Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Μια ιστορία -μαρτυρία- για την Αγία Σοφία στον Γραμπιά.




Διαβάστε λοιπόν μια ωραία ιστορία-μαρτυρία για την κολώνα που βρίσκεται στο προαύλιο της Αγίας Σοφίας στον Γραμπιά.  Την διηγήθηκε ο παπά Γιώργης που του την είπε η γιαγιά του που της είχε πει η γιαγιά της. Έτσι από γεννιά σε γεννιά, έφτασε και σε εμάς.

Η κολώνα που αναφέρεται η ιστορία βρισκόταν εκεί ακόμα και επί Τουρκοκρατίας μιας και κατά μαρτυρίες, υπήρχε ακόμα μια παλαιότερη εκκλησία με το ίδιο όνομα στην ίδια θέση. Εκεί λοιπόν στο προαύλιο υπάρχει μια κολώνα που όπως φαίνεται ο μπέης την ήθελε στο κάστρο για να στολίσει κατά πάσα πιθανότατα κάποιο χώρο. Όμως το βράδυ η κολώνα εξαφανιζόταν και παρουσιαζόταν το πρωί στην θέση της έξω από την εκκλησία.

Στην αρχή σκέφτηκαν ότι μπορεί οι Έλληνες κρυφά να έκλεβαν την κολώνα και να την μετέφεραν. Έτσι, την πήραν πάλι πίσω στο κάστρο αλλά κατά ένα πάλι μυστήριο τρόπο πάλι το πρωί ήταν στην θέση της.

Περίεργοι λοιπόν να δουν το πως μεταφέρεται, έμεινα ξάγρυπνοι να φυλάνε σκοπιά για να δουν του τι συμβαίνει.

Το βράδυ λοιπόν είδαν ένα φωτεινό σύννεφο να καταβαίνει και να αγκαλιάζει την κολώνα και όταν σηκώθηκε από εκεί, η κολώνα είχε εξαφανιστεί ενώ την είδαν πάλι στην θέση της το πρωί.

Έτσι οι Τούρκοι παραιτήθηκαν από την προσπάθεια να αποσπάσουν την κολώνα από τον προαύλιο χώρο ενώ οι Έλληνες απέδωσαν το θαύμα στην Αγία Σοφία και ενισχύθηκε η πίστη τους ακόμα περισσότερο.




Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

Μνήμες νόστιμες- μνήμες ζωής. " O Κουρκουμπίνας"


 Η ταβέρνα του Γιώργου  και της Ελένης Θεοδώρου στο Νικάσι αποτέλεσε για 24 ολόκληρα χρόνια- από το 1976 μέχρι το 2000- πυρήνα τοπικής κουζίνας, πρεσβευτή και διασώστη, εμπνευστή και πρωτοπόρο.

Με το πέρασμα των χρόνων, το όνομα εύκολα αναγνωριζόταν σαν ΚΟΥΡΟΚΥΜΠΙΝΑΣ, μιας και η ταβέρνα είχε κάνει την μεγάλη στροφή στην μαγειρική της εποχής και μαγείρευε κουρκουμπίνες, χορτόπιτες και ψητά. 
Η οικογενειακή αυτή επιχείρηση δούλευε μόνο τα Σαββατοκύριακα λόγω του κύριου επαγγέλματος του Γιώργου ο οποίος ήταν οικοδόμος, και έκανε δυο πανηγύρια τον χρόνο.Της Αγίας Τριάδας και του Θεολόγου στις 8 Μάη , η στις, 26 Σεπτέμβρη.

Εργαζόμενοι ήταν οι γονείς, Γιώργος και Ελένη και τα παιδιά, Σοφία  και Γιάννης. Ο εμπνευστής της ιδέας για την ταβέρνα ήταν του Χρήστου, του μεγαλύτερου γιού, ο οποίος όταν ήταν μικρό παιδάκι του δημοτικού πήγαινε στην Αγία Τριάδα και πουλούσε μπακαλιάρο και κρασί στην γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα λόγω νηστείας. Τα καλοκαίρια ξεδιψούσε τους επισκέπτες με πορτοκαλάδες. Ο Χρήστος έφυγε για τα καράβια και έγινε Αρχιμηχανικός ενώ τα αδέλφια του συνέχισαν παράλληλα με άλλες εργασίες να βοηθούν στην ταβέρνα.
Ο κόσμος που πήγαινε ήταν κυρίως οικογένειες από τα χωριά της Γούρνας και την Κάρυστο. Δεν είχαμε τότε ούτε παραθεριστές, ούτε τουρίστες που θα ενδιαφερόντουσαν για την ταπεινή και απλή ταβέρνα στο Νικάσι. Ο κόσμος όμως της περιοχής, εκτιμούσε και προτιμούσε την κουζίνα της γιατί εκτός των άλλων, ήταν  και είναι άνθρωποι καλοί, πρόσχαροι, κοινωνικοί και πολύ αγαπητοί.
 Μετά από καιρό, και άλλες ταβέρνες άρχισαν και προσθέτουν στο μενού τους της κουρκουμπίνες και τα άλλα παραδοσιακά μας πιάτα και να στηρίζουν την κουζίνα τους στον κορμό της παράδοσης.
Έτσι ξεκίνησαν και οι πρώτες ιδέες κατασκευής παραδοσιακών ζυμαρικών που βλέπουμε μέχρι και σήμερα να απασχολούν παλαιότερες και νεότερες επιχειρήσεις.
Τα χρόνια πέρασαν , τα παιδιά μεγάλωσαν και τα εγγόνια πια, συνέχισαν την παράδοση του πανηγυριού της Αγίας Τριάδας σε συνεργασία με άλλους επαγγελματίες, και είχαμε αυτό το πολύ όμορφο πανηγύρι με την εγγονή της κυρίας Ελένης, την Έλενα την Θεοδώρου να είναι η ψυχή του.

Ο κύκλος της ζωής, ακολουθεί τα βήματα της παράδοσης, και οι γευστικές μνήμες αποδεικνύονται πάρα πολύ δυνατές για να αφεθούν στην λήθη. Αντίθετα, ακολουθούν την ζωή και τους ανθρώπους της.

Άλλες ταβέρνες που έγραψαν ιστορία είναι ο Πλάτανος στον Αετό που άνοιγε για χορούς μέχρι πρόσφατα. Στα σκιερά πλατάνια, στην όμορφη πλατεία του, έχουμε γιορτάσει βαπτίσεις, γάμους, απόκριες, όμορφα καλοκαιρινά βράδια και ο κόσμος έβρησκε δροσιά από την ζέστη του καλοκαιριού. Φυσικά στον Πάνω Αετό η ταβέρνα που έκλεισε πέρυσι του Μούτση. Άλλη μια πάρα πολύ σοβαρή, αξιόλογη και αξιόπιστη θα έλεγα πρόταση καλού φαγητού σε έναν καταπληκτικό χώρο. Θυμόσαστε τι γινόταν όταν άνοιξε το Ρέμα? Εκεί που είναι τώρα η ταβέρνα του Μπαιραχτάρη στον Αετό? Κεριά, μυστηριώδης ατμόσφαιρα - ρεμπέτικα και τραγούδια που αναβίωναν μουσικές άλλων εποχών μαζί με νόστιμους μεζέδες και φασαριόζικες παρέες.  Αξέχαστη φυσικά η ταβέρνα το Πανόραμα. Ποιος και ποιος δεν θα την θυμάται! Καταπληκτική θέα, ωραία σάλα, χοροί, εκδηλώσεις, νοστιμιές και για χρόνια και χρόνια το Πανόραμα ήταν ένας τόπος προσέλευσης πιστών της γεύσης . Ακόμα πιο παλιά ίσως στα Οβρέικα οι ταβέρνες είχαν την τιμητική τους με τον Γλυκαμάν, τον Ζωγράφο, τον Διόνυσο αργότερα με τα σουβλάκια, να γεμίζουν ασφυκτικά μέχρι πάνω τον δρόμο με τραπέζια και ένα μελίσσι κόσμου να μαζεύεται κάθε βράδυ. Πάνε αυτά, μάλλον για πάντα .....και για το τέλος να πω πως σφίγγεται η καρδιά μου που βλέπω το καφενείο του Φίλιππα, έτσι άδειο. Μεγάλος πρεσβευτής της κουζίνας μας ο Φίλιππας! Σπουδαίος μάγειρας! Ωραίος άνθρωπος! Έκανε το καφενείο του και την Κάρυστο για πολλούς ευκαιρία για να έρθουν εδώ και να τους περιποιηθεί αυτούς και την παρέα τους. Αν έχετε φωτογραφίες από τις ταβέρνες αυτές και θέλετε να τις μοιραστείτε μαζί μας, στείλτε τις στο messenger  η στο μειλ  kollia.sophia.@gmail.com
Έτσι για τιμής ένεκεν και εις μνήμην όσων έχουν φύγει.


Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Τα εγκώμια του Επιτάφιου θρήνου.

 




Εγκώμια Επιτάφιου Θρήνου-Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον,
ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος,
τότε τὸν ᾅδην ἐνέκρωσας,
τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος·
ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας
ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας,
πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον·
Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν,
δόξα σοι.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς μυροφόροις γυναιξί,
παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς,
ὁ Ἄγγελος ἐβόα·
Τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια,
Χριστὸς δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος.

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ Ἦχος πλ. α’.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις;
πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς;
τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ,
καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς.
Μεγαλύνομέν σε,
Ἰησοῦ Βασιλεῦ,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου,
δι’ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Μέτρα γῆς ὁ στήσας,
ἐν σμικρῷ κατοικεῖς,

Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον,
ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν.
Ἰησοῦ Χριστέ μου,
Βασιλεῦ τοῦ παντός,
τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλήλυθας;
ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν.
Ὁ Δεσπότης πάντων,
καθορᾶται νεκρός,
καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται,
ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ
κατετέθης Χριστέ,
καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας,
καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ, τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων,
ὡς κακοῦργος Χριστέ,
ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας,
κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει,
παρὰ πάντας βροτούς,
ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται,
ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.
ᾅδης πῶς ὑποίσει,
Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν,
καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος,
ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς;
Ἰησοῦ γλυκύ μοι,
καὶ σωτήριον φῶς,
τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι;
ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!
Ἀπορεῖ καὶ φύσις,
νοερὰ καὶ πληθύς,
ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον,
τῆς ἀφράστου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.

Ἡ Ζωὴ θανάτῳ,
θαῦμα! Πῶς ὁμιλεῖ;
Πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος;
ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει δὲ ζωή;
Ὢ θαυμάτων ξένων!
ὢ πραγμάτων καινῶν!
Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.
Καὶ ἐν ταφῶ ἔδυς,
καὶ τῶν κόλπων, Χριστέ,
τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας·
τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου,
καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς,
εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι,
ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τὰ τοῦ ᾅδου ἐσαλεύθη θεμέλια,
καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.
Ὁ τὴν γῆν κατέχων,
τῇ δρακὶ νεκρωθείς,
σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται,
τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῆς ᾅδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβη,
ἡ ζωή μου Σωτήρ,
σοῦ θᾳνόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος,
καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾅδου τοὺς μοχλούς.
Ὡς φωτὸς λυχνία,
νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ,
ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται,
καὶ διώκει τὸν ἐν ᾅδῃ σκοτασμόν.
Νοερῶν συντρέχει,
στρατιῶν ἡ πληθύς,
Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε,
τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει,
καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν,
ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας,
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.
Ἠλλοιοῦτο πᾶσα,
κτίσις πάθει τῷ σῷ·
πάντα γάρ σοι, Λόγε συνέπασχον,
συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν
ἐν κοιλίᾳ λαβών,
ᾅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν,
ἐξ αἰῶνος οὕς κατέπιε νεκρούς.
Ἐν καινῷ μνημείῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας,
ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ἐπὶ γῆς κατῆλθες,
ἵνα σώσῃς Ἀδάμ·
καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα,
μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.
Συγκλονεῖται φόβῳ,
πᾶσα Λόγε ἡ γῆ,
καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε,
τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.
Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις,
ἐκουσίως Σωτήρ,
ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας,
ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
Δακρυῤῥόους θρήνους,
ἐπί σε ἡ Ἁγνή,
μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα·
πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;
Ὥσπερ σίτου κόκκος,
ὑποδὺς κόλπους γῆς,
τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν,
ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ.
Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης,
ὥσπερ ἥλιος νῦν,
καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι·
ἀλλ’ ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.
Ὡς ἡλίου δίσκον,
ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει,
καί σε τάφος νῦν ἔκρυψεν,
ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου,
γευσαμένη Χριστός,
ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε,
καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.
Νεκρωθέντα πάλαι,
τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς,
ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου,
νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδὰμ.
Νοεραί σε τάξεις,
ἠπλωμένον νεκρόν,
καθορῶσαι δι’ ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε,
ἀπὸ ξύλου νεκρόν,
ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο·
ἀλλ’ ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.
Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ,
χαρμονὴ πεφυκώς,
νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος,
καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.
Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ,
καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς·
ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος,
τοὺς κειμένους δ’ ὑπ’ αὐτὴν ἐξανιστᾶς.
Ὥσπερ λέων Σῶτερ,
ἀφυπνώσας σαρκί,
ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι,
ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.
Τὴν πλευρὰν ἐνύγης,
ὁ πλευρὰν εἰληφὼς,
τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας,
καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι,
θύεται ὁ ἀμνός·
σὺ δ’ ὑπαίθριος τυθείς, ἀνεξίκακε,
πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.
Τὶς ἐξείποι τρόπον,
φρικτὸν ὄντως καινόν;
ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον,
πάθος δέχεται, καὶ θνῄσκει δι’ ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας,
πῶς ὁρᾶται νεκρός;
ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον·
πως δ’ ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;
Λογχονύκτου Σῶτερ,
ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν,
τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με,
ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.
Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ,
συνηγάγω βροτούς·
τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον,
πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ,
σχηματίζει φρικτῶς,
καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε,
καὶ θαμβεῖται σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.
Ὑπὸ γῆν βουλήσει,
κατελθὼν ὡς θνητός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
Ὢ χαρᾶς ἐκείνης!
ὢ πολλῆς ἡδονῆς!
ἧσπερ τοὺς ἐν ᾅδῃ πεπλήρωκας,
ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.
Προσκυνῶ τὸ Πάθος,
ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν,
μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε,
δι’ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.
Κατά σου ῥομφαῖα,
ἐστιλβοῦτο Χριστέ,
καὶ ῥομφαῖα ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται,
καὶ ῥομφαῖα δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα,
βλέπουσα ἐν σφαγῇ,
ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε,
συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.
Κἄν ἐνθάπτη τάφῳ,
κἄν εἰς Ἅδου μολῇς,
ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας,
καὶ τὸν ᾅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.

Ἐκουσίως Σῶτερ,
κατελθὼν ὑπὸ γῆν,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.
Τῆς Τριάδος ὁ εἷς,
ἐν σαρκὶ δι’ ἡμᾶς,
ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον·
φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.
Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης,
τῆς Ἰούδα φυλῆς,
οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο,
τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτὸς,
πρὸ Πιλάτου κριτοῦ,
καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον,
κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.
Ἀλαζὼν Ἰσραήλ,
μιαιφόνε λαέ,
τι παθὼν τὸν Βαραββὰν ἠλευθέρωσας;
τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας,
τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς,
δι’ αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος,
καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.
Ὑπακούσας Λόγε,
τῷ ἰδίῳ Πατρί,
μέχρις ᾅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας,
καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου!
οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν!
Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν,
ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.
Φθονουργέ, φονουργέ,
καὶ ἀλάστορ λαέ,
κἄν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι,
ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.
Δεῦρο δὴ μιαρέ,
φονευτὰ μαθητά,
καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι,
δι’ ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις,
ὑποκρίνῃ μωρὲ
καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε,
ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.
Οὐρανίου μύρου,
ποίαν ἔσχες τιμήν;
τοῦ τιμίου τι ἐδέξω ἀντάξιον;
λύσσαν εὗρες καταρώτατε σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ,
καὶ τὸ μύρον λυπῇ,
κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον,
πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε,
ὢ χαρὰ ἡ ἐμή,
πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον
νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.
Τίς μοι δώσει ὕδωρ,
καὶ δακρύων πηγάς,
ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,
ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;
Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι,
καὶ ἀνθρώπων πληθύς,
κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε,
σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτερ,
σε τὸ ἄχρονον φῶς,
τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου;
ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.
Κἄν ὡς πέτρα Σῶτερ,
ἡ ἀκρότομος σὺ,
κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ’ ἐπήγασας,
ζῶν τὸ ῥεῖθρον ὡς πηγὴ ὤν τῆς ζωῆς.
Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς,
τὸν διπλοῦν ποταμόν,
τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι,
τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε,
ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς,
καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας,
ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἀνυμνοῦμεν Λόγε σε τὸν πάντων Θεόν,
σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι,
καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε ἁγνή,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον,
τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ Ἦχος πλ. α’.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην·
τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν,
τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ,
καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη,
σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς Χριστέ,
ἐν τῷ τάφῳ δύντος νῦν σωματικῶς.
Ὕπνωσας, Χριστέ,
τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ,
καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας,
τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν,
χωρὶς πόνων ἔτεκόν σε Τέκνον,
πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ,
ἀφορήτους, ἀνεβόα ἡ Σεμνή.
Ἄνω σε Σωτήρ,
ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα,
κάτω δὲ νεκρὸν ἠπλωμένον γῆ,
καθορῶντα φρίττει νῦν τὰ Σεραφίμ.

Ρήγνυται ναοῦ,
καταπέτασμα τῇ σῇ Σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς,
σου κρυβέντος τοῦ ἡλίου ὑπὸ γῆν.
Γῆς ὁ καταρχάς,
μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον,
ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν·
τῷ θεάματι δε φρῖξον οὐρανέ.
Ἔδυς ὑπὸ γῆν
ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας,
ἴν’ ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος,
τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.
Θρῆνον ἱερόν,
δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι,
ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν,
ἵν’ ἀκούσωμεν τὸ Χαῖρε σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς,
σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε·
ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον,
Μυροφόροι σοι τῷ ζῶντι, ὡς νεκρῷ.
ᾍδου μὲν ταφείς,
τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις,
θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς,
καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τοὺς γηγενεῖς.
Ρεῖθρα τῆς ζωῆς,
ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία,
τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ,
τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾅδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν,
καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί.
Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.
Ἔδυς ὑπὸ γῆν,
ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης
καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας,
ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾅδῃ σκότος.
Κόκκος διφυὴς,
ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι,
σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον,
ἀλλ’ ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ,
Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ,
χαίρει δὲ πρὸς ᾅδην φοιτήσαντος,
πεπτωκὸς τὸ πρώην, καὶ νῦν ἐξεγερθείς.
Σπένδει σοι χοὰς,
ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων,
σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι,
ἐκβοῶσα, Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ,
εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων,
ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς,
τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.
Ἥλοις σε Σταυρῷ,
πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε,
βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς,
βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός γλυκασμὸν
ἡ Μήτηρ καθορῶσα,
πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν,
βρέχει δάκρυσι τὰς ὄψεις γοερῶς.
Τέτρωμαι δεινῶς,
καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε,
βλέπουσα σφαγήν σου τὴν ἄδικον,
ἡ Παρθένος ἀνεβόα ἐν κλαυθμῷ.
Ὄμμα τὸ γλυκύ,
καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε;
πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε;
Μετὰ φρίκης ἀνεβόα Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ,
καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους,
ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν·
σὺν αὐτοῖς δὲ μελωδεῖ τὰ Σεραφίμ.
Δύνεις ὑπὸ γῆν,
Σῶτερ Ἥλιε δικαιοσύνης·
ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε,
ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ,
ᾅδης σε τὸν ζωοδότην,
πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα,
καὶ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.
Ἥλιος φαιδρόν,
ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε·
καὶ σῦ δ’ ἀναστὰς ἐξαστράψειας,
μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.
Γῆ σε πλαστουργέ,
ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ,
συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται,
ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.
Μύροις σε Χριστέ,
ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων,
νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες, ἀνεβόων·
φρῖξον, ἅπασα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ,
καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου·
τρόμω δὲ ἡ κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.
Λίθος λαξευτὸς
τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον·
ἄνθρωπος θνητὸς δ’ ὡς θνητὸν Θεόν,
κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρῖξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν,
ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα,
Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον,
ἀνεβόα θρηνῳδοῦσα ἡ Ἁγνή.
Σὺ ὡς ὤν ζωῆς,
χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους,
ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας,
ἀλλ’ ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν,
οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες,
ἀλλ’ ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας,
καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.
Ἔδυς τῇ σαρκί,
ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος·
καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος,
ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.
Ἥλιος ὁμοῦ,
καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ,
δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον,
οἱ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἷδέ σε Θεὸν,
Ἑκατόνταρχος κἄν ἐνεκρώθης,
πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί;
φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ,
ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει ·
σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ,
βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν,
καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας,
καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας,
τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς,
ἀλλ’ ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας,
τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε.
Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.
Πῶς οἱ νοεροί,
Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες,
γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον,
ἔφερον τὴν τόλμην τῶν σταυρωτῶν;
Ἀραβιανόν,
σκολιώτατον γένος Ἑβραίων,
ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ·
διά τι κατέκρινας τὸν Χριστόν;
Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ,
τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις,
ὃς τὸν οὐρανὸν κατηστέρωσε,
καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.
Ὥσπερ πελεκάν,
τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε,
σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας,
ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρὶν,
Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν·
αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας,
καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν,
ἀνεκφοίτητος μείνας, οἰκτίρμον,
καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας,
καὶ εἰς ᾅδην καταβέβηκας Χριστέ.
Ἤρθη σταυρωθείς,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας,
ἄπνους δ’ἐν αὐτῇ οὗτος θάπτεται,
ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.
Οἴμοι ὦ Υἱέ!
ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει,
ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον,
κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.
Ταῦτα Γαβριήλ,
μοι ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη,
ὃς τὴν βασιλείαν αἰώνιον,
ἔφη εἶναι τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ.
Φεῦ! τοῦ Συμεών,
ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία·
ἡ γὰρ σὴ ῥομφαῖα διέδραμε,
τὴν καρδίαν τὴν ἐμὴν Ἐμμανουήλ.

Κἄν τοὺς ἐκ νεκρῶν,
ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι,
οὕς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν,
ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών,
τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε,
καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς,
ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε,
ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε,
σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.
Νέκρωσιν τὴν σήν,
ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ,
βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο·
μὴ βραδύνης ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.
ᾅδης ὁ δεῖνος,
συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν,
Ἥλιε τῆς δόξῃς ἀθάνατε,
καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.
Μέγα καί, φρικτὺν,
Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται!
ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη,
ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευρὰν,
καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας,
πληγὴν ἐκ πλευράς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν,
χειρῶν τῶν Προπατόρων.
Πρὶν τὸν τῆς Ραχήλ,
υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ’ οἶκον·
νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο,
Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ράπισμα χειρῶν,
Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι,
τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος,
καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.
Ὕμνοις σου Χριστέ,
νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε,
ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν,
οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇταφῇ.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἄναρχε Θεέ,
συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα,
σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον,
κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Τέξασα ζωήν,
Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε,
παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα,
καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ Ἦχος γ’.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελὼν τοῦ ξύλου,
ὁ Ἀριμαθαίας,
ἐν ταφῶ σε κηδεύει.
Μυροφόροι ἦλθον,
μύρα σοι Χριστέ μου,
κομίζουσαι προφρόνως.
Δεῦρο πᾶσα κτίσις,
ὕμνους ἐξοδίους,
προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα,
σὺν Μυροφόροις πάντες,
μυρίσωμεν ἐμφρόνως.
Ἰωσὴφ τρισμάκαρ,
κήδευσον τὸ σῶμα,
Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
ἐκίνησαν τὴν πτέρναν,
κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.
Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
φέρουσι τῷ Σωτῆρι,
χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης,
καὶ τῆς Χριστοκτονίας,
τῆς τῶν προφητοκτόνων!
Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης,
προδέδωκεν ὁ μύστης,
τὴν ἄβυσσον σοφίας.
Τὸν ῥύστην ὁ πωλήσας,
αἰχμάλωτος κατέστη,
ὁ δόλιος Ἰούδας.
Κατὰ τὸν Σολομῶντα,
βόθρος βαθὺς τὸ στόμα,
Ἑβραίων παρανόμων.
Ἑβραίων παρανόμων,
ἐν σκολιαῖς πορείαις,
τρίβολοι καὶ παγίδες.
Ἰωσὴφ κηδεύει,
σὺν τῷ Νικοδήμω,
νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.
Ζωοδότα Σῶτερ,
δόξα σου τῷ κράτει,
τὸν ᾅδην καθελόντι.
Ὕπτιον ὁρῶσα,
ἡ Πάναγνός σε Λόγε,
μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;
Θρῆνον συνεκίνει,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις,
ἥκουσι μυρίσαι,
Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.
Θάνατον θανάτῳ,
σὺ θανατοῖς Θεέ μου,
θείᾳ σου δυναστείᾳ.
Πεπλάνηται ὁ πλάνος,
ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται,
σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.
Πρὸς τὸν πυθμένα ᾅδου,
κατήχθη ὁ προδότης,
διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.
Τρίβολοι καὶ παγίδες,
ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου,
παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες,
οἱ σταυρωταί σου Λόγε,
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.
Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ,
συναπολοῦνται πάντες,
οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον,
ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα,
ἠλάλαζεν ὁρῶσα.
Σῶμα τὸ ζωηφόρον,
ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει,
μετὰ τοῦ Νικοδήμου.
Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη,
θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα,
τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.
Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;
Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν,
ἐλευθερῶσαι, Μῆτερ,
μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου,
τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν,
ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.
Ὄξος ἐποτίσθης,
καὶ χολὴν οἰκτίρμων,
τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.
Ἰκρίω προσεπάγης,
ὁ πάλαι τὸν λαόν σου,
στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ,
τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι,
προσέφερόν σοι μύρα.
Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον,
ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων,
ἐξανιστῶν τοῦ ᾅδου.
Ἀνάστα Ζωοδότα,
ἥ σε τεκοῦσα Μήτηρ,
δακρυῤῥοοῦσα λέγει.
Σπεῦσον ἐξαναστῆναι,
τὴν λύπην λύων Λόγε,
τῆς Σε ἁγνῶς Τεκούσης.
Οὐράνιαι Δυνάμεις,
ἐξέστησαν τῷ φόβῳ,
νεκρόν σε καθορώσαι.
Τοῖς ποθῶ τε καὶ φόβῳ,
τὰ πάθη σου τιμῶσι,
πταισμάτων δίδου λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον,
θέαμα Θεοῦ Λόγε!
πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;
Φέρων πάλαι φεύγει,
Σῶτερ Ἰωσήφ σε,
καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.
Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
Σωτήρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες,
τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου,
Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.
Ἔῤῥαναν τὸν τάφον,
αἱ Μυροφόροι μύρα,
λίαν πρωὶ ἐλθοῦσαι.
Ἀρώματα καὶ μύρα,
μαθήτριαι γυναῖκες,
προσφέρουσι τῷ Τάφῳ.
Τὸ «χαίρετε» δ’ ἐκεῖναι,
ἀκούουσιν εὐθέως,
εἰς ἀμοιβὴν τῶν δώρων.
Τὰ δάκρυα ὡς μύρα,
τῇ σῇ Ταφῇ προσφέρειν,
ἀξίωσόν με Σῶτερ.
Εἰρήνην Ἐκκλησία,
λαῷ σου σωτηρίαν,
δώρησαι σῆ Ἐγέρσει.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ὦ Τριὰς Θεέ μου,

Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα,
ἐλέησον τὸν Κόσμον.
Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου,

Ἀνάστασιν Παρθένε,
ἀξίωσον σοὺς δούλους.
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.



Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Η παράδοση μας χρειάζεται ανθρώπους με πάθος ! Πρόσκληση !

Η Χρυσούλα Παλιούρη μετά τις πολύ πετυχημένες  παρουσιάσεις  μουσικών της περιοχής μας, οργανοποιών  και μουσικών οργάνων, μας προσκαλεί στις 23 Ιουνίου στην πλατεία Καρύστου να κάνουμε μια γιορτή, ένα γλέντι όπως παλιά. Να κάψουμε τα στεφάνια, να ακούσουμε πάλι την Καβοντορίτικη λύρα, το νταούλι και την φλογέρα , να ακούσουμε  την χορωδία του Μουσικού Διαύλου σε παραδοσιακά τραγούδια!

Πολλοί θέλουν πολλά αλλά μόνο αν υπάρχει πάθος και γνώση μπορεί να δημιουργηθεί κάτι που θα παρασύρει και άλλους και να υπάρξει κάτι κινηματικό. Αυτό βλέπω ότι γίνεται τώρα και ελπίζω να δούμε επιτέλους μια πραγματική αναβίωση της μουσικής μας ταυτότητας. 

Πριν μερικές μέρες ενημερωθήκαμε ότι ο Γιάννης Μαμάς διδάσκει τζαμπούνα στον χώρο της Βυζαντινής Χορωδίας και αρκετά παιδιά έχουν δείξει ενδιαφέρον.

Όσο αφορά την έρευνα της, μπορείτε να παρακολουθήσετε τα βίντεο στον νέο λογαριασμό στο You Tube !

Καλή επιτυχία σε όλα και σε ακόμα καλύτερα!

 






https://www.youtube.com/@kavodoritiki-lyra- Οδοιπορικό στην παράδοση.

"Στης 23 Ιουνίου 2024 ημέρα Κυριακή, απογευματινή ώρα, επαναφέρουμε το έθιμο του Κλήδονα στην πλατεία Καρύστου!!!
Θα ηχήσει η Καβοντορίτικη λύρα με νταούλι , φλόγερα μαζί με την χορωδία του μουσικού δίαυλου Καρύστου σε παραδοσιακούς τοπικούς σκοπούς .
Να φέρετε όλοι τα στεφάνια σας !!!"


Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...