Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΧΑΡΤΖΑΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΚΚΑ-1933-(ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΧΑΡΤΖΑΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΚΚΑ-1933-(ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ.

 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ.

Του Γεωργίου Σακκά. Διευθυντού 18ου Α’ Περιφέρειας Αθηνών.

Στην έκδοση  ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΟ ΒΗΜΑ


Στο συνέδριο των Επιθεωρητών, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ.Κουρμούλης έκανε έκκληση στους Έλληνες δασκάλους να συμβάλλουν κι’ αυτοί στην συλλογή λαογραφικού και γλωσσολογικού υλικού το οποίο θα επεξεργασθή η Ακαδημία αργότερα.

Η έκκληση αυτή του Καθηγητή και τέσσερα βιβλία που κρατώ στα χέρια μου γραμμένα από συναδέλφους, μου δίνουν την ευκαιρία να γράψω το σημερινό σημείωμα για τη συμβολή του Δάσκαλου στις ιστορικές και λαογραφικές μελέτης της Πατρίδος μας.

Ο δάσκαλος σαν φορέας πολιτισμού εις την πιο απόμερη γωνιά της Πατρίδος μας , μαζί  με τις τόσες άλλες εξωσχολικές φροντίδες τους είναι ο μόνος ενδεδειγμένος νομίζω για την συγκέντρωση του υλικού που ζητάει η Ακαδημία μας και προ παντός το λαογραφικό, ιστορικό και γλωσσολογικό αρχείο. Τα τοπωνύμια της περιοχής και η ντοπιολαλιά είναι οι δύο πόλοι πάνω στους οποίους στηρίζεται η ιστορία και ο πολιτισμός κάθε κράτους. Αν σ’ αυτούς τους δυο πόλους προσθέσουμε και τους μύθους και τους θρύλους της περιοχής , α ήθη και τα έθιμα , έχουμε τότε μιαν ανάγλυφη εικόνα του, εικόνα που θα μαρτυράει πια ολόκληρη τη ιστορική και πνευματική πορεία  και εξέλιξη του μέρους η της περιοχής που μελετάμε.

Πάνω λοιπόν σ΄αυτά, θα στηριχθή ο Δάσκαλος  για ν’ αντλήση πλείστα όσα και χρήσιμα στοιχεία και να τα αξιολογήσει  κατόπιν η Ακαδημία.

Πριν γίνω ακόμη δάσκαλος είχα υπ΄όψιν μου τις τέτοιες εργασίες Παπαχριστόπουλου του Λουκόπουλου, του Μαρίνη, της Λιουδάκη και πολλών άλλων. Όταν έγινα κατόπι δάσκαλος φρόντισα ν’ ακολουθήσω τις εργασίες εκείνων. Στην Καρυστία μάλιστα κατώρθωσα να συλλέξω τόσο πολύ υλικό ώστε πάνω σ’ αυτό έπλεξα και στήριξα το πρώτο μου λογοτεχνικό βιβλίο μου τον τίτλο «Η Βασίλισσα Χαρτζάνα» δέκα σκολικά διηγήματα επηρεασμένα από την Καρυστινή λαογραφία. Κατόπιν, στα 1937 , πήρα το θέμα μου για μια διάλεξη που έδωσα στην Αθήνα, στην αίθουσα της αρχαιολογικής Εταιρείας κάτω από την αιγίδα της Εταιρείας Ευβοικών Σπουδών, που το διήθυνε τότε ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου κ.Πετσάλης και στην οποίαν παρέστησαν πολλοί συνάδελφοι και οι επιθεωρητές της εποχής  εκείνης.

Η διάλεξη εκείνη μ’ ένα γλωσσάριο από 500 λέξεις δημοσιεύθηκε αργότερα  με την ευγενική φροντίδα  του γραμματέως της Εταιρείας  κ.Γιώργου Φουσάρα στο αρχείο της επιστημονικής εκείνης Εταιρείας κι΄έτσι συνέβαλα όσο μπορούσα στο σκοπό των Ευβοικών Σπουδών αφ ‘ενός  και γενικώτερα στο σκοπό της Ακαδημίας μας αφ’ ετέρου.

Από τότε όμως , κι’  έχουν περάσει αρκετά χρόνια , καμιά προσπάθεια δεν κατάβαλα για να συνεχίσω το ίδιο έργο. Ο πόλεμος , η βιοπάλη, η αστοργία του κράτους μαραίνουν το ενδιαφέρον εκείνου που καταπιάνεται στις τέτοιου είδους προσπάθειες μ’ αυτές τις εργασίες, γι΄αυτές τις εργασίες , γι’ αυτό και σιγά σιγά τις εγκαταλείπει.

Γι’ αυτό σήμερα, απ΄την έκκληση του κ.Κουρμούλη, θυμήθηκα λιγάκι τα περασμένα , όχι για για να περιαυτολογήσω αλλά για να μιλήσω μ΄αγάπη και θέρμη για τα τέσσερα βιβλία που κρατώ στα χέρια μου αγαπητών και φίλων συναδέλφων.

Τα 4 αυτά βιβλία είναι η «Καβάλλα άλλοτε και τώρα» του κ.Σταύρου Ρωμανά, η «Ιστορία της Μακεδονίας» του Νίκου Κοσμά, η «Σκόπελος» του κ Δημοσθένη Νασούλη και η «Παιδεία στην Ήπειρο» του κ.Κώστα Παπαγεωργίου. Τα βιβλία αυτά με γεμίζουν χαρά και συναδελφική υπερηφάνεια, γιατί βλέπει κανείς σ’ αυτά πως η φλόγα της μελέτης και της ιστορικής αναδιφήσεως δεν έσβυσε από τον κλάδο μας, αλλά με γεμίζουν και δέος γιατί μέσα στις τόσες αντίξοες περιστάσεις βρίσκονται ακόμη συνάδελφοι που διατηρούν τη φλόγα αυτή και τον ενθουσιασμό και υποβάλλονται μάλιστα και σε τεράστιες οικονομικές δαπάνες για να αξιολογήσουν τις τέτοιου είδους εργασίες των.

" ΕΦΤΑΛΟΥΤΡΟΥΔΕΣ" Διήγημα του Γεώργιου Σακκά .1933

 


ΕΦΤΑΛΟΥΤΡΟΥΔΕΣ

Βάρτης μωρέ της άφτουρης? Κι’ έδειξε ο συντοπίτης μου το χώμα. Ξαφνιάστηκα και γύρισα να δω. Κύτταξα καλά τριγύρω. Τίποτα δεν είδα. Ωστόσο ο Κώστας, η παρέα μου, αγριωπός μου ξαναφώναξε.

-Τι την φυλάς μωρέ? Βάρτης της άφτουρης.

-Ποια να χτυπήσω? Τον ρώτησα σαστισμένος/

-ΑΑ! Έκανε κείνος. Της φταλουτρούς βάρα. Πιτάκοστην στο χώμα. Να..να.. σε ζύγωσε. Και χτύπησε κοντά μου τη γη με τη ματσούκα του.

Κύτταξα.Στα χόρτα τ’ αλωνιού τα κατάξερα, σφαλάγκιολοζώντανο ανάδευε τα μεγάλα πόδια του. Κουνιόταν γρήγορα αλύγικα κι’ ‘ετρεχαν. Κατά τη θημωνιά ο σφάλιαγγας επήγαινε, λες κι’ ένιωθε τον κίντυνο που τον φοβέριζε.

-Βάρτης ντε…ο Κώστας μου ξαναείπε.

-Τι μούκανε το ζούδι? Ας το να κρυφτή. Εκείνος βουρλίστηκε. Λες και τον δάγκασε σκορπιός. Σηκώθηκε από το λιθάρι που καθότανε και με τη πατούνα του τσαρουχιού του το σφάλαγκα λυώμα τον έκανε.

-Άτιμο μαμούνι , σιγομουρμούριζε ,ενώ καθότανε πάλι στο λιθάρι πούταν στο φρύδι τα’ αλωνιού.

-Δεν ξέρεις συ τη φταλουτρού? Μου είπε. Αν σε δάγκωνε τότε…θα μούλεγες το τι χαμπάρια.

- Σαν με δάγκωνε , τι? Του είπα γελώντας κι’ εγώ. Τι θα μούκανε η φταλουτρού σου?

Ο Κώστας πάλι  σα να βουρλίστηκε. Άνοιξε τα διάπλατα μάτια του στης έκπληξης το αίστημα.

-Δεν ξέρεις για την φταλουτρού? Με ρώτησε . Δεν ξέρεις πως θα περάσουνε ακόμα άλλα έξη?

- Ώστε έχουμε και συνέχεια?

-Αλλά? Και γυρίζοντας ο Κώστας τα μάτια του στο χώμα προσεχτικά το κύτταζε. Το ερευνούσε , λες κι’ ήθελε ν’ ανακαλύψη εχθρό επίβουλο η κάτι πολύτιμο που έχασε. Σκάλιζε με τη ματσούκα του τους σβόλους , παραμέριζε τ’ άχυρα , σήκωνε τις πετρίτσες. Έψαχνε, έψαχνε, προσεχτικά. Να την! Να και η άλλη ! φώναξε χαρούμενος και φοβισμένος  μαζί.

Γύρισα πάλι. Κι’ άλλο σφαλάγκι ξυλοπόδαρο έτρεχε σαν το πρώτο. Στα θεόρατα πόδια του τη φουσκωμένη μπάκα του ακουμπούσε. Τρεμάμενο τον ίδιο δρόμο ακολουθούσε το δρόμο που είχε πάρη και το πρώτο.

Ταίρι ζευγαρωμένο διάβαινε στη βάτρα του να πάη χορό να στήση ηδονόχαρο. Δουλεύτρα η σφαλαγκίνα ακούραστη , ποιος ξέρει, τι πανί αιθεριούφαντο να είχε πλέξη. Στα μεταξένια κρόσσα του γλέντι να στήσουν και τα δυο ήθελαν, νύχτας ανίπωτο όργιο. Δεν πρόλαβε να ξεπεράση κι΄ο Κώστας με την πατούνα του την ίδια τύχη του πρώτου και σε τούτο έδωσε.

-Δεν ξέρεις συ από φταλουτρούδες, γύρισε και είπε. Δεν ξέρεις συ τι έπαθε δυο χρόνια τώρα ο Στέλιος της Παγώνας. Αν ήξερες, αν ήξερες…!! Το ίδιο σαν και μένα θάκανες και χειρότερα.

Τάλεγε και τα πίστευε. Και σε μένα που δεν μιλούσα. – Δεν ξέρεις και γι’ αυτό.. Τρόμαξε να ρθή στα συγκαλά του ο κακομοίρης ο Στέλιος.

-        Γιατί έπαθε από τη φταλουτρού? Του είπα αδιάφορος. –Τι τούκανε?

-        -Παράξενο σου φαίνεται εσένα? Και βγάζοντας απ’ το  ζονάρι του πελώριο τσιμπούκα απ΄τη καπνοσακκούλα του έβγαλε χοντροκομμένο καπνό λαθραίο. Την ίσκα με την τσακμακόπετρα του άναψε και φτύνοντας χάμω σάλιο κατάμαυρο από το δηλητήριο του καπνού εξακολούθησε.

-        - Έτσι όπως και τώρα ήτανε. Στο θέρος. Ακούς? Στο θέρος ήτανε. Έτσι όπως και μεις, στο φρύδι τα’ αλωνιού καθότανε. Χρυσά βουνά οι θημωνιές σηκώνονταν στ΄αλώνια κι’ ο κάμπος βούιζε από της εργατιάς τα χάχανα.

-        Έτσι όπως κι΄εμείς. ..Το βράδυ Φεγγάρι άσημόχρωμο πρόβαλλε στης λιόκρισης την ώρα. Γοργά η νύχτα πλάκωσε και το Φεγγάρι διάχυτο το φως σκορπούσε στου κάμπου τη γυμνή την άπλα.

-        Από μακρυά φάνταζαν τα σανά ίσκιοι πελώριοι. Δω και κει, της ερημιάς τη βουβαμάρα αλύχτισμα σκυλιού αριόπυκνο την έλυνε. Που και που φτερούγισμα νυχτοπουλιού ακουόταν.

-        Στις μακρυνές κορφές , πέρα κατά το Λυκόρεμμα  των τροκανιών τα’ ανάμιχτο χτύπημα μόλις στ’ αυτί του έφτανε. Κοπάδι είχε βγη στο νυχτοσκάρι. Ο Στέλιος στ’ αλώνι φύλακας πιστός της θημωνιάς του στο ράσο του ξαπλώθηκε.  Έτσι όπως κι΄εμείς..τ’ ακούς? Στους λογισμούς του έφερε κι’ αυτός της ζωής τα βάσανα.

-        Το θέρος πρώτη σκοτούρα αυτή? Συρίκι άτιμο είχε βαρέσει τα σπαρτά. Χόβολη σωστή εκείνο που απόμεινε. Κλωνί δίχως καρπό, άφτουρο, σιτεμένο. Τ’ αλώνισμα άλλη σκοτούρα αυτή! Τρέχα να βρης φορδιαρέους να σου ζητάν τη πίστη τους. Ό,τι κι’ αν έμεινε απ’ το συρίκι θε να σου τώτρωγε των εξωτάρηδων η κολλιγιά. Τ’ αμπέλια , οι μούστοι, η σπορά καθένα απ’ το μυαλό του Στέλιου παιρνούσαν. Και κείνος στους φρενιασμένους του λογισμούς-άτια βαρβάτα, ανεμοπόδαρα,- της βιοπάλης τα βάσανα έφερνε. Και κει που το κεφάλι σφιχτά κρατούσε μη φτερουγίση το μυαλό, εφταλουτρού φαρμακερή δίπλα του πέρασε. Την μπάκα φουσκωμένη είχε δηλητήριο κι’ υφάδι μαγικό στου αλωνιού τις πέτρες πήγαινε για να πλέξη. Το αίμα του φτωχού ορέχτηκε και γρήγορα στο σβέρκο του ανέβη και τον δάγκασε.

-        -ΩΧ! Φώναξε ο Στέλιος. Και βάζοντας τη χούφτα του στο σβέρκο ασυναίσθητα την φταλουτρού στο χώμα τιναχτά απίθωσε.

-        Σύγκρυο τον έπιασε τον άμοιρο. Η φταλουτρού κακό μαμούνι τη χολή της τη φαρμακερή στο Στέλιου το λαιμοτράζηλο ξέρασε. Πόνος δυνατός με προίξιμο άρχισε στη δαγκωματιά. Μάτι δεν έκλεισε ολονυχτίς ο δύστυχος. Ξημερώματα με το σβέρκο τούμπανο απ΄το προίξιμο στη γριά Γιαννούλα τη γιτεύτρα του χωριού έτρεξε.

-        -Κακή η ώρα παλληκάρη μου του είπε εκείνη. Η φταρουτρού σε δάγκωσε γρήγορα θα ξεμπλέξης.

-        Σύγκορμος έτρεμε ο Στέλιος. Η γριά γιτεύτρα τόνε φόβισε. Μηγαρίς δεν επολέμησε αυτός τόσους πολέμους? Χάθηκε τότε βόλι εχθρικό?

-        -Και δεν θα πάρη γιατριά το δάγκωμα κυρά-μάννα? Τηνε ρώτησε.

-        -Παίρνει…σα δύσκολα.

Και κουνώντας το κεφάλι στην πίστη της δύναμης πούχαν τα γιατρικά της. Εφτά Μαρίες θα να βρης σύγκαιρα. Του είπε. Γερό σεντόνι από κρεβατίνας νηόφαντης αντί να κόψης και κει θα τυλιχτείς ολόκληρος. Στα χέρια τους θα σε κρατήσουνε και τα εφτά κορίτσια , της φταλουτρούς το μαγεμένο ξόρκι για ν’ αρχίσουνε.

Καιρό ο Στέλιος δεν έχασε. Εφτά Μαρίες μικρομέγαλες απ΄του χωριού τον κοριτσόκοσμο εμάζεψε στο σπίτι του σύγκαιρα. Πανί από κρεββατίνας νηόφαντης αντί εκόψανε και μέσα ο Στέλιος μωρό παιδί τυλίχτηκε. Και τα κορίτσια με τη κυρά Γιαννούλα τη γιτεύτρα το ξόρκι της φταλουτρούς αρχίσανε.

Κουνήστε την την έμμορφη

Κουνήστε την την άσπρη

Κουνήστε την εφταλουτρού

Να χύση το φαρμάκι.

 

Κι΄ανοίγοντας τρύπα στη γή η γριά Γιαννούλα με το χώμα το Στέλιο εφτά φορές πασπάτεψε. Σύγκαιρα της φταλουτρούς το δηλητήριο χύθηκε από του Στέλιου την πληγή. Έννιωθε τώρα το λαιμοτράχηλο ξαλαφρωμένο.

-Κι’ αν δεν τούκάνανε τα μάγια αυτά, ο Στέλιος τι θα πάθαινε? Ρώτησε τον Κώστα.

-Θα πέθαινε σίγουρα, τα’ ακούς? Θα πέθαινε σίγουρα, μου είπε.

-Τα παραλές, του είπα να τον πειράξω.

-Βουρλίστηκε. Και σα να τον δάγκωσε σκορπιός  μου φώναξε:

- Ούφ! Και σεις πεια οι γραμματισμένοι. Τίποτα δεν πιστεύετε. Και χώνοντας στο ζουνάρι το τσιμπούκι του μου φώναξε θριαβευτικά.

-Νάτη, νάτη κι΄άλλη κι΄άλλη. Πιστεύεις , πιστεύεις τώρα στα όσα σου είπα? Εφτά θα περάσουνε, Τ’ ακούς ? Εφτά!

Κι’ αλήθεια! Κι’ άλλο σφαλάγκι προισκοκοίλικο διάβαινε εκείθε με πόδια τρεμάμενα. Εκεί κατά τη θημωνιά.

Ταίρι ζευγαρωμένο διάβαινε στα μεταξοσέντονα να κοιμηθή που έχει στρωμένα η σφαλαγκίνα, της νύχτας ν’ αρχίσουνε  ανείπωτο όργιο.

Κι’ ο Κώστας κυττάζοντας τη φταλουτρού σιγομουρμούριζε.

-Βλέπεις κι΄άλλη κι΄άλλη. Πιστεύεις στα όσα σούπα πρωτύτερα?

 

"Ο ΔΡΑΚΟΣ" Διήγημα του Γεώργιου Σακκά 1933

 




Ο ΔΡΑΚΟΣ

Στη πιο  ψηλή κορφή απέναντι στη Γιούδα, ο Δράκος , τρανός της χώρας βασιλιάς έχτισε το παλάτι του. Παλάτι γεροθέμελο  πελώριο , λες και χτίστηκε από ατόφια πέτρα, χυτό και καμαρωτό. Υψώνεται περήφανα βλέποντας πέρα , μακρυά τ’ αχνιστά μπουγάζια ως το Βόσπορο δώθε, το απαλό βύθισμα της Τζιάς στο παιχνιδιάρικο κύμα του Αιγαίου.

Μερονυχτίς αλύπητα ο βοριάς και ο Νοτιάς το παραδέρνουν, λες και θέλουν να το ξερριζώσουν σύγκορμο και χάμω κομμάτια να το ρίξουν.

Εκείνο , ατάραχο σπάζει εμπαιχτικά στα γρανιτένια ογκολιθάρια του στην κάθε βίαιη ορμή τ’ αγέρα. Τα σύφνεφα μονάχα, κορώνα χρυσοσκάλιστη δέχεται στα πυργόφρυδα. Κι΄είναι το μόνο αθώο άγγιγμα που καλοδέχεται νυχτοήμερα.

Τρανός στην Όχη τότε βασίλευε ο Δράκος βασιλιάς. Απ΄την ψηλή κορφή της διαφέντευε βασίλειο τρανό και ξακουσμένο.

Παιδί κι’ αυτός των δώδεκα Θεών που κατοικούσανε στον Όλυμπο παλαιότερα, παλάτι μαρμαρόχυτο από ατόφια πέτρα βάλθηκε να στεριώση. Απέναντι στη Γιούδα , την πιο ψηλή κορφή θεμέλιο άνοιξε βαθύ.

Το μέρος κείνο διάλεξε για να θυμάται πάντοτε τα Ήρας της θεάς το ερωτικό της πάθημα.

Συμπόσιο με νέκταρ οι θεοί στον Όλυμπο διαφέντευαν κάποτε. Πλοκάμια πάμπολλα το ψηλό βουνό σε όλη τη χώρα τότε άπλωνε. Με τον καιρό και τους σεισμούς πολλά κοπήκανε από το γέρικο κορμό του και μόνα τους απόμειναν.

Ο Δίας ο θεός βασίλευε μεσ’ τους θεούς στη χάρη και στην δύναμη. Και στο συμπόσιο εκείνο από το το θεικό πιοτό σα να ζαλίστηκε.

Πιο πέρα η Ήρα, η όμορφη θεά, μέσα σε κάλλη και ΄μορφιές λαμποκοπούσε.  Ο Δίας ζαλίστηκε πιότερο στην ομορφιά της και η καρδιά του ερωτικά σκιρτάει. Τα χέρια του τα’ ατσαλόνευρα απλώνει της Ήρας τα μαρμαροτράχηλα ν’ αγγίξη , μα κείνη φοβισμένη από το πάθος του θεού, φυλάγεται στην κίνηση εκείνη.

Τα μάτια του θεού αστράφτουνε. Το σπιθοβόλημα τους κεραυνούς ρίχνουν απανωτά στην Θεσσαλίας τον κάμπο τον απέραντο. Μουγκρίζει ο θεός κι’ ωρύεται.

-Δος μου φιλί θεά! Φωνάζει.

Πιότερο σαστισμένη η θεά στα σύγνεφα μπερδεύεται και ανεμόφτερη στις διάφορες ψηλές κορφές πετάει.

Άρχισε τότε θεικό κυνηγητό.

Τρέχει μπροστά η Ήρα ν’αποφύγει το θεό και πίσω της εκείνος  άγριος την κυνηγά. Τρυγόνα ‘ κείνη αγνή και άσπιλη στου γερακιού το βρωμερό το στόμα θροφή να γίνη πρέπει. Και φοβισμένη πιότερο , στην σκέψη της μόλυνσης, παίρνει τα κορφοβούνια.

Ακούραστος ο Δίας την κυνηγά . Στης Όχης τη ψηλή κορφή την φτάνει. Σφιχτά την αγκαλιάζει στα σιδερένια στέρνα του. Πουλάκι ΄κείνη ανίσχυρο στα νύχια του όρνιου σπαρταρά. Μάταια το φιλί ν αποφύγει θέλει.

Τα στήθια της ανάλαφρα κυματίζουν στον κόρφο της σαν τρικυμίας πέλαο και σιγοτρέμουν στα σιδερένια στέρνα του θεού.

Την σφίγγει κείνος πιότερο αναμμένος από την φλόγα του έρωτα. Το βίαιο σφίξιμο κι΄η μυρουδιά της σάρκας όλους τους λάγνους πόθους του ξυπνούν. Σφίγγει την Ήρα πιότερο και κείνη σιγοτρέμει και σπαρταρά.

Τα χείλη τα υγρά απ’ το κρασί στα κερασένια χείλη της θεάς κολλά ο Δίας. Να σβύση τη φωτιά που τα’ άναψε στην στήθεια της θέλει.

-Όχι…όχι… φωνάζει η θεά.

Στη θεική  την άρνηση Όχη την πιο ψηλότερη κορφή ο Δράκος έχτισε το παλάτι του. Παλάτι γεροθέμελο πελώριο.

Άμέτρητους είχε τους θησαυρούς. Άμμο της θάλασσας το βιος ..Θάλασσα είναι το έχει του. Τίποτα δεν τα’ απολίπει. Ραβδιά χρυσάφι  αστραφτερό σε μυστικές μεριές τρακαδιασμένα είχε και σβόλους ασημιού γλυκόηχους σε αποθήκες σύναζε. Χαλιά μεταξούφαντα και χρυσοκέντητα στρώνει στου παλατιού τις σάλες.

Τα έπιπλα του όλα από χρυσάφι κι’ έβενο. Μαργαριτάρια σπάνια , φερμένα από μακρυνά νησιά το σκήπτρο το βασιλικό κοσμούσαν.

Σκλάβοι μαύροι σαν πίσσα , τη ράχη σκύβουν δουλόπρεπα και ως της γης το χώμα,των ρουθουνιών τους ο χαλκάς σέρνεται στο βασιλιά του Δράκου το περπάτημα.

Καράβια με ολομέταξα πανιά, ως τις ακτές της Μπαρμπαριάς, φοβέρα και τρομάρα των θαλασσινών έφταναν ν’ αρμενίζουν. Σταύλοι για τα βόδια καλόχτιστοι , άτια βαρβάτα νευροπόδαρα στου Δράκου κι’ απ’ τις καλύτερες ράτσες τα εκλεχτότερα  στου Δράκου τα υποστατικά βρίσκονταν άφθονα.

Και κείνος στης δύναμης του το καμάρωμα τρανός και ξακουσμένος  φημιζότανε. Στης Καμπελέτας το βουνό και του Αργού το ογκολίθι στις ώρες της ανάπαψης ο Δράκος παίζει με το μικρό του αδελφό το κλωτσοσκούφι. Πελώριο λιθάρι άχυρο, πούπουλο στα χέρια τους γίνεται.

Στο ρέμμα κάποτε τα’ αδέλφι του Δράκου μια μέρα πήγε. Τη δίψα του να σβύση στο γάργαρο νερό της μεγάλης σουβάλας θέλει και σκύβει κατά γης ξένοιαστο φτυχισμένο.

Ο Δράκος να το φοβίση θέλησε. Και παίζοντας στα χέρια του το κλωτσοσκούφι στο ρέμμα με ορμή το πέταξε  να πιτσιλίση το κορμί του δόλιου του αδελφού. Ο βράχος όμως κατάσβερκα βρίσκει τον αδελφό του και τον αφήνει στον τόπο σκοτωμένο.

Ούτ΄ένα γκίχ δεν πρόλαβε να πη. Συφοριασμένος ο βασιλιάς το σώμα τ΄αδελφού του μέζεψε ξεσκλίδια κι’  έθαψε. Το κλωτσοσκούφι  κει κάτω στο ρέμμα έμεινε κάτω απ΄της Καμπελέτας το βουνό και του Αργού το ογκολίθι.

Ο Δράκος τώρα δε βρίσκει παρηγοριά. Μερονυχτίς τον παραδέρνει ο καημός του.Άδικα ότι κι’ αν κάνει για να λησμονά. Τους παιχνιδιάρηδες απ’ το παλάτι διώχνει και τα τραγούδια σταματούν.

Βουβό κι’ ανάτριχο φαντάζει τώρα το παλάτι. Σε άτι βαρβάτο ατμοπόδαρο καβάλλα ο Δράκος τρυγυρνά όλη τη χώρα. Βλέπει μακρυά τη Σκύρο , βούλα κατάμαυρη στα γαλανά μπουγάζια.  Η Άντρο ανατολικά, τεμπέλα σκύλλα αναπαύεται στο Καβοντόρου το πορτέλι. Ξοπίσω της ακολουθούν η Τήνος, η Σύρος, η Μύκονος κι’ όλα τα διάσπαρτα νησιά του Αιγαίου.

Πιο πέρα, δυτικά του Ευβοικού η λιμνοθάλασσα, φίδι σερμάμενο, στης Αττικής τις ξέρες μπαίνει ράθυμα. Κι΄ολόγυρα δάση, βουνά, ρουμάνια αγύριστα  και κάτω βαθειά μεσ’ των Ρουκλιών τη ρεμματιά του γείτονα βασιλιά η χώρα.

Στο λιακωτό του παλατιού κόρη πεντάμορφη κάθεται, η δυχατέρα του γείτονα βασιληά. Έχει του μήλου την ολόγιομη ομορφιά και της νεράιδας την ξωτική τη χάρη.

Μαλλιά, χρυσό ποτάμι, ως τις γυρτές τις πλάτες πέφτουνε πλούσια  και μάτια ακριβοθώρητα στολίζουν το φρυδομέτωπο.

Το Δράκο η κόρη λάγγευε , ώρα πολλή, καβάλλα στ’ άτι του. Έκείνος στη ξωτική ομορφιά της στέκει μαρμαρωμένος.  Συνέρχεται κι’ αιστάνεται  τη καρδιά του να πονή. Τη κόρη θέλει τόρα. Την αγαπά….

Χρυσό μήλο της πέταξε. Η κόρη σκύβει και παίρνει ντροπαλά το μήνυμα του Δράκου. Κι’ έχτοτε οι δυο τρελλά αγαπηθήκανε.

Σημάδι βάλανε κρυφό εκεί στα σύνορα της χώρας να συναντιώνται ταχτικά. Ο Δράκος καβάλλα στ’ άτι του από κρυφή εμπατή στη κόρη πήγαινε.

Ώρα κακή και για τους δυο βρέθηκε όμως. Στου γείτονα βασιληά τ’ αυτί  ο έρωτας του Δράκου και της κόρης του έφτασε.

Αγριεύει ο γέρος και ταράζεται. Τη σκύλλα την θεριόστομη του παλατιού, δέρνει αλύπητα να την κακίση.

-        Βλέπεις, βλέπεις το Δράκο? Την ρωτά. Σύγκορμα να ρουφήξεις θέλω. Να τον ξεσκίσης με τα δόντια σου ξεσκλίδια να τον κάνης. Και κείνον και το άτι του. Εμπρός θεριόστομη, απάνω του χύμηξε άφοβα…τα’ ακούς?..Σύγκορμα να ρουφήξης και κείνον και το άτι του…

Σαν αστραπή εχύμηξε η σκύλα η θεριόστομη. Το στόμα ανοιχτό, πελώριο και από κει προβάλλουν άσπρα δόντια σουβλερά, ανάτριχα.

Δεν πρόλαβε ο δράκος καμιτσιά να δώση στο άλογο του τα΄ανεμοπόδαρο. Με μιας στα δόντια της σκύλας βρέθηκε σύγκορμος και κείνος και το άτι του.

Έμπηξε όμως μια φωνή.

Μακρυά , πολύ μακρυά, ως της Καβοκολώνες ακούστηκε. Βούιξαν τα λαγκάδια κι’ οι ρεματιές και τα βουνά σειστήκανε. Η θάλασσα ταράχθηκε κι’ η αδελφή του Δράκου η μάγισσα ρωτά:

-Του Δράκου ήταν η φωνή? Τι έπαθε? Μήπως τον σφάζουνε? Κι’ ύστερα? Τάχα τα μάγια μου δεν ανασταίνουνε νεκρούς?..Μονάχα λίγο αίμα ..,μια σταγόνα φτάνει…να είναι ζεστή και κόκκινη.

Τοιμάζεται και φτειάχνεται. Παίρνει το σύγνεφο άλογο και ξεπεζεύει στην Κάρυστο αγριεμμένη. Οι φίλοι της την είδανε. Κι’ ώσπου να την καλοσωρίσουν και να της πουν τα νέα, ο Δράκος στης σκύλας της θεριόστομης το στόμαχο θροφή γινότανε.

Αίμα δεν πρόλαβε να βρη ζεστό και κόκκινο, τα μάγια της ν’αρχίση. Μονάχα το παλάτι από του Δράκου το βασίλειο απόμεινε.

Στέκει εκεί ψηλά στην Όχη την πιο ψηλή κορφή απέναντι στη Γιούδα.

Φαντάζει ως τα σήμερα γεροθέμελο, χυτό καμαρωτό , λες και χτίστηκε  από ατόφια πέτρα, στα σύγνεφα κρυμμένο.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

"Ο ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΚΑΣ" Διήγημα του Γεώργιου Σακκά .1933

 


ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΚΑΣ

Αμέ τι λέγατε?  Έτσι νομίζατε πως είναι? Δεν είναι παίξε γέλασε! Τι θαρρούσατε? Πως μεις οι γέροι δεν τα ξέρουμε καλύτερα από σας? Δεν σας τώπαμε? Δεν είπαμε πως ο Μητσουλιός βουρδούλακας θα γενή?

Κι’ ο γέρος Στρατής ο νεκροθάφτης που έθαφτε με το μεροδούλι της γρίππης τον καιρό, έκανε το  σταυρό του.

-Και δος αυτώ γην ελαφράν…ψιθύριζε..Τώξερε απ’ ‘οξω κι’ ανακατωτά.

Χρόνια τώρα τάκουγε απ΄τον παπά να το σιγοψιθυρίζει στο θάψιμο των νεκρών. Κι’ ‘όταν κανείς βρισκόταν άλυωτος και το ξανάθαφτε ο μπάρμπα Στρατής άκουγε τον παπά να το ψιθυρίζει σιγανά, μέσ’ από τα κούφια- κίτρινα δόντια του.

Έτσι ο νεκροθάφτης στις γυναικούλες που μαζεύτηκαν περίεργες στης Παναγιάς τα’ απόμερο κοιμητήρι, αριά πυκνά έλεγε τα ίδια λόγια τα στερεότυπα.:

-Δε σας το είπαμε? Εμείς δεν σας το είπαμε πως ο Μητσουλιός  βουρδούλακας θα γενή? Κι’ έπειτα πάλι:

-Δος αυτή γην ελαφράν Κύριε..κι’ ‘εκανε το σταυρό του.

Οι γυναικούλες με την σειρά τους σταυροκοπιότανε. Κι’ ευθύς το ξόρκι στα χείλη τους μονάχο ανέβαινε.

-Φτου  φτου καταραμένε . Στα τάρταρα της γης..στα τάρταρα της γης!

Πιάνοντας το φτυάρι του ο μπάρμπας Στρατής στου Μητσουλιού το μνήμα μπάζα και πέτρες σάρωνε.

Τρύπα μεγάλη στου κεφαλιού το μέρος ορθάνοιχτη φαινότανε  και από κει ο Μητσουλιός βουρδούλακας πια, τα χωριά σαράντα μέρες θα συργιάναγε. Στην τρύπα ο μπάρμπα Στρατής πότε νερό και χώματα έρριχνε μουρμουρίζοντας.

-Πιε Μητσουλιέ. Πιε και γίνου στάχτη κακόμοιρε και άφησε τον κόσμο ήσυχο στην ερημιά και τη φτώχεια του. Κι’ αλήθεια! Το χωριό ήταν σύγκορμο ανάστατο. Την είδηση πως ο Μητσουλιός , μόρτης παληός της χώρας , είχε βρυκολακιάσει με φόβο τηνέ δέχτηκε.

-Βουρδούλακας στα σπίτια μας! Που ξανακούστηκε αυτό?! Λέγανε. Άλλο κακό τρομάρα μας! Κανέναν δεν θα αφήσει σε ησυχία ο Μητσουλιός. Κι΄αλλοίμονο στους εχθρούς του.

Τρεις γαστρωμένες το παιδί ρίξανε από φόβο. Οι θεοσεβούμενοι στο εικονοστάσι τρέξανε και τους σταυρούς και τις μετάνοιες άρχισαν.

-        Θεέ μου δώς του ανάπαψη. Κάνε το χώμα του λαφριό και λυώσε το αμαρτωλό κορμί του.

Ο Παπ- Σεραφείμ με το πράσινο πετραχείλι  του στ’ αμαρτωλού το μνήμα πάνω στάθηκε. Χίλιες φορές θυμιάτισε και χίλιες ευκές του Σολομώντα διάβασε.  Μονάχα ο μπάρμπα Στρατής  ατάραχος  έμενε. Κανέναν δε φοβότανε. Αυτός όλα τα έβλεπε. Από την τρύπα την ορθάνοιχτη το Μητσουλιό βουρδούλακα, μαμούνι, τσαλιαπίτη, ποντικό τον έβλεπε να βγαίνη. Χίλια δυο σχήματα άλλαζε το ημερονύχτο. Τώξερε μέρες πολλές αυτό και το περίμενε.

-        Τον δρασκελίσανε νεκρό το Μητσουλιό , έλεγε. Βουρδούλακας θα γενή, αμέ! Και διαλαλώντας κάθε καινούργιο νέο στο χωριό σταυροκοπιότανε.

-        Οι γρηές γιτεύτρες του χωριού το ξόρκι του βουρδούλακα αρχίζανε κι΄όλοι με την σειρά το νεκροθάφτη συμβουλεύανε.

-        -Πλακώστε τον με χώματα.

-        -Με πέτρες και ντουβάρια.

-        -Βαριά η γη που κοίτεται.

-        Να μη σηκώνεται ποτέ ο άφτουρος.

Ο δάσκαλος  κι’ ο γραμματικός δεν πίστευαν σε τέτοια. Τον κόσμο πάσχιζαν να ησυχάσουν με στάθηκε αδύνατο.

-Ρίχτε στην τρύπα του νερό να γίνη η σήψι γρήγορα, έλεγαν.

Τι ήθελαν τη σήψι οι χωριανοί? Ο Μητσουλιός βουρδούλακας δεν ήταν? Τάχα νεκρό δεν τον δρασκέλισαν? Ωστόσο καλό κακό, ο νεκροθάφτης όλα τάκανε. Και πέτρες στο μνήμα έρριχνε και μπόλικο νερό με τον κουβά από τη τρύπα την ορθάνοιχτη έχυνε στο βουρδούλακα ψιθυρίζοντας.

-Πιε Μητσουλιέ και χόρτασε. Ο δάσκαλος μου το είπε. Δεν φταίω λοιπόν εγώ και αν σε τυραχνώ. Γίνου μονάχα στάχτη και σύρε στα τάρταρα της γής, ν’ αφήσεις το κοσμάκη ήσυχο.

Στο μεταξύ το χωριό είχε κορώσει και ανάψη για το μόρτη του το Μητσουλιό. Άφησε για πολλές μέρες τις άλλες έγνοιες κι’ ‘ολοι για το βουρδούλακα μιλούσανε. Στις εργατιές, στις ξάστρες , στις βεγγέρες.

Πολλοί τον βλέπανε – κάνανε όρκο και σταυρό,-γυμνό , τσίτσιδο, κατάσαρκο. Καβάλλα σε φουρνόξυλο , με το νεκροσάββανο κυματιστό, παντιέρα πίσω του, τρυγυρνούσε στα στενοσόκκακα και τα σταυροδρόμια ραντίζοντας με στάχτη το χωριό.

-Λιβάνι και κερί, έλεγαν ο ένας στον άλλονε.

-Και ψίχουλα ψωμιού βρε παιδιά γιατί ο βουρδούλακας δε χωρατεύει.

Άλλοι πάλι το Μητσουλιό, μεσ’ του νεκροταφείου τη σύγκρυα βουβαμάρα, που το ξεψυχοφώτισμα των φαναριών  τον φώτιζαν, μονάχον τον έβλεπαν να τριγυρνάει στα μνήματα. Τον άκουαν ν’ αλυχτάη σκυλί λυσσάρικο η πεινασμένος ρύσσος.

Έτσι σιγά σιγά οι οι δικοί κι’ οι φίλοι του Μητσουλιού, την παράξενη ζωή του ιστορούσαν. Και σε κάθε αναρώτημα τους λέγανε.

-Μωρ’ είχε καταπιή την Πεντάλφα ο άφτουρος…Πίσω μ’ σ’ έχω σατανά.!

-Μασσώνος ήταν! Αυτή η Αμέρικα τον χάλασε. Δεν είδατε γαλάζιες βούλες και τι γοργόνες πούταν ζωγραφιστές στα στήθεια και στα μπράτσα του-

-Αμέ! Αυτοί πουλάνε τη ψυχή τους στ διάβολο..Φτου ξοπίσω μ’ σ’ έχω τραγογένη…

Ο Μητσουλιός, ο μόρτης του χωριού, σαράντα μέρες θα ετρόμαζε τη χώρα. Σαράντα μέρες, κοσμοπερπατημένος  όπως ήταν, θα γύριζε να ξαναδή τα μέρη που στην ζωή του γύριζε.

Η ψυχή του λεύτερη ακόμη από του Κριτή την ετυμήγορη καταδίκη για τα κρίματα τα’ απάνω κόσμου, είχε καιρό να συργιανίση ακόμα. Και με τη δύναμη που της έδινε η διαβολική συνέργεια, τρύπα ορθάνοιχτη στο κιβούρι έκανε. Τη λευτεριά της είχε τώρα να τριγυρνά στον απάνωκοσμο παίρνοντας χίλες δυο μορφές.

Την δύναμη αυτή και τη διαβολική συνέργεια η ψυχή από τη δρασκελιά του κουφαριού την έπερνε. Κι΄οι γέροι πούξεραν την κακοσημαδιά το είπαν και το πρόγραψαν.

-        Ο Μητσουλιός βουρδούλακας θα γενή, είπαν και κούνησαν το κεφάλι τους.

Μονάχα ο Μητσουλιός που κοίτονταν βαθειά στο μαύρο χώμα του, χαμπάρι απ’ αυτά δεν έπαιρνε. Βαρύς κι’ ακίνητος βρισκόταν στο μνημούρι του.

Μοναχοπαίδι αυτό, νωρίς πολύ νωρίς απ΄ τους δικούς του ξεκλήρισε. Το λίγο βιός του κομπόδεμα τόκανε και μίσεψε στα ταξείδια.

Η θάλασσα, που νυχτοήμερα μούγκριζε το χειμώνα την έγλυφε παιχνιδιάρικα την αμμουδιά το καλοκαίρι , στην πλάνα αγκαλιά της τονέ τράβηξε. Τον μέθυσε με τα φιλιά της και τα χάδια της. Τον γήτεψε σα μαγική πλανεύτρα και τον ξελόγιασε σα πονηρή ξομπλιάστρα.

Σε τόπους αλαργηνούς πολύ ορφανεμένο , τονέ έφερε. Ταξίδεψε πολύ. Μα πουθενά χαρά και προκοπή. Τα βήματα του  κουρασμένα  απ’ της ζωής τον ατέλειωτο γύρο και πάλι στο χωριό του έσυρε. Μικρόχτιστο σπιτάκι εκεί θεμέλιωσε για ριζιμιό. Στη ζεστασιά της λαμπερής φωτιάς που έκαιγε πάντα στο φτωχικό του τζάκι, τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του θέλησε να τελέψη.

Ένα πρωί ο Μητσουλιός σύξυλος βρέθηκε από συγκοπή στην κάμαρα. Σε κάσα φτωχική τον έβαλαντης τελευταίας ανάπαψης κλωνάρι. Το λείψανο του δυο τρεις χαροκαμένες γυναικούλες κλάψανε πικρά. Κάποιο παιδάκι που δεν πρόσεξε χαχαλωτά πέρασε τον πεθαμένο.

Οι γέροι που είδαν την κακοσημαδιά κούνησαν το κεφάλι.

-Το Μητσουλιό νεκρό το δρασκελίσανε , είπαν με πρόληψη. Βουρδούλακας θα γενή. Και γίνηκε.

Ο μπάρμπα Στρατής ο νεκροθάφτης της Παναγιάς, τον βλέπει να βγαίνει από την τρύπα την ορθάνοιχτη μαμούνι, τσαλιαπίτη, ποντικός και πάνω στα μνήματα να περπατά.

Άκριτη η ψυχή του Μητσουλιού ακόμα και λεύτερη από του Κριτή την ετυμήγορη καταδίκη σαράντα μέρες τον απάνω κόσμο θα τριγυρνά.

Πολλοί τον βλέπουν γδυτό, γδυτό τσίτσιδο, καβάλα σε φουρνόξυλο με το νεκροσάβανο παντιέρα πίσω του στους δρόμους και τα σταυροδρόμια να τριγυρνά…

 

 

 

 

 

 

 

 Ευχαριστούμε την Σοφία Μούτσου για τις πληροφορίες!

Ήταν δάσκαλος και διευθυντής σχολείων αργότερα στην Αθήνα, με ζωηρό ενδιαφέρον για τα λαογραφικά. Συνέγραψε αρκετά βιβλία εθνικού- πατριωτικού ενδιαφέροντος τις δεκαετίες 30-50 και συμμετείχε ως συγγραφέας σε αναγνωστικά του Δημοτικού σχολείου.. Κατάγεται από την νότια Καρυστία. 

 

"ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ" Διήγημα του Γιώργου Σακκά -1933!

 


ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Μαύρες απόκρηες θάκαναν τούτη τη χρονιά οι συντοπίτες μου. Μαύρες και άραχνες. Ολόκληρο το χωριό έμοιαζε ζήτουλας , που στα χρόνια της ζητιανιάς γύριζε με το σακκούλι κρεμασμένο στον ώμο και το χέρι απλωμένο για να βαστήξη την ελεημοσύνη. Αλίμονο! Τα χρόνια της ζητιανιάς ξαναγύριζαν πάλι με χρόνους δίσεχτους και τρισδυστυχισμένους. Κάθε νοικοκύρης ήταν λίγο πολύ κι’ ένας ζήτουλας. Θέλοντας και μη φανέρωνε την αξιοθρήνητη κατάσταση του.

Δεν ήτανε ο ίδιος νοικοκύρης πούξερα στα περασμένα χρόνια. Δεν ήταν κείνος που άλλοτε γελαστός , πάντα σαν έμπαινε το Τριώδι- και το ανάγγελε ο παππάς απ’ την ωραία Πύλη την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισσαίου- σύσφιγγε το χέρι μετά από το αντίδωρο και σου ευχότανε χρόνια πολλά και με τόνο πούδειχνε την ειλικρίνεια της ψυχής του.

Όλα φαίνοντας αλλαγμένα γύρω. Και τα παιδιά της γειτονιάς με τα λερωμένα ρούχα τους , κι’ αυτά στο παιγνίδι  τους έδειχναν κάποια αλλαγή. Αν έλεγες και για τον ουρανό? Αυτός ήταν για να ήτανε. Λες και κείνος να κατάτρεχε τους δύσμοιρους ανθρώπους , κυνηγώντας τους πιότερο σ’ εκείνο το καταντεμό της τύχης τους. Βδομάδες τώρα με το κατσουφιασμένο μούτρο του, έδειχνε όλη την πρόθεση της ανώτερης διάθεσης. Να μην αφήνη τον κοσμάκη να δουλέψη, για να βγάλη μια δεκάρα! Και τώχε στο μυαλό του να το κάνει και τώκανε. Και κράτησε τον λόγο του ως το τέλος ο αθεόφοβος! Ο Αρβανιτοκέφαλος!

Τα τρία κουτσομαγαζάκια τους, με λίγες θειαφοσακούλες μισόγεμες από ρύζι, σαπούνι και πατάτες, κρατούσανε τον κόσμο δεμένο από το λαιμό, στα καταλερωμένα  κιτάπια τους. Και το μεγαλύτερο κακό! Είχανε σταματήσει κι’ αυτά την πίστωση!

Έτσι όλοι μαζί, φύση και άνθρωποι, βουλήθηκαν να μην αφίσουνε τους κακότυχους να περάσουνε δυο μέρες άγιες με το χαμόγελο στα χείλη, με κάποια γλύκα ανθρώπινης ευχαρίστησης.

Περασμένο απόγευμα. Αύριο το Ευαγγέλιο θάλεγε για τη χόρταση της κοιλιάς , μα κείνα τα λόγια είχαν ειπωθή για κείνη την εποχή. Η χόρταση της κοιλιάς ήταν άγνωστο πράγμα στο λαουτζίκο της εποχής ετούτης. Και το ξέρανε καλά αυτό οι τρεις αξούριστοι του μικρού καφενέ που κουτσόπιναν στα καταλερωμένα ποτήρια βερεσέ. Τώξεραν καλά και το φανέρωναν στο πρόσωπο τους πούταν βαθειά χαραγμένη η σφραγίδα της απελπησιάς και της απόγνωσης. Βδομάδες τώρα είχαν να πιάσουν μεροκάματο σε αμπέλια. Ο καιρός κι’ αυτός τους κυνηγούσε. Το λεμόνι πούχαν να πουλήσουν απ’ τα λίγα λεμονόδεντρα κι’ αυτό έμενε απάνω στο κλαρί σαν πληγωμένο πουλί απ’ τη σαπίλα της χιονιάς.

Δυο γυναίκες πέρασαν μαντιλοφορεμένες ως τα μάτια. Κρατούσαν στα χέρια τους καλάθια καλόπλεχτα και μέσα έσταζαν χόρτα πεντακάθαρα από την πλύση. Ήταν το αυριανό συμπόσιο της αποκρηάς. Το κιούπι βαστούσε ακόμη λίγο χοιρινό που θα γινόταν μια χαρά μ’ αυτό τσιγαριστό και το κριθάρινο ψωμί θάταν πιο γλυκό στην ιδέα της ανέχειας.

Ο ήλιος που σαν κλέφτης πρόβαλε για μια στιγμή από κάποιο ανοιχτό παραθύρι τα’ ουρανού, έκανε έναν μορφασμό οικτιρμοσύνης για την πλάνη της ταπεινή που φώτιζε τόσα χρόνια τώρα. Και κρύφτηκε ξανά για να βασιλέψει σε λίγο.

Απόκρηες ήταν τούτες? Έλα Χριστέ και Παναγιά. Τι κόσμος μασκαρεμένος ! Καθένας φορούσε κι’ από μια προσωπίδα που θα τη ζήλευαν οι καλύτεροι θεατρίνοι μας. Τους έβλεπες τον έναν κοντά στον άλλο καθισμένους στα στασίδια της εκκλησιάς, ν΄ακούνε τα λόγια της λειτουργίας αφηρημένοι. Κι’ όταν σχόλασε η εκκλησιά, όλοι παραπονέθηκαν για το αντίδωρο. Είπανε τον παπά τσιγγούνη, γιατ’ είχε κόψη τα’ αντίδωρο ψιλό, ψιλούτσικο. Κόττες θα τάιζε?

Τον είχαν τάχα ρωτήση κι’ αυτόν αν τούχαν φερμένο πρόσφορο, τέτοια χρονιάρα μέρα? Εκείνος μονάχα ήξευρε πως τώχε οικονομήσει κι΄από πού. Βγήκαν και κάθησαν στα πεζούλια της εκκλησιάς. Άρχισαν την συζήτηση για τις υποθέσεις τους. Μίλησαν για το καλαμπόκι πούχε ξεμπαρκάρει κάτω το καίκι δίχως φόρο. Για τα’ αρνιά, για το χρέος, για τον καιρό , για το λεμόνι, για όλα, για όλα.

Κάπου κάπου ακουγότανε κάποιο ξέψυχο «χρόνια πολλά» που μόλις ξε΄φευγε από το στόμα. Και σιγά σιγά καθένας σκόρπαγε. Κατέβαινε από την εκκλησιά πούτα χρισμένη στο ριζοβούνι και πήγαινε για το σπίτι του. Χωρίς άλλο τον περίμενε στο ψηλό σοφρά και στις πήλινες γαβάθες το χοιρινό το τσιγαρισμένο με τα’ αγριόχορτα. Και στην ιδέα της ανέχειας θε να φαινότανε πιο γλυκό το χοιρινό σαν θα τ’ αναμασούσε με την κριθάρινη ψωμομπουκιά.

Κανείς δεν μπορούσε να ξηγήσει γιατί όλα τα σκυλιά αλυχτούσαν τα’ απομεσήμερο.

Γυναίκες κι’ άντρες βγήκανε στα λιακωτά να μάθουν την αιτία. Κι’ είδαν κάτι που τους θύμιζε περασμένα. Στη χορεύτρια του Ματζαυράκη ένας αποκρηάτικος χορός γινόταν. Από το γειτονικό χωριό ένα μπουλούκι κακομασκαρεμένο  ήρθαν να χαιρετίσουν τους γνωστούς. Κάποιος, ντυμένος με χοιροτόμαρο, παράστενε την αρκούδα, χόρευε στην χορεύτρια με τους βαρειούς  τους χτύπους του νταουλιού, πούπαιζε κάποιος μασκαρεμένος σε γύφτο. Θέε μου τι μούτρα! Μαύριζε πιότερο απ’ το σκοτάδι το καταμουντζουρωμένο μούτρο του. Τα κάτασπρα δόντια του πρόβαλλαν μ΄ακανόνιστα ανοιγοκλεισίματα , πούκαναν τα μικρόπαιδα να τρέμουν σύγκορμα στις αγκαλιές των μαννάδων τους  και τις εγκυμονούσες να κρυφτούνε σπίτια τους.

Τα λιακωτά τριγύρω, τα παράθυρα και τα πεζούλια γέμισαν μονομιάς από λογής λογής ανθρώπους. Χάζευαν και κύτταζαν την αρκούδα που χόρευε τρελλή από μεθύσι.



‘Αξαφνα λησμοτήθηκαν με μιας, και φτώχεια και δυστυχία. Άρχισαν ν’ αναρωτιώνται για τους ξένους κι΄ήθελαν να τους μάθουν. Και σαν να ζήλεψαν μερικοί, έτρεξαν σπίτια τους και ντύθηκαν να ζωντανέψουν πάλι του περασμένου καιρού τα έθιμα.

Ο κόκκορας και το γαιτανάκι πρόβαλλαν σε λίγο από την απάνω ρούγα του χωριού. Έκοβαν τα σκυλιά τις αλυσσίδες τους και μαρίδα ούρλιαζε στα σκουξίματα. Ο κόκκορας πηδούσε καμαρωτός και το γαιτανάκι χόρευε ντροπαλά  το ευρωπαικό του. Κι΄έσμιξαν όλοι κάτω στη χορεύτρα ντόπιοι και ξένοι όλοι μαζί. Και όπως έκαναν παληά, έτσι και τώρα πήραν τα σπίτια αράδα. Σε κάθε αυλόπορτα σταματούσαν. Τραγούδια αποκρηάτικα έλεγανε και η κυρά έβγαινε και κερνούσε. Κερνούσε στο γυαλί κρασί γλυκόπιοτο, το μόνο που βρισκότανε άφτονο στο κελλάρι.

Σπίτι το σπίτι πέρασαν όλο το χωριό. Ήπιαν λογής λογής κρασιά και τραγούδησαν λογής λογής τραγούδια .

Ο κόκκορας στουπί στο μεθύσι, με βρεμένα τα φτερά τράβηξε για το σπίτι. Το ίδιο έκανε και το γαιτανάκι πούχε μπερδέψει τις κλωστές. Μόνο η αρκούδα έμενε ακόμη στη χορεύτρα του καφενέ. Κοίτονταν αναίσθητη, διπλωμένη στο τομάρι της, ατόφια χοίρος στο μεθύσι.

Και το πρωί θα γλυκοχάραζε γρήγορα, να τος θυμίσεη πάλι την κατάντια, που τους είχε ρίξει η ανέχεια.

Και θα τους κόστιζε τότε τόσο πολύ το αποκρηάτικο εκείνο γλύστρημα στη ρετσινάτη λάσπη του κρασιού!

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

"Η ΓΡΗΑ" Διήγημα του Γιώργου Σακκά 1933

 


Η ΓΡΗΑ.

Εκείνη η χρονιά ήρθε δύστυχη για τους Αρβανίτες. Χιόνια πολλά πλακώσανε κι’οι δρόμοι κλείστηκαν μονομιάς. Κι’ από στερηά και από θάλασσα. Έπαψε πια κάθε συγκοινωνία ανθρώπων  και όλη η Αρβανιτιά ήταν αιχμάλωτη της παγωνιάς.

Η Όχη, λευκή κατάλευκη, σαν τούφα από μαλλιά στην ρόκα της Αρβανίτισσας κι’ οι ρεμματιές άσπρες μπαμπακερές, ροβολούσαν και γκρεμίζονταν απότομα στη θάλασσα.

Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτη άφτονο. Πότε σαν μπαμπαθήθρα και πότε σαν ζάχαρη ψιλή που την στροβίλιζε –σιφούνι τρομερό- τα’ αγέρι.

Τα καράβια, κάτω στο γυαλό της Καρύστου δεμένα πρύμνα πλώρη κρύωναν κι’ αυτά και λούφαζαν. Τα ξάρτια  μόνο άφηναν να φαντάζουν σύγκξυλα στο μουντόχρωμο φως της ημέρας. Τα μαγαζιά κι’ οι καφενέδες έρημα, θεόκλειστα. Κι’ ‘εμοιαζε το τσάφι κείνο κι’ ο χιονιάς θεική εκδίκηση στον κόσμο που αλλαξοπίστησε και τώρριχνε σε άδικους και δίκηους.

Εκείνη η χρονιά είχε ρθή δύστυχη για τους Αρβανίτες. Τα πράμματα τους λιγοστά. Όσα απόμειναν από της πείνας το θέρισμα ψύφισαν με το τελευταίο λούτριμο του χειμώνα. Τα χιλιοκόπαδα θερίστηκαν. Πολλοί νοικοκυραίοι έχασαν το βιός. Και οι τσομπάνηδες στα τσέπια και στα χειμαδιά τραβούσαν τα μαλλιά τους.

Το χιόνι ωστόσο εξακολουθούσε να πέφτη μέρες τώρα , άφτονο, πότε μπαμπακήθρα και πότε ψιλό σαν ζάχαρη, που το στροβίλιζε σε σίφουνα φοβαρό τ’ αγέρι.

-Καιρός π’ ανάθεμα τονε, μουρμούριζε ο νοικοκύρης που με φιλοξενούσε σπίτι του. Πήρε τον κόσμο στο λαιμό του φέτο. Και άπλωσε στην πυρόγλωσση φωτιά τα ξυλιασμένα του χέρια.

-Μα τι καιρός είναι κι’ αυτός!? Ξεβγάλματα Μάρτη και να κάνη έτσι? Είπα κι’ εγώ.

-Χμμ! Έκαμε κείνος. Τώρα θαρρώ πως είναι ο καιρός του. Εδώ και μπρός αρχίζουνε τα τσάφια . Το είπε με παράπονο μεγάλο.

-Περίεργο φαίνεται, ξαναείπα για να πιάσω λίγη κουβέντα.

-Δεν είναι περίεργο δα. Οι κακοσημαδιές φάνηκαν πως ο Μάρτης θα τα βάλη πάλι με την γρηά του.

-Μπα! Ποια γρηά? Ρώτησα τώρα περίεργος.

- Να! Τη γρηά που κυνηγάει. Πως? Δεν την ξέρεις συ?

-Όχι, του είπα και έσυρα  το σκαμνί του πιο κοντά του και κατά το τζάκι.

Ο φίλος μου έρριξε ξύλα στην φωτιά, ανάδεψε τη χόβολη. Σπίθες και σκλήθρες ξεπεράχθηκαν με τριζοβόλημα δαιμονισμένο.

-Εκεί κάτω στον κάμπο, άρχισε αργά αργά, μια γρηά κακόγρηα ζούσε. Η καλύβα της ήταν χτισμένη αγνάτια στο γιαλό. Ο λιακός μισογκρεμισμένος άφηνε να φαίνονται τα κοντάρια σαν δόντια από ορθάνοιχτο στόμα ξεδοντιάρικο.

Καλομοίρα, κακομοίρα ήταν, δεν ξέρω να σου πω. Είχε όμως το κουμάντο της. Πεντέξι αρνοκάτσικα και λίγα σύνεργα σπιτικά. Λεβέτι, σκαφίδι, σοφρά, και από τάλλα. Στον κόρφο της πάντα τη ρόκα έχωνε γεμάτη μαλλί από των προβάτων το κούρεμα κι’ αδιάκοπα έγνεθε΄. Ήτανε όμως κακιά, πολύ κακιά η παληόγρηα. Κανένα δεν άφηνε να πλησιάσει στη καλύβα της και τα παιδιά τα έδερνε που σίμωναν καμμιά φορά. Κανένας καλημέρα δεν της έλεγε κι΄ήταν μονάχη, άκληρη , μαγκούφα. Τριγύριζε σαν τη ζουρλή τον κάμπο με τα’ αρνοκάτσικα της. Φάντασμα σωστό του κάμπου ήταν λάμια ζωντανή. Πούθε κρατούσε η σκούφια της κανείς δεν ήξερε. Σταμάτησε.

Το τσίπουρο πήρε από το χέρι της μικρής του δυχατέρας και κέρασε στα ρακοπότηρα. Το ρούφηξε μονομιάς το ποτήρι του. Συνταύλισε πάλι τη φωτιά και πάλι εξακολούθησε.

-Του Μάρτη όλοι ξεύρουμε τις καλοσημαδιές. Και τις κακοσημαδιές το ίδιο. Πεζογελάει τρεις μέρες? Όλος ο άλλος, θυμός άγριος τα στήθια του θα πλακώνη. Θυμώνει τρεις μπροστά? Πεζογελάει τις άλλες. Η γρηά την καλοσημαδιά του Μάρτη είδε και ευχαριστήθηκε. Πάει πια ο φόβος κι’ η τρομάρα. Το άχτι του στις τρεις μπροστά το ξόγλησε και έπαψε ευθύς. Ήλιος λαμπερός έλουζε τα χωράφια στις στεριές και άνοιξη χαρούμενη μύριζε παντού.

 Τα χελιδόνια ήρθανε από μακρυά. Πετούσαν χαμηλά θεότρελλα και σύναζαν πηλό να χτίσουν τις φωλιές τους.

Παντού θεού χαρά. Και τα κοπάδια χαίρονται κι’ έβοσκαν χαρούμενα κάτω στα τσέπια που θάφιναν σε λίγο. Τα αρνάκια βέλαζαν και πηδούσανε και ο τσομπάνης το ξύλο του ξανάπιασε.

-Κι΄ηγρηά? Τόνε διέκοψα. Τι έγινε η γρηά η κακόψυχη?

-Τα’ αρνιά της έβοσκε κι’ αυτή σαν όλους. Χαιρότανε κι’ αυτή στις καλωσύνες του Θεού. Ο Μάρτης ήταν καλόβολος.

Σε λίγο τη θέση του θ’ άφηνε στ’αδέλφι του, τον Απρίλη. Είχε περάσει το κακό. Κι’ η γρηά κακόψυχη όπως ήταν, για να γελάση θέλησε. Και πείραγμα του Μάρτη από το λειβάδι άρχισε. Γυρίζοντας προς τη δύση απ’ ‘οπου ο Μάρτης έφευγε η γρηά του φώναξε αφίνοντας τη ρόκα της.

-Ε…Μάρτη γδάρτη και παλουκοκαύτη. Μ’ ακούς? Πριτς! Κι΄έδειξε τον  πισινό της. Τα ξεχειμώνιασα τα’ αρνοκάτσικα μου.

Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν και σύναζαν πηλό για τη φωληά. Οι προβατίνες βέλαζαν και τ’ αρνάκια πηδούσαν χαρούμενα.

Η γρηά ξεθάρεψε πιότερο. Το καλοκαίρι έμπαινε γοργά. Ο Μάρτης είχε φύγει. Τι ανάγκη πειά τον είχε? Και γυρίζοντας πάλι κατά τη δύση που ο Μάρτης έφευγε , του φώναξε πάλι εμπαιχτικά.

-Ε! Μάρτη, γδάρτη και παλουκοκαύτη. Φεύγεις? Δεν ακούς? Πριτς! Τα ξεχειμώνιασα τα αρνοκατσικάκια μου.

Δεν πρόλαβε ωστόσο να τριτώση την κοροιδία της. Τάκουσε ο Μάρτης και ωργίστηκε . Καλά κακά δεν ξέυρω. Θύμωσε πολύ και άναψε.

-Στάσου παλιόγρηα, της φώναξε από ψηλά. Στάσου και σου δείχνω γω. Και βάζοντας όλη του τη δύναμη βορριά και χιονιά απ’ τα πλεμόνια του κατέβασε.

Τη γρηά απ΄το πολύ το τσάφι, στο χαρανί της κάτω την τρύπωσε. Και κει που χοροπηδούσε και τουρτούριζε στο χαρανί από κάτω, ο Μάρτης της εφώναξε!

-ΕΕ! Μάρτη γδάρτη και παλουκοκαύτη, Πριτσς….! Ξεχειμώνιασα τα’ αρνοκατσικάκια μου. Σου άρεσε γρηά?

Μα η γρηά δεν τ’ άκουσε. Κάτω από το χαρανί τα πέταλα είχε τινάξει.

-Γι’ αυτό λοιπόν χιονίζει τώρα ο Μάρτης? Τον ρώτησα.

-Αμέ!? Θέλει και ρώτημα? Καλά κακά κάνει, δεν ξέρω.

Η φωτιά έκαιγε πολύ. Τριζοβολούσε και σπιθίριζε. Γλώσσες πύρινες έγλυφαν του τζακιού τα τοιχώματα.Λάμια αχόρταγη τα κούτσουρα ήθελε να ταπιή σύγκορμα.

Έξω το κρύο και το χιόνι κόρωνε. Ο Άι- Λιάς φορτωμένος από χιόνι ,οι ρεμματιές το ίδιο. Έπεφτε πότε μπαμπακήθρα και πότε ζάχαρη ψιλή σε σίφουνα φοβερό τ’ αγέρι.

-Καιρός π΄αναθέμά τον! Μουρμούριζε κάθε τόσο ο νοικοκύρης που με φιλοξενούσε. Πήρε τον κόσμο στο λαιμό του φέτο!



"ΦΙΛΑΓΡΑ" Του Γιώργου Σακκά 1933.Διήγημα.

 


ΦΙΛΑΓΡΑ

Ο Καραλής στην θάλασσα έριξε την άγκυρα. Η βάρκα με το σπρώξιμο των κουπιών άραξε στην αμμουδιά κι΄η πλώρη της καρφώθηκε στ’ άσπρα αμμοχάλικα.

Πρώτος πήδηξα στην αμμουδιά. Το ψάρεμα είχε τελειώσει πια. Οι συναγρίδες κοίτονταν στο πανέρι άφθονες. Ο ήλιος παιγνιδιάρης χρύσιζε και ροδόβαφε τα λέπια των. Στο μικρό λιμανάκι που σχημάτιζε η ρεμματιά του Γιαννιτσιού, η βάρκα μας, πάπια του γυαλού λικνιζότανε στ’ απαλό ανάσασμα της θάλασσας.

Κι’ ο Καραλής κι’ εγώ, τα σύνεργα του φαγητού ετοιμάσαμε. Λεβέτι βγάλθηκε απ΄την ψαρόβαρκα και στις μικρές τις ξέρες που νότιζαν απ’ του κύματος τη δροσιά, φωτιά πυρόγλωσση ανάψαμε. Δυο συναγρίδες. Φρεσκοξυσμένες βάρθηκαν να σιγοβράσουν στο λεβέτι…

Ο Καραλής το μουστερή του για να βρη κίνησε κατά το Γιαννίτσι. Τα χαμόσπιτα ξυφύτρωναν πιο ψηλά προς τα ζερβά και στα δεξιά μας πιο ξέμακρα στο διπλανό τον κάβο το κάστρο της Φιλάγρας ορθόστεκο φάνταζε. Γιαλός, από βότσαλο διαλεχτό, λουζόταν στο φως του καλοκαιριάτικου ήλιου. Στ’ αμμοχάλικα το κορμί μου ξάπλωσα. Απ’ το κουπί είχα μουδιάσει. Πίσω μου στο λεβέτι σιγόβραζαν οι συναγρίδες. Πλάι η θάλασσα καταγάλανη με τα’ ασημιά της ρέμματα ξαπλωνόταν άπειρη και μπρος μου η Φιλάγρα κατσουφιασμένη πάντα ορθόστεκε.

Γοργόφτερος ο ύπνος πάνω μου πέταξε και γρήγορα αποκοιμήθηκα βαθειά και ωνειρεύτηκα.

Γιαλός απέραντος , πλατύς, μπροστά μου ξαπλωνόταν ήσυχος. Στις ξέρες γύρω, καλύβες μικρές, χαμήγειες κι’ άπειρες σκηνές στρατιωτικές ύψωναν το κεφάλι τους. Άνθρωποι μύριοι, στα βράχια τριγυρνούσαν και στράτευμα σε κατασκήνωση έμοιαζε. Είχαν όλοι κορμί χυτό και λιγερό, σιδεροντυμένο. Στο στήθος τους, θωράκι σιδερόπλεχτο, πρόβαλλε πλατύ από τους ώμους και το κεφάλι ήταν κρυμμένο και αυτό σε χαλκομπρούτζινη περικεφαλαία. Κοντάρια μακριά στην άκρη σήκωναν λεπίδι κοφτερό που ξέσχιζε τα στήθεια.

Και στο γιαλό , ξυλάρμενα καράβια χρυσοστόλιστα αναπαύονταν στην θάλασσας τα’ απαλό στρωσίδι. Είχαν τη πλώρη σκαλιστή από χρυσάφι κι’ έβενο και ο σταυρός στη πρύμνα τους ήταν το μόνο σύμβολο.

Στον κάβο το μικρό πιο πέρα απ’ τη ρεμματιά κάστρο πελώριο χτιζόντανε . Κόσμος πολύς με γρηγοράδα δούλευε κι’ οι  σκλάβοι , μέρμυγκες σωστοί, ολονυχτίς κι’ ολημερίς τα υλικά μάζευαν. Οι τοίχοι ψήλωναν πελώριοι κι’ οι πύργοι με τα πυργόφρυδα μάτια στη θάλασσα εστήλωναν.

 Στην αμμουδιά την αμμοχάλικη θωρακοφόροι αρχηγοί έκαναν σουλάτσο. Το θωράκι τους ασημόπλεχτο, με το χρυσό σταυρό ζωγραφισμένο στην καρδιάς το μέρος, στου κάστρου τα πελώρια ντουβάρια έρριχναν συχνές ματιές. Το κύτταζαν και το καμάρωναν, λες κι’ ήθελαν να τελειώση μονομιάς και να το πάρουν.

‘Αξαφνα δυο απ’ αυτούς φιλονεικεία έπιασαν. Τα σιδεροντυμένα στέρνα τους φούσκωσαν μονομιάς και τα κοντάρια σείστηκαν στην κίνηση των χεριών  την βίαιη. Μέσα τους σιγόβραζε ο θυμός. Κι’ οι δυο μαζί συμφώνησαν το κάστρο το πελώριο να χτίσουνε. Τους κόπους τους χωρίσανε διπλούς. Τα υλικά το ίδιο. Ντουβάρια ο ένας βάκανε κι’ ο δεύτερος νερό τρεχάμενο μες’ την δεξαμενή θενάφερνε.  Κι΄οι δυο τους στο όνομα του κάστρου τα χαλάσανε. Το όνομα τους ήθελε να μπη του καθενός ξεχωριστά. Μα δε συμφώνησαν.

Και τα κοντάρια κίνησαν γοργά κι΄άστραψαν οι λεπίδες τους ψηλά στου ήλιου τις αχτίδες. Βρόντηξαν δυνατά τα σίδερα κι’ οι περικεφαλαίες  έσεισαν τα λοφία τους. Βλαστήμιες πέσανε απανωτά. Κι’ η πάλη άρχισε.

Ο ένας στον άλλον ρίχτηκαν μ’ ορμή και ο ίδρως πηχτός από το φαρδύ μέτωπο στα στήθια έπεφτε. Λαμποκοπούσαν οι σταυροί στο μέρος της καρδιάς και τα κοντάρια μέρος γυμνό πάσχιζαν να βρουν για να τρυπήσουν.

Σε κάποια βίαιη κίνηση τους ενός το στήθος απροφύλαχτο στον άλλον έδειξε. Σαν αστραπή του μπήχτηκε μισή οργία στα στήθη το κοντάρι. Τα χέρια του παράλυσαν, τα γόνατα λύγισαν και βαρύς σωριάστηκε στην αμμουδιά με το κοντάρι καρφωμένο στην καρδιά του.

Ξύπνησα,! Ο ήλιος έτσουζε φοβερά και στα μισόκλειστα μάτια μου τ’ όνειρο ζωντανό βαστούσε ακόμη. Το λεβέτι έβραζε και πλάι μου η θάλασσα το ολογάλανο στρωσίδι της άπλωνε.

Δεύτερος ύπνος έκλεισε τα μάτια μου και δεύτερο όνειρο η φαντασία μου έπλεξε.

Καράβια αμέτρητα στη ρίζα του κάστρου είχαν ρίξει άγκυρα . Είχαν τις σταύρωσες ψηλές και τα πανιά γερά καινούργια. Απ’ τα πλευρά τους έχασκαν των κανονιών τα στόματα και στο πρυμιό κατάρτι κίτρινο μισοφέγγαρο αντιφέγγιζε σε κόκκινη παντιέρα.

Στου κάστρου τα πυργόφρυδα τα καρυοφίλλια πρόβαλλαν δειλά των κανονιών ‘ αναμετρήσουνε  τη δύναμη. Κόσμος πολύς, θεόκλειστος στου φρούριου τους πύργους του Τούρκου το λεπίδι έφευγε. Μάταια ο γεννίτσαρος το χριστιανόκοσμο  που στης Φιλάγρας το κάστρο ζήτησε καταφύγιο να σφάξει θέλει. Μέρες τώρα προσπαθή με ξέγυμνο σπαθί το κάστρο να ρίξη, μα κείνο ατάραχο γεροθέμελο σε όλες τις φουρτούνες αντιστέκεται. Μπείγκο καταντά των κανονιών το αδιάκοπο πύρινο ξέρασμα και των Γεννίτσαρων τα θαρρετά γουρούσια.

Ξάφνου εκεί στ’ ασκέρια της αρβανιτιάς αντάρα γίνεται. Σον αρχηγό πασσά γρηούλα λιπόσαρκη εμπρός φέρνουνε σούρνωντας. Δυο αραπάδες κατάμαυροι την κρατούνε και με σπρωξιές την αναγκάζουνε να γονατίση.

-        Ποια είν’ αυτή? Ρωτά ο αρχηγός πασσάς.

-        -Αφέντη , δώσε προσταγές , οι αραπάδες κράζουν. Σου φρούριου την δροσερή πηγή την πιάσαμε. Να τηνε κρίνεις σου την φέραμε.

Το γένι του χαιδεύει ο πασσάς. Χαμογελάει πονηρά και παίζει τα ματόφρυδα.

-Πως βρέθηκες στο ριζιμιό τους κάστρου εσύ? Ποιος δρόμος σ’ ‘εφερε στην ρεμματικά δίχως οι Αρβανίτες να σε δουν?

Η γρηά αποσβολωμένη βουβή στέκει.

Ρωτά πάλι ο πασσάς.

-        Πως παίρνεται το κάστρο? Μίλα! Θα σου χαρίσω την ζωή.

Η γρηά τον κόμπο λύνει από την γλώσσας της το δέσιμο. Γοναστή παρακαλεί και κλαίει.

-        Αφέντη μου…πασσά μου…. Λυπήσου με…..

-        -Το κάστρο παίρνεται  και πως!?

-        -Θα σου το πώ το μυστικό. Λυπήσσου με ..

Κι΄η γρηά τρεμμάμενη να σηκωθεί πασχίζει. Οι Αρβανίτες την κρατούν.

-        Εμπρός πάμε! Της λέει ο πασσάς.

-        Μπροστά παν οι Αρβανίτες με την γρηά και πίσω ακολουθεί όλο το ασκέρι. Πειό κάτω από του κάστρου το ριζιμιό σπηλιά βαθειά  χάσκει στα θαμνόκλαδα.

-        - Το σπήλαιο τούτο πάρτε το βαθύ…αρχίζει η γρηά να λέη…και μες΄του κάστρου την απλόχωρη αυλή σας βγάζει…Αυτό είναι το μυστικό. Πασσά μου.

 

Κι’ η γρηούλα η λιπόσαρκη χάμω σωριάζεται.

Σαν τα θεριά χύμηξαν οι Γεννίτσαροι. Κουβάρι πήραν κι’  έδεσαν στο έμπα του βαθειού του σπήλαιου και μέσα ένας ένας με ξέγυμνο σπαθί ετρύπωνε.

 

Το κάστρο έτσι πάρθηκε. Και μέσα στην κοσμοχαλασιά  τη γρηά  προδότρα την κακούργα ψάχνω για να βρω. Τα δάχτυλα να σφίξω  θέλω , στο ρέπιο το λαιμό της ολόγυρα , τη βρώμικη ψυχή  να παραδώση στον τρισκατάρατο .

Κουνώ τα χέρια μάταια, μα νιώθω ένα σπρώξιμο γερό.

Τα μάτια μου ανοίγω . Πάνω μου ορθός ο Καραλής φωνάζει..

 

-        Τι διάβολο στον ύπνο σου ζητάς? Τα ψάρια?  Έτοιμα σε καρτερούν.

 

Κι’ η αλήθεια. Η μυρουδιά της κακαβιάς κορώνει και λιγώνει ολόγυρα.

 

Τρώμε και φεύγουμε γρήγορα.

 

Τη βάρκα πάλι τραβάμε στα βαθειά και πάλι την άγκυρα σηκώνουμε.  Χουφτώνουμε κι’ οι δυο μας τα κουπιά και λάμνουμε με ρυθμό. Η βάρκα μας θαλασσοπούλι στα διάφανα νερά πετάει.

Το λιμανάκι του Γιαννιτσιού πίσω τα’ αφήνουμε. Και πιο πέρα η Φιλάγρα στο διπλανό το Κάβο  ορθή στέκει, κατσουφιασμένη πάντα.

-         

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...