Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

4 Ιστορίες για "δράκους" στην Όχη.

  O δράκος και ο Λιανός στην Όχη.

Μια ιστορία που μου την διηγήθηκε κάτοικος του Κάβο Ντόρο



Μια φορά και ένα καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, ζούσε ένας τσομπάνης ψηλά στην Όχη και το κονάκι του το είχε λίγο πιο κάτω από τα δρακόσπιτα, εκεί που ακόμα υπάρχουν τα κατάλοιπα και τα υπόλοιπα εκείνης της ζωής του.
Που λες λοιπόν, ήταν χειμώνας, έκανε κρύο και είχε ανάψει μια φωτιά να ζεσταθεί ενώ τυροκομούσε .Στην βιασύνη του πάνω όμως, του έπεσε ένα κομμάτι μανούρι μέσα στις στάχτες.
Ξαφνικά ακούστηκε ο γδούπος του δράκου που κατέβαινε από το δρακόσπιτο.
 Γκουπ, γκουπ, και ο Λιανός ,-αδυνατούλης όπως ήταν και για αυτό άλλωστε έτσι των έλεγαν, - άρχισε να τρέμει για την αναπόφευκτη συνάντηση του με τον δράκο.

- Τι κάνεις εδώ?
Ακούστηκε ο δράκος και το κτύπημα του ταρακούνησε όλο το μαντρί.
- Tίποτα, τίποτα! Εδώ τις δουλίτσες μου... Είπε τρομοκρατημένος ο Λιανός.
- Δεν πέφτεις στα γόνατα? Δεν φοβάσαι? Για κοίτα εδώ πως διαλύω την πέτρα!

Και παίρνει μια πέτρα , την σφίγγει στην χούφτα του και η πέτρα διαλύθηκε σε πετραδάκια.

Ο Λιανός θυμήθηκε τις ιστορίες των μεγαλυτέρων, για το ότι δηλ, ο δράκος μπορεί να ήταν δυνατός αλλά στο μυαλό τον νικούσες εύκολα αν δεν άφηνες τον τρόμο να σε καταλάβει, και αστραπιαία βάζει το χέρι του μέσα στις στάχτες, αρπάζει το μανούρι  που είχε πέσει εκεί, στυλώνει τα πόδια στην γη με δύναμη και απλώνει το χέρι του μπροστά στα μάτια του δράκου ενώ το έσφιγγε στην χούφτα του και η ζάρα άρχισε να τρέχει μέσα από τα δάκτυλα του.

-" Kοίτα!" . Του λέει ο Λιανός, "Εσύ , ολόκληρος δράκος την κάνεις πετραδάκια αλλά εγώ την στύβω την πέτρα και είμαι μια σταλιά άνθρωπος! Φύγε και μη σε ξαναδώ στα μέρη μου!

Ο Δράκος τρόμαξε από την δύναμη του Λιανού, και με βήματα πίσω έφυγε τρομοκρατημένος για την άλλη μεριά του βουνού.
Από εκείνη την ημέρα μέχρι και σήμερα δεν τον ξαναείδε κανείς, αλλά ο Λιανός πέρασε την ιστορία του και την μαθαίνουμε μέχρι και σήμερα και θαυμάζουμε την εξυπνάδα που νικά την δύναμη και τον φόβο του δράκου.


Σημείωση
Μανούρι, είναι το τυρί στην αρχή του, πριν να ψηθεί,
ζάρα είναι το υγρό που βγάζει το τυρί.

Aυτή η ιστορία έχει μεταφερθεί προφορικά από πολύ παλιά και την γράφουμε για να μείνει να θυμίζει τους θρύλους και τις ιστορίες που έλεγαν και πίστευαν οι άνθρωποι της υπαίθρου της περιοχής.

Σοφία Κόλλια

------------------------------------------------------------------------------------------------------


https://haunted.gr/laografia/drakospita/oi-dyo-drakoi-kai-to-drakospito-tis-ochis

Τα δυο αδέλφια δράκοι

Μου είχε πει ο πατέρας και η μάνα μου ότι ήταν δυο αδέλφια που τα έλεγαν δράκους. Είχαν πολλή δύναμη. Ο ένας έμενε στους Μύλους και ο άλλος στους Λενοσαίους. Είχαν και μια αδελφή. Η αδελφή τους πότε έμενε στον έναν και πότε έμενε στον άλλον. Μια μέρα ήθελαν να συναγωνιστούν για το πόσο μακριά μπορούν να πετάξουν τα λιθάρια. Πρώτα πέταξε αυτός από τους Μύλους και η πέτρα έφτασε μέχρι την Σκάλα, μέσα στο ποτάμι. Ο αδελφός του εν τω μεταξύ , είχε πάει και πιει νερό και δυστυχώς τον πέτυχε η πέτρα και τον σκότωσε.  Έστειλε ειδοποίηση στην αδελφή του να έρθει στους Λενοσαίους, και τον έθαψαν αριστερά του δρόμου. Υπάρχει ο τάφος δίπλα στην σπηλιά. Μπορείς να τον καταλάβεις γιατί είναι μια μεγάλη πλάκα ραγισμένη στην μέση. Εκεί πιο κάτω, ονομάζεται Κακιά Σκάλα. Από την στεναχώρια του ο αδελφός του πήγε στο στον Άι Λιά και έχτισε ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι και το λένε δρακόσπιτο.

Λενοσαίοι.

------------------------------------------------------------------------------------------------

Αυτήν την ιστορία μου την είπε ο πατέρας και παππούς μου και τα θυμάμαι.

Πηγαίναμε στον Άι Λια και βλέπαμε το σπίτι του δράκου.Κοιτούσαμε εκεί κάτω πως το είχαν φτιάξει με πέτρες, είχαν πελεκήσει μεγάλες πέτρες. Κοιτάζαμε και μια πέτρα. Το αχνάρι του δράκου. Έλεγαν οι παππούδες ότι εκεί είχε πατήσει ο δράκος. Είχε εκεί λέει, ένα υπόγειο πέρασμα από το οποίο ο δράκος έβγαινε κατ’ευθείαν στους Μύλους. ‘Έλεγαν ότι είχαν σκοτώσει εκεί μέσα –στο δρακόσπιτο- τον δράκο. Δεν ξέρω ποιος τον είχε σκοτώσει. Όταν πηγαίναμε στον Άι- Λια, πηγαίναμε και βλέπαμε το σπίτι του δράκου.

Κόμητο. 

Βιβλιογραφία.

Τίτος Γιοχαλάς

Τίτλος. Τα Αρβανίτικα, Εκδόσεις Πατάκη. 2002



"Ο ΔΡΑΚΟΣ" Διήγημα του Γεώργιου Σακκά 1933

 




Ο ΔΡΑΚΟΣ

Στη πιο  ψηλή κορφή απέναντι στη Γιούδα, ο Δράκος , τρανός της χώρας βασιλιάς έχτισε το παλάτι του. Παλάτι γεροθέμελο  πελώριο , λες και χτίστηκε από ατόφια πέτρα, χυτό και καμαρωτό. Υψώνεται περήφανα βλέποντας πέρα , μακρυά τ’ αχνιστά μπουγάζια ως το Βόσπορο δώθε, το απαλό βύθισμα της Τζιάς στο παιχνιδιάρικο κύμα του Αιγαίου.

Μερονυχτίς αλύπητα ο βοριάς και ο Νοτιάς το παραδέρνουν, λες και θέλουν να το ξερριζώσουν σύγκορμο και χάμω κομμάτια να το ρίξουν.

Εκείνο , ατάραχο σπάζει εμπαιχτικά στα γρανιτένια ογκολιθάρια του στην κάθε βίαιη ορμή τ’ αγέρα. Τα σύφνεφα μονάχα, κορώνα χρυσοσκάλιστη δέχεται στα πυργόφρυδα. Κι΄είναι το μόνο αθώο άγγιγμα που καλοδέχεται νυχτοήμερα.

Τρανός στην Όχη τότε βασίλευε ο Δράκος βασιλιάς. Απ΄την ψηλή κορφή της διαφέντευε βασίλειο τρανό και ξακουσμένο.

Παιδί κι’ αυτός των δώδεκα Θεών που κατοικούσανε στον Όλυμπο παλαιότερα, παλάτι μαρμαρόχυτο από ατόφια πέτρα βάλθηκε να στεριώση. Απέναντι στη Γιούδα , την πιο ψηλή κορφή θεμέλιο άνοιξε βαθύ.

Το μέρος κείνο διάλεξε για να θυμάται πάντοτε τα Ήρας της θεάς το ερωτικό της πάθημα.

Συμπόσιο με νέκταρ οι θεοί στον Όλυμπο διαφέντευαν κάποτε. Πλοκάμια πάμπολλα το ψηλό βουνό σε όλη τη χώρα τότε άπλωνε. Με τον καιρό και τους σεισμούς πολλά κοπήκανε από το γέρικο κορμό του και μόνα τους απόμειναν.

Ο Δίας ο θεός βασίλευε μεσ’ τους θεούς στη χάρη και στην δύναμη. Και στο συμπόσιο εκείνο από το το θεικό πιοτό σα να ζαλίστηκε.

Πιο πέρα η Ήρα, η όμορφη θεά, μέσα σε κάλλη και ΄μορφιές λαμποκοπούσε.  Ο Δίας ζαλίστηκε πιότερο στην ομορφιά της και η καρδιά του ερωτικά σκιρτάει. Τα χέρια του τα’ ατσαλόνευρα απλώνει της Ήρας τα μαρμαροτράχηλα ν’ αγγίξη , μα κείνη φοβισμένη από το πάθος του θεού, φυλάγεται στην κίνηση εκείνη.

Τα μάτια του θεού αστράφτουνε. Το σπιθοβόλημα τους κεραυνούς ρίχνουν απανωτά στην Θεσσαλίας τον κάμπο τον απέραντο. Μουγκρίζει ο θεός κι’ ωρύεται.

-Δος μου φιλί θεά! Φωνάζει.

Πιότερο σαστισμένη η θεά στα σύγνεφα μπερδεύεται και ανεμόφτερη στις διάφορες ψηλές κορφές πετάει.

Άρχισε τότε θεικό κυνηγητό.

Τρέχει μπροστά η Ήρα ν’αποφύγει το θεό και πίσω της εκείνος  άγριος την κυνηγά. Τρυγόνα ‘ κείνη αγνή και άσπιλη στου γερακιού το βρωμερό το στόμα θροφή να γίνη πρέπει. Και φοβισμένη πιότερο , στην σκέψη της μόλυνσης, παίρνει τα κορφοβούνια.

Ακούραστος ο Δίας την κυνηγά . Στης Όχης τη ψηλή κορφή την φτάνει. Σφιχτά την αγκαλιάζει στα σιδερένια στέρνα του. Πουλάκι ΄κείνη ανίσχυρο στα νύχια του όρνιου σπαρταρά. Μάταια το φιλί ν αποφύγει θέλει.

Τα στήθια της ανάλαφρα κυματίζουν στον κόρφο της σαν τρικυμίας πέλαο και σιγοτρέμουν στα σιδερένια στέρνα του θεού.

Την σφίγγει κείνος πιότερο αναμμένος από την φλόγα του έρωτα. Το βίαιο σφίξιμο κι΄η μυρουδιά της σάρκας όλους τους λάγνους πόθους του ξυπνούν. Σφίγγει την Ήρα πιότερο και κείνη σιγοτρέμει και σπαρταρά.

Τα χείλη τα υγρά απ’ το κρασί στα κερασένια χείλη της θεάς κολλά ο Δίας. Να σβύση τη φωτιά που τα’ άναψε στην στήθεια της θέλει.

-Όχι…όχι… φωνάζει η θεά.

Στη θεική  την άρνηση Όχη την πιο ψηλότερη κορφή ο Δράκος έχτισε το παλάτι του. Παλάτι γεροθέμελο πελώριο.

Άμέτρητους είχε τους θησαυρούς. Άμμο της θάλασσας το βιος ..Θάλασσα είναι το έχει του. Τίποτα δεν τα’ απολίπει. Ραβδιά χρυσάφι  αστραφτερό σε μυστικές μεριές τρακαδιασμένα είχε και σβόλους ασημιού γλυκόηχους σε αποθήκες σύναζε. Χαλιά μεταξούφαντα και χρυσοκέντητα στρώνει στου παλατιού τις σάλες.

Τα έπιπλα του όλα από χρυσάφι κι’ έβενο. Μαργαριτάρια σπάνια , φερμένα από μακρυνά νησιά το σκήπτρο το βασιλικό κοσμούσαν.

Σκλάβοι μαύροι σαν πίσσα , τη ράχη σκύβουν δουλόπρεπα και ως της γης το χώμα,των ρουθουνιών τους ο χαλκάς σέρνεται στο βασιλιά του Δράκου το περπάτημα.

Καράβια με ολομέταξα πανιά, ως τις ακτές της Μπαρμπαριάς, φοβέρα και τρομάρα των θαλασσινών έφταναν ν’ αρμενίζουν. Σταύλοι για τα βόδια καλόχτιστοι , άτια βαρβάτα νευροπόδαρα στου Δράκου κι’ απ’ τις καλύτερες ράτσες τα εκλεχτότερα  στου Δράκου τα υποστατικά βρίσκονταν άφθονα.

Και κείνος στης δύναμης του το καμάρωμα τρανός και ξακουσμένος  φημιζότανε. Στης Καμπελέτας το βουνό και του Αργού το ογκολίθι στις ώρες της ανάπαψης ο Δράκος παίζει με το μικρό του αδελφό το κλωτσοσκούφι. Πελώριο λιθάρι άχυρο, πούπουλο στα χέρια τους γίνεται.

Στο ρέμμα κάποτε τα’ αδέλφι του Δράκου μια μέρα πήγε. Τη δίψα του να σβύση στο γάργαρο νερό της μεγάλης σουβάλας θέλει και σκύβει κατά γης ξένοιαστο φτυχισμένο.

Ο Δράκος να το φοβίση θέλησε. Και παίζοντας στα χέρια του το κλωτσοσκούφι στο ρέμμα με ορμή το πέταξε  να πιτσιλίση το κορμί του δόλιου του αδελφού. Ο βράχος όμως κατάσβερκα βρίσκει τον αδελφό του και τον αφήνει στον τόπο σκοτωμένο.

Ούτ΄ένα γκίχ δεν πρόλαβε να πη. Συφοριασμένος ο βασιλιάς το σώμα τ΄αδελφού του μέζεψε ξεσκλίδια κι’  έθαψε. Το κλωτσοσκούφι  κει κάτω στο ρέμμα έμεινε κάτω απ΄της Καμπελέτας το βουνό και του Αργού το ογκολίθι.

Ο Δράκος τώρα δε βρίσκει παρηγοριά. Μερονυχτίς τον παραδέρνει ο καημός του.Άδικα ότι κι’ αν κάνει για να λησμονά. Τους παιχνιδιάρηδες απ’ το παλάτι διώχνει και τα τραγούδια σταματούν.

Βουβό κι’ ανάτριχο φαντάζει τώρα το παλάτι. Σε άτι βαρβάτο ατμοπόδαρο καβάλλα ο Δράκος τρυγυρνά όλη τη χώρα. Βλέπει μακρυά τη Σκύρο , βούλα κατάμαυρη στα γαλανά μπουγάζια.  Η Άντρο ανατολικά, τεμπέλα σκύλλα αναπαύεται στο Καβοντόρου το πορτέλι. Ξοπίσω της ακολουθούν η Τήνος, η Σύρος, η Μύκονος κι’ όλα τα διάσπαρτα νησιά του Αιγαίου.

Πιο πέρα, δυτικά του Ευβοικού η λιμνοθάλασσα, φίδι σερμάμενο, στης Αττικής τις ξέρες μπαίνει ράθυμα. Κι΄ολόγυρα δάση, βουνά, ρουμάνια αγύριστα  και κάτω βαθειά μεσ’ των Ρουκλιών τη ρεμματιά του γείτονα βασιλιά η χώρα.

Στο λιακωτό του παλατιού κόρη πεντάμορφη κάθεται, η δυχατέρα του γείτονα βασιληά. Έχει του μήλου την ολόγιομη ομορφιά και της νεράιδας την ξωτική τη χάρη.

Μαλλιά, χρυσό ποτάμι, ως τις γυρτές τις πλάτες πέφτουνε πλούσια  και μάτια ακριβοθώρητα στολίζουν το φρυδομέτωπο.

Το Δράκο η κόρη λάγγευε , ώρα πολλή, καβάλλα στ’ άτι του. Έκείνος στη ξωτική ομορφιά της στέκει μαρμαρωμένος.  Συνέρχεται κι’ αιστάνεται  τη καρδιά του να πονή. Τη κόρη θέλει τόρα. Την αγαπά….

Χρυσό μήλο της πέταξε. Η κόρη σκύβει και παίρνει ντροπαλά το μήνυμα του Δράκου. Κι’ έχτοτε οι δυο τρελλά αγαπηθήκανε.

Σημάδι βάλανε κρυφό εκεί στα σύνορα της χώρας να συναντιώνται ταχτικά. Ο Δράκος καβάλλα στ’ άτι του από κρυφή εμπατή στη κόρη πήγαινε.

Ώρα κακή και για τους δυο βρέθηκε όμως. Στου γείτονα βασιληά τ’ αυτί  ο έρωτας του Δράκου και της κόρης του έφτασε.

Αγριεύει ο γέρος και ταράζεται. Τη σκύλλα την θεριόστομη του παλατιού, δέρνει αλύπητα να την κακίση.

-        Βλέπεις, βλέπεις το Δράκο? Την ρωτά. Σύγκορμα να ρουφήξεις θέλω. Να τον ξεσκίσης με τα δόντια σου ξεσκλίδια να τον κάνης. Και κείνον και το άτι του. Εμπρός θεριόστομη, απάνω του χύμηξε άφοβα…τα’ ακούς?..Σύγκορμα να ρουφήξης και κείνον και το άτι του…

Σαν αστραπή εχύμηξε η σκύλα η θεριόστομη. Το στόμα ανοιχτό, πελώριο και από κει προβάλλουν άσπρα δόντια σουβλερά, ανάτριχα.

Δεν πρόλαβε ο δράκος καμιτσιά να δώση στο άλογο του τα΄ανεμοπόδαρο. Με μιας στα δόντια της σκύλας βρέθηκε σύγκορμος και κείνος και το άτι του.

Έμπηξε όμως μια φωνή.

Μακρυά , πολύ μακρυά, ως της Καβοκολώνες ακούστηκε. Βούιξαν τα λαγκάδια κι’ οι ρεματιές και τα βουνά σειστήκανε. Η θάλασσα ταράχθηκε κι’ η αδελφή του Δράκου η μάγισσα ρωτά:

-Του Δράκου ήταν η φωνή? Τι έπαθε? Μήπως τον σφάζουνε? Κι’ ύστερα? Τάχα τα μάγια μου δεν ανασταίνουνε νεκρούς?..Μονάχα λίγο αίμα ..,μια σταγόνα φτάνει…να είναι ζεστή και κόκκινη.

Τοιμάζεται και φτειάχνεται. Παίρνει το σύγνεφο άλογο και ξεπεζεύει στην Κάρυστο αγριεμμένη. Οι φίλοι της την είδανε. Κι’ ώσπου να την καλοσωρίσουν και να της πουν τα νέα, ο Δράκος στης σκύλας της θεριόστομης το στόμαχο θροφή γινότανε.

Αίμα δεν πρόλαβε να βρη ζεστό και κόκκινο, τα μάγια της ν’αρχίση. Μονάχα το παλάτι από του Δράκου το βασίλειο απόμεινε.

Στέκει εκεί ψηλά στην Όχη την πιο ψηλή κορφή απέναντι στη Γιούδα.

Φαντάζει ως τα σήμερα γεροθέμελο, χυτό καμαρωτό , λες και χτίστηκε  από ατόφια πέτρα, στα σύγνεφα κρυμμένο.



Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

"Η Λαογραφική συλλογή του κυρίου Χαράλαμπου"- Η αλλιώς, η συλλογή στο "Καρυστινό Σπίτι "του κ.Δελιγιώργη.

Στον ιστότοπο ISTORIMA  διάβασα μια συνέντευξη του Χαρίλη Δελιγιώργη για την Λαογραφική του συλλογή και για την ζωή στην Κάρυστο παλαιότερα.

Προσθέτω και τα δύο βίντεο με την ξενάγηση που μας είχε κάνει στο λαογραφικό του μουσείο.




https://archive.istorima.org/en/interviews/EL-12061 

Η Λαογραφική συλλογή του κυρίου Χαράλαμπου

Segment 1

Η ζωή στην Κάρυστο

00:00:00 - 00:10:33



Αν θέλετε να μου πείτε το ονοματεπώνυμο σας;

Δεληγιώργης Χαράλαμπος, του Βασιλείου και της Κούλας.

Πολύ ωραία. Εγώ είμαι ο Γιώργος Τόγιας ερευνητής από το Istorima. Σήμερα έχουμε 6; Ναι, 6 Φεβρουαρίου 2021–

6 Φεβρουαρίου.

Και βρισκόμαστε στην Κάρυστο στο σπίτι του κυρίου Χαραλάμπου.

Καλωσόρισες.

Καλώς σας βρήκα.

Εύχομαι κάθε επιτυχία–

Ευχαριστώ πολύ.

Στο έργο, το τόσο ωραίο, το τόσο θεάρεστο. Γιατί δεν είναι εύκολο να μπορεί κανείς να βρει τέτοιους ανθρώπους και τέτοιους νέους οι οποίοι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον τόπο, για την παράδοση, γενικά για την συνέχεια αυτή καθεαυτή και του τόπου και του κόσμου φυσικά, και ιδιαίτερα της Καρύστου μας. Η Κάρυστος, η οποία είναι ιδιαίτερη πατρίδα και δική σου–

Σωστά, σωστά.

Και δική μου, και έχουμε έτσι πολλή αγάπη και στοργή σε αυτό.

Ναι, ναι ευχαριστώ πολύ. Αυτό είναι κάτι που ενδιαφέρει και εσάς, βέβαια θα το δούμε και στη συνέχεια.

Ναι, ναι ακριβώς.

Αν θέλετε να μου πείτε λίγα πράγματα για σας στην αρχή, για να δημιουργηθεί μία εικόνα για το πρόσωπό σας.

Ναι. Γιώργο μου, εγώ είμαι γέννημα θρέμμα Kαρυστινός, από της γεννήσεως κατοικώ, ζω και εργαζόμουν εδώ. Εργαζόμουν στο δημαρχείο Καρύστου και πάντα προσπαθούσα, καθότι ήμουν στο δημαρχείο, να μπορέσω κάποιο έργο, κάποια βελτίωση, είτε δρόμος ήτανε είτε οποιοδήποτε έργο, καθαριότητα, να παρουσιάζεται η Κάρυστός μας, έτσι, όμορφη και τακτοποιημένη.

Ωραία. Οπότε μεγαλώσατε και στην Κάρυστο.

Εγώ μεγάλωσα στην Κάρυστο, ναι.

Είναι εύκολο να μου περιγράψετε λίγο την εικόνα εκείνης της Καρύστου–

Ναι.

Δηλαδή πως είναι να ζει κάποιος τότε;

Ναι βέβαια. Η Κάρυστος, την εποχή που έζησα εγώ, από το ‘50 και μετά, είχε εξαρχής πάρα πολύ ωραία ρυμοτομία, όπως είναι και αυτή τη στιγμή. Όλοι οι δρόμοι είναι κάθετοι και οριζόντιοι και όλοι κατευθύνονται προς το λιμάνι. Οι δρόμοι τότε ήταν χωματόδρομοι. Υπήρχανε τα σπίτια με την αυλή τους, με τις ωραίες κληματαριές, με την γειτονιά, με τα όμορφα γιασεμιά τους, ό,τι μπορούσε κανείς να στολίσει έξω από το σπιτικό του, αλλά και μέσα βέβαια με πάρα πολύ φροντίδα και αρχοντιά.

Η δικιά σας Η καθημερινότητα, με την οικογένειά σας, πώς ήταν περίπου; Οι γονείς σας εργαζόντουσαν;

Ναι, ο πατέρας μου έχει το παγοποιείο πάγου, της εποχής εκείνης, ήταν το μοναδικό εργοστάσιο σε όλη την περιοχή της Νότιας Καρυστίας. Τα μέλη της οικογένειάς μου ήταν ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο αδερφός μου και εγώ. Ο αδερφός μου ήταν μεγαλύτερος από εμένα και εγώ ο μικρότερος. Εγώ το 1966 έβγαλα το Γυμνάσιο Καρύστου, τότε ήτανε το Γυμνάσιο κατευθείαν η εβδόμη, η ογδόη, δεν υπήρχε Λύκειο τότε. Έδωσα εξετάσεις και μπήκα στην ανώτατη Υγειονομική Σχολή Αθηνών. Μετά το αντικείμενο βέβαια άλλαξε της ζωή μου, διότι δεν μπορούσε κανείς να διοριστεί στον τόπο του σαν επόπτης υγείας και όλα τα συναφή, και εγώ από μικρός δεν ήθελα να αποχωριστώ την Κάρυστο. Δώσαμε τότε εξετάσεις και μπήκα στο δημαρχείο, στο διοικητικό και στον οικονομικό τομέα, που εκεί υπηρέτησα 30 και πλέον έτη, με αφοσίωση και με πολύ, έτσι, αγάπη, πρώτα προς τον κόσμο, προς τους Καρυστινούς αυτούς καθαυτούς, και κατά δεύτερο και πρωτεύοντα ρόλο και για τους Κάρυστο μας που αγαπούσαμε και αγαπάμε μέχρι και αυτή τη στιγμή. Τώρα είμαι συνταξιούχος του δημοσίου αλλά δεν παύω αυτή την αγάπη να προσπαθώ να την μεταφέρω και στους άλλους. Και όταν λέω στους άλλους, ειδικά στους ξένους οι οποίοι έρχονται και τους αρέσει η Κάρυστος, καθότι είναι πολύ κοντά στην Αθήνα. Έχει γίνει τώρα σχεδόν προάστιο της Αθήνας η Κάρυστος, με δύο ώρες βρίσκεσαι πολύ γρήγορα στην Κάρυστό μας, η οποία έχει ένα πάρα πολύ ωραίο κλίμα, εύκρατο. Μέχρι πρότινος είχε και πάρα πολύ ωραίο νερό. Υπήρχαν μελέτες και είχαν βγάλει, από το Πολυτεχνείο τότε, δεν ξέρω ποια ειδικότητα, υδρολόγων, δεν ξέρω ποια είναι, είχαν βγάλει μελέτη ότι ήταν εφάμιλλο του Evian της Γαλλίας. Μετά όμως αρχίσαν τα νταμάρια και μπήκαν στη μέση και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το νερό να μην έχει σήμερα αυτήν την τόσο μεγάλη αξία που είχε τότε.

Μάλιστα.

Και αναγκαζόμαστε και παίρνουμε και εμείς τα μπουκάλια, τα ετοιμασμένα.

Mου είπατε ότι είχατε και έναν αδελφό, σωστά;

Έχω και έναν αδελφό. 

Με την οικογένεια, με τους γονείς και τον αδελφό σας πώς ήταν το κλίμα; Πώς ήταν τότε–

Άριστα, άριστα. Ο αδερφός μου μετά πήγε σπούδασε και αυτός μηχανικός, υπηρέτησε στην Ολυμπιακή Αεροπορία σαν μηχανικός αεροσκαφών, τώρα και αυτός είναι συνταξιούχος. Έρχεται στην Κάρυστο, πάει στην Αθήνα, γιατί η οικογένεια του η Αθηναία. Εγώ έβγαλα και τη μάσκα. Μίλησέ μου.

Έχουμε και αυτό η αλήθεια είναι. Τότε πώς περνούσατε την καθημερινότητά σας; Για παράδειγμα, είχατε, με ποιον τρόπο διασκεδάζετε σαν οικογένεια και εσείς όταν ήσασταν μικρό παιδί;

Ναι, διασκεδάζαμε τις Αποκριές, διασκεδάζαμε σε μία γιορτή, μαζευόντουσαν οι συγγενείς, όταν ήταν Αποκριές φέρνανε τα φαγιά τους ο καθένας δυο, τρεις, τέσσερις οικογένειες, όσους χωρούσε το σπίτι και όλα αυτά γινόταν εδώ στο σπίτι το δικό μου, το δικό μας. Και υπήρχε πάρα πολύ αγάπη, πάρα πολύ δέσιμο, πάρα πολύ σεβασμός ο ένας στον άλλον και φέρνανε τα φαγιά τους και το ξενυχτάγαμε και περνάγαμε πάρα πολύ όμορφα. Επίσης πηγαίναμε, την πρωτομαγιά πηγαίναμε στον Πάνω Αετό σε μαγαζάκια, ξέρεις έτσι, τοπικά εκεί, τρώγαμε γλεντούσαμε. Την Καθαρά Δευτέρα πηγαίναμε στον Κάτω Αετό, πάλι σε μικρά έτσι μαγαζάκια που υπήρχαν την εποχή εκείνη και περνούσαμε πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Και στο τέλος από όλη αυτήν την εξόρμηση ας την πούμε, ερχόντουσαν πάλι εδώ στο σπίτι και τελείωνε το γλέντι εδώ. Κάνανε πάλι τους χορούς τους, το κρασάκι τους και φεύγανε έτσι με τις χίλιες ευχές και τις αγάπες.

Πάρα πολύ ωραία. Στο σπίτι πού βρισκόμαστε τώρα είναι το πατρικό σας δηλαδή;

Το πατρικό μου σπίτι. Είναι ένα από τα πρώτα καρυστινά σπίτια, τα θεμέλια του είναι από το 1864.

Και, οπότε σε όλη σας τη ζωή εσείς μένατε εδώ;

Σε όλη μου τη ζωή εδώ έζησα, και τώρα που παντρεύτηκα πάλι εδώ.

Πολύ ωραία. Μου είπατε ότι πήγατε και σπουδάσατε στην Αθήνα; Στο Υγειονομικό;

Στην Αθήνα, στην Αθήνα.

Πώς ήταν αυτό σαν εμπειρία για ένα καρυστινό παιδί να πάει να ζήσει στην Αθήνα; Και για πόσο καιρό μείνατε εκεί;

Φιλοξενήθηκα σε μία θεία μου, αδελφή της μητέρας μου. Δεν ήμουνα δηλαδή έτσι, ένας φοιτητής που νοίκιασε το σπίτι και έφυγε από τον προσανατολισμό του. Ήμουνα πάλι σε σπίτι συγγενικό, αδελφικό, ήταν αδελφή της μητέρας μου, η οποία μάλιστα δεν είχε παιδιά και λάτρευε όλα τα ανίψια της, μεταξύ αυτών και εμένα φυσικά. Και για τρία χρόνια, τρεισήμισι ήμουνα στην Αθήνα, στην Αμφιθέα.

Τότε σαν νέο σας άρεσε περισσότερο η Αθήνα; Η Κάρυστος;

‘Όχι, όχι καθόλου. Είχα ένα ημερολόγιο και έσβηνα τις ημέρες πότε είναι ας πούμε Καθαρά Δευτέρα να πάω στην Κάρυστο, πότε είναι ξέρω 'γω μια σχόλη, Πρωτομαγιά, να πάω στην Κάρυστο.

Σαν φυλακισμένος;

Ναι, ναι. Ενώ δεν ήμουνα σε άγνωστο περιβάλλον, ήμουνα σε γνωστό περιβάλλον. Καταλάβατε;

Segment 2

Επαγγελματική και προσωπική ζωή

00:10:33 - 00:23:34



Μάλιστα. Και μετά μόλις τελειώσατε τις σπουδές αμέσως επιστρέψατε στο Δήμο;

Εν τω μεταξύ προκηρύχθηκε θέση στον Δήμο εδώ.

Α, ωραία.

Και έδωσα εξετάσεις, μία θέση ήτανε, δύο, κάτι τέτοιο, δεν το θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Και αποφάσισα να μείνω στην Κάρυστο, να μην έχω δηλαδή –πώς να σου πω;–, να στηριχτώ στο πτυχίο που πήρα και να μην μπορώ να μείνω στον τόπο μου. Να είμαι ένας ξένος με μία βαλίτσα στο χέρι όποτε θα έπρεπε να γίνει μία μετάθεση.

Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό που μου λέτε γιατί στην ουσία βρεθήκατε σε ένα δίλημμα.

Ναι.

Του να επιλέξετε είτε τον τόπο σας, που αγαπήσατε πάρα πολύ, είτε αυτό που είχατε σπουδάσει–

Ναι–

Το οποίο ήταν κάτι που σας άρεσε και που το είχατε διαλέξει;

Ναι, πολύ. Πάρα πολύ μου άρεσε. Αλλά δεν ξέρω τότε, παρότι που ήμουνα πάρα πολύ νέος, το σκέφτηκα έτσι. Και δεν μετάνιωσα, δόξα σοι ο Θεός.

Ωραία.

Έζησα με... Δηλαδή υπηρέτησα με πάρα πολύ καλές συνθήκες εργασίες. Και ίσως αυτό να οφείλεται και στην τόση αγάπη που έδειξα για την Κάρυστο, για τους Καρυστινούς. Ερχόντουσαν ο κόσμος να εξυπηρετηθεί και ήθελα πραγματικά να τους εξυπηρετήσω. Όταν πέτυχα και με καλέσανε να ορκιστώ, στον Δήμο τότε να παρουσιαστώ για πρώτη φορά και να ορκιστώ, η ευχή του πατέρα μου και της μάνας μου ήτανε: «Όσο μπορείς να εξυπηρετήσεις πατριώτες μας, μη φεύγουν οι δυσαρεστημένοι. Καμιά φορά ίσως δεν καταλαβαίνουν αυτό το "Όχι" που ενδεχομένως να πεις εσύ ή οι συνάδελφοί σου. Από το δικό σου γραφείο να φύγουνε ευχαριστημένοι, να τους εξηγήσεις, ποτέ να μη φύγουν δυσαρεστημένοι». Και αυτό το είχα σαν πυξίδα, και δόξα σοι ο Θεός, εξυπηρετούσε στο έπακρον. Δηλαδή έφτανε στο σημείο να πάω και στο σπίτι κάποιου ένα χαρτάκι, που ενδεχομένως δεν μπορούσε, ένα πιστοποιητικό, ένα κάτι. Όταν ερχότανε άλλος με αγανάκτηση: «Α, μου στείλατε πολύ νερό και το ένα και το άλλο». «Μη στεναχωριέσαι, έλα μέσα», παρήγγελνα στον κλητήρα τότε: «Φέρε μας ένα καφεδάκι», γιατί έτυχα να είμαι και προϊστάμενος διοικητικού και οικονομικού τομέα. Και επειδή, έτσι, είχα έναν ιδιαίτερο χώρο, του έλεγα αμέσως: «Μη στεναχωριέσαι, μην εκνευρίζεσαι, εδώ θα τα βρούμε. Αν έχει γίνει κάποιο λάθος θα το διορθώσουμε. Αν πάλι είναι σωστή, παραδείγματος χάρη, η ένδειξη, θα το τακτοποιήσουμε με δόσεις, θα υπάρξει τρόπος». Δηλαδή ήθελα, ένα παράδειγμα τώρα λέω, ήθελα παντοιοτρόπως να φεύγουνε ευχαριστημένοι. Όπως από την αρχή έλεγα στους συναδέλφους και ειδικά σε αυτούς που άρχισαν σιγά-σιγά μετά το ‘69 και παίρνανε προσωπικό: «Παιδιά, ό,τι θέλετε εγώ θα σας το εξηγώ, θα είμαι στο πλευρό σας. Δε θέλω όμως με τίποτα κάθε πρόβλημα, που ενδεχομένως να έχει ο καθένας μας, να το φέρνει στο γραφείο. Θα το αφήνουμε έξω από την πόρτα, όπως αφήνουμε την ομπρέλα μας όταν είναι βρεμένη. Διότι οι άνθρωποι που έρχονται εδώ, δεν έρχονται σε μία απρόσωπη υπηρεσία, είναι οι άνθρωποι που μας πληρώνουν από τους δημοτικούς φόρους για να μπορέσουμε εμείς να τους εξυπηρετούμε». Και δόξα σοι ο Θεός πήγανε όλα καλά. 

Οπότε ήσασταν σε μία δουλειά που είχε να κάνει πάρα πολύ με την επαφή με τον κόσμο–

Βεβαίως–

Και τους συμπολίτες σας, γιατί όντας σε μια μικρή κοινωνία γνωρίζεστε και προσωπικά.

Ναι, αυτό είπα και εγώ, ότι είμαστε όλοι γνωστοί. Δεν είμαστε απρόσωποι, δεν είμαστε, ξέρω κι εγώ, η εφορία, το Υπουργείο, το τάδε και το παρατάδε. Είναι ο τόπος μας εδώ, είναι οι άνθρωποι που συναναστρεφόμεθα καθημερινά.

Σωστά. Εσείς είδατε, προσπαθήσατε να κρατήσετε αυτή τη στάση στην επαγγελματική σας ζωής. Πώς νιώθετε ότι αντιλήφθηκαν οι συμπολίτες σας αυτή τη συμπεριφορά; Δηλαδή ένιωσα ότι–

Πάρα πολύ, πάρα πολύ. Μέχρι και αυτή τη στιγμή –τώρα αυτό θα είναι δηλαδή έτσι, εγωιστικό, δε θέλω να το πω–, όπου με βρούνε: «Κύριε Χαρίλη από σένα πήρα σύνταξη», του ΟΓΑ ας πούμε, γιατί ήμουνα και ανταποκριτής του ΟΓΑ. «Κύριε Χαρίλη, όποτε ερχόμαστε πάντα μας εξυπηρετούσες, πάντα το έτσι, πάντα μας έλεγες τον καλό το λόγο». Δηλαδή είναι σαν να με έχουνε –να πω τη λέξη, να τολμήσω να την πω;- σαν να με έχουνε γεμίσει παράσημα. Το λέω αλήθεια, έτσι, με πάσα ειλικρίνεια.

Οπότε, νιώθετε δηλαδή και εσείς έτσι κάποια ανταμοιβή–

Βεβαίως, βεβαίως.

Για τη στάση που είχατε κρατήσει.

Βεβαίως. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που δεν μπορούσα να εξυπηρετήσω κάποιον που ζήταγε πράγματα άτοπα.

Φυσικά. Θυμάστε μήπως, μιας και είμαστε σε αυτό, κάποιο περιστατικό που σας είχε μείνει, είτε θετικό είτε αρνητικό; Κάτι που σας είχε κάνει πολύ εντύπωση σαν γεγονός, μια σχέση με κάποιον δημότη που είχε έρθει να τον εξυπηρετήσετε ή κάποιο άλλο γεγονός που είχε προκύψει, κάποιο θέμα;

Ναι, να σου πω αγαπητέ Γιώργο. Είχα αποκτήσει πάρα πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στον κόσμο και ιδιαίτερα μπορώ να σου πω και σε ηλικιωμένα άτομα. Ερχόντουσαν: «Κύριε Χαρίλη να σας πω κάτι ιδιαιτέρως;». «Ό,τι θέλετε», τους έπαιρνα τους πήγαινε στο ιδιαίτερο δωμάτιο, να μην είναι το προσωπικό μπροστά βέβαια και τα λοιπά. Και ο άλλος άνοιγε την ψυχή του και μου έλεγε ας πούμε, το παιδί, του το κορίτσι του, το έτσι, θέλει να πάρει κάποιον και δεν είναι της σειράς, δεν είναι της ηλικίας. Μία ανησυχία γονιού. Αλλά ήταν όμως και ηλικιωμένα άτομα τα οποία μένανε στην Κάρυστο, μόνα τους, διότι τα παιδιά τους φύγανε, πήγανε στην Αθήνα, άλλος έγινε ηλεκτρολόγος, άλλος υδραυλικός, άλλος ασανσέρ, το οτιδήποτε αυτά, και οι γονείς μείνανε μόνοι τους. Εν τω μεταξύ, κάποια στιγμή έμεινε και η μάνα μόνη της. Άνθρωποι φτωχοί, άνθρωποι που στην αρχή δεν είχανε ούτε τη σύνταξη του ΟΓΑ και φυτοζωούσαν. Όλα αυτά όμως τα έξοδα τα είχαν υποστεί τα παιδιά τους, με τρία και τέσσερα και πέντε παιδιά. Όταν μετά όμως ήρθε η σύνταξη του ΟΓΑ, ο γονιός δεν είχε να επιβαρύνει το παιδί, να του δώσει του γονιού, το τάλιρο, το δεκάρικο, το εικοσάρι, το πενηντάρι, έστω και το κερί να πάει στην εκκλησία να ανάψει ένα κερί. Ο γονιός έκανε αποταμίευση από το υστέρημά του. Και ερχόταν, μου έτυχε να έρθει η μάνα, η οποία είχε τρία παιδιά, και να μου εκμυστηρευτεί: «Κύριε Χαρίλη, έχω σε μία ακρίτσα βάλει κάτι λεφτούλια για την θανή μου -τα έξοδα της κηδείας της- αλλά δε θέλω να το πω σε κανένα από τα παιδιά μου, ούτε να ανοίξω βιβλιάριο, διότι θα αρχίσουνε. "Γιατί έβαλες αυτόν εκπρόσωπο, και δεν έβαλες τον άλλον; Και έβαλες την Μαρία, και έβαλες τον Γιάννη, τον Κώστα;" Λοιπόν, έρχομαι αν σου πω το μυστικό μου κύριε Χαρίλη. Στο τάδε σημείο -μου είπε-, στο τάδε σημείο του σπιτιού έχω κάτι λεφτούλια, που βάζω για αυτήν την ώρα την ζαβή. Επειδή όμως δεν θέλω να παραβαρύνω κανένα από τα παιδιά μου, θέλω σε σένα, αποκλειστικά σε σένα, γιατί έχω απέραντη εμπιστοσύνη ότι δεν θα το πεις πουθενά, όποιο από τα παιδιά έρθει και ζητήσει ληξιαρχική πράξη -το εξόδιο-, επειδή εσύ θα φτιάξεις τα χαρτιά σαν ληξίαρχος, σε παρακαλώ να πάρεις το παιδί μου ιδιαιτέρως και να του πεις ότι "Η μάνα στο τάδε σημείο του σπιτιού έχει αυτά τα λίγα λεφτουλάκια για αυτή τη δουλειά". Μόνο τότε -λέει- θα το πεις στο παιδί, στο ένα παιδί, όποιο είναι κι αυτό να έρθει. Δεν ξέρω ποιο θα έρθει». Και έτσι και πράγματι έγινε. Δηλαδή αυτό ήταν έτσι πάρα πολύ συγκινητικό και η λαχτάρα του γονιού να μην αδικήσει παιδί, να μην φέρει σε δύσκολη θέση την τσεπούλα του παιδιού που ήξερε με πόσα βάσανα δούλευε στην Αθήνα ή στα καράβια ή εδώ ή εκεί. Η φροντίδα της, έστω και μετά θάνατον. Αυτό ήταν, έτσι, πάρα πολύ συγκλονιστικό για μένα.

Και δείχνει και ότι είχατε και πολύ καλή σχέση αφού σας εμπιστεύτηκε αυτό το τόσο–

Αρίστη, άριστη.

Σημαντικό μυστικό.

Πολλά, πολλά, οικογενειακά τους, αυτά, δεν είχε βγει ποτέ από το στόμα μου τίποτα. Ερχόμουνα το μεσημέρι στο σπίτι και μου έλεγε η μητέρα μου –η οποία πάντα με περίμενε η καημένη να φάμε μαζί επειδή ο πατέρας μου είχε ήδη πεθάνει: «Τι νέα Χαρίλη μου; Πώς τα πέρασες σήμερα; Κάνα νέο;». «Τίποτα -λέω- τα ίδια» έλεγα εγώ. «Πια τόσος κόσμος περνάει από το γραφείο, όλα τα ίδια είναι;». Σε τέτοιο στιλ ας πούμε. 

Οπότε, ο πατέρας σας, δυστυχώς, είχε πεθάνει πρώτος και η μητέρα σας–

Ναι, ναι μετά. Και εγώ έζησα πολλά χρόνια με τη μητέρα μου, οι δυο μας.

Η μητέρα σας πέθανε σε μεγαλύτερη ηλικία;

Ο πατέρας μου πέθανε περίπου, όχι περίπου, 76 χρονών και η μητέρα μου πέθανε 83.

Ωραία. Εσείς παντρευτήκατε; Κάνατε οικογένεια;

Εγώ έζησα πολλά χρόνια με τη μητέρα μου, ελεύθερος, και παντρεύτηκα μετά από δέκα χρόνια περίπου από το θάνατό της. Δεν έχω πολλά χρόνια παντρεμένος, 13 χρόνια είμαστε παντρεμένοι.

Ωραία. Η γυναίκα σας είναι από την Κάρυστο;

Από την Κάρυστο, από την Κάρυστο. είναι από πάρα πολύ καλή οικογένεια, από νοικοκυραίους, ο πατέρας της ήταν ανάπηρος πολέμου, είχε χάσει το πόδι του στον πόλεμο του '40 και τους είχε δώσει το κράτος τότε περίπτερα, δίνανε περίπτερα προς ενίσχυση. Και είχε το περίπτερο στην πλατεία εδώ της Καρύστου, στην πλατεία Αμαλίας, και δούλευε πάρα πολλά χρόνια μόνη της γιατί ο πατέρας της ήταν λίγο δύσκολο να μπορεί όλες αυτές τις ώρες να κάθεται στο περίπτερο. Και τους υπηρέτησε και αυτή, έτσι, με πολύ αγάπη, με πολύ στοργή. Και αυτή λεύτερη ήτανε όταν παντρευτήκαμε, δεν είχε προηγούμενο γάμο, τίποτα. Και δόξα σοι ο Θεός, καλό άνθρωπό μου έστειλε και η Παναγία κι εμένα. Δόξα σοι ο Θεός.

Οπότε, από όσο καταλαβαίνω έχετε μία πολύ καλή σχέση και με την γυναίκας σας;

Δόξα τω Θεώ. Και το εύχομαι μέχρι τελευταίας μου αναπνοής. Το εύχομαι αυτό.

Segment 3

Η λαογραφική συλλογή και τα μοναδικά αντικείμενα

00:23:34 - 00:53:51



Λοιπόν. Να πω τώρα σε αυτό το σημείο, αφού μου δώσετε και εσείς μία μικρή εικόνα για το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσατε και εργαστήκατε και ζήσετε σαν άνθρωπος, και μία εικόνα για την Κάρυστο, ότι αφορμή για αυτή τη συζήτηση ήταν η συλλογή η οποία έχετε–

Ναι.

Ξεκινήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Θα μου πείτε βέβαια και λεπτομέρειες και στη συνέχεια. Αρχικά, θέλω να μου πείτε τι είδους συλλογή είναι αυτή; Τι πράγματα δηλαδή μαζεύετε, τι αντικείμενα συγκεντρώνετε; 

Ναι όπως σου είπα Γιώργο μου, η μητέρα μου και αυτή βέβαια αγαπούσε την Κάρυστο, αγαπούσε –πώς να σου πω;– γενικά τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής της Καρύστου και προσπαθούσε να μου μεταγγίσει την αγάπη προς την Κάρυστο αυτή καθεαυτή, προς τα ήθη, τα έθιμα του τόπου. Και αυτό ήτανε το αποτέλεσμα να μου γεννηθεί η επιθυμία και η έμπνευση, να προσπαθώ να κρατώ καθετί που είχε σχέση, κάθε αντικείμενο, που είχε σχέση με την κάθε οικογένεια της Καρύστου. Δηλαδή ήρθε η περίοδος που αρχίσανε και πετάγανε τα πράγματα, τα τεντζερέδια παραδείγματος χάριν. Βαριόντουσαν να τα τρίψουνε, να τα κάνουνε, πράγματα τα οποία ήταν στην καθημερινή τους χρήση. Εγώ ήξερα, πήγαινα και τον παρακαλούσα: «Σε παρακαλώ, μου δίνεταε αυτό που το πετάτε να το πάρω;». Πετάγανε παλιά κάδρα, κεντήματα, διάφορα, όλα χειροποίητα, και τα μάζευα και έγραφα στο καθένα την ιστορία του. Υπήρχαν ιστορίες ευχάριστες, ιστορίες λυπητερές, που λέμε.

Οπότε τα αντικείμενα αυτά ήταν το βασικό τους χαρακτηριστικό, να έχουν σχέση με την Κάρυστο;

Ναι βεβαίως, και από καρυστινά σπίτια.

Μαζεύατε κάποιο συγκεκριμένο είδος αντικειμένων–

Όχι.

Ή γενικότερα;

Όχι, όχι. Είχα κατά νου να μπορέσω να παρουσιάσω το καρυστινό σπίτι σε πλήρη λειτουργικότητα. Δηλαδή στο νου μου τώρα τα είχα τώρα αυτά, όταν έφτιαχνα αυτόν τον χώρο, να ήταν ο χώρος λειτουργικός. Να μπαίνει δηλαδή ο επισκέπτης και να αισθάνεται ότι μπαίνει σε ένα καρυστινό σπίτι του πρώτου σχεδόν αιώνα. Να αντικρίσει το νοικοκύρη ή τη νοικοκυρά, ο νοικοκύρης να τον ξεναγήσει στο σπίτι του και να του μεταδώσει και να του μεταφέρει την παλιά καρυστινή φιλοξενία και αγάπη.

Θυμάστε πότε ξεκινήσατε τη συλλογή;

Εγώ ξεκίνησα τη συλλογή από 8 χρονών.

Είχατε δηλαδή συνειδητά πάρει την απόφαση ότι: «Τώρα μαζεύω, αρχίζω και μαζεύω αντικείμενα» από τόσο μικρή ηλικία;

Ναι. Και μάλιστα, τα αντικείμενα αυτά στην αρχή τα συγκέντρωσα σε ένα, έτσι, εξοχικό που είχαμε τότε –και έχουμε ακόμα– στον Αετό, αλλά επειδή μάζεψα τόσα πολλά, δεν έφτανε ο χώρος. Και αναγκάστηκα και βρήκα ένα σπίτι, του 1897 χτισμένο, με την τότε διαρρύθμιση την καρυστινή, του καρυστινού σπιτιού και τα μετέφερα και τα έχω μεταφέρει εκεί.

Θυμάστε μήπως ποιο ήταν το πρώτο αντικείμενο που πήρατε και που αποφασίσατε ότι: «Με αυτό θα ξεκινήσω τη συλλογή μου»;

Να σου πω, ναι. Θυμάμαι ότι εδώ στο σπίτι μας στο υπόγειο, γιατί το σπίτι αυτό έχει υπόγειο από κάτω, βρήκα μία τινάτσα. Τινάτσα ήταν ένα εργαλείο ξύλινο, κούφιο, που τινάζαν, ρίχνανε μέσα το γάλα το πρόβειο, το τινάζαν για να βγάλουν το ξινό, βγάζανε το βούτυρο, πρόβειο και τα λοιπά. Βρήκα ένα πολύ ωραίο πυθαράκι, βρήκα μία σκαφιδά, ή μάλλον δύο σκάφιδες, οι οποίες ήταν από κορμό πλατάνας, μεγάλης πλατάνας, και μέσα εκεί –το θυμήθηκα όμως και εγώ από πιο μικρό που ήμουν παιδί–, ότι βάζαμε εκεί τα λεμόνια, σαν αποθήκη, με άχυρο από πάνω, κάθε στρώση, λεμόνια-άχυρο, λεμόνια-άχυρο, και στο άλλο βάζαμε πορτοκάλια. Αυτά όμως, οι σκαφίδες αυτές οι μεγάλες, ήταν όλες σκαφιδομένες στο χέρι. Δεν ήταν κάτι του τόρνου ή του, φανταστεί κανείς. Από το μακρινό Κάβο Ντόρο ήταν όλα αυτά φερμένα, στην Κάρυστο. Επίσης, από τα πρώτα πρώτα που σας λέω ήταν και κουτάλες, κουτάλες ξύλινες που και αυτές βέβαια τις κάνανε στον Κάβο Ντόρο και τις φέρνανε στην Κάρυστο κάθε Κυριακή και τις πουλάγανε στον κόσμο εδώ. Γιατί κάθε Κυριακή ήταν τα μαγαζιά ανοιχτά τότε και φέρανε την πραμάτεια τους. Και μετά σιγά-σιγά καθετί που...

Οπότε, βλέποντας αυτά τα αντικείμενα, 8 χρόνων μου είπατε–

8 χρονών, από 8 χρονών.

Σας προκάλεσαν ενδιαφέρον πώς είχαν κατασκευαστεί;

Ναι, βεβαίως. Ήθελα–

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε;

Ακριβώς. Πώς τα χέρια αυτά των ανθρώπων είχανε κάνει όλη αυτή τη δουλειά, όλες αυτές τις ώρες που διέθεσαν για να κάνουνε το σκεύος, το οποίο ήταν προς χρήση του σπιτιού τους, στην καθημερινότητα τους, ήταν κάτι που τους ανάγκαζε να το κάνει. Και ήθελα, πραγματικά από τότε, να δώσω φόρο τιμής στα χέρια αυτά. Δεν ήθελα αυτά τα αντικείμενα να πεταχτούν ή να τα κάψουν στο τζάκι. Όπως επίσης, έχω βρει άροτρα ξύλινα, που με το άροτρο οργώναν τα χωράφια τους. Κάνανε το στάρι τους, κάνανε το κριθάρι τους, κάνανε γενικά τις προμήθειες για το σπιτικό τους και για τα ζώα τους. Πάρα πολλά αντικείμενα.

Οπότε, μέσα από τα αντικείμενα νιώθετε ότι συνδέεστε με το παρελθόν;

Βεβαίως.

Ότι είναι αποδεικτικά του παρελθόντος; Δηλαδή πώς βλέπετε ότι αυτά τα αντικείμενα στέκονται σήμερα; Ως ανάμνηση του παρελθόντος; Ως κάτι που ενδεχομένως συνέβη σήμερα; Πού εντοπίζεται εσείς την αξία αυτών των αντικειμένων; Εκτός από το χειροποίητο που έχει και την τεχνική.

Ναι, βλέπω Γιώργο μου ότι από αυτά ξεκινήσανε και τα κάνανε σύγχρονα. Λέμε για το άροτρο τώρα, κατόπιν το κάνανε σιδερένιο, κατόπιν το κάνανε μηχανοκίνητο, έτσι, όλη αυτή την εξέλιξη. Αλλά από αυτή του ξύλινο, πήρε το ξύλο από την ελιά ή από την πλατάνα, το επινοήθηκε, λόγω ανάγκης, έτσι, και το κατασκεύασε. Δηλαδή ο θεμελιωτής είναι αυτό. Λέμε τώρα για το άροτρο που είναι σημαντικό για το στάρι φερειπείν της κάθε οικογένειας.

Εσείς με ποιον τρόπο ακριβώς εντοπίζετε αυτά τα πράγματά; Μου είπατε ότι μπορεί να βλέπατε κάποιον που πέταγε κάτι-

Ναι, ναι. Που πέταγε–

Υπήρχε κι άλλος τρόπος;

Ή που έκανε... Να, εδώ στην παραλία όλα τα σπίτια ήταν αρχοντικά, έπιασε η μπουλντόζα και τα έριχνε και κάνανε πολυκατοικίες. Εγώ όταν έβλεπα και αρχίζει κάτι τέτοιο, πήγαινα στο νοικοκύρη και του έλεγα: «Σε παρακαλώ, αυτή τη σιδεριά που έχει η πόρτα, μου την δίνεις; Να την πληρώσω”, γιατί έχω δώσει και πολλά χρήματα για να τα αποκτήσω. Ένα παράδειγμα λέω. Ή αυτήν την καρέκλα ή αυτό, ξέρω και 'γω, την ανθοστήλη ή αυτόν τον μπουφέ. Πετάγανε, τους είχανε κουράσει, τα είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια αυτά τα αρχοντικά και είχανε πάει στην Αθήνα, ήταν κάτι που ίσως το βλέπανε κάθε μέρα και το είχανε μπουχτίσει. Κατάλαβες; Και έτσι πήγαινα και ζήταγα. Ή ερχότανε κάποιος, ας πούμε στο γραφείο, από το Κάβο Ντόρο. Ζήταγα. Όταν τον είχα εξυπηρετήσει, μετά από λίγο τον ρώταγα, ξέρω 'γω: «Μπαρμπα-Παναγή -ή- μπάρμπα-Τάσο, μήπως υπάρχει εκεί στην περιοχή καμία πινακωτή ξύλινη;». Σκαφιδωμένη στο χέρι. Εγώ δεν τους άφηνα, μου φέρνανε καμιά φορά. Όπως επίσης μουσικά όργανα. Ο Κάβο Ντόρος, και ειδικά στου Καλλιανού και στα άλλα μέρη βέβαια, υπήρχαν οργανοπαίκτες που τα μουσικά τους όργανα τα κάνανε μόνοι τους. Φερειπείν τη λύρα ή το νταούλι ή τη φλογέρα. Είχα δώσει μία χρονιά όλο μου το δώρο Χριστουγέννων για να πάρω μία λύρα από του Καλλιανού. Και μάλιστα έξω από του Καλλιανού, από τον Αγαθό, ο οποίος Αγαθός είναι πιο έξω από του Καλλιανού. Να φανταστείτε δηλαδή τι θυσίες έχω κάνει.

Αυτό–

Νταούλια...

Επειδή έχει ενδιαφέρον και αυτή η ιστορία. Αυτή τη λύρα την είχατε ξαναδεί πιο παλιά στο παρελθόν και θυμόσασταν;

Όχι, όχι.

Πήγατε επί τούτου να τη βρείτε;

Όχι, όχι

Πώς προέκυψε αυτή η συναλλαγή;

Ήξερα ότι ο μπαρμπα-Γιώργης στον Αγαθό έφτιαχνε τέτοιες λίρες και έδινε και στους άλλους, στα άλλα χωριά του Κάβο Ντόρου. Και όταν είχε έρθει στο γραφείο τον ερώτησα, λέω: «Μπαρμπα-Γιώργη, μπορείς να μου κάνεις μία λύρα ή έχεις κάποια λύρα, έτσι, που την έχεις δουλέψει και δεν την θέλεις, ξέρω 'γω ,κάτι;». «Και βέβαια -μου λέει- θα σου κάνω, αλλά είναι λίγο ακριβή». «Δεν πειράζει. Εσύ μπορείς να τη φτιάξεις;». «Θα τη φτιάξω. Αλλά επειδή βλέπω ότι έχεις μεγάλη αγάπη σε αυτά, οι χορδές της λύρας που θα σου φτιάξω θα είναι από την ουρά του αλόγου. Εμείς έτσι -λέει- τα κάνουμε, δεν πάμε στον έμπορο να πάρουμε χορδές και το δοξάρι. Τις φτιάχνουμε από αυτά». Και πράγματι, μου το έφερε ο άνθρωπος με πολλή αγάπη. Και μετά μου έκανε και νταούλι . Μου έκανε πολλά, πολλά.

Άρα τα παραγγείλατε δηλαδή αυτά επί τούτου για εσάς;

Αυτά δεν τα έδινε κάνεις. Ή εκτός αν ήξερα εγώ κάποιον στο χωριό, πίσω. Δεν ήξερα εγώ όμως τέτοιους ανθρώπους. Μερικοί όμως, έτσι, όταν άρχισε κάπως και το μάθανε, μου λέγανε: «Κύριε Χαρίλη, έχω αυτό το αντικείμενο. να στο φέρω;» ή «Έχω το άλλο, σε ενδιαφέρει;», σε τέτοιο στιλ ας πούμε. Πολλοί άνθρωποι. Επίσης, κάτι που με συγκίνησε πάρα πολύ, μα πάρα πολύ, ήταν όταν στέγασα τη συλλογή μου στο οίκημα αυτό, που υπάρχει σήμερα και είναι δείγμα της τοπικής αρχιτεκτονικής του περασμένου αιώνα, ήρθε μία κυρία για να επισκεφθεί το χώρο. Και είχε μέσα σε μία εφημερίδα, κράταγε στο χέρι της, έτσι, κάτι μακρουλό. Μου λέει: «Χαρίλη μου, πολύ ωραία είναι, μπράβο! Όσο μπορείς να μαζεύεις» και αυτά. Μία απλή, ταπεινή γυναίκα. Μου λέει: «Ξέρεις τι σου έφερα;». Λέω «Τι μου έφερες κυρα-Μπήλιω;». Μου λέει: «Σου έφερα το δώρο που μου έκανε η μακαρίτισσα η πεθερά μου όταν πρωτοπήγα νύφη. Ήτανε πάρα πολύ φτωχή και δεν έχει να μου πάρει ούτε χρυσαφικό ούτε κάτι άλλο σημαντικό ή ασημένιο κάτι. Και μου έφερε αυτά τα μαχαιροπήρουνα -το λέω τώρα και συγκινούμαι, μου έφερε ένα ζευγάρι κουτάλια, ένα ζευγάρι πιρούνια και ένα ζευγάρι μαχαίρια, για το ζευγάρι».

Το σετ, ναι.

Το σετ. Και λέω: «Κυρα-Μπήλιω τώρα, δεν τα άφηνες αυτά για τα παιδιά σου, έτσι, σαν ενθύμηση, κάτι;». Μου λέει: «Παρ' τα μανάρι μου εσύ -ξέρεις, μιλάγανε έτσι κάπως- εσύ που τα αγαπάς και τα λατρεύεις και τώρα αν καταλάβουνε -λέει- τόσο μεγάλη αγάπη και σέβαση, δεν ξέρω». Ξέρεις σε στιλ... Όχι ότι υποτιμούσε τα παιδιά της βέβαια.

Ναι, ναι. Απλά έβλεπε και σε εσάς–

Ε, ναι.

Το μεράκι που είχατε για αυτό το πράγμα.

Έτσι ακριβώς.

Ήδη από αυτά που μου λέτε, βλέπω ότι κάποιοι συμπολίτες σας, εδώ Καρυστινοί, είχαν ακόμα σε εκτιμήσει αυτά τα πράγματα και βλέπανε και σε εσάς–

Τα σεβόντουσαν.

Και τα σεβόντουσαν. Αλλά βλέπω και ότι κάποιοι άλλοι, όπως λέτε γκρέμιζαν τα σπίτια και αυτά, δεν ενδιαφερόντουσαν.

Ναι, ήταν η μόδα της αντιπαροχής, είχε επικρατήσει το χρήμα, το διαμέρισμα, κάτι που δεν υπήρχε παλιά στον τόπο μας. Γιατί είχε επικρατήσει αυτό περισσότερο; Επικράτησε, Γιώργο μου αυτό, γιατί δεν μπορούσε ένας που είχε αυτά τα αρχοντικά να τα συντηρήσει. Ήταν αδύνατον. Και τα σκεπτικά τους ήτανε, σου λέει: «Ας πάρω ένα-δυο διαμερίσματα, τρία, για το κάθε μου παιδί, ένα για το ένα, ένα για το άλλο, και τουλάχιστον να ξενοιάσω». Αυτό κυρίως ήταν το κίνητρο της αντιπαροχής της Καρύστου. Και εκμεταλλεύτηκαν τους μεγάλους δρόμους οι τότε εργολάβοι και έχει γίνει τώρα όλη αυτή η βιτρίνα της Καρύστου όλο πολυκατοικίες, κάτι το τελείως ανάρμοστο για τον τόπο μας.

Εσάς, όσο συνέβαινε αυτό, που το πετύχατε πάνω στην εξέλιξη του–

Ναι.

Και τώρα που έχει ολοκληρωθεί, πώς νιώθετε που έχει αλλάξει τόσο πολύ και η όψη της παραλίας όπως λέμε–

Τελείως.

Και έχουν χαθεί αυτά τα σπίτια τα παραδοσιακά–

Έχουν χαθεί τα σπίτια.

Έχουν μείνει πολύ λίγα.

Γιώργο μου, έχουν χαθεί όμως, ας τολμήσω να το πω, και οι ευαισθησίες των ανθρώπων ως επί το πλείστον. Δε θέλω να κατηγορήσω κάτι, αλλά βλέπω ότι ξεφτίσανε αυτά τα πράγματα. Ξέφτισε ο σεβασμός, δεν υπάρχει πια. Καταρχάς δεν υπάρχει ο σεβασμός στον πιο ηλικιωμένο. Παλιά δεν λέγαμε κανέναν «Γιώργο, Τάσο, Χαρίλη», έναν ο οποίος ήτανε είκοσι χρόνια ή δεκαπέντε χρόνια πιο μεγάλος. Λέγαμε «κύριε». Ή θέλαμε κάτι: «Μου επιτρέπετε να το πάρω αυτό;». Υπήρχε δηλαδή ο σεβασμός, υπήρχε ακόμα και ο χρωματισμός του να ζητήσω κάτι. Κατάλαβες; Το οποίο έχει μεγάλη σημασία. Τώρα έχουν κάπως, όχι κάπως, αρκετά ξεφτίσει.

Νιώθετε εσείς ότι είσαστε, για να μην πω ο τελευταίος, από τους τελευταίους που προσπαθείτε να διατηρήσετε αυτή την εικόνα του παρελθόντος;

Εγώ, Γιώργο μου, είμαι, όχι, δε θα το πω αυτό, γιατί θέλω να πω κάτι άλλο. Ότι είμαι ο θεμελιωτής, το να κρατήσουνε ο κόσμος, και το έλεγα πάντα αυτό, όσοι ερχόντουσαν στη συλλογή μέχρι τώρα: «Μην πετάτε τίποτα. Κρατήστε το σε μία γωνιά. Τίποτα μην πετάτε». Δηλαδή τους παρακίνησα και τους παρακινώ να κρατήσουν κάτι από το σπίτι της γιαγιάς, του παππού, του πατέρα τους ή και ένα στο δρόμο που βρίσκεις κάποιο αντικείμενο, κράτησέ το. Έχει και αυτό την ιστορία του.

Είπατε ότι, να, ψάχνατε και τα μουσικά όργανα και που είχατε ρωτήσει κάποιον για μία πινακωτή αν είχε;

Βεβαίως–

Επομένως, βρίσκατε αν κάτι σας ενδιέφερε, αλλά ψάχνετε και στοχευμένα συγκεκριμένα πράγματα, είχατε στο νου σας–

Ναι, κάτι που μου έλειπε. Ήθελα να κάνω την κουζίνα. Σκεφτόμουν, τι άλλο υπήρχε στην κουζίνα τότε; Κατάλαβες;

Οπότε είχατε στο νου σας ένα σχέδιο στην ουσία;

Ναι, γιατί έζησα μέσα σε τέτοια σπίτια και ήξερα πως.

Μου είπατε και για το όργανο φυσικά με τις χορδές από την ουρά του αλόγου, που σίγουρα είναι πολύ ιδιαίτερο. Θυμάστε κάποιο άλλο που ήταν ιδιαίτερης αξίας ή σπάνιο; Δεν εννοώ απαραίτητα χρηματικής αξίας, εννοώ είτε για σας είτε που δυσκολευτήκατε πολύ να το βρείτε και το θέλετε, το ψάχνετε καιρό; Και πως το βρήκατε τελικά;

Κοίταξε, επειδή έχω αφιερώσει έναν χώρο εκεί, έναν ιδιαίτερο δωμάτιο για τους ιερείς που πέρασαν από την Κάρυστο, και το έχω αφιερώσει σε αυτούς οι οποίοι μας βαφτίσανε, μας κατηχήσανε. Και ήτανε δωμάτιο, στα περισσότερα σπίτια, τα τότε, ένας χώρος προσευχής, έμπαινες πρώτα σε αυτό το δωμάτιο και μετά στην κρεβατοκάμαρα. Κάνανε προσευχή και μετά πήγαινε η οικογένεια να κοιμηθεί, το ζευγάρι. Έχω συναξάρια του 1856-1790, τα οποία... Έχω κάνει βιτρίνα καταρχάς με στολές των Καρυστινών εδώ ιερέων που πέρασαν από την Κάρυστο, ήθελα φόρο τιμής σε αυτούς. Έχω από το σπίτι μας βέβαια πάει εκεί, μία εικόνα η οποία έχει από μέσα τον Άγιο Γεώργιο και απέξω έχει τον Άγιο Βασίλειο. Γιατί; Γιατί κάθε νοικοκύρης της εποχής εκείνης είχε οπωσδήποτε την εικόνα του στο σπίτι. Ο προ του πατέρα μου ήταν Γεώργιος. Μετά ήταν ο παππούς του, Βασίλειος. Η εικόνα αυτή όμως είχε ξεθωριάσει και φαίνεται το μπούτι του αλόγου, το άλογο και ο Άγιος Βασίλειος από πάνω. Δηλαδή ιδιαίτερα κομμάτια τα οποία χρήζουν πραγματικά έτσι... Επίσης, μία καλόγρια, η μοναχή Τιμοθέα, ήταν στο καλογερικό της Αγίας Μαύρας, εδώ που έχουμε ένα μοναστήρι μικρό. Με φωνάζει μία μέρα και μου λέε: «Μπορείς να έρθεις στο μοναστήρι Χαρίλη;». Λέω: «Ευχαρίστως». Πήγα πάνω και μου έδωσε ένα συναξάρι του 1856 τυπωμένο στη Βενετία, τότε τυπογραφεία δεν υπήρχαν στην Ελλάδα, και μου λέει: «Χαρίλη μου, παρ' το αυτό γιατί ξέρω ότι θα το κρατήσεις και θα το μελετήσεις όποτε εσύ έχεις όρεξη και διάθεση. Γιατί όταν το αφήσω -λέει- στα ανίψια μου, θα το πετάξουν στα σκουπίδια». Λέω: «Γερόντισσα, είναι δυνατόν; Μου έχετε εμένα τόση εμπιστοσύνη που να μου δώσετε αυτό το βιβλίο;». Μου λέει: «Και βέβαια σου έχω εμπιστοσύνη και σε παρακαλώ πολύ να το πάρεις». Δηλαδή έχω κομμάτια τέτοια από ανθρώπους που, δεν ξέρω, έτσι, με συγκίνησαν οι κινήσεις τους. Όπως ο ιερέας εδώ που είχαμε, ο πάτερ Σίλας. Δεν ξέρω αν ο πατέρας σου ή η μητέρα σου θυμούνται τον πάτερ Σίλα. Ήταν ο ιερέας της Καρύστου εδώ, ήταν ιερομόναχος αυτός, σαν καλόγερος ας το πούμε και ήταν ιερέας Καρύστου. Με φωνάζει μία μέρα και μου λέει –δηλαδή δεν είχε οικογένεια, αυτό εννοώ ιερομόναχος–, και μου λέει: «Χαρίλη -σε μεγάλη ηλικία- θέλω να σου δώσω αυτό το λέντιο -λέντιο είναι ένα μεγάλο χρυσοποίκιλτο κομμάτι, που το χρησιμοποιούσαν κάθε Μεγάλη Πέμπτη στο Άγιο Όρος και κάνανε την αναπαράσταση του νιπτήρος. Δηλαδή τον Χριστό πλένοντας τα πόδια των μαθητών-, αλλά αυτό είναι λίγο ξεθωριασμένο. Άσ' το, δεν έχει αξία». «Όχι -λέω- πάτερ, σε παρακαλώ, άφησε το, το θέλω». «Τέλος πάντων, παρ' το. Δεν έχει αξία αλλά παρ' το, είναι λίγο ξεθωριασμένο. Αλλά -μου λέει- έχω κι άλλο ένα, το οποίο είναι πάνω σε ατλάζι κεντημένο με κλωστή πλατίνας». Όχι σαν το χρυσό που ήταν το άλλο, τα οποία και τα δύο τα έχω καδράρει και τα έχω στη συλλογή. «Αλλά πέρα -μου λέει- από αυτό, εγώ θα σου δώσω την καλή μου στολή, την ιερατική, που φορούσα μόνο του Αγίου Νικολάου, τη Μεγάλη Πέμπτη, τη Μεγάλη Παρασκευή και την Ανάσταση. Αυτά -μου λέει- είναι όλα κεντημένα στο χέρι, είναι από βελούδο και θα τη διαθέσω σε εσένα, αφού έχεις τόσο μεγάλη λατρεία και αφοσίωση στη φύλαξη αυτών των αντικειμένων. Και μου το έδωσε και αυτό και όλα αυτά τα έχω, έτσι, με πάρα πολύ μεγάλη αγάπη, και άλλων ιερέων της εποχής, φυλαγμένα . Έτσι, πώς να στο πω, το καθένα έχει μία ιστορία. Αλλά και δεν έχω πάψει ποτέ όμως να τους ανάβω κεράκι και να τους μνημονεύω στα άγια όποτε είμαι στο ναό.

Οπότε, από αυτά που μου λέτε, καταλαβαίνω ότι, από τη μία κυνηγάτε και εσείς αυτά τα αντικείμενα αλλά από την άλλη σας κυνηγάνε και αυτά εσάς. Έρχονται και σας βρίσκουνε.

Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ.

Υπάρχει κάποιο αντικείμενο που, για κάποιο λόγο που εσείς προφανώς γνωρίζετε, θεωρείτε ότι είναι το αγαπημένο σας ή έχει μία ιδιαίτερη αξία για σας; Όχι σαν αντικείμενο από μόνο του, που για εσάς συμβολίζει κάτι ή θεωρείτε σημαντικό;

Γιώργο μου, όλα τα αντικείμενα του σπιτιού μου, εδώ που έζησα από παιδί, είναι ιδιαίτερα και σημαντικά. Όλα. Δεν έχω ξεχωρίσει ας πούμε κάτι. Η συλλογή ποιημάτων που μου έλεγε η μητέρα μου και εγώ τα έγραφα, έτσι, πάντα.

Οπότε, πιο πολύ τα αντικείμενα της οικογένειας στην ουσία;

Ναι, τα αντικείμενα της οικογένειας. Γιατί από εκεί ξεκίνησα, αυτά έζησα από παιδάκι και τα σέβομαι. Και είμαι πάρα πολύ ευτυχής, πρέπει να το πω και οφείλω να το πω και το λέω πάντα, ότι είμαι ευτυχής, διότι η γυναίκα μου τα αγάπησε πάρα πολύ αυτά τα αντικείμενα, τα σεβάστηκε πάρα πολύ και δηλαδή φτάνει σε σημείο να τα αγαπάει ίσως και περισσότερο από μένα. Κατόρθωσα δηλαδή και της μετέδωσα όλη αυτή την αγάπη και τη στοργή στην ιστορία μας, στους ανθρώπους που πέρασαν, που τα χρησιμοποίησαν, που χέρια, τα χεράκια τους αυτά δεν υπάρχουν πια και άφησαν την ιστορία τους. Και κάθε αντικείμενο έχει τόση ιστορία, κάθε κέντημα έχει τόσες βελονιές, αλλά και τόσες σκέψεις πάνω στο να ολοκληρωθεί αυτό το αντικείμενο.

Βλέπω, έτσι όπως περιγράφετε και τα αντικείμενα, νιώθω τουλάχιστον εγώ, ότι είναι σαν να κρατάτε ένα κομμάτι των ανθρώπων ζωντανό–

Βεβαίως, βεβαίως–

Σαν να προσπαθείτε να διατηρήσετε την εικόνα τους ακόμα και σήμερα.

Ακριβώς.

Τη θύμησή τους.

Μεγάλο πράγμα. Άλλωστε αυτή δεν είναι και η ευχή που λέμε «Στη δύσκολη ώρα να ζήσεις να θυμάσαι τον άνθρωπό σου»; Αυτή είναι η ευχή, να θυμόμαστε το πέρασμα του. Και προσπαθούμε όλοι, και εγώ με τη σειρά μου, το πέρασμα μου να είναι φωτεινό. Όσο μπορώ.

Αναφερθήκατε στην γυναίκα σας και ήθελα να το ρωτήσω και εγώ, γιατί φαντάζομαι ότι, σε εισαγωγικά, δεν είναι και πολύ εύκολο να ζεις με κάποιον που έχει τόσο μεγάλη συλλογή–

Ναι, ναι–

Ή που συνέχεια μαζεύει αντικείμενα. Οπότε, πώς το αντιμετώπισε αυτό η γυναίκα σας δηλαδή; Τουλάχιστον στην αρχή και μέχρι και σήμερα, όλο αυτό το πάθος για τη συλλογή και τα αντικείμενα, που περιστοιχίζουν και το σπίτι σας όπως βλέπω και στο άλλο κτίριο που έχετε;

Με πολύ θαυμασμό. Με πολύ θαυμασμό. Δεν έχει πιάσει ένα αντικείμενο τόσο δα, που λέμε, που να μην πει: «Θεος σχωρέστους», τους γονείς. Δεν έχει πει. Επίσης, λέει πάντα, όποτε πηγαίνουμε εκεί: «Θεός σχωρέστους τους ανθρώπους που μας έχουνε δώσει κάτι». Που μας έχουνε δώσει κάτι! Όχι που σου έχουνε δώσει κάτι. Που αυτό νομίζω λέει πάρα πολλά πράγματα, αν κάνεις, έτσι, κάτσει και το ψηλάφηση ψυχολογικά, ότι...

Άρα έχει, σε εισαγωγικά, επενδύσει συναισθηματικά και γυναίκα σας. Δηλαδή μέσα σε όλο αυτό συμμετέχει ενεργά.

Βεβαίως, βεβαίως. Με λαχτάρα! Αφού καμιά φορά και εγώ λέω: «Τώρα, εντάξει, θα πάω στο μουσείο». «Θα πάμε Χαρίλη μου, θα κάνουμε αυτό, θα κάνουμε το άλλο» Πώς να σου πω;

Segment 4

Η ανταπόκριση του κόσμου

00:53:51 - 01:03:39



Τη συλλογή που μεταφέρεται και στο σπίτι, με σκοπό να το κάνετε μία αναπαράσταση ας το πούμε του παραδοσιακού σπιτιού–

Βεβαίως.

Είχατε στο νου σας να το κάνετε και σαν χώρο δικό σας, κυρίως για να αποθηκεύσετε και να τοποθετήσετε τα πράγματα όπως θεωρήσατε εσείς ότι ήταν το σωστό ή σκοπεύατε από την αρχή να το έχετε ανοιχτό για τον κόσμο;

Έτσι, αυτό ακριβώς που λες. Ο σκοπός μου ήτανε, αφού πήρε πια αυτή τη μορφή από μόνο του, ήθελα να ανοίγω, δύο φορές το είχα κάνει τότε την εβδομάδα, Τρίτη και Πέμπτη, να έρχεται όποιος θέλει, χωρίς εισιτήρια και τέτοια πράγματα βέβαια, να τον φιλοξενώ, να τον ξεναγώ και να του εξηγώ ό,τι αυτός θέλει ή και ορισμένα αντικείμενα, εξηγούσα στον κόσμο και εξηγώ τι σκοπό είχαν στη χρήση τους. Και να βλέπουν και τον χώρο που ζούσαν τότε οι άνθρωποι εδώ, οι Καρυστινοί. Αλλά το πιο βαθύ σε εμένα σκεπτικό ήτανε να μπορέσω να αφήσω αυτή όλη τη συλλογή, όλο αυτό τον πλούτο τον τοπικό και στις άλλες γενεές. Να δούνε τα παιδιά, τα μετέπειτα, το παιδί του δικού σου, του άλλου, του άλλου, του άλλου, πώς ζούσανε οι Καρυστινοί τότε; Πώς ήταν τα σπίτια τους; Πώς μπορούσανε και πορευόντουσαν; Πώς κάνανε τις δουλειές τους στο εργαστήριο που είχε κάθε σπίτι και έραβε το κουμπί, έφτιαχνε την κάλτσα με τις βελόνες και τα λοιπά; Πώς να σου πω; Γενικά τον τρόπο της ζωής, που δεν έχει καμία σχέση με το τώρα. Αυτός ήταν ο σκοπός μου.

Έχετε μήπως κάποιο, ας το πούμε φόβο ή άγχος, ότι στο μέλλον οι άνθρωποι δεν θα ενδιαφέρονται για αυτά τα πράγματα; Ή οι Καρυστινοί, το κάνουμε πιο συγκεκριμένο. Ή πιστεύετε ότι θα αναγνωρίσουν εν τέλει, τουλάχιστον περισσότερο από ότι τώρα, την αξία που είχανε;

Να σου πω Γιώργο μου, δεν υπάρχει μεγάλος ενθουσιασμός από πλευράς μου ως προς αυτό. Άλλωστε υπήρξε και ένα γεγονός, από μία επίσκεψη, που κάπως, έτσι, με στεναχώρησε, μου έφερε θλίψη. Δηλαδή τι; Έρχεται ένας παππούς με δύο εγγονάκια, μεγαλούτσικα τα παιδιά: «Ήρθαμε εδώ να επισκεφτούμε εδώ το χώρο Χαρίλη» και τα λοιπά. Λέω «Ευχαρίστως κύριε Παναγιώτη, περάστε». Εγώ ο καημένος με χαρά εξήγησα στα παιδιά για το κάθε αντικείμενο εκεί και τον τρόπο ζωής των Καρυστινών τότε. Και από ευγένεια, αφού τελείωσε η επίσκεψή, τους συνόβγαλα μέχρι την είσοδο. Γυρίζει αυτός και μου λέει: «Εντάξει μωρέ. Ε και τι έγινε; Τα κάνεις όλα αυτά για να μείνει το όνομά σου». «Τι λες -λέω-, σε παρακαλώ. Τι είναι αυτά που λες; Το κάνω για αυτά τα δύο παιδιά που κρατάς στο χέρι σου. Δεν το κάνω για μένα. Εγώ δεν έχω παιδιά. Γι' αυτό το κάνω. Γι' αυτό ό,τι μπορούσα ξόδεψα και ξοδεύω μέχρι σήμερα, αλλά πάνω από όλα δεν προέχει το τι ξόδεψε ο καθένας. Σημασία έχει τις ώρες που διέθεσα εγώ και την αγάπη που έχω στο κάθε αντικείμενο για να έρχεσαι αυτή τη στιγμή να επισκεφθείς αυτό το χώρο. Σε παρακαλώ -του λέω- να αναθεωρήσεις το σκεπτικό σου και μην εμπνεύσεις στα παιδιά αυτό το πράγμα. Εγώ το όνομά μου είναι ένα. Τι να αφήσω δηλαδή εγώ πίσω το όνομά μου; Να το κάνει ο καθένας τι; Το έργο μου προσπαθώ να αφήσω που -λέω- αυτό δεν είναι και πολύ εύκολο να το κάνει κάποιος». Και αυτό, έτσι, με στεναχώρησε πάρα πολύ. Πάρα πολύ. Με προβλημάτισε πολύ. 

Ναι. Γενικά, από τον κόσμο που έρχεται και επισκέπτεται, είτε τους Καρυστινούς είτε ξένους–

Είναι ενθουσιασμένοι–

Τι εικόνα–

Ενθουσιασμένοι όλοι. Εγώ έχω και βιβλίο επισκεπτών. Γράφουνε οι άνθρωποι τα καλύτερα, τα καλύτερα. Με τα δυο τους χέρια να μας δίνουν συγχαρητήρια και σε μένα και στη γυναίκα μου. Δεν ξέρω, δηλαδή αφού λένε: «Να αφήσουμε κάτι, ένα έτσι συμβολικό ποσό, μόνο και μόνο για το καθάρισμα, τη συντήρηση». Λέω: «Σας παρακαλώ, αυτό εγώ το κάνω για την Κάρυστο, για τους Καρυστινούς και για τα νέα παιδιά. Δεν το κάνω γιατί, ας πούμε για να πάρω χρήματα».

Οπότε είναι ελεύθερη και η είσοδος μέσα και–

Βεβαίως είναι ελεύθερη είσοδος.

Ανοιχτό στην ουσία;

Μπορώ αυτή τη στιγμή και το κάνω. Αργότερα; Δεν το ξέρω.

Οπότε συνεχίζετε δηλαδή και εμπλουτίζετε τη συλλογή ακόμα, μαζεύετε πράγματα–

Βεβαίως.

Δεν έχετε σταματήσει τη διαδικασία αυτή;

Όχι, όχι.

Έχετε στο νου σας κάτι, σαν το επόμενο στόχο; Κάτι το οποίο θεωρείτε ότι λείπει και αναζητάτε αυτή την περίοδο;

Γιώργο μου τα έχω όλα. Με αποτέλεσμα και διπλό αντικείμενο να βρω, βεβαίως και το κρατάω. Και γιατί το κρατάω; Διότι άλλη τέχνη έχει το ένα, άλλη τέχνη έχει το άλλο. Αλλιώς έχει κατασκευαστεί ας πούμε ένα –πώς να σου πω τώρα;–, μία κουτάλα ξύλινη, αλλιώς έχει κατασκευαστεί η άλλη. Αλλιώς είναι ένα σίδερο, που είχανε τότε και σιδερώνανε τα ρούχα, άλλη κατασκευή έχει το άλλο.

Και όπως είπαμε, είναι και διαφορετικά τα χέρια που τα φτιάξανε έτσι κι αλλιώς.

Βεβαίως, βεβαίως. 

Τι θεωρείτε ότι έχετε κερδίσει από αυτό όλο σε όλα αυτά τα χρόνια; Τι πιστεύετε ότι σας έχει δώσει όλη αυτή η διαδικασία;

Μου έχει δώσει μία απέραντη ευχαρίστηση. Ότι μπόρεσα, με την δύναμη του Θεού, και ολοκλήρωσα αυτό το όνειρο, που το είχα από παιδί.

Άρα θεωρείτε κιόλας τώρα ότι τον έχετε πετύχει τον στόχο σας, παρόλο που συνεχίζετε και μαζεύετε επειδή σας αρέσει έτσι κι αλλιώς;

Ναι. Βέβαια, δεν τελειώνει. Κοίταξε, το πάθος αυτό του συλλέκτη δεν τελειώνει. Κακά τα ψέματα. Ας είναι και όλο γεμάτο και ξέρεις, με τα τόσα αντικείμενα, δεν τελειώνει

Παρόλα αυτά όμως έχετε μία αίσθηση ολοκλήρωσης; Δηλαδή νιώθετε ότι πετύχατε;

Βέβαια, βέβαια. Έχει γίνει και αποδεκτό βέβαια, δε λέω. Και από την Αδελφότητα και από πολλούς οργανισμούς και από συλλόγους, μου έχουν δώσει αυτά, κάτι βραβεία και τέτοια, έχει γίνει αποδεκτό, έχει γίνει αποδεκτό.

Όποτε θεωρείτε κιόλας ότι η τοπική κοινότητα το έχει αναγνωρίσει σαν έργο;

Το έχει αναγνωρίσει. Το έχει αναγνωρίσει εκτός από ορισμένες, έτσι, όπως σου είπα παραδείγματος χάριν με τον παππού.

Αντίστοιχα –αν βέβαια ισχύει και κάτι τέτοιο, μπορεί και να μην έχει συμβεί, θα μου πείτε– θεωρείτε ότι έχετε χάσει κάτι μέσα από όλη αυτή διαδικασία; Δηλαδή ότι κάτι σας στοίχισε ή ότι κάτι μετανιώσατε από όλα αυτά τα χρόνια;

Όχι, δε θα πω τέτοιο πράγμα. Όχι, απεναντίας είμαι πάρα πολύ ικανοποιημένος.

Πολύ ωραία. Εγώ είμαι καλυμμένος, πλήρως. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Αν θέλετε να συμπληρώσετε εσείς κάτι, έχετε κάποια σκέψη ή κάτι που θέλετε να πείτε;

Όχι, δεν έχω κάτι άλλο να σου πω. Αυτές είναι όλες οι σκέψεις και τα κίνητρα αυτής της λαογραφικής συλλογής. 

Ωραία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Για τον τόπο που τόσο αγαπώ και παράλληλα και εσύ.

Ναι, Σωστά! Ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σας. Να είστε καλά.

Και εγώ ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανες.

Εγώ, εγώ!

Ευχαριστώ πολύ. 

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...