιά τσε το πρώτο που έκανε ήτανε να ανεβεί στο λιακό τσε να βάλει τον τσούλιντρα όρθιο. Έδειγνε μαθές έτσι ότι ο λιακός ήτανε σερνικός , ύστερα σταύρωσε 2 καλάμια τους έβαλε ένα παλιό σακάτσι τσεινού τσε ένα κούκο να φαίνεται άνθρωπος τσε κρέμασε τσει που πρέπει ένα μπούλο ώστε τσε το στοιχιό να φαίνεται σερνικό. Μετά τους είπε να δέσουνε ένα βαρβάτο κόκκορα όξω από την πόρτα της κάμαρης ώστε να ακούει το όβρυο το κουκουρίκου τσε να γένει τσε τσείνος κόκορας. Άμα ήρχε η ώρα της γέννας, τσε πήγανε στο νοσκομείο πήγε τσε η Σμαραγδίτσα να παρασταθεί γιατί η κόρη της δε φέλαε. Βγήκε καμιά φορά η νοσοκόμα  από το χειρουργείο τσε έφερε τα μαύρα νέα. Θηλυκό, τους είπε.  Όμως να περιμένουμε γιατί θα κάνει τσάλλο. Σε ώρα ξαναβγήκε η χρουσούζα η μαυρογόνατη. Πάλι θηλυκό. Τα’ ακούς Σοφιά μου? Τσε δύο τσε θηλυκά.

Τσεινού τούρχε ταμπλάς αλλά τσε η γριά έγινε τούρκα.

Την άλλη , βούτηξε τον κόκορα παραμάσχαλα τσε μια λιμπίδα στο χέρι τσε έφτασε στη πόρτα της Φιλιάς. Τα φτερά του μωρή να βγάλεις στα μάτια τσε να μη λέπεις την καταράστηκε τσε μεμιάς έκοψε με τη λιμπίδα το τσεφάλι του πετεινού τσε της τον πέταξε μέσα στην αυλή. Η Φιλιά δεν μίλησε ντιπ παρά θέρμισε το πουλί, το μαγέρεψε ωραία τσε καλά με ντοματίτσα, έσασε τσε μπαζίνες με μπόλικο τυρί τσε τις τσιγάρισε με βούτυρο της γίδας τσε ολοίσα παράγγελε στον άντρα της εγγόνας, έλα πάνου σε θέλω, επείγον. Τούβαλε στο τραπέζι  το λαχταριστό φαί τσε κρασί μπόλικο σπιτικό που είχε ριγμένα πρώτα  κότσινη πιπεριά και φτερή για να τον κάνει να φουντώσει. Όσο τσείνος έτρωε και έπινε , έλεγε η Φιλιά τα παράπονα της . Το τσε μούκανε η γιαγιά της γενέκας σου.. Τι φταίω γω η λάγια αφού δεν ακούσανε τις ορμήνειες μου? Εγώ τις δασκάλεψα το τι τσε το πώς έπρεπε να το κάνουνε για να γένουνται τα παιδιά σερνικά. Εγώ ούλο σερνικά έκανα καλή τους ώρα. Ήξερα όμως το πώς τσε μάθαινα τσε το συγχωρεμένο μου .Μήπως θέλεις να σε μάθω τσε σένα? Τσείνος δεν είπε όχι..

 

 

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Μάρτιος 1999 – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ. Χρονογράφημα Α.Κ στην Καρυστινή.

 

Μάρτιος 1999 – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Μάνναααα!! Πετάχτηκε αλαφιασμένη !! Πάλι ονειρευότανε! Πως την πλανεύει Θέμου η καρδιά της! Είχε επιστρέψει αργά τη νύχτα από τη λειτουργία της Αναστάσεως και έγειρε κειδά στον καναπέ, πίσω από το παράθυρο της αυλής για να ακούσει το γυρισμό του. Φαίνεται πως με τη λαχτάρα της προσμονής την πήρε ο ύπνος. Και νάτο πάλι το συνηθισμένο όνειρο. Από τότε που πήρε το γράμμα του , ότι μέχρι το καλοκαίρι θα έρθει να τη δρι, όλο τον ερχομό του ονειρευότανε.

Γύρισε το βλέμμα της στην κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι , μέσα στην καλή της φρουτιέρα , έλαμπαν κατακόκκινα τα αυγά και πάνω από το νεροχύτη κρεμότανε το σφαχτό. Η καρδιά της που την ξελόγιαζε , τώρα σφίχτηκε. Σαν σε γρήγορη τρεχαλητή ταινία , ήρθαν οι θύμησες στην μνήμη της. Ήτανε μοναχοπαίδι. Έζησε και μεγάλωσε στο σπίτι τους κοντά στην Δρυμωνιά, μέσα στα καλά του Θεού. Τα αηδόνια κελαιδούσανε κάθε Άνοιξη, Καλοκαίρι γύρου γύρου στο περιβόλι τους. Οι γονείς της τη λάτρευαν και για χάρη της αγάπησαν και κείνον που όταν μεγάλωσε ζήτησε να τη παντρευτεί. Η ευτυχία και η χαρά σεργιάνιζαν μέσα όξω στο σπίτι τους. Όταν δε , έκανε και το Δημήτρη της, τότε τα αηδόνια κελαιδούσανε και το Χειμώνα πάνου από το κρεβατάκι του παιδιού.

Μετά, ήρθανε οι θλίψες. Πρώτα πρώτα, αποχαιρέτησαν για το μεγάλο ταξίδι τους γονείς της.Σε λίγο, ένα ατύχημα της στέρησε τον αγαπημένο της άντρα. Έμεινε μόνη με το παιδί. Ένα παιδί που είχε λατρεία στην θάλασσα. Ήθελε να γίνει καπετάνιος. Δεν του χάλασε τη καρδιά. Τον έστειλε στην σχολή και μόλις πήρε το χαρτί του μπαρκάρησε. Αρχίσανε οι αγωνίες και η προσμονή για τη μάνα. Το δεύτερο χρόνο βγήκε  σε ένα λιμάνι της Αμερικής να δει τη θεία του, την αδελφή του πατέρα του. Και εκεί του γέλασε η τύχη με τη μορφή μιας όμορφης κοπέλας  ανηψιάς του θείου του. Δεν ξαναγύρισε στο καράβι. Έμεινε εκεί. Παράνομα , χωρίς χαρτιά, αλλά έμεινε. Τόγραψε της μάνας. Χάρηκε εκείνη και μέσα από την καρδιά της έδωσε την ευχή της. Γλύτωσε από την αγωνία της θάλασσας, όμως τώρα την έπνιγε ο καημός της ξενητειάς. «Μόλις τακτοποιήσω τα χαρτιά μου θα έρθω να σε δω!» Της είχε γράψει . Τα χρόνια περνάγανε. Κοντεύανε τα δέκα όταν ήρθε το τελευταίο γράμμα. Μέχρι το καλοκαίρι θα είμαι εκεί! Της είχε γράψει από τα μέσα του Φλεβάρη. Από τότε τον περίμενε. Όταν ζύγωνε το Πάσχα, η καρδιά της έλεγε πως όπου νάναι θα φανεί. Γαλάχτισε το τζάκι , τις αυλές και τις παγκάδες της, φρεσκάρισε τις γλάστρες και τα λουλούδια και τη Μεγάλη Πέμπτη έβαψε μπόλικα αυγά. Παράγγειλε και στον κουμπάρο της τον χασάπη ότι το καλό κατσίκι από τη γίδα της, να της το ετοιμάσει και να της το στείλει στο σπίτι  γιατί φέτος θα το χρειαστεί. Και τώρα? Όχι μόνο δε ήρθε ο Δημήτρης της αλλά ούτε γράμμα του δεν πήρε. Και ξημέρωνε Λαμπρή με το όνειρο του γυρισμού του που έβλεπε να τη βασανίζει.

«Μάνα, ε μάνα!» Ξανακούστηκε η φωνή γεμάτη αγωνία τώρα. Με φτερά στα πόδια της έτρεχε στη πόρτα. Όχι δεν ήταν όνειρο!  Εκεί, στην μέση της αυλής της ανάμεσα σε βαλίτσες στεκότανε ο λεβέντης της! Το παιδί της! Και δίπλα του ένα οχτάχρονο κοριτσάκι. «Ήρθα μάνα! « της έλεγε όσο την αγκάλιαζε.’ Σου έφερα την εγγονή σου!!

Τρέξανε όλοι μαζί μέσα στο σπίτι . Τι χαρά ήτανε τούτη δω! Τι ευτυχία!! Όσο προσπαθούσε η μάνα να τους περιποιηθεί, τον άκουγε να της μιλάει. Ήρθαμε με το αεροπλάνο και από κει κατευθείαν  ήρθα εδώ με ταξί. Ήθελα να κάνουμε μαζί Ανάσταση. Για πότε μάνα και γιος ετοιμάσανε το σφαχτό, για πότε ανάψανε το τζάκι για να το ψήσουν μπροστά στα χαρούμενα έκπληκτα μάτια του παιδιού! Το μεσημέρι, όταν τσούγκρισαν τα αυγά και τα ποτήρια τους, ο γιος είπε. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΜΑΝΑ! –Αληθώς Ανέστη ο  Κύριος γιέ μου! Απάντησε εκείνη και ένα διαμαντένιο δάκρυ χαράς κύλησε από τα μάτια της.

 

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΛΙΡΑ. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 

Δεκέμβρης 2001 – Η ΛΙΡΑ

Σημαντικές ειδήσεις της χρονιάς.

Τον Δεκέμβρη του 2001 ημέρα Σάββατο ξεκίνησε μια καταρρακτώδη βροχή που συνεχίστηκε μέχρι και την Δευτέρα 3 Δεκέμβρη. Το αποτέλεσμα ήταν η ολοσχερής καταστροφή του τοπίου στην Αγία Τριάδα στο Νικάσι. Μοναδικοί γεωλογικοί σχηματισμοί από λείες πέτρες μεγάλης επιφάνειας σε μήκος και πλάτος ανάμεσα σε τεράστια πλατάνια και πηγές που ανάβλυζαν πλούσιο νερό. Μαύρη μέρα για το τοπίο της περιοχής μας.

Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους άρχισε η λειτουργία του νέου Γυμνασίου και Τεχνικού Λυκείου.

Όλη τη νύχτα πάλευε η χιονιά και το πρωί είχε κουμπώσει κάμποσο από το χιόνι της στην κεφαλή και στους ώμους της Όχης. Αγκομαχισμένη κάνει από το βάρος  τινάχτηκε μια και το κατρακύλησε μέχρι την αυλή της Χουντάσενας κάτου στους Μύλους. Δω χάμου όμως στην πόλη , μόνο έτσι τσίφουρο μαζί με ένα τσουχτερό κρύο μας κάνανε την επίσκεψη. Παραμονή Χριστούγεννα και ούλα τα τζάκια καπνίζανε. Οι νυκοκυράδες πασκίζανε να κάνουμε καπνιστά τα λουκάνικα και τα ψαρονέφρια και να βράσουνε τους πασπαλάδες. Από τους σπιτίσιους φούρνους μαζί με τον καπνό απλωνότανε και μια μοσκοβολιά από φρεσκοψημένο ψωμί και μυρωδάτους κουραμπιέδες. Ερχότανε μέρα μεγάλης γιορτής. Μονάχα στο σπίτι της  Ελένης φαινότανε κλειστό και άκαπνο. Από τον Αύγουστο που ο άντρας της είχε κινήσει για ψάρεμα και τον έπιασε κείνο το άγριο μελτέμι , ούτε κείνος  ξαναφάνηκε ούτε η βάρκα του. Έμεινε η Ελένη χήρα με συντροφιά τη φτώχεια της και τα δύο ορφανά της αγόρια  8 και 6  χρονών. Ξενοφερμένη ήτανε, κανένανε δε είχε κοντά της για της δώσει ένα χέρι βοηθείας.

Όποτε της δίνανε ξένη δουλειά, δούλευε όσο μπορούσε για να τα φέρει  βόλτα. Δύσκολα χρόνια πριν τον πόλεμο. Φτωχά, μίζερα Ποιος να νοιαστεί για τα ορφανά όταν τα πιο πολλά νοικοκυριά ζούσανε με δυσκολία? Έτσι τα δυο ξυπόλητα αγόρια , βγήκανε πρωί πρωί να πούνε τα κάλαντα για να μαζέψουνε δεκαρίτσες να πάρουνε ψωμί και αν φτάνανε θα πέρνανε και από ένα καραμελένιο κοκοράκι.

Πίσω από τον Άγιο Νικόλαο ήτανε το αρχοντικό της κυρά Μήτσαινας. Καλωσυνάτη γυναίκα, πονόψυχη. Το ξέρανε τούτο τα παιδιά, γι αυτό αφήσανε να της τα πούνε  τελευταία τελευταία. Που ξέρεις? Μπορεί μαζί με τη δραχμίτσα που σίγουρα θα τους έδινε, να τους γέμιζε και τις τσέπες στραγάλια μαζί με σταφίδες. Το ακούτε? Σταφίδες! Θεούλη μου!! Τι γλυκιές που ήτανε!?

Όταν φύγανε από κει φχαριστημένα και τρέξανε σπίτι για να μετρήσουνε τις δεκάρες μαζί με τη δραχμή στη μάνα τους και να προφτάσουνε το φούρνο να πάρουνε ψωμί, η μάνα τους μόλις είδε τη δραχμή τα μάλωσε και τους είπε να τρέξουνε ολοίσα να την δώσουνε πίσω στη κυρά Μήτσαινα. Παραξενευτήκανε τα παιδιά αλλά κάνανε ότι τους είπε η μάνα. Και τότε , δεύτερη απορία τους περίμενε. Η κυρά Μήτσαινα  όταν της δώσανε τα παιδιά το νόμισμα, διαπίστωσε ότι αντί να τους δώσει δραχμή όπως συνήθιζε, πάνου στην φούρια της και κουρασμένη από τις δουλειές , τους είχε δώσει μια λίρα , από κείνες που έκρυβε για την προίκα της κόρης της.

Περιμένετε παιδιά μια στιγμή!! Είπε. Μπήκε μέσα και τους έφερε από ένα λαχταριστό μελομακάρονο. Φάτε το παλλικαράκια μου , τους είπε, και να πάτε να πείτε στη μάνα σας  να έρχει εδώ τώρα αμέσως γιατί τη θέλω. Όταν γυρίσανε τα παιδιά και τόπανε, η μάνα έτρεξε ανήσυχη.

Τι έγινε κυρά Μήτσαινα? Γιατί με κάλεσες? Κάνανε τίποτα  κακό τα μωρά μου?

Κάτσε, της είπε εκείνη. Να σε τρατάρω και να στα πω. Τα μωρά σου δεν κάνανε τίποτα γιατί είναι μωρά και αθώα. Εσύ όμως έκανες μια τίμια πράξη. Μέσα στην αναμπουμπούλα έκανα λάθος και συ με διόρθωσες. Λέω όμως μήπως το λάθος μου ήτανε θέλημα Θεού. Έπρεπε κάποιος  να σε νοιαστεί κόρη μου και ο Θεός έδωσε το χρέος αυτό σε μένα. Ευλογημένο το όνομα του. Κάτσε κοντά στο τζάκι και περίμενε.

Η Μήτσαινα παραμέρισε στην άλλη κάμαρη του σπιτιού και σε λίγο φάνηκε με ένα μεγάλο δέμα με ρουχικά για τα παιδιά και τη μάνα. Το σπίτι της ήτανε γιομάτο από δαύτα .Εντολή Κυρίου να το ξαλαφρώσει λίγο .Ύστερα γιόμισε ένα κοφίνι με κρέας χοιρινό, ένα λουκάνικο , γλυκίσματα και ένα φρέσκο καρβέλι.

Αυτά για σένα και τα παιδιά σου, είπε της χήρας. Όταν εκείνη συγκινημένη θέλησε να της φιλήσει τα χέρια και να την ευχαριστήσει, η κυρά Μήτσαινα της είπε με καλωσύνη.

Όχι σε μένα κόρη μου. Το Θεό να ευχαριστήσεις όπως θα τον ευχαριστήσω και γω για τη χαρά που μου έδωσε να μπορέσω να γιορτάσω τον ερχομό του Κυρίου λογιάζοντας και τον πλησίον μου.

 

Η Σούβλα! Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή

 

Απρίλιος 200- Η ΣΟΥΒΛΑ

Όσοι ήσαστε πενηνταρισμένοι και κατιτίς σαν και μένα, θα θυμούσαστε τη Θανασίτσα του μπάρμπα Κώστα από τα Πηγαδάκια. Λέγανε τότες ότι ήτανε μισόχλωρη, γι αυτό και η μάνα της τη πάντρεψε νωρίς νωρίς μη ξελογιαστεί με κανένανε και της κάνει καμιά σκάση. Πήρε που λέτε το Γιώργη από τους Μύλους  και καλά περνάγανε γιατί ήταν τούτος και χτήστης και ζευγάς και προκομένος ,αλλά και λιγάτσι μόρτης. Η γιρά Μαριγώ η Μπατζάκενα έλεγε σε όλους ότι τον έλεπε να μπαινοβγαίνει σε τσεινής της κουδουνούς της Αργυρώς που ο άντρας της δούλευε λοστρόμος στο παπόρι της γραμμής.

Κείνη τη χρονιά, άμα ζύγωνε η Λαμπρή ούλο τρωγότανε με την Θανασίτσα. Φέτη που λιες κυρά κι αφέντρα θα ψέσουμε το σφαχτό στην σούβλα. Άσε με νοικοκύρη μου, τούπε εκείνη. Ξέρεις δα ότι η σούβλα που σου προίκισε η μάνα σου είναι στραβιά τσε δε περνάει μέσα στο κρέας. Για τσείνο θα κάνω γω όπως ξέρω. Θα βάλω στο μεγάλο ταβά σειρά σειρά κληματοβεργίτσες , θα κουμπήσω πάνου πεπέρι να μοσκοβολίσει. Στο μικρό ταβά θα κόψω πατατίτσες. Θα κάνω  τσε πίτα με τυρί απού μας έφερε ο κολήγας μας από το μαντρί τσε θα ανάψω το φούρνο να τα ψέσω όμορφα όμορφα.

Να παραγγείλεις τσε της αδελφής σου της χηρευάμενης να πάρει τα στρίγκλικα της κατά το γιόμα τσε να έρχουνε να σφαίδόσουνε  το ναγλέουρα. Έτσι θα το κάνουμε.

Ας έλεγε κείνη ότι ήθελε. Ο Γιώργης είχε το δικό του χαβά. Πρωί λοιπόν Μ.Σαββάτου όταν ο ήλιος δεν είχε ακόμη κάνει ενός τσιγαριού δρόμο, ανηφόρισε για τους Μύλους. Πάενε μαθές να γυρέψει τη σούβλα της Αργυρώς. Άμε καλιά σου, είπε η Θανασίτσα. Πέρναγε η ώρα και πούντος ο Γιώργης με τη σούβλα. Έριξε η Θανασίτσα κάτι κατσάρια στα ποδάρια της, έριξε μια πετσέτα στην τσεφαλή της γιατί δεν είχε ακόμα καμωμένη την κοτσίδα της και ανηφόρισε για τους Μύλους. Συνάντησε κειδά κοντά στον πρώτο μύλο την πορτογύρα τη Μπατζάκενα. Το Γιώργη σου ζητάεις μωρή? Την πρόφτασε εκείνη. Σε τσεινής της ρόσπας είναι. Είδα τσε το γέρο Γιώργη το μπαούλο να τους γιομίζει τη μποτίλια κρασί.

Τη ζώσανε τα φίδια  τη Θανασίτσα μα δε μίλησε .Ζύγωσε το βατρικό της Αργυρώς και ολοίσα το μάτι της έπεσε στην παγκαδίτσα. Πάνου σε μια πανίτικη πετσέτα βρισκότανε μια γκαβαθίτσα με απομεινάρια από τηγανικά αντεράκια με αβγά και μισοάδεια η μποτίλια το κρασί. Έκανε σιγά μην την πάρουνε χαμπάρι  αλλά βάβισε το ζαγάρι και σε λίγο πετάχτηκε και η Αργυρώ με τη ρόμπα της φορεμένη ανάποδα. Το Γιώργη σου γυρεύεις Θανασίτσα? Της είπε. Άσε, τσε μούκοψε τη χολή. Τούλαβα τσα χάμου ένα μεζεδάτσι να πιεί ένα κρασί τσε να κάνουμε πρώτη Ανάσταση, τσε θέλεις από νηστεία, θέλεις από το ανηφόρισμα το είρχανε λυποθυμάδες. Τον έσυρα λέσα λέσα στο καναπέ του αμόλησα τα κουμπιά που τον σφίγγανε τη μέση του τσε τον έτριψα με σπίρτο τα αφαλά του για να συνέρχει. Ζωή να χω μου φαίνεται ότι τα κατάφερα τσε τόνε στύλωσα. Καλά που ήρχες να βοηθήσεις τσε συ να τόνε σηκώσουμε τσε να κουβαλήσεις και στη σούβλα.

Άκου να σου πω, είπε η Θανασίτσα. Κράτα συ τη σούβλα σου μη σου πω και τι να τη κάνεις. Ο Γιώργης μου έχει την ειδική του τσε στραβιά ξεστραβιά τη δουλειά μας θα τη κάνουμε.

Άκου τσε συ , είπε στο Γιώργη που είχε εν τω μεταξύ ζυγώσει. Άμα γυρνάς στις ξένες πόρτες να κάνεις πρώτη Ανάσταση, θα αρχίζω τσε γω να κουνώ την ορά μου τσε όπου μου γουστάρει θα κάνω τσε πρώτη Ανάσταση τσε Δεύτερη τσε  Τρίτη!

 

 

 

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

3 Καρυστινές Ιστορίες του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 


ΚΑΡΥΣΤΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΕΚΕΜΠΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ –

 

Νοέμβριος 2001 ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ

Ήτανε τότε που το βαρύ κάδρο με τη φωτογραφία του βασιλιά έπεσε με ορμή πάνου στο κεφάλι, του τότε αστυνομικού διοικητή και τον άφησε ξερό.

Τονε εβάλανε στην μπεζίνα, κάνε στον Κότσικα, κάνε στην Βαγγελίστρα, δεν θυμάμαι καλά και τον περάσανε στη Ραφήνα για να τον πάνε στο πρώτο Βοηθειό.

Άμα άνοιξε τα βροβά του , είπε ολοίσα. ‘Επά απού με εφέρατε δε γεαίνω. Α θέτε να μη κουζουλαθώ πέψετέ με στο Αμάρι στη Κρήτης να τσούξω καμπόση τσικουδιά να σενεφέρω.

Ακριβώς τότε, μέσα σε κείνη την αναμπουμπούλα , ο Γιώργης της θείτσας της Παγώνας από το Γραμπιά, αποφάσισε να παντρευτεί. Ακούστηκε τούτο ίσαμε με τα Αλαμανείκα και η Μαρία της Γιάννενας το βρήκε ευκαιρία να στείλει προξενιά.

Έτρεξε που λέτε η προξενήτρα στο σπίτι του γαμπρού , μίλησε για τις χάρες και τα προικιά της νύφης αλλά ενώ ούλα πηγαίνανε καλά και ωραία θυμήθηκε ο Γιώργης ότι έπρεπε να αφήσει απογόνους για τούτο ζήτησε και την ηλικία της νύφης. Φοβούντανε ότι επειδή εκείνος ήτανε μεγαλούτσικος , μήπως και η κείνη ήτανε ξεπερασμένη και του βγει σκουλάδα.

Όταν γύρισε η προξενήτρα και τάπε της Γιάννενας, εκείνη κόντευε να σκάσει. Που να θυμηθεί τώρα πόσου χρονού ήτανε η κόρη της. Όταν τη γέννησε, το μόνο που θυμούνταν είναι ότι κάτι μέρες πιο μπροστά, είχε γεννήσει και η γελάδα τους ο Κοτσίνα ένα σερνικό μουσκάρι που τις άλλες απόκριες το είχανε δώσει του Λίτζου του χασάπη και πάει..

Το γιομάτι φορτσέρι με προικιά της Μαρίας από κείνα τα λεφτουδάτσα ήτανε. Τώρα που να βει τα χρόνια της που όπως υπολόγιζε μπορεί να ήτανε και παραπανίσα? Θυμήθηκε ότι ον καιρό που ερχούτανε κάνα δυο χρονιές δω κάτου στο σκολείο, είχε μια συμματθήτρια που όπως είχε ακουστά ο άντρας της ήτανε γραμματικός στη δημαρχία.

Στις δυο μέρες μετά, αφού ζύμωσε και έψησε τα καρβέλια, φόρτωσε στο γάιδαρο  ένα κοφινάτσι  με μπόλικα αυγά, δυο μαγεριές κουκιά ξερά και ένα φρέσκο καρβέλι, έπλυνε τα μούτρα της και καβάλησε στο σαμάρι. Σε λίγο έφτασε στο δήμο και ζήτησε το γραμματικό. Όταν φάνηκε εκείνος, του άπλωσε το κοφίνι και τα άλλα εδέσματα και τον παρακάλεσε να του πει κάτι εμπιστευτικό. Να της δώσει μαθές ένα χαρτί που να λέει πότε γεννήθηκε η κόρη της αλλά να είναι έτσι γραμμένο που να φαίνεται ότι μπορεί να τεκνοποιήσει.Ότι, δεν είναι δα  ξεπερασμένη γιατί δεν θα την έπαιρνε ο γαμπρός.

Τι να κάνει εκείνος? Εδώ, επρόκειτο για έργο θεού. Έτσι αντί για 1920, έγραψε 1926. Μικρό το κακό αλλά ο γάμος έγινε. Όταν στα δυο χρόνια , στα τρία, παραπονέθηκε ο Γιώργης στην γυναίκα του ότι άδικα κόπιαζε όλο τούτο τον καιρό και ότι απογόνους δεν έβλεπε, τότε εκείνη δασκαλεμένη από την μάνα της τον αποπήρε.

 

Τι να σου κάνω τσε γω ο έρμη? Εμένα όπως ξέρεις τα χαρτιά μου  είναι εντάξει. Δεν φτάνει όμως να είναι το χωράφι καλό για να καρπίσει. Πρέπει να προσέχει και ο νοικοκύρης , όταν ζευγαρίσει να δουλεύει το αλέτρι με μαεστρία, γιατί όταν το βάζει πάνου πάνου τότε ο καρπός που ρίγνει μένει τζούφιος.!

Μάης 2001- Ο ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ

Άνοιξε τα γκαβάδια σου μωρή. Που θα μου πεις εμένα ότι, «πάω θείτσα Ντουντού Τσακάτου στον Σιδέρη να πάρω πέντε πήχες ντρίλι να σάσω μια μακριά πουκαμίσα του Χρηστάτση μου να σκεπάζουνται τα ποδάρια του γιατί κρυώνουνε και τον πονούνε. Που να μην έσωνε να τον πιάσει η υπνοβασία τσε σηκώνεται νύχτα μεσάνυχτα όπως είναι από τα  στρωσίδια να πάει κάτου στο γιαλό να πιάσει χταπόδια.

Να μου τα λέει τούτα σε μένα πια? Η Σωτηρίτσα! Μωρή άνοιξε τα βροβά σου τσε λέπε! Έχω δημένα γω καν τσε καν! Χώρια πόσα έχω ακουσμένα!»

Με το παλιό πήλινο τσουκάλι γιομάτο ασβέστη  στο ένα χέρι και στο άλλο μια βούρτσα , γαλάτιζε  γύρου γύρου τη μεγάλη της ξώπορτα σύρριζα στο δρόμο για την Χώρα όταν πέρασε η Σωτήρα του Χρήστου και την καλημέρισε λέγοντας της που πήγαινε.

Βούτηξε πάλι τη βούρτσα στον ασβέστη και συνέχισε το μονόλογο. «Άμα σου πω γω ούλα τσείνα πούχω δει, παπόρι θα κάνεις από καραμπούσα τσε θα πάρεις των οματιών σου. Σε περιγελάει μωρή χαζοπουλάδα! Στη Τζα σε περνάει άβρεχτη! Ακούς κρυώνουνε τα κανιά του !Όταν περβατεί όλη νύχτα μπρούτουλος πέρα τσείνης της απλυσάς πως δεν κρυγιώνουνε μήτε τα κανιά του μήτε τσείνα του τσείνα του?

Φτου μαγαρίστηκα που το συλλογούμαι. Σχώρα με άγιε μου Προφητηηλία γιατί συγχίστηκα με τις κουταμάρες τσείνης της χαζής τσε δεν ξέρω τι μου γίνεται…

Τσε τα χταπόδια που σου φέρνει μωρή κότα από τον Πανανή του Κολιάτση πάει πρωί πρωί τσετα παίρνει. Σιγά μην παρασουλεύει στο γιαλό όπως σε κοροιδεύει. Πέρα σε τσείνης της αχαίρευτης παρασαλεύει κάθε νύχτα. Μην τον ακούς ότι τάχαμου είναι υπνοβάτης. Παραβάτης είναι τσε παίζει τσικάκι πίσω από την πλάτη σου. Αλλά τσε συ μωρή Σωτηριώ..Τούβλο Χαλκιδαίικο..Όρνιθα έπρεπε να σε κάνει η συγχωρεμένη η μάνα σου , όχι νοικοτσυρά.

Κούμπησε το τσουκάλι κάτου για να πάρει μια ανάσα, αφουγράστηκε μην ακούσει τίποτα μέσα από το σπίτι και συνέχισε το μονόλογο. ‘’Αμα πέσει μπροστά στα μάθια μου ριζίλι θα το νε κάμω. Όσο για τσείνη τη πατσαβούρα , παδά, πέρα όντας τήνε λέπω, θα της χτυπάω την πόρτα στα μούτρα της σιχαμένης.

Κείνη τη στιγμή, ακούστηκε μέσα από το σπίτι ένα ουά, ουά. Ήτανε ο γιος της κόρης της που είχε ξυπνήσει και τσίριζε. Παράτησε ολοίσα τον ασβέστη και τη βούρτσα και ανέβηκε τρέχοντας στην σκάλα για να πάει στην κάμαρη μονολογώντας και πάλι.

Τώρα πασά μου, τώρα βλαστάρι μου! Ποιος ξέρει που γυρίζει η μάνα σου. Αμ οι σημερινές γυναίκες δε λογαριάζουνε μήτε παιδιά να αναθρέψουνε μήτε κατσούλια!

 

ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2001- Η ΝΤΑΓΛΑΡΟΥ

Πρώτα πρέπει να σας πω ότι η λέξη, νταγλάρ, είναι τούρκικη και σημαίνει βουνό. Νταγλαρού ίσον, βουνήσια. Και τώρα ας γυρίσουμε 160 χρόνια πίσω για να θυμηθούμε την ιστορία της όπως μου την είχε διηγηθεί η γιαγιά μου που την είχε ακούσει από την δική της γιαγιά, η οποία την είχε ζήσει. Κείνες τις απόκριες, τις πρώτες ελεύθερες μετά τη φευγάλα των Τούρκων μπέηδων, κάτου από το μεγάλο πλάτανο, δίπλα στο ποτάμι που κύλαγε καταμεσίς στους Μύλους, είχε έρχει με την λύρα του ο γέρο Φρατζέσκος από τους Κοκάλους. Απομεσήμερο ήτανε, ο ήλιος ζεστός και ο γέρος είχε αρχίσει να παίζει σε ρυθμό καρσιλαμά το τραγούδι της εποχής, βράσε ρύζι κόψε φάβα. Οι άντρες είχαν μαζευτεί και γλεντάγανε και οι γυναίκες τους καμάρωναν κοιτάζοντας στα κλεφτά από τους φεγγίτες τους σπιτούνες τους. Τότε φάνηκε να κατηφορίζει από το βουνό ο Σταμάτης της Λίναινας. Με το μούτρο του κόκκινο μπουχασί, τα μαλλιά του να ξανεμιούνται στους ώμους , την πουκαμίσα του ριγμένη στην πλάτη και τη βράκα του να πηγάινει έγια λέσα από τη σύγχιση. Ούλοι τρομάξανε. Τι έπαθε τούτος? Γιατί άφησε την καλή του κατάμονη στο βουνό?

Ξέρανε ότι δεν έκανε λεφτό χωρίς εκείνη. Εκείνος  όμως πλησίασε το γέρο και τούδωσε εντολή να παίζει ντε και καλά τη λύρα και τούτος θα τραγούδαε. Σε λίγο ούλοι τον ακούσανε να τραγουδάει με λόγια της ντροπής εκείνο το γνωστό τραγούδι που από τότε τραγουδιέται κάθε απόκριες. Όση ώρα χόρευε και τραγούδαε, κανείς δεν τόλμησε να πλησιάσει και μοναχά όταν απόκαμε από το χορό, και ρίχτηκε πνιγμένος στο κλάμα πάνου στον κορμό του πλάτανου , ζυγώσανε οι πιο θαρρετοί.

Δεν με θέλει πια!! Έλεγε μέσα στους λυγμούς του. Απόψες που της πήγα το κόνισμα της Μεγαλόχαρης που σήκωσα από την εκκλησίτσα της Άγιας Σωτήρας , μούπε να μην ξαναπατήσω στην σπηλιά της.

Οι άλλοι δείξανε κατανόηση και τον αφήσανε να ξεθυμάνει. Ξέρανε ότι όταν ήτανε να φύγει ο Μπέης  μια από τις γυναίκες του, η πιο μικρή και όμορφη, η Εμινέ, τόσκασε από το σπίτι και ακολούθησε το Σταμάτη που τον είχε δει  μια μέρα να κλαδεύει τις λεμονιές του μπέη και είχε ξετρελαθεί μαζί του. Και κείνος όμως δεν έμεινε αδιάφορος στην ομορφιά της. Την έκλεψε λοιπόν και για να μην τους βρούνε την εγκατέστησε στη σπηλιά, εκεί που είναι το εκκλησάκι της Θεοσκέπαστης. Η Εμινέ δεν ήτανε Τούρκισα αλλά Χριστιανή και την είχανε αρπάξει  από την μάνα της στα δεκατρία της από ένα χωριό κάπου κοντά στο Ζητούνι. Όταν λευτερώθηκε λοιπόν από τον Τούρκο και βρήκε αγάπη και στοργή στην αγκαλιά του Σταμάτη  θυμήθηκε και την θρησκεία της. Εκείνος ακούγοντας τη προθυμοποιήθηκε να της φέρει μια εικόνα της Παναγίας και να τη βοηθήσει να ξαναβρεί τον δρόμο του Θεού της. Έτσι και έγινε. Βρίσκοντας όμως και πάλι τον δρόμο του θεού δεν ήθελε πια την συντροφιά του Σταμάτη και γιομάτη σπαραγμό τον παρακάλεσε να την αφήσει μόνη της εκεί στην ερημιά, παρέα με την πίστη της. Περάσανε χρόνια πολλά και πολλά από τότε. Η Εμινέ, που ξαναπήρε το Χριστιανικό της όνομα Ασιμίνα, έζησε φτωχικά και ήρεμα σε εκείνη τη σπηλιά, παρέα με τα λίγα προβατάκια της και με όποια μικρή βοήθεια της έφερναν οι Μετοχιώτισες που πήγαιναν τακτικά μέχρι τη σπηλιά της για να προσκυνήσουν την Άγια Εικόνα της Μεγαλόχαρης ,συγκινημένες από την μεγάλη πίστη της βουνίσιας.

Πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Τη βρήκανε νεκρή οι γυναίκες με το πρόσωπο της γαλήνιο και με την εικόνα κρατημένη σφιχτά στην αγκαλιά της. Απ όλη αυτή την ιστορία έχει μείνει το εκκλησάκι της Θεοσκέπαστης, και κείνο το γνωστό αποκριάτικο τραγούδι.

 

 

 

 

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021

Απρίλης 2002- Ανάσταση. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 

Απρίλης 2002- Ανάσταση



Η καλοβαλμένη γυναίκα με το Αμερικάνικο ντύσιμο έδωσε ένα γενναίο φολοδώρημα στον άνθρωπο που της κουβάλησε τις βαλίτσες με το καροτσάκι του κάθισε στην πεζουλίτσα της αυλής να ξαποστάσει πριν χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού. Ήτανε όλα στην θέση τους όπως πριν 30 χρόνια. Οι αλτάνες γύρου γύρου στην αυλή γιομάτες γεράνια και ανάμεσα τις δυο πόρτες το αγιόκλιμα που η ίδια είχε φυτέψει. Οι μουριές που ένα χρόνο  πριν φύγει είχε φυτέψει ο πατέρας της ,  είχανε απλώσει τα κλωνάρια τους και σκεπάζανε  με τον ίσκιο τους ολόκληρη τη μεγάλη αυλή. Πότε πέρασαν 30 χρόνια, αναλογίστηκε. Τότε που νιόπαντρη αποχαιρέτησε με σπαραγμό τους δικούς της και έφυγε με τον άντρα της για την Αμερική, μαζί με πολλούς άλλους Καρυστινούς που με ένα ταγάρι στον ώμο και ένα καρβέλι κριθαρένιο μέσα, πήγαιναν να βρούνε την τύχη τους στην μακρινή ξένη χώρα. Παραξενεύτηκε που το σπίτι ήτανε απόλυτα ήσυχο. Τι να συνέβαινε? Η καρδιά της σφίχτηκε. Δυο μήνες πριν είχε λάβει γράμμα τους και ήτανε όλοι πολύ καλά. Τώρα, γιατί τόση ησυχία? Πάθανε τίποτα? Και ερχότανε με τόση λαχτάρα να δει τη μάνα της και το Μαρικάκι, την αδελφή της και να κάνει Πάσχα μαζί τους την άλλη Κυριακή.

Βρισκόμαστε ήδη στο Σάββατο του Λαζάρου. Με αγωνία πλησίασε την πόρτα. Χτύπησε φωνάζοντας. Μάνα! Μαρίκα! Δεν είναι κανείς εδώ?!

Της άνοιξε μια γυναίκα με ένα τσεμπέρι στο κεφάλι και με ύφος πονεμένο. «Εσύ είσαι Βασιλική μου? Καλωσόρισες.» Και ρίχτηκε στην αγκαλιά της κλαίγοντας. «Τι είναι? Τι συμβαίνει? Που είναι η μάνα βρε Μαρικάκι?»  «Δεν είμαι πια το Μαρικάκι..» είπε η άλλη. ‘ « Τώρα είμαι η θεία Μαρίκα  και τη μάνα μας μόλις σήμερα τη μεταλάβαμε. Δεν καταλαβαίνει  τίποτα πια. Δεν γνωρίζει κανένα . Από στιγμή σε στιγμή την παίρνει ο Κύριος κοντά του. Ο καημός του ξενιτεμού σου και μια πνευμονία που άρπαξε τις άλλες την έχουν ρίξει το θανατά.» Λαχτάρησε η Αμερικάνα. Τόσες μέρες ταξίδι με το ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ , ύστερα από τόσα χρόνια για να προφτάσει την μάνα της ζωντανή και τώρα να ακούει πως ήρθε αργά, την έκανε να κλαίει με λυγμούς. Πλησίασε νυχτοπατώντας  στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης. «Μάνα, εγώ είμαι , η Βασιλική σου, » της ψιθύρισε και την χάιδευε και την φιλούσε. Καμιά ανταπόκριση. Η μάνα βρισκόταν ήδη στον δρόμο προς τους ουρανούς. Γύρισε η κόρη το βλέμμα προς το εικονοστάσι. Η παμπάλαια εικόνα με την Ανάσταση του Κυρίου βρισκόταν πάντα στην θέση της. «Κύριε, « ικέτεψε γοναστή , «Δώσε της λίγη ζωή. Ίσα ίσα να νοιώσει ότι γύρισα κοντά της και αν μπορεί να μου δώσει την ευχή της.»Γύρισε κοντά στην ετοιμοθάνατη. «Μάνα, γύρισα! Ήρθα να σε δω! » είπε πάλι ψιθυριστά και της έπιασε σφιχτά το χέρι. Η μάνα τρεμόπαιξε τα μάτια, σήκωσε με κόπο το άλλο της χέρι και το ακούμπησε στο χέρι της κόρης της , ενώ δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα μάτια της.

«Σε κατάλαβε!» είπε η Μαρίκα. Άνοιξε μάνι μάνι τη βαλίτσα η Αμερικάνα, έβγαλε μια ειδική αλοιφή για το κρυολόγημα και έτριψε καλά καλά με αυτή την μάνα της. Ξαναγύρισε το βλέμμα της στην εικόνα. «Θεράπευσε την Κύριε» είπε ξανά.

Ξημέρωνε η Κυριακή των Βαίων όταν ακούστηκε αχνά η φωνή τα μάνας. «Νερό, λίγο νερό!» Αλαφιασμένες οι κόρες τρέξανε κοντά της. «Πεθαίνει» είπε η Μαρίκα. Έπεσε έξω. Όταν ήπιε το νεράκι η μάνα, έκανε να σηκωθεί ψελλίζοντας με λαχτάρα. «Κόρη μου! Ήρχες κόρη μου!» «Ναι μάνα, ήρθα» «’Εχε την ευχή μου» είπε η μάνα. Το μεσημέρι έφαγε λίγο με κόπο και από το απόγευμα το χρώμα της άρχισε να ζωηρεύει. Την Μ.Τετάρτη είχε σταθεί στα πόδια της. Την ημέρα της Λαμπρής καθισμένη στην καρεκλίτσα της με την καινούργια της ζακέτα και τις μαλακές παντοφλίτσες , χαιρότανε το πλούσιο τραπέζι που είχε ετοιμάσει με τα χέρια της η νεοφερμένη, δοξάζοντας τον Κύριο που την ξανάφερε η Χάρη του στην ζωή.

Όταν αργότερα βάλανε στο φωνόγραφο την πλάκα, -Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική-τραγούδησαν μαζί με την κόρη της το τραγούδι σε δικούς τους στίχους. –Αν θα ξαναφύγω στην Αμερική, πάλι θα ξανάρθω και δεν θα μείνω εκεί!

 

 

 

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Δεκέμβρης 2002- Η Χαδίτσα- Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή

 Δεκέμβρης 2002- Η Χαδίτσα



Στην παλιά Ανεμώνη κολλητά, εδώ και πολλά πολλά χρόνια ήτανε μια αποθηκούλα και επειδή η γριά Χαδού δεν είχε που την κεφαλή κλείνε, ο νοικοκύρης της  αποθηκούλας την άφησε να μένει κειδά μέσα.

Τούτη η γριά Χαδού από τότε που πέθανε ο άντρας της είχε πομείνει μοναχή και έρημη. Φτωχός μεροκαματιάρης εκείνος δεν το μείνε μια δραχμή να βάλει στην άκρη. Μεροδούλι-μεροφάι. Νοικοκύρεψε όσο μπορούσε την αποθηκούλα η Χαδού και έμενε μέσα συντροφιά με την ερημιά της ώσπου ένα βράδυ με χιονιά ακούστηκε ένα νιάου νιάου στην πόρτα της Άνοιξε η γριά και ένα μουσκεμένο γατάκι τρύπωσε ολοίσια μέσα. Από τότε και πέρα τούτο ήταν το παράξενο.

Επειδή η κυρά της δεν είχε να την ταίσει, αποφάσισε η γατούλα να φροντίσει τον εαυτό της για τούτο. Κατά από κάτου ήτανε η θάλασσα και συχνά πυκνά έβγαζε με το κύμα κανένα ψόφιο ψαράκι. Με τον καιρό συνήθισε η γάτα να πηγαίνει σε ένα βραχάκι να παρακολουθεί τα ψάρια που αφθονούσαν κείνα τα χρόνια  να ζυγώνανε όξω όξω στην στεριά οπότε και και δυο κατάφερε η Χαδίτσα  να γίνει τέλειος ψαράς. Κάθε βράδυ που είχε καλό καιρό έβγαινε πυροφάνι και ότι έβρισκε το κουβάλαγε στο σπίτι για να το φάει με την ησυχία της. Κοκοβιοί, χειλούτσες ,περκίτσες ακόμη και σουπιές. Τα έπιανε, τα έφερνε μπροστά στην πόρτα και πήγαινε για άλλη καλάδα. Είδε η Χαδού ότι το σπίτι της γέμισε ψάρια , είδε ποιος τα έφερνε και γιομάτη χαρά, αποφάσισε να κάνει τη μοιρασιά. Εκείνη θα τα έψηνε στη χοβολίτσα , θα έτρωγε λίγο ψαχνουδάκι να χορτάσει την πείνα της  και τα υπόλοιπα της Χαδίτσας . Έτσι ονόμασε την γάτα.

Λίγα μέτρα πιο πέρα ήτανε το νοικοκυρεμένο σπίτι της Νικολίνας. Γεμάτες οι πιθάρες της στο μπαστικό. Στάρια, λάδια, όσπρια, ξερά σύκα. Και ακόμη μέσα στις μελτερές μέλια, πετιμέζα, ρετσόλια. Κείνες τις μέρες παραμονές Χριστούγεννα, η Νικολίνα με τις κόρες της ετοιμάζανε τους κουβάδες να τους γεμίσουνε πασπαλάδες ,λουκάνικα και ψαχνά από τα δυο τους γουρούνια. Ανήμερα Χριστούγεννα, άναψε μπόλικα κάρβουνα στο μεγάλο της μαγκάλι και ώσπου να χωνέψουνε ετοίμασε τις διαλεχτές μπριτζόλες  να ψήσει για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Άμα ετοιμαστήκανε τα κάρβουνα και πήγε να βάλει πάνου στην σχάρα τις μπριτζόλες  είδε ότι έλειπε μια.

Κούλα, για έλα παδά! Φώναξε την κόρη της . Είδες που πήγε η μπριτζόλα?

Το μόνο που είδα, είπε η κόρη, είναι η Χαδίτσα της γριάς Χαδούς.  Κείνη θα τη βούτηξε.  Τώρα θα πάω να την αφαλοκόψω. Είπε η Νικολίνα και ξεκίνησε για το καλύβι της φτωχής.  Άκουσε κουβέντες και έβαλε αφτί. Μην σκάς ψυχή μου , μην κλαίς κόρη μου που αναγκάστηκες να γίνεις κλέφτρα  Ο Μεγαλοδύναμος τα συγχωρνάει αυτά. Αν δεν έφερνες τούτο το κρεατάτσι θα πεθαίναμε της πείνας χρονιάρα μέρα. Περιμένω λιγάτσι να ψηθεί τσε θα το μοιραστούμε μισό μισό.

Έριξε μια ματιά η Νικολίνα και είδε τη Χαδού να έχει βάλει την μπριτζόλα στην χόβολη από τα φρούσουλα που είχε μαζέψει  στην γειτονιά και να μιλάει με τη γάτα της ξυπόλητη όπως ήτανε και τρέμοντας από το κρύο.

Τυλίχτηκε στο σάλι της και γύρισε σπίτι  αλλιώτικη. Πήρε ένα ταγάρι, έβαλε μέσα μια σακουλίτσα τραχανά, δυο χούφτες ξερά σύκα, μισό καρβέλι , ένα μπουκάλι λάδι. Ύστερα διάλεξε την πιο μεγάλη μπριτζόλα και την έβαλε σε μια γκαβαθίτσα.

Φόρα το χοντρό μου σάλι και κείναι τα παπούτσια που μου ήτανε μεγάλα, πάρε και συ μια αγκαλιά ξύλα και έλα μαζί μου, είπε στην κόρη της.

 Φτάσανε στο σπίτι της Χαδούς και της είπανε μονάχα τούτα. Το ζωντανό σου μας έδειξε τον δρόμο του Θεού. Από σήμερα όσο μπορούμε με την Δύναμη του θα σε φροντίσουμε. 

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

"Σεπτέμβρης 2002 Η κυρά Μελίνα"η, πως έγινε το πάρκο στην είσοδο του Λιμενοβραχίονα Καρύστου επί Δ.Χατζηνικολή.

 

Σεπτέμβρης 2002 Η κυρά Μελίνα. Χρονογράφημα στην Καρυστινή Α.Κ.



Η ιστορία πέρα για πέρα αληθινή. Η παρουσίαση της όμως σε ελεύθερη αφήγηση.

Τόπος, μπροστά από το ξενοδοχείο της κυρά Αρίστης της Λουλούδαινας. Μια μικρή χωματερή που όλοι θυμόμαστε. Σκουπιδαριό, πεταμένες ψαροκασέλες , χαρά και ανακούφιση των υπαίθριων κατουρητάδων. Ο καημός και το μαράζι του δημάρχου.

Τι κάνουμε ρε Παναγάτση? Είπε στον γραμματέα.

Ότι λεφτά είχαμε, τα κάναμε πεζοδρόμια, άσφαλτο, κλείσαμε λακκούβες ,ανοίξαμε δρόμους, φυτέψαμε δέντρα και λουλούδια. Ομόρφηνε ο τόπος και κείνο το στούδιο έμεινε κειδά κατά μπροστά στο Λιμεναρχείο, στη φάτσα της πόλης να μας ασκημαίνει. Θέλουμε 300.000 για να φτιαχτεί. Έχεις καμιά καλή ιδέα?

Δήμαρχε, αυτό είναι έργο πολιτισμού. Δεν παίρνομε το Υπουργείο μήπως μας στείλει κάνα φράγκο? Τι έχουμε να χάσουμε?

Καλά λες. ΟΤΕ εκεί? Ο δήμαρχος είμαι. Μου δίνετε τον αριθμό τηλεφώνου του Υπουργείου Πολιτισμού?

Σε λίγο ντρρρριιιν το τηλέφωνο του Υπουργείου. Καλημέρα, είμαι ο δήμαρχος της Καρύστου, μου δίνετε την κυρία Υπουργό? Έλα κυρά Μελίνα, είμαι ο δήμαρχος της Καρύστου. Να μωρέ, θέλω να σάξω δωνά κάτου στη παραλία ένα μικρό πάρκο και δεν έχω λεφτά. Είναι δω κατά μπροστά στην πόλη  και ασκημίζει ο τόπος, ξέρεις εσύ.

Η κυρά Μελίνα είπε , ναι, θα το  κοιτάξω, και το ξέχασε.

Αμ δεν την γλίτωσε.

Όταν ο δήμαρχος είδε μετά λίγες μέρες ότι δεν είχε ανταπόκριση, ξαναχτύπησε.

 Έλα κυρά Μελίνα, με ξέχασες.  Δεν μούστειλες κείνα τα λεφτουδάτσα που συμφωνήσαμε. Ο δήμαρχος Καρύστου είμαι και είπαμε για τριακόσιες χιλιάδες να κάνω κείνο το έργο. Στείλτα μου που είναι ανάγκη, και άμα τελειώσει ο κλωπισμός θα σε πάρω να πάμε πάνου στους Μύλους να μας ψήσει ένα αρνί κάτου από τον πλάτανο ο αυτός, πως τον λένε Παναγάτση? Κείνονε κει πάνου?

Καρυστινάκη!

Ο Καρυστινάκης , να το φάμε και να πιούμε στην υγεία σου. Ξέρεις εσύ!

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2021

Γενάρης 2002- ΟΙ ΚΟΥΤΑΛΑΦΟΙ -Απρίλιος 2004- Η ΚΟΜΙΣΣΑ. Χρονογραφήματα στην Καρυστινή Α.Κ.

 

Γενάρης 2002- ΟΙ ΚΟΥΤΑΛΑΦΟΙ

Στερέωσα  στη ποδιά της τα σταφύλια που μόλις είχε κόψει από τον πέτο της με την αβουντάκα, έκανε τα δυο της χέρια χωνί και φώναξε τη γειτόνισσα τα πέρα από το ρέμα.

Βαγγελιώ! Ω Βεγγελιώ!! Πάρε μωρή την Ελενίτσα σου και ελάτε πόθε πιο μετά να κόψουμε κομμάτι φύλλο. Να φέρεις και την πλαστηρίτσα σου μαζί γιατί δεν χωρεί ο σοφράς μου μια τη λιμπίδα σου που είναι κοφτερή. Και πούσαι!! Φέρε μου και την οκλαή σου γιατί η διτσά μου έχει σγίτζους και δεν ανοίγει καλά η τρισκατάρατη.

Όταν πήγανε κείνες το απογιοματάκι και είρχε η ώρα του τραταρίσματος με το φρέσκο σταφύλι, πιάσανε και τη κουβέντα. Τη Μαρίτσα σου δεν την βλέπω δω, είπε η Βαγγελιώ. Την έχεις σταλμένη πούβετα? Η έχει πάει πάλι για κουτάλαφους?

Όπως το λέεις Βαγγελιώ μου. Είρχε πιο μπροστά ο Μήτσος της Λευτέρενας και την  πήρε και παένουνε για τσείνα τα ζωίφια. Τσείνος τα μαζεύει μαθές για το πουλί του τσε τούτη για το γατί της γιατί έχει κανωμένα κατσούλια. «ΑΑΑ! Τώρα που το λες « είπε η άλλη, τάχα με αφέλεια.

«Φτάνουνε σάμε το Κατσούλι για δαύτο και πρέπει να προσέχεις μαύρη μου γιατί σα κάτου γέννουνται πράματα τσε θάματα της ντροπής. Μη δούνε τα μάτια τους τσάδα και ξαναγκριστούνε τσε σε βρει καμιά λαχτάρα.

«Πάβε μωρή! Τούτα κόμα είναι άψητα , γκαβά. Άντε που θα πάρουνε νόγα!! Θα λογαριάζουνε ότι είναι κάνα παιχνίδι σαν την πινακωτή πινακωτή.

« Ούλα έτσι αρχίζουνε. Με παιχνίδια» Είπε η άλλη. Πρόσεχε κακομοίρα μου μήπως οι κουτούλαφοι σου γίνουν φίδια. ‘

Φιδοτυλίχτηκε η μάνα της Μαρίτσας με κείνα που της είπε η Βαγγελιώ και την άλλη άμα ξεκινήσανε Μήτσος και Μαρίτσα για κουτάλαφους, έριξε ένα μαντήλι του ήλιου στο κεφάλι της και τους ακολούθησε από αλάργα.

Στην αρχή καμώνονταν εκείνοι ότι μάζευαν από κείνα τα ζουζούνια ώσπου χωρίς να το καταλάβει τους έχασε από τα μάτια της. Λάου λάου και ψάξε ψάξε τους ανακάλυψε κάτου στην αμμουδιά δίπλα σε κάτι βράχους.Και τότε κατάλαβε ότι η Βαγγελιώ είχε δίκιο.

Ζύγωσε σιγά σιγά και βούτηξε τη Μαρίτσα από το μαλλί και το Μήτσο από το αυτί.’»Λάτε δω μαγαρισμένα τσε θα σας εσυγυρίσω γω!» Είπε.  Η κόρη μισόκλαιγε αλλά ο Μήτσος σάμπως του ερχότανε να γελάσει. Τη μια μεριά τον ένα, την άλλη τον άλλον, έφτασε μέχρι τη πόρτα της Λευτέραινας.

«’Ελα μωρή να πάρεις τον κανακάρη σου και μαζί σου παραδίδω τσε τηδά την πατσαβούρα τη κόρη μου που να μην έσωνα να τηνε κάμω! Κουτάλαφους ε? Τσος για το πουλί του και τούτη  για το κατσούλι της. Πάρτους τώρα και τάιστους και τους δυο γιατί γώ τούτη δε θέλω να τήνε δω πια στα μάτια μου! Αν δεν μπορείς του λόου σου να τους ταίσεις να τους εστέλνεις να τρώνε κουτάλαφους»

«Μην κάνεις έτσι πια!» Είπε η Λευτέραινα. «Νέοι είναι 15 η δική σου, 17 ο δικός μου. Θα δουλέψουνε και ζήσουνε. Μη σκάεις! Μόνο έλα να σε τρατάρω ένα νερό και να κουβεντιάσουμε. «Και μέσα της χαιρόταν που ο γιος της είχε ακούσει τις συμβουλές της και κατάφερε να ξελογιάσει τη Μαρίτσα που και προίκα είχε μπόλικη, και όμορφη ήτανε γιατί αλλιώς μπορεί να πρόκανε κανένας άλλος και να χάνανε τούτοι τα πλούτη της.

Απρίλιος 2004- Η κόμισσα

Το Καρυστάκι  ερχότανε καμαρωτό καμαρωτό όπως κάθε βραδάκι από τη Ραφήνα. Εκείνο όμως το Αυγουστιάτικο απόγευμα έφερνε κάτι στον πισινό του που έκανε τους ναυτικούς της παραλίας να απορούνε.

Τι είναι πάλι τούτο? Με τέτοια μπονάτσα και να σέρνει ναυάγιο. Όταν έφτασε στο λιμάνι λύθηκε η απορία. Ήτανε ένα κότερο που είχε χαλάσει η μηχανή του και το ρυμουρκούσε. Από δω και πέρα όμως αρχίσανε οι δικές μου απορίες που κοντέψανε να μου φέρουνε ταμπλά.

Το γραφείο του ΟΤΕ ήτανε εκεί που σήμερα είναι η Άλφα τράπεζα και εγώ έκανα κουμάντο στις τηλεφωνικές επικοινωνίες ούλης της νότιας Εύβοιας με μεγάλο καμάρι όταν έγιναν τούτα δω.

Ήρχε στο γραφείο μου η ιδιοκτήτρια του κότερου με εμφάνιση ντάλε κουάλε Γαλούλας με πάνου της μια λουλουδάτη βυζοθήκη  για τα κρεμασμένα στήθη της και κάτου ένα διμητένιο βρακί που σήμερα το λένε, βερμούδα. Ήθελε να τηλεφωνήσει δεν ξέρω που. Δώστε μου το τηλέφωνο και το όνομα σας. Είπα εγώ. Μούδωσε έναν αριθμό , μούπε και το όνομα της που μου έφερε ίλιγγο.

Είμαι η κόμισσα Καλίνσκυ. Τρελάθηκα. Έτσι είναι οι κόμισσες? Σκέφτηκα. Που είναι το καπέλο με το φτερό? Που είναι το νταντελένιο φουστάνι? Δε πρόφτασα να συνέλθω όταν μου ήρθε  κι άλλη κατραπακιά. «Ρε αγοράκι, γίνεται να κάνουμε κανένα μπαλαμούτι για να μην περιμένω πολύ?»Είπε ενώ έχωσε το χέρι της μέσα στη βράκα, έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα μάλμπορο, σπάνιο είδος για την εποχή εκείνη, και ένα φουσκωτό πορτοφόλι με κάτι πράσινα λεφτά που τα λέγανε δολάρια.

Μια μυρωδιά φρέσκου πετσιού χύθηκε στην ατμόσφαιρα από εκείνο το πορτοφόλι, γιατί φαίνεται για να διατηρήσει τη φρεσκάδα του αλλά και τη σιγουριά του το έκρυβε στο μικρό βρακί που φόραγε από μέσα από κείνη τη βράκα. Όταν πλήρωσε τα παραπανίσια για να γίνει το τηλεφώνημα της επείγον, ακούστηκε να λέει στον συνομιλητή της.? «Ρε Βαγγέλα, χάλασε η μηχανή του πλεούμενου μου τούτοι δω πέρα που με ρυμούλκησαν μου ζητάνε τραβηχτικά. Με νόησες? Τα άλλα δικά σου και χαραντάν. ‘Ναι κουκλάρα μου, είπε ο Βαγγέλας και τέλειωσε η συνδιάλεξη.

Και ενώ προσπαθούσα να εξηγήσω τα ανεξήγητα ήρθε και η μεγαλύτερη έκπληξη. Τηλεφώνημα άμεσης προτεραιότητας από το Υπουργείο Εξωτερικών για σύνδεση με το λιμεναρχείο. Και τότε ακούστηκε ο ίδιος όπως είπε ο υπουργός , ο Ευάγγελος Αβέρωφ να λέει στην λιμενική αρχή. «Παρακαλώ να εξυπηρετήσετε την κυρία , να της ζητήσετε συγνώμη για την ταλαιπωρία που τυχόν υπέστη και να την διευκολύνετε να επισκευάσει την βλάβη και αφού θεωρήσετε το ναυτολόγιο του σκάφους να την παρακαλέσετε να αποπλεύσει όποτε κρίνει σκόπιμο, χωρίς άλλες ενοχλήσεις. Έγινα σαφής? Ευχαριστώ.»

Αυτά γίνανε την καλή εκείνη εποχή και από τότε έχασα κάθε καλή ιδέα που είχα για τις κόμισσες και ίσως και για τους υπουργούς.

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...