Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023

3 Παραμυθάκια για τις "περιπέτειες"του Άγιου Βασίλη. ( για μικρά παιδιά)

 


Η ευχή του παιδιού μιας πρωτοχρονιάς με σεισμό.

 



Τα γένια του Άγιου Βασίλη γέμισαν από λιωμένα μπισκότα στο γάλα που χύθηκε πάνω στα δώρα που μόλις είχε ακουμπήσει κάτω από το μεγάλο έλατο.

Ταράχτηκε ο καημένος και παρά λίγο να πέσει, όμως κρατήθηκε γερά στα δυο του πόδια γιατί αν έπεφτε και κτυπούσε, τα παιδιά θα έμεναν δίχως δώρο και τους γονείς του περίμεναν μαύρες γιορτές.

«Μα είναι δυνατόν!! Σεισμός! Παραμονή Πρωτοχρονιάς! Πρωτάκουστο!» είπε μέσα του ο Άγιος Βασίλης, γιατί δεν τολμούσε να το ξεστομίσει δυνατά, αλλά από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε μια γυναικεία φωνή να φωνάζει, « Σεισμός! Σεισμός! Να βγούμε έξω!», « Γύρισε και κοιμήσου» ακούστηκε η απάντηση από τον άντρα της που σίγουρα αυτός γύρισε και κοιμήθηκε αμέσως  με απόδειξη το ελαφρύ ροχαλητό που συνεχίστηκε όπως και πριν τον σεισμό.

Ο Άγιος Βασίλης, γρήγορα έκανε το μαγικό κτύπημα με τα δάχτυλα του και σε δύο χο- χο , εξαφανίστηκε και πήρε την θέση του πάλι στο έλκηθρο για να συνεχίσει στο επόμενο σπίτι.

Δυστυχώς όμως οι μετασεισμοί συνεχίστηκαν και άλλοι ήταν πιο δυνατοί και άλλοι ελαφρότεροι. Με όλη αυτήν την ασυνήθιστη κατάσταση, μια το γάλα έπεφτε πάνω στα δώρα, μια η στολή του γινόταν χάλια, την άλλη ήταν ξύπνιοι και δεν μπορούσε να αφήσει τα δώρα του, η το χειρότερο παραλίγο να τον κάνουν τσακωτό μιας και πολλοί πια ήταν έξω και άλλοι όρθιοι τυλιγμένοι με κουβέρτες, η , άλλοι στα αυτοκίνητα, περίμεναν να τελειώσει η γη να τρέμει και να ξημερώσει ο θεός την μέρα.

Ο Άγιος Βασίλης δεν προλάβαινε να κτυπήσει τα δάκτυλα και να πει «χο-χο» και τσουπ, όλο και πιο συχνά κάποιος άνθρωπος εμφανιζόταν μπροστά του. Κόντευε να το πάρει απόφαση ότι φέτος στην Εύβοια δεν θα πάρουν όλα τα παιδιά δώρα και ότι έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του στο κόσμο που τον περίμεναν με ηρεμία και χωρίς σεισμούς.

Εκεί όμως που πήγε να βγει από τα Ζάρκα, είδε ένα παιδάκι στην άκρη του δρόμου. Ένα παιδάκι γύρω στα πέντε, να κάθεται τυλιγμένο με μια κουβέρτα μόνο του μέσα στην νύχτα. « Χ0-Χ0-ΧΟ» έδωσε σήμα για προσγείωση στους ταράνδους και ο Ρούντολφ, φώτισε το μονοπάτι και μετά το πρόσωπο του παιδιού. Ήταν ένα μικρό αγοράκι, καθόλου φοβισμένο, με ένα φωτεινό χαμόγελο που κοίταζε τους τάρανδους με δέος και τον Άγιο Βασίλη με αγάπη. «Τι κάνεις εδώ έξω μικρούλη?» Τον ρώτησε ο Άγιος. «Σε περίμενα βέβαια!» του απάντησε ο μικρούλης. « Ο μπαμπάς και η μαμά, έχουν πάει στο στάβλο να ξεγεννήσουν την κατσικούλα μας και εγώ τους είπα , ότι θα περιμένω εδώ έξω να σε δω να περνάς! Δεν με πίστεψαν αλλά ήρθες! Να βγάλουμε μια σέλφι για απόδειξη!» είπε ο μικρούλης και τίναξε την κουβέρτα από πάνω του . Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του μπουφάν και ετοιμάστηκε να βγάλει φωτογραφία. Ο Άγιος Βασίλης ταράχτηκε..Άλλο να παρουσιαστεί σε ένα παιδάκι, που έτσι και αλλιώς ο κόσμος τους ρέει σαν ποτάμι ανάμεσα στην φαντασία και στην πραγματικότητα και άλλο να αρχίσει να ανεβαίνει η φωτογραφία του από δω και από κει. Πάει, η μαγεία και το όνειρο θα χαθούν για πάντα. «Όχι φωτογραφίες, απαγορεύεται!» του είπε με συγκρατημένα αυστηρή φωνή, «αλλά για πες μου, πως σε λένε? Σου άφησα δώρο στο σπίτι?» « Δεν ζήτησα κανένα άλλο δώρο, εκτός από το να σε δω!» του είπε το παιδάκι και το προσωπάκι του έλαμψε από χαρά, και έλαμψαν και τα ματάκια του μαζί, τόσο πολύ που ο Ρούντολφ σκέφτηκε μήπως η μύτη του δεν λάμπει πια τόσο πολύ και την έξυσε τρις τέσσερις φορές σκεπτικός.

«Να λοιπόν που πήρε το δώρο σου ! Τρέχα στους γονείς σου τώρα, μην μένεις εδώ μόνος μέσα στο κρύο!» «Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις να βγάλουμε μια φωτογραφία Άγιε Βασίλη?  Παρακάλεσε ο μικρούλης, αλλά ο Άγιος είχε κάνει ήδη δυο ΧΟ, και το έλκηθρο ανέβηκε στον ουρανό και τα σύννεφα το έκρυψαν γρήγορα από τα μάτια του.

Το μικρό παιδάκι, χαρούμενο, τύλιξε την κουβερτούλα του όσο μπορούσε γύρω του και πήρε το μονοπάτι για το μαντρί κάτω από το φως του φεγγαριού χαρούμενο και ευτυχισμένο , τόσο μακριά από τον φόβο των σεισμών και του θυμού της Γης.

 

Ο Άγιος Βασίλης - ο Θανασάκης και ένα ρομπότ.

 



«Μα που είναι? Μα που είναι?» αναρωτιόταν το ξωτικό στην μονάδα διανομής ψάχνοντας το δώρο που προοριζόταν για τον μικρό Θανάση μη μπορώντας να το βρει πουθενά.

Έψαξε πίσω από τα κουτιά, ανάμεσα στους φακέλους, έψαξε κάτι από τα ράφια και πίσω από τα συρτάρια. Τίποτα. Πουθενά το μικρό δέμα που προοριζόταν για τον Θανασάκη στην μακρινή Κάρυστο σε ένα νησί, εκεί μακριά στην Ελλάδα, που το λένε Εύβοια.

 Ήταν πολύ καλό παιδάκι όλη την χρονιά και άξιζε το δώρο του, και να μην μπορεί να το βρει πουθενά!? Κόντευε να σκάσει, χώρια που θα έλειπε από την λίστα του Άγιου Βασίλη και ποιος τον άκουγε μετά την μεγάλη του βόλτα στον κόσμο, αν ανακάλυπτε ότι είχε αφήσει ένα καλό παιδάκι χωρίς δώρο.

Το Ξωτικό στο τέλος, πήρε το θάρρος και έβγαλε όλα τα παιχνίδια που ήδη ήταν μέσα στον μεγάλο σάκο. Ξενύχτησε να τα τακτοποιεί μην κάνει κάποιο λάθος για να βάλει πάλι σωστά και με την σειρά τους μέσα,  και άρχισε να ψηλαφίζει όλο το ύφασμα προσεχτικά..και πράγματι, σε ένα σημείο ο σάκος είχε ξηλώσει λίγο και εκεί ανάμεσα στο ύφασμα και την φόδρα, είχε χωθεί το μικρούλι –το τόσο μικρούλι δωράκι που είχε ζητήσει ο Θανασάκης. Ένας μεγάλος αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από το στόμα του ξωτικού που μόνο τα κλάματα δεν έβαλε από την ταραχή και την ανακούφιση. Το πήρε προσεχτικά προσεχτικά και το τοποθέτησε στην σωστή σειρά του ανάλογα με την λίστα, και τακτοποίησε πάλι όλα τα πακέτα όπως ήταν. Ήταν πια πρωί όταν κατάκοπος, σύρθηκε στην καλύβα του να ξεκουραστεί λίγες ώρες πριν ο Άγιος Βασίλης αρχίσει τις τελευταίες ετοιμασίες για την διανομή.

Στην άλλη άκρη του κόσμου ο Θανασάκης σκυμμένος πάνω στα βιβλία του διάβαζε τα μαθήματα του αλλά το μυαλό του ήταν στο γράμμα που είχε γράψει στον Άγιο Βασίλη. Αμφέβαλε αν θα τον έπαιρνε στα σοβαρά, αν αυτό που ζητούσε μπορούσε καν θα θεωρηθεί δώρο Πρωτοχρονιάς, αλλά δεν  μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο που να ήθελε πιο πολύ. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε το μισοτελειωμένο ρομποτάκι που είχε φτιάξει μόνος του. Εντελώς μόνος του. Ο δάσκαλος είχε πει ότι είναι «συλλογική δουλειά», και ότι έπρεπε να παιδιά « να μάθουν να συνεργάζονται» γιατί αυτό θα τους αναπτύξει «το πνεύμα συνεργασίας , την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση σε όλους όσους συμμετέχουν». Με χαρά τα παιδιά είχαν κάνει ομάδες και είχαν αρχίσει να κάνουν χαρούμενες κουβέντες για το πώς θα ήταν το δικό τους ρομποτάκι και το τι θα έκανε. Ο διαγωνισμός μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων με όλα τα σχολεία της χώρας, ήταν ο τελικός τους στόχος και το βραβείο ένιωθαν ότι ήταν εκεί στην άκρη των δακτύλων τους, αρκεί να ήταν οι καλύτεροι.

Ο κύριος Χρήστος ήταν πιο ενθουσιασμένος από τα παιδιά. Σπίθες χαράς πεταγόντουσαν από τα μάτια του ενώ πήγαινε από θρανίο σε θρανίο και άκουγε τις ιδέες των παιδιών. «Μα τι έξυπνα παιδιά είναι αυτά! Μόνο 10 χρονών και έχουν τέτοιες ιδέες και τόσο όρεξη!» σκεφτόταν και ονειρευόταν και αυτός την χαρά του βραβείου.

Πράγματι, ο Οκτώβρης κύλησε όπως όλοι το περίμεναν. Οι ομάδες αποφάσισαν το τι θα κάνουν, τα κατσαβίδια και τα εργαλεία απλώθηκαν στα θρανία, ο προγραμματισμός τους είχε ήδη αρχίσει , και εκεί που όλοι πίστευαν ότι τίποτα δεν θα τους σταματούσε, άρχισαν ένας ένας να αρρωσταίνουν.

Μια γρίπη βαριά και δύσκολη με πολύ υψηλό πυρετό, βήχα, πόνους παντού, πήγαινε από το ένα παιδί στο άλλο και στο τέλος η τάξη τους είχε μείνει μόνο με πέντε παιδιά από τα είκοσι. Όσα γινόντουσαν μετά από πολλές μέρες καλά, ήταν τόσο αδύναμα που δεν μπορούσαν να ασχοληθούν με τίποτα πάρα πάνω από τα εντελώς βασικά και οι εντολές του γιατρού ήταν, «αποφυγή συνωστισμού και ξεκούραση για να μην έχουμε άλλα». Και τα άλλα, ήταν να ξανακυλήσουν στην γρίπη που έφερνε μαζί της ωτίτιδες, ιγμορίτιδες και πολλά άλλα ακόμα χειρότερα.

Η τάξη της ρομποτικής είχε αδειάσει και ο κύριος Χρήστος είχε κολλήσει κόβιτ . Ακόμα και ο Θανασάκης με άλλα παιδιά να ήθελε να συνεχίσουν, δεν θα μπορούσαν γιατί όχι μόνο έλειπαν μέλη της ομάδας τους, αλλά και ο ίδιος ο δάσκαλος.  

Μέχρι να γίνουν επιτέλους όλοι καλά, είχε  μπει ήδη ο Νοέμβρης αλλά ο αγαπημένος τους δάσκαλος δεν είχε προλάβει να γίνει καλά από την μια αρρώστια και κόλλησε την άλλη.

Μια γρίπη βαριά που τον έστειλε ακόμα και στον νοσοκομείο και ακολούθησαν πολλές μέρες στο σπίτι. Τα παιδιά ήταν περίλυπα και σκεπτικά. Έβλεπαν τις μισοτελειωμένες τους κατασκευές και δεν ήξεραν τι να πρωτοσκεφτούν..Ένα φορτηγάκι , ένα έντομο, ένα ανθρωπάκι, με λειψά μέλη , πήραν την θέση τους στο τέλος σε μια μεγάλη κούτα στο  γραφείο των καθηγητών κάτω από ένα τραπέζι και η διευθύντρια με λύπη της ανακοίνωσε στα παιδιά ότι «λόγω των συνθηκών φέτος ματαιώνεται η συμμετοχή μας στον διαγωνισμό. Προέχει η υγεία όλων και τα μαθήματα μας», και έτσι τα παιδιά με σκυμμένο το κεφάλι ,αμίλητα και έτοιμα να κλάψουν βγήκαν στο προαύλιο.

Ο Θανασάκης όμως αντί να ακολουθήσει τα άλλα παιδιά, στάθηκε δίπλα στην πόρτα, και έκανε ότι έδενε τα κορδόνια του. Όταν κτύπησε το κουδούνι για την τάξη και όλοι οι δάσκαλοι πήγαν στις τάξεις τους, όρμησε στο γραφείο πήρε την κούτα , άδειασε το περιεχόμενο της στις τσέπες του, τύλιξε τα υπόλοιπα στο μπουφάν του, έβαλε την κούτα στην θέση της και εξαφανίστηκε όσο μπορούσε πιο γρήγορα για να πάει στην τάξη του. Μπήκε μέσα, ζήτησε συγγνώμη στην κυρία του που το, αγριοκοίταξε, «καφενείο το περάσαμε το μάθημα να ερχόμαστε όποτε θέλουμε»? του είπε για να μην πάρει απάντηση και ο Θανασάκης έχωσε βιαστικά τον μικρό του θησαυρό στην μεγάλη του τσάντα.

Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Δεν ήθελε να τους μπλέξει και να τιμωρηθούν αν κάτι πήγαινε στραβά. Έτσι άρχισε να βάζει το σχέδιο του σε πράξη. Στο σπίτι του, τα άπλωσε όλα πάνω στο γραφείο του, και άρχισε να διαλύει και να συνθέτει τα μέλη των ρομπότ,  μέχρι που άρχισε να παίρνει μορφή ένα ανθρωποειδές αλλά αντί για παλάμη είχε τσουγκράνα στο ένα και κουβά στο άλλο. Το μόνο που του έλειπε ήταν μια βίδα, μια μικρούλα τόση δα βίδα μαζί με ρουλεμάν για την βάση του αυχένα. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα και ο προγραμματισμός του βγήκε πολύ καλά. Μπορεί να πήγαινε αδιάβαστος στο σχολείο και η δασκάλα όλο να του λέει « Είπαμε να δείξουμε κατανόηση για όσα περνάτε αλλά μην το παρατραβάτε» την μια και την άλλη, « Θα φωνάξω την μητέρα σου Θανάση! Τι πράγματα είναι αυτά και έρχεσαι αδιάβαστος τελευταία!» . Εκείνος κατέβαζε το κεφάλι και κοκκίνιζε μέχρι τα αυτιά..Τι να πει? Ότι προσπαθούσε να μάθει μόνος του πώς να προγραμματίσει το ρομποτάκι?

«Γράψατε γράμμα στον Άγιο Βασίλη?» ρώτησε περιπαιχτικά η κυρία των καλλιτεχνικών..

«Να γράψω γράμμα !» σκέφτηκε ο Θανασάκης και αμέσως μετά το σχολείο, πήρε φάκελο , έγραψε δυο γραμμές και έτρεξε στο ταχυδρομείο να το στείλει..  « Μα γιατί δεν έχει ακόμα μέιλ» σκέφτηκε εκνευρισμένος αλλά του πέρασε γρήγορα με την προσμονή να τον κάνει να νιώθει πεταλούδες στο στομάχι.

«Καλέ μου κύριε Άγιε Βασίλη, σας παρακαλώ θα ήθελα μια βίδα με ρουλεμάν για την βάση του αυχένα του ρομπότ μου. Είναι το μόνο που λείπει. Περιμένω με αγωνία νέα σας»

Στον δρόμο για το σπίτι, μια το μετάνιωνε, μια ήταν σίγουρος για την απόφαση του. Αν πράγματι του έφερνε το εξάρτημα που του έλειπε, το ρομποτάκι του θα αποκτούσε μια εντελώς φυσιολογική κίνηση, πολύ καλύτερη από την μαμάς του που όλο λέει ότι έχει πιαστεί και της πονά ο αυχένας. Θα παίζουν μαζί με την άμμο στην θάλασσα, θα κάνουν κάστρα και γλυπτά, θα κάνουν πολιτείες και πάρκα. Μετά την ρομποτική, αυτό του άρεσε του Θανασάκη πιο πολύ. Να περνά ατέλειωτες ώρες στην παραλία και να δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, και μοναδικά πλάσματα , σε γλυπτά από άμμο.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και η αγωνία του τον κρατούσε ξύπνιο την νύχτα. Την ημέρα με δυσκολία τα έβγαζε πέρα αλλά όλοι ήταν τόσο απορροφημένοι με τις υποχρεώσεις τους που δεν είχαν καταλάβει τίποτα.  Η μαμά του είχε στολίσει το δέντρο τους με τις χρυσές και πράσινες μπάλες και με όμορφα μπλε και ροζ φωτάκια. Τα βάζα ήταν γεμάτα με γκυ, τα στολίδια και οι γιρλάντες που έμοιαζαν με κλαδιά από έλατο ομόρφαιναν το σπίτι, τα γλυκά πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας τον καλούσαν κάθε φορά, αλλά αντιστεκόταν όσο μπορούσε. Επιτέλους έφτασε το βράδυ της πρωτοχρονιάς  και η βροχή κτυπούσε αλύπητα το σπίτι.

« Θάρθει? Δεν θάρθει?» σκεφτόταν ξανά και ξανά ο Θανασάκης μέχρι που θες η κούραση, θες η βροχή, τον βύθισαν σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα, για να ξυπνήσει πρώτος πρώτος και να τρέξει να δει κάτω από το δέντρο.

« Δεν το πιστεύω!» είπε με απίστευτη έκπληξη βρίσκοντας το μικροσκοπικό πακετάκι . Το άνοιξε βιαστικά και εκεί μέσα δεν ήταν άλλο παρά αυτό που είχε ζητήσει. Έτρεξε στο δωμάτιο του και άρχισε αμέσως να συναρμολογεί το ρομποτάκι..»Γεια σου Βασίλη!» του είπε όταν το τελείωσε και εκείνο γύρισε το κεφάλι του και με μια φωνή που δεν έμοιαζε και τόσο πολύ μηχανική του απάντησε, «Γειά σου και  σένα Θανάση».

Δάκρυα χαράς , ανακούφισης και περηφάνιας κύλησαν στα μάγουλα του και μια προσευχή ευχαριστίας υψώθηκε μέχρι το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη που συνέχιζε το μοίρασμα δώρων όσων ήταν καλά παιδιά όλη την χρονιά και όσων πίστευαν σε ένα θαύμα.

Οι γιορτές πέρασαν σαν σε όνειρο, και η τάξη γέμισε πάλι με τις χαρούμενες φωνές των παιδιών. Το ρομπότ Βασίλης, καμάρωνε πάνω στην έδρα όταν ο κ.Χρήστος μπήκε στην τάξη. Το βραβείο δεν ήταν πια άπιαστο όνειρο και ο Θανασάκης είχε γίνει ήδη, ο ήρωας της τάξης.

 

 

Οι σκανταλιές του Ρούντολφ.

 

Οι σκανταλιές του Ρούντολφ.




Μια φορά και ένα καιρό ενώ οι δουλειές ήταν τόσες πολλές όσο το παγόβουνο που έκλεινε την είσοδο του χωριού του Αγίου Βασίλη, συνέβη κάτι το αναπάντεχο και όλα τα ξωτικά άφησαν τις δουλειές τους και έτρεχαν πανικόβλητα γύρω γύρω.

Ο Ρούντολφ το ελαφάκι είχε χαθεί ενώ έπαιζε με το να δοκιμάζει την αντανάκλαση της λαμπερής του μύτης πάνω στο χιόνι.

Ο Άγιος Βασίλης φυσούσε ξεφυσούσε και έπινε το ένα γάλα μετά το άλλο, η κυρία Βασίλη έψαχνε τα υπογλώσσια με γεύση μπισκότου ,ενώ ειδική ομάδα στελεχώθηκε από ξωτικά που ήταν εκπαιδευμένα να βρίσκουν χαμένους ταράνδους και άτακτα ελαφάκια.

Αφού με τα πολλά τα ξωτικά ηρέμησαν και συνέχισαν τις δουλειές τους , με το ένα μάτι στα παιχνίδια ,- με το ένα μάτι στα παιχνίδια και το άλλο έξω από το παράθυρο , με το ένα αυτί στις οδηγίες του αρχιξωτικού και το άλλο στα καμπανάκια των ταράνδων – ο Άγιος Βασίλης χαλάρωσε με το χάπι του και η ομάδα ξεκίνησε να βρει τον άτακτο Ρούντολφ , και όλοι περίμεναν από ώρα σε ώρα να γυρίσουν όλοι μαζί για να συνεχίσουν  τις ετοιμασίες για το μοίρασμα των δώρων.

Βλέπετε, τα παιδιά περίμεναν τα δώρα τους, και δεν θα δικαιολογούσαν με τίποτα κάποια καθυστέρηση. Μέσα στην ταραχή τους όμως δεν πρόσεξαν ότι έλειπε και το πιο αφηρημένο ξωτικό από όλα όσα δούλευαν στο εργαστήρι , ο πάντα αφηρημένος αλλά πολύ γλυκούλης Φτούλης, από το Κρυφτούλης, μιας και τρελαινόταν για αυτό το παιχνίδι και δεν έχανε ευκαιρία να το παίξει, ακόμα και μόνος του.

Χωρίς λοιπόν να ξέρει ο Φτούλης ότι ο Ρούντολφ έχει χαθεί, περιπλανιόταν ανάμεσα στα σπιτάκια του χωριού, και έπλαθε φανταστικούς φίλους που τον ψάχνουν και τον βρίσκουν  κρυμμένο πίσω από τους φράχτες , ανάμεσα στα ψηλά δέντρα και κάτω από τις μύτες των πάγων.

Οι ώρες περνούσαν και το μουντό βαρύ γκρι του χειμωνιάτικου απογεύματος άρχισε να σκεπάζει πρώτα τα ψηλά δέντρα , μετά τις καμινάδες των σπιτιών  μετά τους φράχτες και τέλος τον χαμένο Ρούντολφ τον Φτούλη και όλους όσους έψαχναν ακόμα, κατάκοποι μετά από την πολύωρη αναζήτηση.

Ο Ρούντολφ ήταν πολύ χαρούμενος γιατί το σκοτάδι έκανε το παιχνίδι του πιο ευχάριστο μιας και το φως της μύτης του γινόταν πιο λαμπερό. Έτρεχε από δω και από κει, έκρυβε το κεφαλάκι του μέσα στον πάγο και ξαφνικά πεταγόταν για να φωτίσει κάτι τυχαίο, δίνοντας του μεγάλη χαρά. Ο Φτούλης, ήταν και αυτός χαρούμενος γιατί μπορούσε να κρυφτεί πιο εύκολα από τους  φανταστικούς του φίλους, ενώ τα ξωτικά που έψαχναν , άρχισαν πραγματικά να αγωνιούν για την τύχη, όχι μόνο του Ρούντολφ αλλά και όλης της επιχείρησης παράδοσης των δώρων την πρωτοχρονιά. Μάλιστα έψαχναν στις τσέπες τους να σιγουρευτούν ότι είναι εκεί, ακόμα και για τα νέα δοντάκια που είχαν ζητήσει μερικά παιδάκια.

Έτσι τα έφερε η τύχη και πίσω από ένα σωρό κομμένα ξύλα συναντήθηκαν ο Ρούντολφ και ο Φτούλης. Τρόμαξαν και οι δυο γιατί δεν περίμεναν να συναντηθούν πάνω στο παιχνίδι τους αλλά μετά γέλασαν πολύ και αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στο εργαστήρι μιας και η συνάντηση τους επανέφερε στην πραγματικότητα, μακριά από τον φανταστικό κόσμο του παιχνιδιού.

Χοροπηδώντας χαρούμενα γύρισαν πίσω εντελώς ανίδεοι για την ταραχή που επικρατούσε στο χωριό. Μόλις τα ξωτικά τους είδαν πρώτα χάρηκαν πάρα πολύ αλλά μετά αμέσως, θύμωσαν. Άλλοι φώναζαν στον Φτούλη ότι έφταιγε αυτός που έλειπε όλη μέρα ο Ρούντολφ και ο καημένος ο Φτούλης έβαλε τα κλάματα γιατί κανείς δεν τον πίστευε ότι έπαιζαν διαφορετικά παιχνίδια και αν δεν ήταν αυτός, ο Ρούντολφ πιθανότατα ακόμα θα δοκίμαζε το φως της μύτης του μέσα στις καμινάδες.

Ο Ρούντολφ πάλι, είχε γίνει τόσο κόκκινος από την ντροπή του όσο και η μύτη του. Είχε σκύψει το κεφαλάκι του και ζητούσε συγνώμη από τα ξωτικά, από τον Άγιο Βασίλη , από τους άλλους ταράνδους ακόμα και από το έλκηθρο , αλλά ήταν τόσο μεγάλη η φασαρία που δεν τον άκουγε κανείς.

Μέσα στην γενική αναταραχή κάποιος θυμήθηκε την ομάδα που έψαχνε και πήγε να τους ειδοποιήσει και μέχρι να γυρίσουν  όλοι είχαν κουραστεί από τις φωνές, ο Φτούλης είχε σταλεί να διπλώσει δώρα και ο Ρούντολφ στην γωνιά του να σκεφτεί το τι είχε προκαλέσει.

Μετά την επιστροφή της ομάδας ο αρχηγός τους επισκέφθηκε τον  Άγιο Βασίλη για να συμπληρώσουν το βιβλίο συμβάντων του χωριού. Ο Άγιος κάθισε στο μεγάλο του γραφείο , βρήκε το βιβλίο κάτω από μια στοίβα από γράμματα παιδιών και άρχισε να γράφει το συμβάν. Όταν όμως έφτασε στο σημείο του πως ο Ρούντολφ  γύρισε στο χωριό, το ξωτικό άρχισε να ξεροβήχει. «Θέλεις λόγο γάλα?» τον ρώτησε ο Άγιος Βασίλης γιατί νόμιζε ότι μπορεί να είχε αρρωστήσει τόσες ώρες έξω το πολικό κρύο .

«Όχι, όχι..» μάσησε τα λόγια του το ξωτικό… «Μόνο σε παρακαλώ, μπορείς να πεις ότι τον βρήκαμε εμείς? …τόσες ώρες ψάχναμε  και κάποια στιγμή σίγουρα θα τον βρίσκαμε .. να μην γραφεί ότι δεν μπορέσαμε να τον βρούμε και τον βρήκε ο αφηρημένος ο Φτούλης που δεν βρίσκει ούτε τον εαυτό του όταν παίζει κρυφτό!»

«ΑΑΑΑ! Να πούμε ψέματα λοιπόν! Ξέχασες καλέ μου βοηθέ  ότι είμαι άγιος και δεν λέω ψέματα? Τι θα κάνουν τα παιδάκια αν και αργώ αρχίσω να λέω ψέματα? Τι παράδειγμα θα πάρουν? Και τι λίστα θα μπορώ να κάνω μετά?»

Το ξωτικό ντράπηκε και φεύγοντας αποφάσισε να ξεκινήσει νέα πιο εντατική εκπαίδευση στην ομάδα γιατί το καταλάβαινε και ο ίδιος ότι η πιο σκληρή αλήθεια είναι πάντα προτιμότερη από το πιο όμορφο ψέμα.

 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Ο Τόμυ που δεν ήταν ελέφαντας.(παραμύθι)

 

Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν μικρό ζωολογικό κήπο ζούσαν η Τάμυ και ο Τόμυ.

Η Τάμυ ήταν μια μικρή χαριτωμένη μαιμουδίτσα με μακριά στριφογυριστή ουρά και η καφετιά της γούνα είχε κάτι γκρι γραμμές λες και είχε κάνει μες. Τα μαύρα της ματάκια λαμπύριζαν από την πονηριά και το μυαλουδάκι της έκανε συνέχεια σχέδια για ζαβολιές και πειράγματα.

Τα περισσότερα πειράγματα τα δεχόταν ο Τόμυ, ένας καλόβολος γορίλας που παρά τον όγκο του, δεν ενοχλούσε κανένα ζωάκι και πάντα προσπαθούσε να αποκρούσει τα πειράγματα της Τάμυ χωρίς να την πληγώσει.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν η ατραξιόν του ζωολογικού κήπου αυτό το αταίριαστο ζευγάρι που έκανε βόλτες ανάμεσα στα δέντρα, σκαρφάλωνε στα γερά κλαριά και γρύλιζε χαρούμενα από μακριά στους επισκέπτες, ιδιαίτερα στα πιτσιρίκια που τους χαιρετούσαν πίσω από τον φράκτη και πιο πίσω, από το χοντρό μεγάλο τζάμι που ξεχώριζε τα ζώα από τους ανθρώπους.

Ο κήπος ήταν παλιός και οι εγκαταστάσεις του χρειαζόντουσαν επιδιόρθωση αλλά τα έσοδα είχαν πέσει , πρώτα με την κρίση και μετά με τις καραντίνες. Τα έσοδα έφταναν ίσια ίσια για την τροφή τους, τα φάρμακα τους και τους μισθούς του προσωπικού..Ποιος θα έδινε προτεραιότητα στα σύρματα που είχαν χαλαρώσει και μια τρυπούλα είχε ήδη ανοιχτεί εκεί στην άκρη που ήταν το αγαπημένο δέντρο της Τάμυ?

Ποιος άλλος εκτός από την Τάμυ , που από την στιγμή που την εντόπισε άρχισε να τραβά τα σύρματα με όλη της την δύναμη και μάλιστα ζήτησε την βοήθεια του Τόμυ. Αυτός δεν ήθελε μπλεξίματα και της γύρισε την πλάτη, αλλά πες πες την βαρέθηκε και της έκανε το χατήρι. Έτσι τώρα, έχασκε εκεί στην άκρη μια μεγάλη τρύπα που χωρούσε άνετα η Τάμυ και αν το ήθελε ο Τόμυ, θα μπορούσε να την μεγαλώσει τόσο, όσο να μπορέσει να χωρέσει και αυτός.

Η Τάμυ άρχισε να κάνει όνειρα για να αποδράσει και να πάει να γνωρίσει τον μεγάλο κόσμο. Ονειρευόταν περιπέτειες, συγκινήσεις, μεγάλους δρόμους με μεγάλες προκλήσεις. Ο Τάμυ πάλι, της έλεγε ότι δύο ζώα στους δρόμους των ανθρώπων το μόνο που θα είχαν ,θα ήταν πείνα, πόνος και απελπησία, αλλά του κάκου την συμβούλευε. Η Τάμυ ήταν αποφασισμένη και εκείνος που πάντα την προστάτευε , με βαριά καρδιά, τράβηξε το τελευταίο σύρμα και πέρασε τον φράκτη προς την μεγάλη πρόκληση.

"Μην ανησυχείς! Θα γυρίσουμε! Απλά να πάμε να δούμε την πόλη! Να δούμε τους ανθρώπους χωρίς φράκτες και τζάμια, να τους μιλήσουμε και να γίνουμε φίλοι! συνέχιζε τον ατέλειωτο της μονόλογο η Τάμυ.

Πήραν τον σκοτεινό δρόμο και ακολούθησαν τους φανοστάτες ενώ από μακριά τα φώτα της πόλης όλο και πλησίαζαν. Μέχρι την αυγή είχαν μπει κιόλας στα περίχωρα και η Τάμυ έτρεμε από τον ενθουσιασμό της ενώ ο Τόμυ γινόταν όλο και πιο σκεπτικός και φοβισμένος.

Θα ήταν κιόλας 8 το πρωί όταν συνάντησαν τον πρώτο άνθρωπο που έτυχε εκείνη την ώρα να πηγαίνει στο χωράφι του. "Μα τι βλέπω!!"  έκανε έκπληκτος εκείνος! Μια μαιμού και έναν...." κόμπιασε για λίγο, δεν έβρισκε το όνομα..και τότε πετάχτηκε η Τάμυ και συμπλήρωσε, "έναν ελέφαντα!"

"Μα ναι! ΄Έναν ελέφαντα!" επανέλαβε ο άνθρωπος. Η Τάμυ γελούσε τόσο πολύ που κυλήστηκε στο μαλακό χορτάρι ενώ ο Τόμυ γρύλισε ενοχλημένος, "Δεν είμαι ελέφαντας! Είναι γορίλας!"

"Μα τι λες! Είσαι ελέφαντας!Το είπε η μαιμού!' Είπε ο άνθρωπος και μπήκε στο αυτοκίνητο του να πάει να διαδόσει το νέο, ότι μια μαιμού και ένας ελέφαντας θα έμπαιναν σε λίγο στην πόλη.

Ο Τόμυ ήθελε να γυρίσει πίσω, στην ασφάλεια και στην βολή του. Ήθελε να πάει εκεί που όλοι ήξεραν ότι ήταν γορίλας και κανείς δεν πίστευε την ζαβολιάρα μαιμού,αλλά η Τάμυ όλο έτρεχε και πηδούσε σε όποιο δέντρο έβρισκε και του πέταγε διάφορα στο κεφάλι, την μια για τα φάει και την άλλη για να την κυνηγήσει στο δρόμο θυμωμένος, σε ένα κυνηγητό που τους έφερνε όλο και πιο κοντά στην πόλη.

Και πράγματι, τα σπίτια πύκνωναν, τα αυτοκίνητα στους δρόμους έτρεχαν, και ο θόρυβος γινόταν όλο και πιο ενοχλητικός για τα αμάθητα αυτιά τους. Η άσφαλτος έκαιγε γιατί ήταν καλοκαίρι, η δίψα τους μεγάλωνε και η ανάγκη για νερό έγινε στο τέλος επιτακτική.

Ευτυχώς για αυτούς, βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο σπίτι με δέντρα και γκαζόν ενώ οι ψεκαστήρες πετούσαν νερό γύρω γύρω. ' ΑΑΑ!Τι ωραία που είναι! Είδες που ανησυχούσες άδικα?' "Δεν ανησυχώ άδικα! Εσύ δεν έχεις μυαλό στο κεφάλι σου και κάνεις τρέλες! Εγώ θα γυρίσω πίσω και κάνε ότι νομίζεις!" της είπε αποκαρδιωμένος ο Τόμυ και ΄ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

Δεν είχε προλάβει να κλείσει τα μάτια όταν πρόσεξε παρέες παρέες ανθρώπων να πλησιάζουν δισταχτικά προς το μέρος τους και να τους δείχνουν. Ο Τόμυ αναστατώθηκε, φοβήθηκε, ένιωσε τον κίνδυνο να πλησιάζει και ανασηκώθηκε έτοιμος να αρχίσει να τρέχει..

¨Κοιτάξτε τον ελέφαντα πόσο μεγάλος είναι!΄ακούστηκε η φωνή του άντρα που είχαν συναντήσει στο χωράφι έξω από την πόλη! 

"Δεν είμαι ελέφαντας! Είμαι γορίλας!" διαμαρτυρήθηκε ο Τόμυ έτοιμος να βάλει τα κλάμματα.

"Είναι ελέφαντας! Ένας μεγάλος ελέφαντας με κομμένη  προβοσκίδα!" Ξεφώνησε η Τάμυ και έτρεξε κοντά στους ανθρώπους για να κάνει τα κόλπα της και να τους εντυπωσιάσει με την εξυπνάδα της. Μόλις έφτασε σε απόσταση αναπνοής μια μεγάλη θηλιά πετάχτηκε από το πουθενά και ένιωσε ένα λουρί να της σφίγγει τον λαιμό. Σάστισε και ούρλιαξε από το τρόμο, ενώ η πίεση της θηλιάς την οδηγούσε σε ένα μεγάλο άσπρο φορτηγάκι με την πίσω πόρτα να χάσκει ανοιχτή για να την υποδεχτεί.

Οι άνθρωποι πλησίαζαν αργά αλλά σταθερά τον Τόμυ που τώρα πια είχε καταλάβει το τι τον περίμενε και σε πλήρη ετοιμότητα όρθωσε το ανάστημα του, έσφιξε τις γροθιές του και αφού φώναξε δυνατά, "ΔΕΝ ΕΊΜΑΙ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ" άρχισε να τρέχει όχι προς τους ανθρώπους, αλλά ούτε και προς τον ζωολογικό κήπο, αλλά προς τις πλαγιές του βουνού έξω από την πόλη.

Έτρεχε , έτρεχε και ο δρόμος έτρεμε κάτω από το βάρος του. Σε κάθε διασκελισμό φώναζε μέσα του όλο και πιο δυνατά, "Είμαι γορίλας" και σε κάθε επανάλληψη μεγάλωνε και η αυτοπεποίθηση του και σε κάθε δρασκελιά  οι ματιές των αθρώπων γινόντουσαν όλο και πιο φοβισμένες που τώρα πια φώναζαν, "Πιάστε στον γορίλα!"

Αλλά μάταια! Ο Τόμυ ήταν ήδη μακριά και η σκιά του χάθηκε ανάμεσα στα ψηλά δέντρα που οι άνθρωποι δεν τόλμησαν να πλησιάσουν.

Η Τάμυ έκλαιγε ενώ ταραζόταν μέσα στο φορτηγάκι που την οδήγησε πίσω στον ζωολογικό κήπο .  Όταν την ελευθέρωσαν με κατεβασμένη την ουρά πήγε και κουλουριάστηκε στο αγαπημένο δέντρο του Τόμυ και έκλαψε πικρά για όσα του είχε κάνει και για το πόσο λάθος είχε κάνει να νομίζει ότι θα μπορούσε να ξεγελάσει τους ανθρώπους..αυτή ..μια απλή μαιμού...

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

Πως Ο καλλικάτζαρος Χαλαστρούλης έμεινε στην Γη.




Πως ο καλλικάτζαρος Χαλαστρούλης έμεινε στην Γη

 

Κάποτε το ξύλο του  δέντρου της Γης ήταν όμορφο και μαλακό. Όταν τα καλλικατζαράκια άρχιζαν να το πριονίζουν, πέρα δώθε, πέρα δώθε με το μεγάλο τους πριόνι, ένα μεθυστικό άρωμα γέμιζε τις στοές και τις υπόγειες σπηλιές που ζούσαν.

Οι άνθρωποι νομίζουν ακόμα ότι οι καλλικάτζαροι ήθελαν να κόψουν το δέντρο της Ζωής αλλά κάνουν λάθος. Για αυτή την ευωδιά που μύριζε όπως όλα τα λουλούδια και τα φρούτα μαζί, έπαιρναν τα πριονάκια τους και  έκοβαν το ξύλο . Πολλά δέντρα πάνω στην Γη που σταματούσαν τον Χειμώνα να βγάζουν τους χυμούς τους και  τους έστελναν στο μεγάλο δέντρο για να τους φυλάξουν εκεί μέχρι την Άνοιξη. Είναι επόμενο τα Καλλικατζαράκια να λιγουρεύονταν τους χυμούς και να χαίρονταν τις ευωδιές που έβγαζαν.

 

ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ JUNIOR

Ένα δύο ένα δυό- δένω κόμπο την ουρά μου/ να μην μπλεχτεί στην φυλλωσιά

Παίρνω το πριόνι μου /με κέφι ξεκινώ/να κόψω τα κλαδιά

Έχω όλο τον χρόνο  /για μια τεράστια δουλειά/

Να μην μας λες Καλλικατζάρους/ αν δεν τα καταφέρουμε τούτη την φορά!

 

Εν δυο εν δυο/ κομματάκια θα το κάνω/στην φωλιά μου θα το πάρω

Να το καίω λίγο λίγο/ για να ζεσταθώ/ δεν με νοιάζει ούτε κι αν καψαλιστώ!

Εν δυο/εν δυο/ ξεκινάμε τη δουλειά/ μένουν λίγες μέρες μοναχά!

Να αγιαστούνε τα νερά/ εν δυο εν δυο/ εμπρός πριονίστε με ορμή/ να κόψουμε το δέντρο /που κρατάει τη Ζωή!

 

 

 

Μια μέρα, εκεί που έκοβαν ένα μεγάλο κλαδί, άκουσαν πάνω από την Γη, μια πολύ ωραία μουσική. Στην αρχή δεν το κατάλαβαν ούτε τα ίδια, αλλά άρχισαν να πριονίζουν το κλαδί με τον ρυθμό. Ταπ, παράμ, παράμ ταπ, έπαιζαν τα πλήκτρα και τα Καλλικατζαράκια με την σειρά τους μετά από λίγο, ξεχάστηκαν και άρχισαν να χορεύουν αφήνοντας τα πριονάκια τους στην άκρη.

Μόλις τέλειωσε η μουσική, σκαρφάλωσαν στο πιο ψηλό κλαδί, μέχρι την άκρη των φύλλων του δέντρου που ακουμπούσε κάτω από το πάτωμα που είχαν ακούσει την μουσική. Έσκαψαν με τα μικρά τους φτυαράκια και έκαναν μάγια και ξόρκια για να περάσουν το τσιμέντο που τους χώριζε και τσουπ! Νάσου τα καλλικατζαράκια μπροστά στο πιάνο που το ένα του πόδι, παραλίγο να πέσει μέσα στην τρύπα που είχαν ανοίξει.. Τρία άρχισαν να τρυγυρίζουν μέσα στις αίθουσες και να αναποδογυρίζουν τις καρέκλες και να ανακατεύουν τα χαρτιά και τα βιβλία ενώ άλλα δύο, πήγαν στον νεροχύτη και έβαλαν όλες τις καθαρές κούπες κάτω από το ντουλάπι, στερέωσαν την σκούπα ανάποδα στον τοίχο και άνοιξαν την σακούλα της ηλεκτρικής σκούπας σκορπίζοντας σκόνη παντού.

Ένα όμως από αυτά, το πιο όμορφο, -αν μπορούμε να πούμε όμορφα τα καλλικατζαράκια-, άρχισε να περιεργάζεται το μεγάλο πιάνο. Άνοιξε το καπάκι και πείραξε όλες τις χορδές αναπηδώντας κάθε φορά στον κάθε ήχο. Περπάτησε πάνω στα πλήκτρα, στην αρχή σιγά σιγά, μετά πιο γρήγορα, μέχρι που άρχισε να τρέχει πέρα δώθε και μια τρελή μουσική ξεχύθηκε από τις πόρτες και τα παράθυρα ακόμα και από την τρύπα που είχαν ανοίξει με αποτέλεσμα, πολλά περισσότερα Καλλικατζαράκια να γεμίσουν τον χώρο περίεργα και φασαριόζικα. 

 

Δεν άργησε όμως να πέσει στην αντίληψη του αρχηγού της ομάδας τους με αποτέλεσμα να ανέβει και αυτός πάνω και αφού περιεργάστηκε ευχαριστημένος τον χώρο, τους έβαλε τις φωνές γιατί καθυστερούν και δεν συνεχίζουν και στα άλλα σπίτια της περιοχής.

"Μα ο Χαλαστρούλης παίζει μουσική" Προσπάθησε να εξηγήσει  μάταια ο Ατακτούλης Τζον, ενώ ο βλοσυρός αρχηγός Καλλικάτζαρος της αποστολής, τα έβαζε στην σειρά για την επόμενη εξόρμηση. "Εμπρός! Σε λίγο θα βγει ο ήλιος! τους προιδοποίησε και έκλεισε να βρόντο την πόρτα πίσω του.

Ο Χαλαστρούλης όμως, είχε κρυφτεί κάτω από το κάλυμμα του πιάνου και περίμενε να απομακρυνθούν όλοι για να βγει από την κρυψώνα του.

Όταν πια ένιωσε ασφαλής, άρχισε να βάζει να δάκτυλα του ένα ένα πάνω στα πλήκτρα και σιγά σιγά, ένιωσε την κλίματα που ανεβαίνει και κατεβαίνει.

Ξεχάστηκε να κάνει το ίδιο και το ίδιο, μέχρι που άκουσε το κλειδί στην πόρτα και μια τρομαγμένη ανθρώπινη φωνή  τον έκανε να καταλάβει ότι έπρεπε από ώρα να έχει επιστρέψει στον υπόγειο κόσμο των Καλλικατζάρων.

Χώθηκε στην τρύπα του με μιας, αλλά την έκλεισε από κάτω με ένα τεράστιο γάζα πλαστ που ήταν ίδιο με το πάτωμα και περίμενε πάλι την κατάλληλη στιγμή να ανοίξει μόνος του το κάλυμμα και να αρχίσει πάλι τις δοκιμές στο πιάνο.

Η μέρες των Χριστουγέννων είχαν έρθει και οι Καλλικάτζαροι κόντευαν να τελειώσουν την κοπή. Χαρούμενοι για το έργο τους που κόντευε να τελειώσει έκαναν τρέλες και τούμπες, ανέβαιναν στον πάνω κόσμο και έσκαγαν στρακαστρούκες στις σκιές. Οι άνθρωποι τρόμαζαν και μερικοί αφηρημένοι μπερδευόντουσαν και νόμιζαν ότι ερχόταν το Πάσχα ενώ άλλοι έψαχναν μήπως γινόταν κάποιος γάμος εκεί κοντά.  Ο Χαλαστρούλης όμως δεν μπορούσε πια να συμμετέχει με τον ενθουσιασμό που ταιριάζει σε ένα αξιοπρεπές καλλικατζαράκι  σε όλα αυτά. Αντίθετα, προσπαθούσε να ξεφεύγει από την προσοχή του αρχηγού της ομάδας του για να πηγαίνει στην σχολή και παρακολουθεί κρυμμένο, τα μαθήματα της σχολής.

Η μέρα των Φώτων πλησίαζε και τα κάλαντα που ακουγόντουσαν από τις παιδικές φωνούλες των παιδιών, έκαναν τα Καλλικατζαράκια να παθαίνουν κρίση αταξίας και παροξυσμό πειραγμάτων. Και τι δεν έκαναν!! Πήγαιναν στα τρίστατα και ανακάτευαν τις ταμπέλες έτσι ώστε οι περαστικοί να μην ξέρουν ποτέ που θα φτάσουν! Ανακάτευαν τα αλεύρια στις αποθήκες των σούπερ μάρκετ και έβαζαν το άσπρο στα σακιά για το κίτρινο και το ολικής, στα σακιά του άσπρου. Από πάντα και πάντα είχαν μεγάλη αγάπη για τα αλεύρια οι Καλλικάτζαροι, όπως και για τα γλυκά των Χριστουγέννων. Πόσες και πόσες πιατέλες εξαφανίζονταν και την πλήρωναν τα παιδιά! Μήπως και τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες που είχε ετοιμάσει η κυρία της σχολής ,τα έφαγαν τα παιδάκια? Ο Χαλαστρούλης τα κατέβασε ένα ένα και είχε καταλερώσει το πάτωμα με την ζάχαρη και τα πλήκτρα κολλούσαν μέλια.  Η κυρία Κωσταντίνα δεν ήξερε πια τι να υποθέσει!

Όταν ήρθε το τελευταίο βράδυ τους στην Γη, ο Χαλαστρούλης έκανε βήματα για πίσω ενώ όλοι έκαναν μεγάλες δρασκελιές μπροστά για την μεγάλη τελευταία εξόρμηση στην Γη πριν να ακούσουν το μεγάλο μπαμ που θα έριχνε το δέντρο της Ζωής και ο πάνω κόσμος θα κατέρρεαι  για πάντα.

 Άνοιξε την άκρη του γάζα μπλαστ και σκαρφάλωσε για άλλη μια φορά στην σχολή.

Δεν έκανε καμιά αταξία, δεν πείραξε τίποτα, σχεδόν ξέχασε ότι είναι ένα σκανταλιάρικο καλλικατζαράκι. Άνοιξε τα βιβλία με τις νότες που ήταν ξανά ωραία ωραία βαλμένο μπροστά στο πιάνο και άρχισε να παίζει  όμορφες μελωδίες..Γιατί παιδιά, να το ξέρεται.. μπορεί τα καλλικατζαράκια να κάνουν ζημιές αλλά μαθαίνουν γρήγορα , πιο γρήγορα και από δέκα έξυπνα παιδάκια μαζί.

Ο Χαλαστρούλης μέχρι που χάραξε ο ήλιος ήταν κολλημένος στο κάθισμα και οι πρώτες αχτίνες φώτισαν πρώτα τα μαύρα του τσουλούφια, μετά τα μυτερά αυτιά του και τέλος, το πρόσωπο του.

Τρόμαξε και έκανε να πηδήξει πάλι μέσα στην τρύπα του αλλά κάτι τον σταμάτησε. Σήμερα, θα άγιαζαν τα \νερά και οι Καλλικάτζαροι να πήγαιναν στις πιο βαθιές στοές της Γης. Το δέντρο της Ζωής θα αναπλήρωνε όλα του κλαδιά και τον χαμένο του κορμό και οι ευωδιές που τόσο αγαπούσαν  θα είχαν γίνει μια μακρινή ανάμνηση στην καλλικατζαρένια τους μνήμη.

Το σκέφτηκε καλά καλά ο Χαλαστρούλης και αποφάσισε να μείνει στην Γη. Το ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο και δεν ήξερε αν μπορούσε καν να ζήσει στο φως και στην μέρα. Φοβόταν τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν τελικά διαπίστωναν ότι πράγματι υπάρχουν καλλικάτζαροι αλλά δεν είναι όλοι τους κακοί και δεν μισούν τους ανθρώπους, η μάλλον, αγαπούν πολύ την μουσική. Τόσο που προτιμούν να κινδυνεύουν ακόμα και την ζωή τους παρά να ζήσουν χωρίς αυτήν. Ίσως ο Θεούλης θα έκανε μια εξαίρεση για αυτόν και προσευχήθηκε με όλη την δύναμη της καλλικατζαρένιας του καρδιάς να γίνει ένα θαύμα.

 Την ώρα που ο σταυρός πετάχτηκε στο νερό και ακούστηκε το ΕΝ ΙΟΡΔΆΝΗ ΒΑΠΤΙΖΟΜΈΝΟΙ ΣΟΥ ΚΥΡΙΕ, ο Χαλαστρούλης κοίταξε με δέος την εικόνα του Χριστού στον τοίχο και θα ορκιζόταν ότι την είδε να χαμογελάει. Μετά ένιωσε τα αυτιά του να μικραίνουν , την μύτη του να στρογγυλεύει και οι τρίχες να εξαφανίζονται από το σώμα του. Κοιτάχτηκε με έκπληξη στην μεγάλη τζαμαρία και είδε ότι είχε μεταμορφωθεί σε ένα χαριτωμένο παιδάκι. Γονάτισε ξανά και ευχαρίστησε τον Χριστούλη για το θαύμα του και περίμενε πως και πως, να ακούσει το κλειδί στην πόρτα.

Το γάζα πλαστ είχε εξαφανιστεί , είχε χάσει την δύναμη να κάνει ξόρκια και τα υπόλοιπα καλλικατζαράκια είχαν χαθεί για άλλη μια φορά στα έγκατα της Γης.  Η  μόνη του ελπίδα να παραμείνει στην σχολή ήταν να τον συμπαθήσει η κυρία Κωσταντίνα αλλιώς θα χανόταν στον μεγάλο άγνωστο κόσμο.

Οι επόμενες βδομάδες κύλησαν σαν όνειρο. Όλοι τον αγαπούσαν, όλοι ήθελαν να τον φιλοξενήσουν, κανείς δεν ήθελε να πάει στην αστυνομία για ένα παιδί που βρέθηκε μόνο του να παίζει πιάνο σε μια κλειστή σχολή. Όλοι πίστεψαν στο θαύμα και αφέθηκαν στην μαγεία του . Ο Χαλαστρούλης γνώρισε μόνο την αγάπη και την μεγάλη αγκαλιά των ανθρώπων που όταν θέλουν, γίνεται ένας τόσο δυνατή, σαν το δέντρο της Ζωής. Άλλαξε το όνομα του σε Ιορδάνης και μεγαλώνοντας έγινε μεγάλος πιανίστας.  Καμιά φορά αργά το βράδυ, θυμάται τις μέρες που μικρό καλλικατζαράκι, πριόνιζε το δέντρο της Ζωής...

 

Τώρα  με λένε Ιορδάνη/ και τον καλύτερο μου φίλο, τον λένε Γιάννη!

Παίζω πιάνο και θυμάμαι / τότε την πρώτη μου φορά

που γνώρισα της μουσικής /  την άφταστη χαρά.

Πως πέρασαν τα χρόνια/ πως μεγαλώσατε και σεις παιδιά!

Να θυμάστε ότι υπάρχει φως, ακόμα και μες την σκοτεινιά.

Το δέντρο της Ζωής το έχει ο καθένας στην καρδιά

Το ποτίζει με αγάπη το κλαδεύει με χαρά.

 

 

 

 

 







Σοφία Κόλλια





Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...