Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Η παράδοση της Ήρας στον Δία στην Όχη. (σε μια άλλη ανάγνωση)

 



  


Η Ήρα , νεαρή κοπέλα τότε, χιλιάδες χρόνια πριν, είχε πάει μια βόλτα στον Καστανόλογγο να μαζέψει παιωνίες να στολίσει τα μαλλιά της, μιας και ήταν αρχοντοπούλα, κοτζάμ κόρη του Κρόνου και της Ρέας.
Ήταν Άνοιξη, τα πουλάκια κελαϊδούσαν οι σπιτζαετοί την κοίταζαν με μισό μάτι, ενώ με το άλλο μισό, ξετρύπωναν αγριοκούνελα και χελώνες για να τα πάνε στην φωλιά τους.
Ο Ουρανός ήταν καθαρός και αραιά άσπρα σύννεφα στεφανοσκεπούσαν την κορφή της Όχης ενώ ο ανοιξιάτικος αέρας στέγνωνε την υγρασία στην γη.

Δεν είχε πάρει μαζί την συνοδεία της γιατί ήθελε να μείνει μόνη .Μόνη με τις σκέψεις της μιας και η ηλικία της την γέμιζε ερωτήσεις για το μέλλον της και συγκεκριμένα για τον μελλοντικό της σύζυγο.
Το ήξερε η νεαρή Ήρα ότι δεν ήταν εύκολο να βρει ταίρι μιας και η καταγωγή της μείωνε απελπιστικά τις επιλογές της.
Ποιος θα ήταν κατάλληλος για την κόρη του Κρόνου, που εξόριστος στα Τάρταρα τώρα πια δεν μπορούσε να τους κακό, αλλά όπως και να έχει την ρετσινιά την είχε . Από τότε πίστευαν ότι μερικά πράγματα είναι κληρονομικά και οι διάφοροι Θεοί, δεν την πολυεμπιστευόταν για να την ζητήσουν σε γάμο.
Ευτυχώς η Ρέα, έδειχνε κατανόηση και την παρηγορούσε όσο μπορούσε λέγοντας της ότι αφού οι απλοί θνητοί μπορούν να φτιάξουν την μοίρα τους, θα τα κατάφερνε και αυτή διπλά σαν θεά. Άλλωστε η Ρέα ήξερε καλύτερα από τον καθένα ότι με την εξυπνάδα και την πονηρία όλα γίνονται.
Εν τοιαύτη περιπτώσει, η Ήρα τώρα ζούσε μακριά από τον κόσμο, όπως άρμοζε σε θεά, αλλά δεν έπαυε να έχει και τις σκέψεις των ανθρώπων που έβλεπε να χαίρονται στην ζωή πράγματα που για αυτήν ήταν απλησίαστα ενώ στο μυαλό της κλοθογύριζαν τα λόγια την μαμάς της.
Τους έβλεπε να ζευγαρώνουν και είχε σχεδόν αποφασίσει να παρατήσει σύξυλο το θεϊκό συνονθύλευμα και να πάει να ζήσει με τους ανθρώπους μεταμφιεσμένη σε μια κανονική θνητή.
Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και κάθισε στην άκρη του δάσους να θαυμάσει την θέα των νησιών που ήταν απλωμένα στον Νότιο Ευβοϊκό μακριά από την αγκαλιά του κόλπου.
Σε κάποια άλλη μεριά του δάσους ο Δίας καιροφυλακτούσε εντυπωσιασμένος από την ομορφιά και τα νιάτα της Ήρας.
Έλειπε καιρό στην Κρήτη και μετά την Τιτανομαχία και την απόλυτη νίκη του πάνω στον Κρόνο και δεν είχε δει την Ήρα να μετατρέπεται σε μια όμορφη νεαρή γυναίκα.
" Θα φταίει το μέλι της Όχης" , σκεφτόταν ο Δίας, και την γλυκοκοίταζε αλλά ήξερε ότι η Ήρα δεν θα δεχόταν ποτέ να πλαγιάσει μαζί του. Tου είχε πει η μητέρα του ότι η Ήρα σκεφτόταν πολύ τον γάμο και δεν έκανε επιπόλαιες σχέσεις.
Εκεί που προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να την πλησιάσει πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι του ένας κούκος.

Το βρήκα! Σκέφτηκε ο πονηρός Δίας και αμέσως μεταμορφώθηκε σε κούκο που άρχισε να πετά προς το μέρος της Ήρας.Έπεσε στα πόδια της και έκανε ότι έτρεμε από την πρωϊνή δροσιά,αν και ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να ζεσταίνει την πλάση.Εκείνη τρόμαξε στην αρχή, αλλά μετά έσκυψε και πήρε το πουλάκι στην αγκαλιά της και το τύλιξε μέσα στον μανδύα της για να το ζεστάνει.Ξαφνικά το πουλί μεταμορφώθηκε και η Ήρα βρέθηκε να παλεύει για να ξεφύγει από την αγκαλιά του Δία."Άσε με" του φώναζε, " Δεν ντρέπεσαι καθόλου Θεός άνθρωπος να κάνεις τέτοια κόλπα!"
Ο Δίας άρχισε τα καλοπιάσματα και τις μαλαγανιές."Εγώ που σε αγαπώ, που σε θέλω, που είσαι η πιο όμορφη θεά από όλες, που έχεις ομορφύνει τόσο πολύ και με έχες θαμπώσει.."
H Ήρα άρχισε να κάμπτεται σιγά σιγά, σκεφτόταν και τις επιλογές που λέγαμε πιο πάνω, και όσο περνούσε η ώρα τόσο και λιγόστευαν οι αντιστάσεις της. Όχι μόνο αυτό αλλά αν παντρευόταν τον Δία, θα ήταν η πρώτη θεά και θα διαφέντευε σε Γη και Ουρανό με την συγκατάθεση της Γαίας και του Ουρανού εννοείται." Κοίτα ", του είπε στο τέλος, διπλώνοντας σφιχτά τον μανδύα γύρω της. " Εγώ χωρίς γάμο, δεν σε αφήνω να με ακουμπίσεις ! Αν θέλεις να με παντρευτείς και να με έχεις με τιμή και με στεφάνι, ευχαρίστως! Να δούμε και τι θα πει και η μαμά!"
"Τίποτα δεν θα πει η μαμά! Εγώ είμαι ο βασιλιάς θεών και ανθρώπων και θα παντρευτώ όποια θέλω""Και όσες θέλω και θα πηγαίνω με όποια μου καπνίσει" σκέφτηκε ο Δίας, αλλά δεν το είπε εκείνη την ώρα. "Εντάξει τότε", έδωσε την συγκατάθεση της η Ήρα και άνοιξε τον μανδύα της για να αγκαλιάσει τον Δία.
Εκεί πάνω στην κορφή της Όχης μέσα στα δρακόσπιτα που τα είχαν κτίσει προς τιμήν της οι άνθρωποι του βουνού και της πήγαιναν κάθε άνοιξη θυσίες, έγινε ο γάμος της Ήρας και του Δία και από τότε υπέφερε πολλά από τις απιστίες του αλλά εκείνη τίμησε το στεφάνι της και έγινε θεά του γάμου.Μιας και Θεοί είναι αθάνατοι η Ήρα υποφέρει μέχρι και σήμερα από την ζήλια της και όποτε ο Δίας της κάνει απιστίες εκείνη παρατάει τον Όλυμπο και έρχεται στην Όχη, εκεί στο Καστανόδασος στο σημείο που έγινε για πρώτη φορά δική του, και καταριέται την αιώνια μοίρα της που της έταξε να είναι με τέτοιον άπιστο σύζυγο.Αν τύχει να είσαι εκεί δεν θα την δεις, αλλά μπορείς να ακούσεις τις κραυγές της μέσα στον βοριά που αλυχτά ανάμεσα στις πετρωμένες πλαγιές και τα χαλάσματα των δρακόσπιτων.

ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΔΙΑΙΤΑΣ!

 

ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΔΙΑΙΤΑΣ

 

 




ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΔΙΑΙΤΑΣ

Ευτέρπη                       Άρχισα δίαιτα!

Ευλαμπία                            Πάλι?!

Ευτέρπη                               Πάλι!

Ευλαμπία                Άντε με το καλό. Και τι έφαγες σήμερα?

Ευτέρπη                             Χόρτα!

Ευλαμπία                      Μπράβο! Μπράβο! Χόρτα! Και πως τα μαγείρεψες?

Ευτέρπη                       Στο τηγάνι!

Ευλαμπία                  Στο τηγάνι! Ενδιαφέρον! Με λάδι φαντάζομαι!

Ευτ.                           Όοοχι! Με βούτυρο! Μερακλίδικα!

Ευλ.                               Αααα! Με βούτυρο! Τηγανητό!!Μάλιστα. Ποιος σου έδωσε την δίαιτα                                                      είπαμε?

Ευτ.                                     Δεν είπαμε! Δική μου! Σιγά μη πληρώσω για να σταματήσω να τρώω.                                                     Λέω,    "Ευλαμπία  συγκρατήσου!"

Ευλ.                               Και συγκρατείσαι?

Ευτ.                                   Εμ βέβαια!Δεν ακούς? Χόρτα!

Ευλ.                                   Τηγανητά!

Ευτ.                                   Ε, έβαλα και κάτι  λίγο για την μυρωδιά!

Ευλ.                                    Κάτι λίγο ,σαν να λέμε...

Ευτ.                                       Σαν να λέμε, λουκάνικο!Σπιτικό! Αφρός! Τι νόμιζες?

Ευλ.                                        ΑΑΑ!Αφρός!

Ευτ.                                        Ναι παιδί μου!Χωρίς λίπη! Είπαμε δίαιτα!

Ευλαμπία                         Δηλαδή τηγάνισες τα χόρτα με βούτυρο και λουκάνικο!

Ευτέρπη                                Αφρός!

Ευλαμπία                           Και με τι το συνόδευσες? Δεν μπορεί? Κάτι θα έβαλες δίπλα.

Ευτέρπη                                 Μια πατατούλα τηγανιτή.

Ευλαμπία                                      Αφρός και αυτή!

Ευτέρπη                            Ε, εντάξει..Έβαλα αραβοσιτέλαιο, την πέρασα και από 2 φορές στο χαρτί

                                             ρουφήξει το λάδι..

Ευλαμπία                                Και μετά τι έκανες?

Ευτέρπη                                 Μετά ,τις έριξα μαζί με τα χόρτα και το λουκάνικο για να πάρουν ένα                                                     άρωμα !

Ευλαμπία                                   Αφρός !

Ευτέρπη                                     Αφρός!

Ευλαμπία                                  Και αφού όλα είναι τόσο αφρός, εσύ πως βαραίνεις?

Ευτέρπη                                    Είπαμε! Τώρα ξεκίνησα!

Ευλαμπία                                   Και για αύριο τι σκοπό έχεις να μαγειρέψεις?

Ευτέρπη                                     Μια πράσινη! Με ρόκα ..απλά θα βάλω μέσα λίγα κομματάκια                                                                κοτόπουλου .

Ευλαμπία                                   Αφρός και αυτή

Ευτέρπη                                       Αφρός λέμε. Νερόβραστο το κοτόπουλο!

Ευλαμπία                                      Και η σαλάτα πράσινη

Ευτέρπη                                       Πράσινη πράσινη!

Ευλαμπία                                      Και τι άλλο θα έχει..

Ευτέρπη                                       Λίγη μαγιονέζα.. Αλλά μη φανταστείς! Διαίτης! Με λίγα λιπαρά!

Ευλαμπία                                   Είπαμε ! Αφρός!

Ευτέρπη                                        Δεν πιστεύω να με δουλεύεις!

Ευλαμπία                                    Σώπα καημένη! Ιδέα σου!

Ευτέρπη         Όχι γιατί εγώ, έχω μελετήσει το θέμα! Να αδυνατίσω χωρίς να                                                                                    νιώσω  έλλειψη και πέσω μετά με τα μούτρα πάλι στο φαί!

Ευλαμπία        Έτσι Ευτέρπη μου, έτσι ακριβώς. Πρέπει να προσέχουμε, αφρός ξεαφρός                                               η ηλικία περνά και είναι δύσκολο. Μόνο να προσέχεις                                                            τους αφρούς Ευτέρπη μου...Καμιά φορά, βαραίνουν πολύ...δεν                                                                ξέρεις τι είναι αυτοί οι αφροί!

 

Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

Ένα ανάγνωσμα για λίγους. ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ - ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ! Μ.ΒΙΤΑΛΗΣ

Έχετε αναρωτηθεί τι διάβαζαν οι κυρίες και οι κοπέλλες της εποχής όπως σήμερα τα αισθηματικά αναγνώσματα? Γεμάτα λυρισμό, με μεγάλες ακαδημαικές απαιτήσεις, τα αναγνώσματα το μόνο που έχουν ίδιο, είναι οι γνωστές παρεξηγήσεις, τα μεγάλα αισθήματα και τα μπλεξίματα της μοίρας που οδηγούν τους "εραστάς"  σε άλλα μονοπάτια ..


Από το ημερολόγιον της Φύσεως του 1899!!! αντιγράφουμε ... 



Το κείμενο είναι πολυτονικό.. βεβαίως βεβαίως.

Μικρά, πλάσματα αθώα εισέτι, έπαιζον ανέφελα εν μέσω της χαράς των γονέων  των μακράν πάσης πονηρίας και υστεροβουλίας,ανερχόμενα εις τους αιθέρας ως χρυσαυγείς νεφέλαι ωθούμεναι υπό του πνέοντος βορρά.

Η Φύη, δεκαέτις μόλις, και ο Επίλαος κατά δυο Ανοίξεις υπερτερών αυτήν, εθεωρούντο ευτυχείς περί ουδενός εισέτι φροντίζοντες ,ειμί πως να κατακλιθώσιν ενωρίτερα και να εγερθώσι λίαν πρωί, να μελετήσωσι το μάθημά των και κατόπιν να παίξωσι τα παιδιά εκείνα παίγνια , την αθωότητα ταύτην των μικρών αμερίμνων, την ευτυχίαν.

Η μικρά ηλικία είναι αληθής ευτυχία. Η προκεχωρηκύια καθίσταται ολονέν δυστυχία , μη δυναμένη να εξαγοράση την μικράν ατί πάσης θυσίας , παντός αγαθού , παντός πολυτίμου. Εμεγάλωναν και τα δύο. Πάντοτε ηγαπώντο αγνώς , παιδικώς. Η Φύη λευκή, ως η χιών, λευκή ως μυρόεις κρίνος , όστις τέρπει την όρασιν δια του παρθενικού χρωματισμού του και την όσφρησιν δια της ευωδίας , ολονέν καθίστατο ωραιοτέρα. Ημιλλάτο προς τους μικρούς εκείνους αγγέλους του ουρανού.  Η πρώτη της Ηούς χροιά, τα πρώτα του αγρού άνθη, η καλλίφωνος ακανθυλλίς την Φύην μόνην και ανέμενον, όπως χαιρετίσωσι και είτα την εορτάζουσαν φύσιν. Οι χρυσόπλεκτοι βόστρυχοί της , τοσούτον αρμονικώς κυματίζοντες επί των αλαβαστρίνων και τετο ρνευμένων ώμων της και αυτής της Ροδοδακτύλου Ηούς τας ακτίνας απέσβυνεν. Ήτο ότι αποτύπωσις αγγέλου κατελθόντος του ουρανού Αληθές δημιούργημα του Πλάστου.

Μετά παρέλευσιν τετραετίας τόσον είχον αναπλασθή , ώστε, έλεγε τις υπερηφάνως , ότι ήσαν αδάμαντες ακτινοβολούντες , θέλγοντες, θαμβούντες τα όμματα και αυτού του Νάρκισσου. Το άλλοτε παιδικόν εκείνον αίσθημα τόσον είχε τραφεί εκχειλίση, τόσον έλαβεν  άλλην διεύθυνσιν, ώστε απέβη λεπτόν αίσθημα, αφοσιώσις διηνεκής , πραγματική λατρεία. Ο εις ανέπνεε δια του άλλου. Και όμως ηγνόουν το τόσω στενώς συνδέον αυτούς κρύφιον και αόρατον αίσθημα. Όταν ο έρως πλήξη....

Όσοι εκ του χωρίου εγνώριζον το μυστικόν των τον έρωτα των , τον οποίον και οι ίδιοι ηγνόουν , ησθάνοντο όμως ότι κάτι προσφιλές τους συνέδεεν , εμακάριζον και εζήλουν την ευτυχίαν των και προ πάντων του Επιλάου , όστις καίπερ πτωχός , κατώρθωσε να απολαύση τοσαύτης ευτυχίας , να έχη εις τας χείρας του  το κλυκύ μήλον της έριδος.  Και μήπως δεν ήτον ευτυχής?  Δεν ίπτατο και αυτός φια των αυτών της Φύης πτερύγων? Μη δεν την ηγάπα? Δεν ελατρεύετο επίσης παρά την πτωχείαν του απέναντι της χρυσοπτέρου Φύης? Τη αληθεία ο έρως είνε ρακοφόρος και χρυσήλατος!

Συν τω χρόνω, ο μικρός εκείνος νόθος, φια του αυθάδου τρόπου του ,ορμητικώτερος των κυμμάτων, διημεκώς εφορμών, κατώρθωσε να γίνει κύριος του πεδίου της μήχης, να τους πλήξη δια του δολοφονικού του βέλους κυρίως. Αμφότεροι ήσαν υπό την κυριαρχίαν του μικρού χρυσάσπιδος πτερωτού!

Αφ ενός εγνώριζον, ότι ο έρως είναι γλυκύς καρπός, αφ ετέρου όμως ηγνόουν ότι ο μελισήεις ούτος καθίσταται συν τω χρόνω πικρός σαπρίας!

Την πυράν όσω πλησιάζει τις τάσω καίεται!

Οι δυο ερασταί ήσον πληγωμένοι. Έπασχον εξ ίσου. Ορθώς λέγει ο Άγιος Γεράσιμος. Οι ερασταί ομοιάζουσι προς παιδία, άτινα παίζοντα με τας μαχαίρας , πληγόνονται πάντοτε.

Το βέλος είχεν ανοίξει δυο πληγάς ισομεγέθεις. Και ο εις είχε πληγήν και ο έτερος. Που? Εις την καρδίαν! Φευ! Είνε σκληρόν το μάλλον ευαίσθητον μέρος του σώματος να πληγωθή. Ό πειναλέος έρως πάντοτε θίγει ελαφρώς όπως καταβροχθίση τον καρπόν εξ ολοκλήρου . Πάντοτε περιτρώγει τα εκλεκτότερα άνθη.

Το δάσος έκτοτε του Αγ. Διονυσίου τους εφιλοξένει. Υπό το φύλλωμα των σκιερών δένδρων εύρισκον άσυλον οι δυο ερασταί. Πριν έτι αναφανή ο Φοίβος, τα μελιτώδη έπη του συνόδευεν ο ήχος του κώδωνος του Αγ Διονυσίου και το λεπτόν άσμα της υπολαίδος. Ήσαν ποιηταί. Ηγάπων την φύσιν, ήτις απέστελλε ταχείαν την πρωίαν , όπως αρωματίση, όχι πλέον δου καρδίας, αλλά μιαν. Η Φύη , και ο Επίλαος ανέπνεεον αγγελικίτιδα. Έζων δια της πνοής του έρωτος των κα ιετρέφοντο από ανωτέρας δυνάμεως. Υπό του αισθήματος της αγνότητος και αφοσιώσεως

Μιαν των ημερών, κατόπιν πενταετούς έρωτος, η Φύη, τις είχε πόθεν ορμώμενη, ίσως υπό της προαισθήσεως , εν μέσω της πρωινής αρμονίας, ενώ το παν περί εαυτούς εμειδία , θωπεύουσα τον Επίλαον τω λέγει χαμηλοφώνως.

Πως δύναμαι να εννοήσω ότι λατρεύομαι εξ ίσου? αν και το εγνώρισα προ πολλού..αλλά ...και διεκόπη.

Ο Επίλαος ηρυθρία , έρριπε χαμοί το βλέμμα κοι διωλίσθαινε δια της σιωπής.

-Πως δεν αποκρίνεσαι? επανέλαβε δειλώς η Φύη.

- Η άφιξη της αηδόνος θα σε πείση περί τούτου εντός  ολίγου....

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....


Και μετά αυτός αρρώστησε και δεν πήγαινε στο ραντεβού που είχαν ..Που λέτε παιδιά, τηλέφωνο δεν είχαν, άνθρωπο να μιλήσουν δεν είχαν γιατί κανονικά αυτά ήταν ντροπής πράματα, χώρισαν...

Εκείνη παντρεύτηκε ένα καλό παιδί, και μετά από χρόνια έτυχε  να μάθει ότι ο καλός της έπασχε από καρδιά και ήτο κλινήρης επί μακρόν και μετά πέθανε..

(Τι ωραία που είναι τα ελληνικά σε όλες τους τις μορφές!)

Στην συνέχεια πέθανε και ο άλλος και αφού κλείστηκε σε μοναστήρι για μια δεαετία πέθανε και η καλή μας Φύη....

Δράμα και κλάμα!

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Ανηφορίζοντας.. - (Διήγημα)

 http://karystina-logia.blogspot.com/2011/

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Ανηφορίζοντας.. - (Διήγημα)

Η ανηφόρα απότομη καθώς είναι με βάζει σε δοκιμασία, ανεβαίνω μισή ώρα και δεν έχω φτάσει ούτε στη μέση, τ’απόκρημνα βράχια της κορφής με κοιτούν και σιγογελάνε, όσο τα χρόνια περνούν τα βουνά ψηλώνουν. Όταν ήμουν παιδί ανέβαινα σχεδόν τρέχοντας, τώρα κάθε τόσο κάνω στάσεις, δεν αρκεί μόνο η θέληση.
Το τοπίο δεν έχει αλλάξει μόνο το δάσος με τα ίλκια στην απέναντη πλαγιά ψήλωσε, έγινε αδιαπέραστο,τα δέντρα μεγάλωσαν, μόνο η ανάσα μου μίκρυνε.

Τα χρόνια εκείνα τον Αύγουστο της Παναγιάς ο πατέρας μου μ’έπερνε απο το χέρι κι’ανηφορίζαμε το μονοπάτι που οδηγεί στην κορφή του Αι Νικόλα. Δεν κοιμόμουν όλη τη νύχτα, το χάραμα της Παναγιάς το περίμενα με ανυπομονησία, θέλεις η γιορτή θέλεις η βόλτα, οι διηγήσεις του πατέρα μου, όλα ήταν μαγικά.
Ο συχωρεμένος ο γέρος μου τα θυμόταν απο τον πατέρα του που τον τριγύριζε στα μονοπάτια του βουνού και του διηγόταν ιστορίες  για τα πουλιά τα δέντρα και τα ξωτικά. Το είχε ιερό σκοπό να τα μεταφέρει σε μένα να μου διηγηθεί όλα όσα έμαθε απ’τον πατέρα του να μη σβήσουν, να μη χαθούν, να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Όσο ανεβαίναμε τόσο διηγόταν κι όταν φθάναμε στην κορφή θυμάμαι το βλέμμα του γινόταν καθάριο, αγκαλιά μεγάλη, θαρρείς πως εκείνη τη στιγμή η καρδιά του μπορούσε να συγχωρήσει τις κακίες του κόσμου όλου γιατί απο ψηλά  φάνταζαν ασήμαντες.
Ασφάκα, θυμάρι, φασκόμηλο, πλημμύριζε ο αέρας μυρωδιές που έτσι να έκανες τις έπιανες. Θυμάμαι κάτω απ’τα βράχια της κορφής ένα μώβ λουλουδάκι, πολλές φορές προσπάθησα να το κόψω να το περιεργαστώ, μα μέχρι σήμερα δεν τα κατάφερα. Στον  πατέρα μου άρεσε πολύ και πάντα μούλεγε πως δεν μπορεί να το κόψει, πως δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει απο τη φύση αυτή τη λιλιπούτεια ομορφιά. Ρομαντισμός, αυτό τον χαρακτήριζε.

Η πόρτα της εκκλησιάς έτριξε, απέναντι σε απόσταση αναπνοής η ωραία πύλη και στο πλάι η εικόνα της Παναγιάς. Ανάβαμε τα καντήλια και προσκυνούσαμε , σαράντα χρόνια μετά η εικόνα ακόμα μοσχοβολάει όπως ο αέρας που έρχεται απο τον Ευβοϊκό και πάει για το Αιγαίο, περνά πάνω απ’ την κορφή παίρνει τα δώρα του βουνού, μηνύματα της φύσης να ταξιδέψει . Περνά πάνω απ’ την εκκλησιά που αιμοραγεί απ’το χρόνο, πάνω απ’ το κάστρο παίρνει μακρυά τις φωνές των πολιορκημένων κι όταν θυμώσει για τα καλά γυρίζει τις πέτρες ανάποδα να τις κάνει να πάψουν να θυμούνται να πάψουν να μιλούν  για το παρελθόν ο χρόνος τις τρυγά, ραγίζουν δεν αντέχουν.

Το εκκλησάκι του Αϊ Νικόλα είναι γατζωμένο στην άκρη του βράχου, μοναδική θέα ο κάμπος και ο Ευβοϊκός, αλλάζουν χρώματα με τις εποχές.. Συνήθως στις κορφές τα εκκλησάκια είναι αφιερωμένα στον προφήτη Ηλία, εδώ είναι ο Αϊ Νικόλας όπως και νάχει το τοπίο με γεμίζει δέος, είναι ιερό λιμέρι. Κι εδώ οι διαδικασίες ήταν ίδιες, άναμα στα καντήλια προσκύνημα στην εικόνα του Αγίου και μετά ιστορίες και αγνάντεμα. Κάποτε μια καλοκαιρινή καταιγίδα  μας καθήλωσε αρκετή ώρα στη σπηλιά, το θυμάμε σαν όνειρο ,τ΄αστροπελέκια χαράκωναν τον ορίζοντα με θυμό πρωτόγνωρο τον γέμιζαν φωτιά και βουητό.  Άνοιξαν οι κρουνοί τ΄ουρανού και το νερό έτρεχε ποτάμι.
Στριμωγμένος στην αγκαλιά του πατέρα μου σκέπαζα τον φόβο μου, κοιτούσα το καντήλι που τρεμόπαιζε, σπινθύριζε, μου μιλούσε κι έπερνα κουράγιο. Παιδικές αναμνήσεις, όνειρα με νεράιδες , εικόνες της φύσης αφημένες απο το πατρικό χέρι.

Λίγο ακόμα και φθάνω στην κορφή, φούσκωσα για τα καλά μα επιμένω. Θ΄ανάψω το καντήλι της Παναγιάς  του Αϊ Νικόλα, θα κάνω έτσι δά να πιάσω τις μυρωδιές, ν΄ακούσω την πέρδικα να λαλεί. Θα περιμένω. Όπου ν΄άναι θα φανεί κι ο γέρος μου.          

Καπνός απο καμίνι - Διήγημα

 http://karystina-logia.blogspot.com/2011/02/blog-post_4025.html

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Καπνός απο καμίνι - Διήγημα

Ο ή­λιος εί­ναι ψη­λά και η ζέ­στη έ­ντο­νη, οι πέ­τρες κρο­τα­λί­ζουν στο πέ­ρα­σμα μας, α­κο­λου­θού­με έ­να μο­νο­πά­τι που τα ί­χνη του χά­νο­νται στην πλα­γιά, ο­δη­γεί στη με­γά­λη λά­κα. Ο Βα­σί­λης πε­ζός προ­πο­ρεύ­ε­ται, χα­ρά­ζει δρό­μο και ε­γώ στο τι­μό­νι ο­δη­γώ με ρυθ­μούς χε­λώ­νας, α­κο­λουθώ τα τερ­τί­πια του εδάφους και τις ο­δη­γί­ες αλ­λιώς κιν­δυ­νεύ­ου­με να βρε­θού­με προ εκ­πλή­ξε­ων.
Οι δια­δρο­μές ε­κτός δρό­μου θέ­λουν γνώ­σεις, σε­βα­σμό στο πε­ρι­βά­λλον και πλήρω­μα που να δια­θέ­τει ε­μπει­ρί­α. Μέ­χρι να φθά­σου­με στη καρ­διά  της λά­κας πέ­ρασε αρ­κε­τή ώ­ρα, έ­να φυ­σι­κό ε­μπό­διο μας υ­πο­χρέ­ω­σε σε δίωρο σκά­ψι­μο προ­κειμέ­νου να πε­ρά­σου­με με α­σφά­λεια. Ό­σο πλη­σιά­ζα­με μυ­ρω­διά κα­πνού ερ­χό­ταν απ`το βά­θος της ρε­μα­τιάς που ή­ταν πνιγ­μέ­νη στο πρά­σι­νο. Με δυ­σκο­λί­α, συ­νε­χείς ε­λιγ­μούς και στά­σεις για έ­λεγ­χο του ε­δά­φους φτά­σα­με σε ένα ξέφωτο.
Το τρε­χού­με­νο νε­ρό ή­ταν θεί­ο δώ­ρο, αν και λι­γο­στό μας δρό­σι­σε.
Στην α­πέ­να­ντι πλα­γιά α­πλω­νό­ταν έ­να δά­σος α­ριάς  τό­σο πυ­κνό που ο ή­λιος δεν το περ­νού­σε. Το έ­δα­φος ή­ταν καλ­υ­μμέ­νο α­πο πα­χύ στρώ­μα φύλ­λων, γύ­ρω ή­ταν διά­σπαρ­τα α­πο­μει­νά­ρια α­πο κο­νά­κια τσοπαναραίων α­πο το μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν, όταν τα βου­νά έ­σφι­ζαν α­πο ζω­ή και κου­δου­νί­σμα­τα.

Η μυ­ρω­διά του κα­πνού γι­νό­ταν α­πο­πνι­κτι­κή, η ά­πνοια τον κρα­τούσε χα­μη­λά, μό­λις περ­νού­σε τα πλα­τά­νια.
Α­νη­συ­χή­σα­με κι αρ­χί­σα­με να ψά­χνου­με για τη φω­τιά αλ­λά η α­νη­συ­χί­α μας κράτη­σε λί­γο. Απ` το δά­σος α­νά­με­σα απ`τα ίλ­κια ξε­πρό­βα­λε έ­νας μαύ­ρος  σκύλος α­πο κεί­νους τους τσο­πα­νό­σκυ­λους που συ­να­ντάς στα κο­πά­δια της Νό­τιας Εύ­βοιας,
Μέ­τριο α­νά­στη­μα, φου­ντω­τή ου­ρά και μά­τια που πε­τούν σπί­θες, εί­ναι ντό­πια ρά­τσα,
ό­λα έ­χουν μια κο­ψιά λές και εί­ναι βγαλ­μέ­να απ` το ί­διο κα­λού­πι.
Μας πλη­σί­α­σε α­πει­λητι­κός γαβγίζοντας, έ­δει­χνε τα δό­ντια του αλ­λά κρα­τούσε α­πό­στα­ση α­σφα­λεί­ας. Σε λί­γο πρό­βα­λε έ­να μου­λά­ρι φορ­τω­μέ­νο ξύ­λα, με­τά και δεύ­τε­ρο, τα συ­νό­δευε μια με­σό­κο­πη γυ­ναί­κα με μέ­τριο α­νά­στη­μα, ή­ταν γε­ρο­δε­μέ­νη, στα χέ­ρια της κρα­τού­σε μα­γκού­ρα που την γύ­ρι­ζε στον α­έ­ρα με τέχνη.
Δρα­σκέ­λι­σε τη ρε­μα­τιά με ευ­κι­νη­σί­α που θα την ζή­λευε έ­φη­βος κι έ­κα­νε προς το μέ­ρος μας. Μας χαι­ρέ­τι­σε, η α­πο­ρί­α ή­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νη στο πρόσωπο της, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει πως  βρε­θή­κα­με ε­κεί με τ`α­μά­ξι α­φου δεν υ­πάρ­χει δρό­μος και η πρό­σβα­ση γί­νε­ται μό­νο με τα πό­δια ή με ζώ­α κι ό­ταν α­κό­μα της εξη­γή­σα­με φαι­νό­ταν να μη το πι­στεύ­ει κοι­τού­σε μια το α­μά­ξι μια ε­μάς και χαμο­γε­λού­σε.
Μας κά­λε­σε πιο κά­τω για κα­φέ, ό­χι δεν ή­ταν το σπί­τι της, α­πλά εί­χε στή­σει ένα κα­μί­νι με τον ά­ντρα της. Κα­τη­φο­ρί­σα­με τη ρε­μα­τιά έ­χο­ντας το σκυ­λί στα  τρί­α μέ­τρα να γαβγίζει α­στα­μά­τη­τα, αν δεν ή­ταν τ`α­φε­ντι­κό του κο­ντά σί­γου­ρα  θα εί­χε ε­πι­τε­θεί και δί­καια διό­τι βρι­σκό­μα­σταν στην πε­ριο­χή του.
Το κα­μί­νι ή­ταν σχε­δόν έ­τοι­μο, ο μπάρ­μπα Θόδωρος -έ­τσι τον έ­λε­γαν- έ­ρι­χνε τις τε­λευ­ταί­ες φτυα­ριές χώ­μα για να κα­λύ­ψει τα κε­νά.
Μας εί­δε να φθά­νου­με, ά­φη­σε τη δου­λειά και ήλ­θε να μας κα­λω­σο­ρί­σει, η χει­ραψί­α του ή­ταν ε­γκάρ­δια, το ί­διο και η κυ­ρά Λουκία η γυ­ναί­κα του.
Κα­θί­σα­με κα­τά­χα­μα και κάναμε κουβέντα α­πό που εί­μα­στε, πως φθά­σα­με μέ­χρι ε­κεί. Πά­νω στην ώ­ρα ήλ­θε και το πα­τρο­πα­ρά­δο­το τσί­που­ρο, ζυ­μω­τό ψω­μί, φρέ­σκο κε­φα­λο­τύ­ρι και ντο­μά­τα α­πο το φα­νά­ρι. Φα­νά­ρι σε λει­τουρ­γί­α εί­χα να συ­να­ντή­σω α­πο παι­δί. Οι γεύ­σεις ή­ταν μο­να­δι­κές κι ό­λα αυ­τά κά­τω απ` τα πλα­τά­νια.
Η συ­ζή­τη­ση που α­κο­λού­θη­σε εί­χε εν­δια­φέ­ρον, μά­θα­με α­πο πρώ­το χέ­ρι για το κα­μί­νι, τα κάρ­βου­να και τα μυ­στι­κά τους.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος εί­ναι χείμαρρος στη διήγηση του, μι­λά­ει δυ­να­τά, μορ­φά­ζει, κά­νει χει­ρο­νο­μί­ες, πε­τά­ει αρ­βα­νί­τι­κες λέ­ξεις, εί­ναι α­πό­λαυ­ση να τον παρα­κο­λου­θείς.
Την δου­λειά την έ­μα­θε α­πο  τον πα­τέ­ρα του.Ή­ταν παι­δά­κι α­κό­μη ό­ταν τον έ­παιρνε κο­ντά του, ξη­με­ρο­βρα­δια­ζό­τα­νε στο κα­μί­νι, βο­η­θού­σε και μά­θαι­νε την τέχνη.

Η πα­ρα­γω­γή κάρ­βου­νου εί­ναι πα­ρα­δο­σια­κή τέ­χνη της Αρ­με­νί­ας, στη Βό­ρεια Ελ­λά­δα την ξε­κί­νη­σαν οι Σα­μο­θρα­κή­τες και ε­πε­κτά­θη­κε και στη Νό­τια.
Ο μπάρ­μπα Θοδωρής αφηγείται, κα­τα­γρά­φω τα πά­ντα.
Τα πα­λιά χρό­νια ά­δεια κο­πής ξύ­λων έ­βγα­ζε μό­νο ο έ­μπο­ρος και έ­στη­νε κα­μίνια κα­τά πα­ραγ­γε­λί­α, κα­τό­πιν α­γό­ρα­ζε 1,5-2 δραχ­μές το κι­λό α­πο τον πα­ρα­γω­γό.
Σή­με­ρα οι ά­δειες εκ­δί­δο­νται α­πο το Δα­σαρ­χεί­ο κατ` ευ­θεί­αν στον πα­ρα­γω­γό και τα κάρ­βου­να τα ε­μπο­ρεύ­ε­ται μό­νος του. Η ποιό­τη­τα ε­ξαρ­τά­ται α­πο τον μάστο­ρα και την τέ­χνη του, το κα­λύ­τε­ρο ξύ­λο εί­ναι το πουρ­νά­ρι και το ρύ­κι σπανί­ζουν ό­μως, με­τά εί­ναι η δρύς, η βα­λα­νι­διά και η ε­λιά. Η κα­τα­σκευ­ή του εί­ναι ό­λη η τέ­χνη, α­πο­τε­λεί­ται από ξύ­λα, ά­χυ­ρο και χώ­μα.
Η αρ­χή γί­νε­ται με τη συλ­λο­γή ξύ­λου, κο­πή κα­τά μέ­γε­θος, α­τέ­λειω­τες πο­ρεί­ες με τα μου­λά­ρια και στοίβαγμα σε κύ­κλο εί­ναι η δη­μιουρ­γί­α του κα­μι­νιού.
Α­φού στοιβαχτούν τα ξύ­λα ντύ­νο­νται με ά­χυ­ρο για να κρα­τά το χώ­μα με το ο­ποίο θα κα­λυ­φθεί ο­λό­κλη­ρο. Στην κο­ρυ­φή α­φή­νουν μια τρύ­πα α­νοι­χτή, α­πο ε­κεί θα βά­λουν φω­τιά, περιφερειακά πέ­ντε –έ­ξι τρύ­πες λει­τουρ­γούν σαν α­ε­ρα­γω­γοί.
Εικοσιπέντε τό­νοι ξύ­λου αρ­κούν για να δώ­σουν 6 τό­νους κάρ­βου­νου.
Εί­ναι ση­μα­ντι­κό το κα­μί­νι να έ­χει κα­λή καύ­ση, ε­άν πά­ρει πο­λύ α­έ­ρα,το κάρ­βου­νο  γί­νε­ται ε­λα­φρύ, δεν κρα­τά­ει . Ό­ταν ο α­έ­ρας περ­νά­ει με μέ­τρια ρο­ή γί­νεται βα­ρύ,έ­τσι κερ­δί­ζει ο πα­ρα­γω­γός σε κι­λά  αλ­λά και ο κα­τα­να­λω­τής για­τί κρα­τά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρη ώ­ρα η καύ­ση, αυ­τό χαρακτηρίζει και την ποιό­τη­τα.
Το κα­μί­νι θέ­λει το μά­στο­ρα στην κυ­ριο­λε­ξί­α σε ε­γρή­γορ­ση, ε­άν υ­πο­χω­ρή­σει το χώ­μα και α­νοί­ξει τρύ­πα σε κά­ποιο ση­μεί­ο εί­ναι χα­μέ­νος κό­πος, ο κίν­δυ­νος να γί­νει στά­χτη είναι με­γά­λος. Τα βρά­δια φυ­λά­νε βάρ­διες, το φέρ­νουν βόλ­τα με το φα­νό ό­λη τη νύ­χτα. Ό­ταν ο κα­πνός γί­νει γα­λά­ζιος ση­μαί­νει ό­τι η καύση εί­ναι κα­λή, κα­τε­βά­ζουν με προ­σο­χή τις στί­βες των ξύ­λων που υ­πο­χω­ρούν κάθε τρείς η­μέ­ρες-δου­λειά ε­πι­κίν­δυνη- μέ­χρι να κά­τσει τε­λεί­ως.
Ό­ταν ο­λο­κλη­ρω­θούν οι ερ­γα­σί­ες, κα­θα­ρί­ζουν το ά­χυ­ρο και το κάρ­βου­νο εί­ναι έ­τοι­μο να γε­μί­σει τα τσου­βά­λια. Η καύ­ση διαρ­κεί 15 η­μέ­ρες και α­παι­τού­νται άλλες 4 για να το­πο­θε­τη­θεί στα σακ­κιά το βά­ρος των ο­ποί­ων κυμαίνεται α­πο 40 έ­ως 45 κι­λά.
Πω­λεί­ται με το κι­λό αλ­λά και με το σακίί. Συ­νο­λι­κά α­παι­τεί­ται έ­νας μή­νας για συλ­λο­γή ξύ­λου, στοίβαγμα, κά­ψι­μο, τσου­βά­λια­σμα. Ο κύ­κλος ζω­ής του κα­μι­νιού εί­ναι συ­νε­χής α­γώ­νας και φτιά­χνουν 4-5 το χρό­νο.
Η κα­λύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η Ά­νοι­ξη και το Φθινόπωρο διό­τι ο και­ρός εί­ναι δροσε­ρός και το ξύ­λο γε­ρό. Οι ε­πο­χές αυ­τές δί­νουν τη δυ­να­τό­τη­τα για δου­λειά όσο κρα­τά­ει το φώς της η­μέ­ρας. Το κα­λο­καί­ρι εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νο για φω­τιά, τον χει­μώ­να α­πα­γο­ρευ­τι­κό λό­γω βρο­χής. Την τέ­χνη του κα­μι­νιού την μα­θαί­νουν συ­νέ­χεια, εί­ναι δου­λειά των με­γά­λων αν­θρώ­πων, ε­λά­χι­στοι νέ­οι α­σχο­λού­νται με τα κάρ­βου­να.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος τέ­λειω­σε το τσι­γά­ρο του, ση­κώ­θη­κε και πή­γε προς το κα­μί­νι,σαν αί­λου­ρος α­νέ­βη­κε τη σκά­λα και του`δω­σε φω­τιά, κα­τέ­βη­κε τό’­φε­ρε βόλ­τα πα­ρα­τη­ρώ­ντας το προσεκτικά, το σταύ­ρω­σε και γύ­ρι­σε προς το μέ­ρος μας.
Στο βλέμμα  του εί­χε σχη­μα­τι­σθεί η γα­λή­νια ει­κό­να της α­να­μο­νής.

Α­νά­λα­φρη αύ­ρα συ­νο­δεύ­ει τη δι­ή­γη­ση του μπάρ­μπα Θόδωρου, δί­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ό­λα τα εί­χε κρυμ­μέ­να μέ­σα του σα να περίμενε τη στιγμή να τ`α­φή­σει ε­λεύ­θε­ρα ν` α­να­κα­τευ­θούν με την καρ­βου­νό­σκο­νη α­να­δρο­μή στα α­ό­ρατα μο­νο­πά­τια του νού που περ­πά­τη­σε α­πο τα παι­δι­κά του χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα.
Σκλη­ρή πο­ρεί­α ζω­ής, ε­πι­βί­ω­ση κά­τω α­πο α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες, στο πλευ­ρό του άρρη­κτος κρί­κος η γυ­ναί­κα του, μη­τέ­ρα, φί­λος, σκλη­ρός δου­λευ­τής, ο ι­δα­νι­κός συνδυασμός.

Ο κα­πνός μυ­ρί­ζει α­κό­μη ό­ταν κοι­τώ τις φω­το­γρα­φί­ες, τα ρυτιδιασμένα πρό­σω­πα του μό­χθου κα­λύ­πτει η μαύ­ρη σκό­νη, ρο­ζια­σμέ­να χέ­ρια, άν­θρω­ποι της υ­παί­θρου, οι τε­λευ­ταί­οι καρ­βου­νιά­ρηδες.


Ψηλά στα καταράχια - Διήγημα

 http://karystina-logia.blogspot.com/2011/02/blog-post.html

Ψηλά στα καταράχια - Διήγημα


Τα πόδια της πατούσαν γερά τη γη, λιγνή σιλουέτα ,λικνιζόταν μ `αέρινη κίνηση, κυνηγούσε τις ακτίνες του ήλιου, άλλοτε μεγάλωνε κι άλλοτε μίκραινε, έπαιζε με τη σκιά.  Δρασκέλιζε τα βράχια με άνεση μοναδική , ώσπου να τη δεις εδώ, βρισκόταν απέναντι, έβλεπε τους αϊτούς  να γυρωπετάνε κι άνοιγε τα χέρια της, πετούσε μαζί τους, έσκουζε στον αέρα , τους μιλούσε. Όλα γίνονται ένα εκεί ψηλά, τα βουνά υπάρχουν  για ν `ακουμπάμε την ψυχή μας στα σύννεφα. Την είχα δει κάποτε στο βουνό, στεγνή σιλουέτα  μα δυνατή σαν σίδερο, μάτια μεγάλα γαλανά, είχαν το χρώμα τ   `ουρανού, πετούσαν σπίθες, ανήσυχα ,χτένιζαν τις πλαγιές, τρύπωναν στα φυλλώματα, φύλαγαν το βιoς της.
Φύση αδάμαστη, ελεύθερη, τίποτε δεν τη σταματούσε, σφύριζε και η σφυριά της περνούσε σαν αστροπελέκι από τη μια πλαγιά στην άλλη, έσκιαζε τ` αγριμικά που λούφαζαν, δεν ξεμυτούσαν. Σαν έφτανε μεσημέρι καθόταν κάτω από το μεγάλο πλατάνι  στα ριζά της ρεματιάς να ξαποστάσει να χορτάσει τη δίψα της. Όταν το μεράκι την έπιανε ,έβγαζε απ` το ταγάρι το σουράβλι κι αντιλαλούσε η πλαγιά, ακόμα και τ `αηδόνια σιωπούσαν, θαύμαζαν την τέχνη της και πώς να μην τη θαυμάζουν αφού έβγαινε από την ψυχή της.  Σαν άρχιζε ο ήλιος να γέρνει, στο πόδι και πάλι για την επιστροφή, πετούσε από βράχο σε βράχο, γρήγορη σαν αστραπή, έφερνε τα δάχτυλα στο στόμα και σφύριζε δυο φορές κοφτά, το σφύριγμά της ήταν διαταγή, τα ζώα παράταγαν τον επιούσιο και τσακιζόντουσαν στην προσταγή της . Τα μάζευε  πριν πέσει  ο ήλιος στο μαντρί, φώναζε τη μάνα της  ν` αρμέξουνε να τελειώσουν γρήγορα, είχε δουλειές να κάνει. Μαθημένη στη σκληρή δουλειά, γεννημένη στις αητοφωλιές του Καβοντόρου ένιωθε την πέτρα μαλακιά κάτω απ` τα πόδια της.
Αυτός ήταν ο τόπος της, αυτός ήταν ο τρόπος που ζούσε, εκεί ψηλά στα καταράχια της Όχης, εκεί που τ` αγριολούλουδα πλέκουν τα χαλί της ευτυχίας την άνοιξη, απ` εκεί έπαιρνε χρώματα η ψυχή της, έλουζε τα μαλλιά της  στα γάργαρα νερά του Δημοσάρη, άκουγε τον κότσυφα να τραγουδά, να της καλομιλάει. Σκληρή ζωή, σκληρή σαν πέτρα μα δεν το `βαζε κάτω, πατούσε τις σάρες , τα λιβάδια, ανέμιζε τη μαγκούρα στα επιδέξια χέρια της. Πιστός φίλος της ήταν ο Κούρκος, ένας μαύρος τσοπανόσκυλος απ` αυτούς που συναντάς στα κοπάδια της Καρυστίας, μια κοψιά έχουν όλα, μέτριο ανάστημα γυριστή ουρά και μια άσπρη ρίγα στο στήθος. Ήταν το δεξί της χέρι δεμένος μαζί της με μια σχέση αλληλεξάρτησης. Δε χρειαζόταν να του μιλήσει, ένα νεύμα αρκούσε, είχε μυαλό ξυράφι, καταλάβαινε τα πάντα Την εποχή που τα γίδια γεννούσαν γυρνούσε ανήσυχος τις ρεματιές και τα γκρέμια για να μαζέψει τις ξεκομμένες μάνες  που κρυβόντουσαν στ` απόσκια  να γεννήσουν με ασφάλεια. Οι αλεπές, καραδοκούσαν. Το’ ξερε ο Κούρκος και δεν έβαζε μουσούδι κάτω, το’ χε ψηλά, οσμιζόταν τον αέρα, έψαχνε ασταμάτητα. Καθισμένη στις κορφές περίμενε ν`ακούσει το γαύγισμα του, τα βελάγματα των μικρών, να πάει να τα μαζέψει. Εικόνες γεννημένες στα πετρόχτιστα βουνά του Καφηρέα, εικόνες σημερινές συνεχίζουν να ζουν στα χωριά , στους λιγοστούς κατοίκους, στα παιδικά μάτια π`αγναντεύουν το πέλαγος. Ταυτίζονται με το βλέμμα του σπιζαετού  πετούν μαζί του, την ώρα που ο ήλιος σπέρνει χρυσάφι στα νερά ,η κραυγή  της ελευθερίας γίνεται απόγνωση που σχίζει τους αιθέρες. Εκεί ψηλά ,στα φαράγγια  και τα ρέματα της Όχης ακόμη και σήμερα κρύβεται τ`αερικό που κλώθει τα παραμύθια.  

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης. Διήγημα

 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης. Διήγημα.

 

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης.




 


 

Ήταν βράδυ. Ένα βράδυ ζεστό,σκοτεινό και υγρό με την σκόνη από την Αφρική να πήζει την ατμόσφαιρα σαν την ζαχαρόπαστα που ταίζουμε το νεαρό μελίσσι .

Έτρωγαν οι άνθρωποι την σκοτεινή ζαχαρόπαστα και γέμισαν όνειρα και ελπίδες. Η προσμονή της Ανάστασης του Κυρίου έκανε και  τις πιο κυνικές ψυχές να γεμίζουν με κάτι που έμοιαζε πίστη στο αδύνατον.

Οι δείχτες του ρολογιού έσπρωχναν ο ένας   τον άλλον να προλάβουν να φτάσουν πρώτοι στο δώδεκα όπου τα κτυπούσαν και θα σήμαιναν την Ανάσταση. Από την πολύ τους βιασύνη όμως, την ώρα που περνούσε δίπλα από το 11 ο μεγάλος λεπτοδείκτης άρπαξε το ένα και άρχισε να το τραβά μαζί του. Το άλλο ένα, έβαλε τις φωνές και εκείνη ακριβώς στην στιγμή ο χρόνος μπερδεύτηκε.

 

Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περίεργα και μαγικά πράγματα συμβαίνουν όταν μπερδεύεται ο Χρόνος.

Ο Χρόνος ο άχρονος, ο χρόνος ο άφθαρτος, ο χρόνος ο  κυκλικός, ο «εξ ου και εις ο» μπερδεύτηκε και έπιασε το νήμα του από την αρχή. Τότε που η Νύχτα και το Σκότος ενώθηκαν και από το αυγό της ένωσης τους, άνθησε  ο Έρωτας.

Ποιος ξέρει άραγε αν έφταιγε η νύχτα με την πηχτή της την ζαχαρόπαστα από αρχέγονη σκόνη? Ποιος ξέρει αν τα ουράνια ήταν ανοιχτά περιμένοντας την Ανάσταση του Κυρίου?

Ότι και αν ήταν εκείνη την στιγμή συνέβη το θαύμα και ο μικρός Έρωτας άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε με έκπληξη και δέος γύρω του.

Η καρδούλα του σκίρτησε προσπαθώντας να δει μέσα στο λιγοστό φως που έπεφτε από τις λάμπες του δρόμου μέσα από τα τσάμια του Μουσείου.

Ακίνητες μορφές τριγύρω του, αγγεία, επιγραφές και  επιτύμβιες στήλες .

Κοιτώντας καλύτερα, η ψυχή του φτερούγισε αντικρίζοντας την γνώριμη φιγούρα της Αφροδίτης.

« Θεά! Θεά μου!» ψιθύρισε προς το μέρος της με την ελπίδα να βρει μια παρηγοριά σε αυτήν την τόσο παράξενη στιγμή που δεν ήξερε ακόμα αν ήταν  ζωντανός, η κάποιο αστείο του έπαιζαν πάλι οι Θεοί του Ολύμπου.

Όμως καμιά απάντηση δεν ήρθε από το άγαλμα της Αφροδίτης που έστεκε εκεί , απέναντι του στο Καρυστινό Μουσείο.

Ο Έρωτας σιγά σιγά, κατέβηκε από το βάθρο του και τέντωσε τα χέρια του να ξεπιαστούν. Τόσες αιώνες ακαμψίας δεν θα μπορούσαν να περάσουν σε μια στιγμή και έτσι άρχισε να περπατά σιγά σιγά ανάμεσα στα εκθέματα και να διαβάζει τις επιγραφές.

«Μα που είμαι?» αναρωτήθηκε στο τέλος. « Γιατί είναι όλα μαζεμένα εδώ? Τι συμβαίνει? »

Κοίταξε γύρω του εξεταστικά και έχοντας συνηθίσει το σκοτάδι παρατήρησε ότι το κτήριο δεν ήταν σαν και αυτά που ήξερε και διστακτικά προχώρησε προς την πόρτα.

Αφού άνοιξε την μεγάλη ξύλινη δίφυλλη πόρτα κατέβηκε τα σκαλιά και κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους να μην τον δουν οι άνθρωποι που περνούσαν εκείνη την ώρα.

«Μα τι περίεργα ρούχα φορούν! Και τα κτήρια τριγύρω είναι τόσο παράξενα! Μα τον Δία, ξαναζωντάνεψα η σε λάθος πλανήτη, η σε λάθος χρόνο!»

Προσήλωσε την σκέψη του στις σκέψεις των ανθρώπων και με έκπληξη τεράστια αντιλήφθηκε ότι περίμεναν έναν θεό που δεν γνώριζε να αναστηθεί σε λίγο.

Όχι αυτόν! Όχι αυτόν, -το πρώτο φως- όπως τον αποκαλούσαν στον καιρό της παντοδυναμίας του, αλλά κάποιον άλλον.

Στάθηκε εκεί, πίσω από τον θάμνο ένας τρομαγμένος μικρός θεός, ένας και μόνος αποκομμένος από τον μεγάλο θεό Έρωτα και τις υπόλοιπες θεότητες της Αρχαιότητας σε λάθος χρόνο και λάθος πίστη.

Άρχισε να κλαίει στην αρχή σιγά σιγά και μετά με αναφυλλητά. ΄Ένα γοερό και μακρόσυρτο κλάμα με τα δάκρυα να ποτίζουν τους  φρεσκοφυτεμένους καλληστήμονες και εκείνοι αμέσως να κοκκινίζουν τα άνθη τους.

Μέσα του είχε ανοίξει ένα πηγάδι και κάθε δάκρυ ήταν σαν να έσκαβε το πηγάδι πιο βαθιά και κάθε λυγμός ήταν σαν να ήθελε να αδειάσει το πηγάδι.

Πέρασε αρκετή ώρα, η ίσως πάλι έτσι να του φάνηκε μιας και οι δείκτες ακόμα δεν είχαν συνέλθει για να πιάσουν τον χρόνο πάλι σωστά στο μέτρημα και να έλθει ξανά η Τάξη στον Κόσμο.

Στο τέλος πια, όταν το πηγάδι των λυγμών είχε αδειάσει και είχε ξεκουραστεί λίγο στο δροσερό χορτάρι σηκώθηκε είπε τα μαγικά λόγια που τον έκαναν αόρατο.

Έτσι αόρατος  ακολούθησε τους ανθρώπους προς τα κάτω στην παραλία όπου πολλοί πολλοί άλλοι ήταν συγκεντρωμένοι.

Πήγαιναν όλοι στο λιμάνι και έβλεπε τα καίκια που πλησίαζαν από μακριά. Του έκαναν εντύπωση τα φώτα, τα αυτοκίνητα, ο κόσμος που γυναίκες άντρες παιδιά, όλοι μαζί ανάκατα περπατούσαν, μιλούσαν και έτρωγαν.

«Τι περίεργο πράγματι! Πότε έγιναν όλα αυτά και κανείς από τους θεούς μας δεν τα πήραν είδηση!» Μονολόγησε ο μικρός μας έρωτας και γεμάτος περιέργεια πέταξε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, μπήκε μέσα στις κουζίνες των εστιατορίων, ήπιε νερό από τις ανοιχτές βρύσες  και στροβυλίστηκε γύρω από το κατάρτι ενός ιστιοφόρου.

Από όπου περνούσε το χαμόγελο των ανθρώπων έγινε πιο ζεστό, το φαγητό πιο νόστιμο, το νερό πιο δροσερό το κύμα πιο ήρεμο.

Για μια στιγμή, σκέφτηκε να πετάξει τα βέλη της φαρέτρας του σε μερικούς που ένιωθε ότι η καρδιά τους δεν είχε σκυρτήσει ποτέ από αγάπη αλλά δεν τόλμησε σε αυτόν τον τόσο παράξενο τόπο να κάνει τα παλιά του κόλπα.

Αντί για αυτό, πέταξε μέχρι το καίκι που πλησίαζε γρήγορα και χώθηκε στην καμπίνα του καπετάνιου.  Ο μικρός μας Έρωτας ένιωσε το Φως να τον γεμίζει μια γλύκα τόσο βαθιά όσο και τότε που για πρώτη φορά τον αγκάλιασε η Νύχτα. Ήταν σαν να άνοιξε πάλι το αυγό του και από τα τσόφλια του σκορπίστηκαν σπίθες και καύτρες μαζί.

Κοίταξε την εικόνα του Ιησού και το ιερό του Φως και τότε κατάλαβε ότι μπροστά του είχε το Φως το εντός του, την Νύχτα και το Σκότος, την Αυγή και την Δύση του χρόνου και του Σύμπαντος μαζί.

«Ήρθε τελικά αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει» είπε με ευλάβεια ο μικρούλης έρως και φτερούγησε ξανά ακολουθώντας το πλήθος των πιστών μέχρι την εκκλησία.

«Αναστάσεως Ημέρα Λαμπρηνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα» έψαλλαν οι ψαλτάδες και η χαρά πλημμύρισε την καρδιά του κόσμου.

Φτερούγισε πάνω ψηλά στις καμπάνες του Άγιο –Νικόλα και τις κτύπησε και αυτός παίζοντας με τα σκοινιά. «Μα τον Δία» είπε γελώντας στον εαυτό του. « Όλα είναι όπως πρέπει »

Το ρολόι επιτέλους ξεμπερδεύτηκε και την Τρίτη φορά κτύπησε ακριβώς 12.

«Δεύτε λάβεται Φως, εκ του Ανεσπέρου Φωτός» Βροντοφώναξε ο παπά Κώστας στην Ωραία Πύλη ενώ δεκάδες λαμπάδες υψώθηκαν σε δέηση για να μεταλάβουν το μυστήριο.

Ο μικρός Έρωτας την ίδια στιγμή, βρέθηκε πάλι πάνω στο βάθρο του με ένα αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη του.

Η Νύχτα φωτίστηκε από τα βεγγαλικά, οι κρότοι φόβισαν τα παιδιά, ευχές ειπώθηκαν και αγκαλιές άνοιξαν μα κανείς δεν κατάλαβε γιατί αυτήν την Ανάσταση όλοι ένιωσαν βαθιά μέσα στην ψυχή τους λίγες στάλες πάρα πάνω αγάπης.

 

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ όσοι διαβάσετε το διήγημα μέχρι της 12 και όσοι μετά,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ! Sofiascomments.com

Κόλλια Σοφία.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgvaZSdtyLgfl1-sUAo2mIdSr8SSIvMFX-lyE8ZlJvubWXf1wR41U2ksUHvtzha5eBTNPf_0MBkOP2uSjaFvN7EgvKdAD17TnOKKlJBRDkGiPRkeJJSgw68lYObw13Cem4eAXIuDsl1m5Y/s320/58462280_10219673571329247_4663565018590085120_n.jpg

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...