Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

BAKXAI ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ. Στην αίθουσα εκδηλώσεων Γυμνασίου Σάββατο 28 Ιουνίου!

 


Ελάτε να χορέψουμε τον βακχικό χορό και να σας αποχαιρετήσουμε ως απόφοιτοι πλέον του Τμήματος Υποκριτικής της ΣΑΕΚ Καρύστου (πρώην Δημόσιο ΙΕΚ Καρύστου). Αυτό το Σάββατο. Στις 20.00. Στην αίθουσα εκδηλώσεων του Γυμνασίου και ΕΠΑΛ Καρύστου. Σας περιμένουμε!

Εργαστήριο αρχαίου δράματος Δ' Εξαμήνου
αποσπάσματα και μονόλογοι από το έργο Βάκχαι Ευριπίδου
Θεατρική διδασκαλία - σκηνοθεσία: Γιώργος Μπινιάρης

Πανελλήνια Συνάντηση Ομίλων Φουσκωτών Σκαφών 2025 – Στην Κάρυστο για τη δημιουργία Μονάδας Τεχνητού Νεφρού

 Γιώργος Πολυχρονίου  https://www.boatfishing.gr/panellinia-synantisi-omilon-fouskoton-skafon-2025-stin-karysto-gia-ti-dimiourgia-monadas-technitou-nefrou/?fbclid=IwY2xjawLHDfZleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETBxOVpZZFVuVk9YTHM4WmpMAR7frq-b54oXPwUn8GRPogf4N2w4vFk3cJX7bbHej0oUfVkswmdELBeF3BbQSw_aem_4qRIg5nAOSxmrDLfinUb0A

Πανελλήνια Συνάντηση Ομίλων Φουσκωτών Σκαφών 2025 – Στην Κάρυστο για τη δημιουργία Μονάδας Τεχνητού Νεφρού

 11 Ιουνίου, 2025

Η Κάρυστος ετοιμάζεται να υποδεχτεί μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διοργανώσεις των τελευταίων ετών: την 17η Πανελλήνια Συνάντηση Φουσκωτών Σκαφών, που θα πραγματοποιηθεί στις 27, 28 και 29 Ιουνίου 2025, συγκεντρώνοντας πληρώματα και φίλους της θάλασσας από όλη την Ελλάδα.

Περισσότερο από μια απλή συνάντηση ανθρώπων της θάλασσας, η φετινή διοργάνωση που ετοιμάζει με μεγάλο μεράκι ο Ευβοϊκός Όμιλος Φουσκωτών Σκαφών (ΕΟΦΣ) με την αιγίδα και υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ομίλων Φουσκωτών Σκαφών (ΕΟΜΟΦΣ).

Φέτος η Πανελλήνια Συνάντηση αποκτά βαθύ κοινωνικό χαρακτήρα, καθώς τα καθαρά έσοδα των δράσεων θα διατεθούν για την ολοκλήρωση της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού του Νοσοκομείου Καρύστου – ενός έργου ζωτικής σημασίας για την τοπική κοινωνία και τους επισκέπτες της περιοχής.

Επιπλέον περιλαμβάνει ένα πλούσιο και πολυθεματικό πρόγραμμα που συνδυάζει θαλάσσιες εξορμήσεις, πολιτιστικές επισκέψεις, υπαίθριες δραστηριότητες και εκπαιδευτικές δράσεις για όλες τις ηλικίες. (ενδέχονται αλλαγές μέχρι την τελευταία εβδομάδα).

ΗμερομηνίαΏραΔραστηριότητα
Παρασκευή 27/6Από το πρωίΆφιξη και υποδοχή σκαφών
Καλωσόρισμα μελών
Σεμινάρια (Γιοκάλειο Ίδρυμα): Παιδί & Πνιγμός, ΚΑΡΠΑ, Παιδί & Σκάφος
Ξενάγηση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καρύστου
ΒράδυStreet Party στην προβλήτα
Σάββατο 28/610:00 – 13:00Σεμινάρια: ΚΑΡΠΑ σε παιδιά, πνιγμός, ασφαλής πλεύση
10:00 – 13:00Οργανωμένη ξενάγηση στην περιοχή
13:00 – 18:00Μπάνιο με τα σκάφη σε παραλία με beach bar
ΠαράλληλαΠοδηλασία, Snorkeling, Πεζοπορία, Castello Rosso, φαράγγι Δημοσάρη
19:00Συγκέντρωση φουσκωτών έξω από το λιμάνι – είσοδος με πομπή
21:00Γεύμα & μουσική εκδήλωση
Κυριακή 29/610:00 – 13:00Οργανωμένη ξενάγηση στην περιοχή
ΜεσημέριΜπάνιο με τα σκάφη στους Πεταλιούς
ΒράδυΣυναυλία & αποχαιρετιστήριο στην προβλήτα

Παρασκευή 27 Ιουνίου

– Άφιξη και υποδοχή σκαφών
– Σεμινάρια ανοιχτά στο κοινό: «Παιδί & Γεννήσεις», «Παιδί & ΚΑΡΠΑ», «Παιδί & Σκάφος» στο Γιοκάλειο Ίδρυμα
– Ξενάγηση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καρύστου
– Βραδινό εορταστικό δείπνο στην κεντρική προβλήτα με μουσική και βεγγαλικά (Street party)

Σάββατο 28 Ιουνίου

– Πρωινή θαλάσσια εκδρομή στους Πεταλιούς ή εναλλακτικά εντός κόλπου

– Παράλληλες δραστηριότητες:
– Ποδηλασία
– Snorkeling
– Πεζοπορία στη Γούρνα ή επίσκεψη στο Castello Rosso
– Εκδρομή στο φαράγγι Δημοσάρη (διάρκεια ~7 ώρες)

– Συγκέντρωση των φουσκωτών έξω από το λιμάνι Καρύστου και είσοδος στο λιμάνι στις 19:00 μμ

– Βραδινή συναυλία και γεύμα (υπό επιβεβαίωση)

Κυριακή 29 Ιουνίου

– Street party στην ανατολική προβλήτα και αποχαιρετιστήρια εκδήλωση

Παράλληλα, προγραμματίζονται σεμινάρια για την ασφαλή πλεύση, τις πρώτες βοήθειες και την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών στη θάλασσα, με τη συμμετοχή εκπαιδευτών και διασωστικών ομάδων.

Ο λογαριασμός προσφοράς – Στηρίζουμε τη Μονάδα Τεχνητού Νεφρού

Όσοι επιθυμούν να ενισχύσουν τον σκοπό της διοργάνωσης μπορούν να καταθέσουν οποιοδήποτε ποσό στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό στήριξης:

IBAN: GR5501721530005153115361138
SWIFT/BIC: PIRBGRAA (Τράπεζα Πειραιώς)
Δικαιούχος: ΕΥΒΟΪΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΦΟΥΣΚΩΤΩΝ ΣΚΑΦΩΝ
Περισσότερα: https://eofs.gr/karystos2025

Το 100% των χρημάτων θα διατεθεί αποκλειστικά για τη δημιουργία της Μονάδας στο Νοσοκομείο Καρύστου.

Κάλεσμα σε χορηγούς – Η προσφορά γίνεται ζωή

Η διοργάνωση καλεί επιχειρήσεις και φορείς να συμμετάσχουν ως χορηγοί, στηρίζοντας παράλληλα έναν ουσιαστικό κοινωνικό σκοπό.

Διαθέσιμα πακέτα χορηγίας:
Πακέτο 300€ – Προβολή με banners στις θέσεις ελλιμενισμού
Πακέτο 1000€ – Ατομικό περίπτερο, ονομαστική προβολή, παρουσία σε δελτία Τύπου και social media

Πληροφορίες – συμμετοχές:
Άγγελος Κεχαγές – 6974350232

ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ (11/6/25)
AEGEAN SEALS
AGRELIDI
DARC
JOYRIDE RENTAL
IRIDA
KARYSTOS BIKES
KREMIS MARINE
LAKIOTIS
LION AE
MARKA
MAZZIENA RIBS
PALAMIDAS
ΡΟΓΚΑΣ
ΠΟΛΙΤΕΙΑ
SABO ELECTRIC
SERVICE SIVRIS
SKYROS SHIPPING
SWEET TOOTH

Όλα τα δώρα της λαχειοφόρου για την πανελλήνια όσο ποιο πολλοί λαχνοί πουληθούν τόσο μεγαλύτερη είναι η στήριξη για το τεχνητό νεφρό!! Με 1 ευρώ ο λαχνός για πολλά νούμερα επιλογής .👌


'Ελλάδα σε Τρεις Πράξεις" Υπαίθριο Θέατρο Καρύστου.


 

"Η ΓΡΗΑ" Διήγημα του Γιώργου Σακκά 1933

 


Η ΓΡΗΑ.

Εκείνη η χρονιά ήρθε δύστυχη για τους Αρβανίτες. Χιόνια πολλά πλακώσανε κι’οι δρόμοι κλείστηκαν μονομιάς. Κι’ από στερηά και από θάλασσα. Έπαψε πια κάθε συγκοινωνία ανθρώπων  και όλη η Αρβανιτιά ήταν αιχμάλωτη της παγωνιάς.

Η Όχη, λευκή κατάλευκη, σαν τούφα από μαλλιά στην ρόκα της Αρβανίτισσας κι’ οι ρεμματιές άσπρες μπαμπακερές, ροβολούσαν και γκρεμίζονταν απότομα στη θάλασσα.

Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτη άφτονο. Πότε σαν μπαμπαθήθρα και πότε σαν ζάχαρη ψιλή που την στροβίλιζε –σιφούνι τρομερό- τα’ αγέρι.

Τα καράβια, κάτω στο γυαλό της Καρύστου δεμένα πρύμνα πλώρη κρύωναν κι’ αυτά και λούφαζαν. Τα ξάρτια  μόνο άφηναν να φαντάζουν σύγκξυλα στο μουντόχρωμο φως της ημέρας. Τα μαγαζιά κι’ οι καφενέδες έρημα, θεόκλειστα. Κι’ ‘εμοιαζε το τσάφι κείνο κι’ ο χιονιάς θεική εκδίκηση στον κόσμο που αλλαξοπίστησε και τώρριχνε σε άδικους και δίκηους.

Εκείνη η χρονιά είχε ρθή δύστυχη για τους Αρβανίτες. Τα πράμματα τους λιγοστά. Όσα απόμειναν από της πείνας το θέρισμα ψύφισαν με το τελευταίο λούτριμο του χειμώνα. Τα χιλιοκόπαδα θερίστηκαν. Πολλοί νοικοκυραίοι έχασαν το βιός. Και οι τσομπάνηδες στα τσέπια και στα χειμαδιά τραβούσαν τα μαλλιά τους.

Το χιόνι ωστόσο εξακολουθούσε να πέφτη μέρες τώρα , άφτονο, πότε μπαμπακήθρα και πότε ψιλό σαν ζάχαρη, που το στροβίλιζε σε σίφουνα φοβαρό τ’ αγέρι.

-Καιρός π’ ανάθεμα τονε, μουρμούριζε ο νοικοκύρης που με φιλοξενούσε σπίτι του. Πήρε τον κόσμο στο λαιμό του φέτο. Και άπλωσε στην πυρόγλωσση φωτιά τα ξυλιασμένα του χέρια.

-Μα τι καιρός είναι κι’ αυτός!? Ξεβγάλματα Μάρτη και να κάνη έτσι? Είπα κι’ εγώ.

-Χμμ! Έκαμε κείνος. Τώρα θαρρώ πως είναι ο καιρός του. Εδώ και μπρός αρχίζουνε τα τσάφια . Το είπε με παράπονο μεγάλο.

-Περίεργο φαίνεται, ξαναείπα για να πιάσω λίγη κουβέντα.

-Δεν είναι περίεργο δα. Οι κακοσημαδιές φάνηκαν πως ο Μάρτης θα τα βάλη πάλι με την γρηά του.

-Μπα! Ποια γρηά? Ρώτησα τώρα περίεργος.

- Να! Τη γρηά που κυνηγάει. Πως? Δεν την ξέρεις συ?

-Όχι, του είπα και έσυρα  το σκαμνί του πιο κοντά του και κατά το τζάκι.

Ο φίλος μου έρριξε ξύλα στην φωτιά, ανάδεψε τη χόβολη. Σπίθες και σκλήθρες ξεπεράχθηκαν με τριζοβόλημα δαιμονισμένο.

-Εκεί κάτω στον κάμπο, άρχισε αργά αργά, μια γρηά κακόγρηα ζούσε. Η καλύβα της ήταν χτισμένη αγνάτια στο γιαλό. Ο λιακός μισογκρεμισμένος άφηνε να φαίνονται τα κοντάρια σαν δόντια από ορθάνοιχτο στόμα ξεδοντιάρικο.

Καλομοίρα, κακομοίρα ήταν, δεν ξέρω να σου πω. Είχε όμως το κουμάντο της. Πεντέξι αρνοκάτσικα και λίγα σύνεργα σπιτικά. Λεβέτι, σκαφίδι, σοφρά, και από τάλλα. Στον κόρφο της πάντα τη ρόκα έχωνε γεμάτη μαλλί από των προβάτων το κούρεμα κι’ αδιάκοπα έγνεθε΄. Ήτανε όμως κακιά, πολύ κακιά η παληόγρηα. Κανένα δεν άφηνε να πλησιάσει στη καλύβα της και τα παιδιά τα έδερνε που σίμωναν καμμιά φορά. Κανένας καλημέρα δεν της έλεγε κι΄ήταν μονάχη, άκληρη , μαγκούφα. Τριγύριζε σαν τη ζουρλή τον κάμπο με τα’ αρνοκάτσικα της. Φάντασμα σωστό του κάμπου ήταν λάμια ζωντανή. Πούθε κρατούσε η σκούφια της κανείς δεν ήξερε. Σταμάτησε.

Το τσίπουρο πήρε από το χέρι της μικρής του δυχατέρας και κέρασε στα ρακοπότηρα. Το ρούφηξε μονομιάς το ποτήρι του. Συνταύλισε πάλι τη φωτιά και πάλι εξακολούθησε.

-Του Μάρτη όλοι ξεύρουμε τις καλοσημαδιές. Και τις κακοσημαδιές το ίδιο. Πεζογελάει τρεις μέρες? Όλος ο άλλος, θυμός άγριος τα στήθια του θα πλακώνη. Θυμώνει τρεις μπροστά? Πεζογελάει τις άλλες. Η γρηά την καλοσημαδιά του Μάρτη είδε και ευχαριστήθηκε. Πάει πια ο φόβος κι’ η τρομάρα. Το άχτι του στις τρεις μπροστά το ξόγλησε και έπαψε ευθύς. Ήλιος λαμπερός έλουζε τα χωράφια στις στεριές και άνοιξη χαρούμενη μύριζε παντού.

 Τα χελιδόνια ήρθανε από μακρυά. Πετούσαν χαμηλά θεότρελλα και σύναζαν πηλό να χτίσουν τις φωλιές τους.

Παντού θεού χαρά. Και τα κοπάδια χαίρονται κι’ έβοσκαν χαρούμενα κάτω στα τσέπια που θάφιναν σε λίγο. Τα αρνάκια βέλαζαν και πηδούσανε και ο τσομπάνης το ξύλο του ξανάπιασε.

-Κι΄ηγρηά? Τόνε διέκοψα. Τι έγινε η γρηά η κακόψυχη?

-Τα’ αρνιά της έβοσκε κι’ αυτή σαν όλους. Χαιρότανε κι’ αυτή στις καλωσύνες του Θεού. Ο Μάρτης ήταν καλόβολος.

Σε λίγο τη θέση του θ’ άφηνε στ’αδέλφι του, τον Απρίλη. Είχε περάσει το κακό. Κι’ η γρηά κακόψυχη όπως ήταν, για να γελάση θέλησε. Και πείραγμα του Μάρτη από το λειβάδι άρχισε. Γυρίζοντας προς τη δύση απ’ ‘οπου ο Μάρτης έφευγε η γρηά του φώναξε αφίνοντας τη ρόκα της.

-Ε…Μάρτη γδάρτη και παλουκοκαύτη. Μ’ ακούς? Πριτς! Κι΄έδειξε τον  πισινό της. Τα ξεχειμώνιασα τα’ αρνοκάτσικα μου.

Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν και σύναζαν πηλό για τη φωληά. Οι προβατίνες βέλαζαν και τ’ αρνάκια πηδούσαν χαρούμενα.

Η γρηά ξεθάρεψε πιότερο. Το καλοκαίρι έμπαινε γοργά. Ο Μάρτης είχε φύγει. Τι ανάγκη πειά τον είχε? Και γυρίζοντας πάλι κατά τη δύση που ο Μάρτης έφευγε , του φώναξε πάλι εμπαιχτικά.

-Ε! Μάρτη, γδάρτη και παλουκοκαύτη. Φεύγεις? Δεν ακούς? Πριτς! Τα ξεχειμώνιασα τα αρνοκατσικάκια μου.

Δεν πρόλαβε ωστόσο να τριτώση την κοροιδία της. Τάκουσε ο Μάρτης και ωργίστηκε . Καλά κακά δεν ξέυρω. Θύμωσε πολύ και άναψε.

-Στάσου παλιόγρηα, της φώναξε από ψηλά. Στάσου και σου δείχνω γω. Και βάζοντας όλη του τη δύναμη βορριά και χιονιά απ’ τα πλεμόνια του κατέβασε.

Τη γρηά απ΄το πολύ το τσάφι, στο χαρανί της κάτω την τρύπωσε. Και κει που χοροπηδούσε και τουρτούριζε στο χαρανί από κάτω, ο Μάρτης της εφώναξε!

-ΕΕ! Μάρτη γδάρτη και παλουκοκαύτη, Πριτσς….! Ξεχειμώνιασα τα’ αρνοκατσικάκια μου. Σου άρεσε γρηά?

Μα η γρηά δεν τ’ άκουσε. Κάτω από το χαρανί τα πέταλα είχε τινάξει.

-Γι’ αυτό λοιπόν χιονίζει τώρα ο Μάρτης? Τον ρώτησα.

-Αμέ!? Θέλει και ρώτημα? Καλά κακά κάνει, δεν ξέρω.

Η φωτιά έκαιγε πολύ. Τριζοβολούσε και σπιθίριζε. Γλώσσες πύρινες έγλυφαν του τζακιού τα τοιχώματα.Λάμια αχόρταγη τα κούτσουρα ήθελε να ταπιή σύγκορμα.

Έξω το κρύο και το χιόνι κόρωνε. Ο Άι- Λιάς φορτωμένος από χιόνι ,οι ρεμματιές το ίδιο. Έπεφτε πότε μπαμπακήθρα και πότε ζάχαρη ψιλή σε σίφουνα φοβερό τ’ αγέρι.

-Καιρός π΄αναθέμά τον! Μουρμούριζε κάθε τόσο ο νοικοκύρης που με φιλοξενούσε. Πήρε τον κόσμο στο λαιμό του φέτο!



"ΦΙΛΑΓΡΑ" Του Γιώργου Σακκά 1933.Διήγημα.

 


ΦΙΛΑΓΡΑ

Ο Καραλής στην θάλασσα έριξε την άγκυρα. Η βάρκα με το σπρώξιμο των κουπιών άραξε στην αμμουδιά κι΄η πλώρη της καρφώθηκε στ’ άσπρα αμμοχάλικα.

Πρώτος πήδηξα στην αμμουδιά. Το ψάρεμα είχε τελειώσει πια. Οι συναγρίδες κοίτονταν στο πανέρι άφθονες. Ο ήλιος παιγνιδιάρης χρύσιζε και ροδόβαφε τα λέπια των. Στο μικρό λιμανάκι που σχημάτιζε η ρεμματιά του Γιαννιτσιού, η βάρκα μας, πάπια του γυαλού λικνιζότανε στ’ απαλό ανάσασμα της θάλασσας.

Κι’ ο Καραλής κι’ εγώ, τα σύνεργα του φαγητού ετοιμάσαμε. Λεβέτι βγάλθηκε απ΄την ψαρόβαρκα και στις μικρές τις ξέρες που νότιζαν απ’ του κύματος τη δροσιά, φωτιά πυρόγλωσση ανάψαμε. Δυο συναγρίδες. Φρεσκοξυσμένες βάρθηκαν να σιγοβράσουν στο λεβέτι…

Ο Καραλής το μουστερή του για να βρη κίνησε κατά το Γιαννίτσι. Τα χαμόσπιτα ξυφύτρωναν πιο ψηλά προς τα ζερβά και στα δεξιά μας πιο ξέμακρα στο διπλανό τον κάβο το κάστρο της Φιλάγρας ορθόστεκο φάνταζε. Γιαλός, από βότσαλο διαλεχτό, λουζόταν στο φως του καλοκαιριάτικου ήλιου. Στ’ αμμοχάλικα το κορμί μου ξάπλωσα. Απ’ το κουπί είχα μουδιάσει. Πίσω μου στο λεβέτι σιγόβραζαν οι συναγρίδες. Πλάι η θάλασσα καταγάλανη με τα’ ασημιά της ρέμματα ξαπλωνόταν άπειρη και μπρος μου η Φιλάγρα κατσουφιασμένη πάντα ορθόστεκε.

Γοργόφτερος ο ύπνος πάνω μου πέταξε και γρήγορα αποκοιμήθηκα βαθειά και ωνειρεύτηκα.

Γιαλός απέραντος , πλατύς, μπροστά μου ξαπλωνόταν ήσυχος. Στις ξέρες γύρω, καλύβες μικρές, χαμήγειες κι’ άπειρες σκηνές στρατιωτικές ύψωναν το κεφάλι τους. Άνθρωποι μύριοι, στα βράχια τριγυρνούσαν και στράτευμα σε κατασκήνωση έμοιαζε. Είχαν όλοι κορμί χυτό και λιγερό, σιδεροντυμένο. Στο στήθος τους, θωράκι σιδερόπλεχτο, πρόβαλλε πλατύ από τους ώμους και το κεφάλι ήταν κρυμμένο και αυτό σε χαλκομπρούτζινη περικεφαλαία. Κοντάρια μακριά στην άκρη σήκωναν λεπίδι κοφτερό που ξέσχιζε τα στήθεια.

Και στο γιαλό , ξυλάρμενα καράβια χρυσοστόλιστα αναπαύονταν στην θάλασσας τα’ απαλό στρωσίδι. Είχαν τη πλώρη σκαλιστή από χρυσάφι κι’ έβενο και ο σταυρός στη πρύμνα τους ήταν το μόνο σύμβολο.

Στον κάβο το μικρό πιο πέρα απ’ τη ρεμματιά κάστρο πελώριο χτιζόντανε . Κόσμος πολύς με γρηγοράδα δούλευε κι’ οι  σκλάβοι , μέρμυγκες σωστοί, ολονυχτίς κι’ ολημερίς τα υλικά μάζευαν. Οι τοίχοι ψήλωναν πελώριοι κι’ οι πύργοι με τα πυργόφρυδα μάτια στη θάλασσα εστήλωναν.

 Στην αμμουδιά την αμμοχάλικη θωρακοφόροι αρχηγοί έκαναν σουλάτσο. Το θωράκι τους ασημόπλεχτο, με το χρυσό σταυρό ζωγραφισμένο στην καρδιάς το μέρος, στου κάστρου τα πελώρια ντουβάρια έρριχναν συχνές ματιές. Το κύτταζαν και το καμάρωναν, λες κι’ ήθελαν να τελειώση μονομιάς και να το πάρουν.

‘Αξαφνα δυο απ’ αυτούς φιλονεικεία έπιασαν. Τα σιδεροντυμένα στέρνα τους φούσκωσαν μονομιάς και τα κοντάρια σείστηκαν στην κίνηση των χεριών  την βίαιη. Μέσα τους σιγόβραζε ο θυμός. Κι’ οι δυο μαζί συμφώνησαν το κάστρο το πελώριο να χτίσουνε. Τους κόπους τους χωρίσανε διπλούς. Τα υλικά το ίδιο. Ντουβάρια ο ένας βάκανε κι’ ο δεύτερος νερό τρεχάμενο μες’ την δεξαμενή θενάφερνε.  Κι΄οι δυο τους στο όνομα του κάστρου τα χαλάσανε. Το όνομα τους ήθελε να μπη του καθενός ξεχωριστά. Μα δε συμφώνησαν.

Και τα κοντάρια κίνησαν γοργά κι΄άστραψαν οι λεπίδες τους ψηλά στου ήλιου τις αχτίδες. Βρόντηξαν δυνατά τα σίδερα κι’ οι περικεφαλαίες  έσεισαν τα λοφία τους. Βλαστήμιες πέσανε απανωτά. Κι’ η πάλη άρχισε.

Ο ένας στον άλλον ρίχτηκαν μ’ ορμή και ο ίδρως πηχτός από το φαρδύ μέτωπο στα στήθια έπεφτε. Λαμποκοπούσαν οι σταυροί στο μέρος της καρδιάς και τα κοντάρια μέρος γυμνό πάσχιζαν να βρουν για να τρυπήσουν.

Σε κάποια βίαιη κίνηση τους ενός το στήθος απροφύλαχτο στον άλλον έδειξε. Σαν αστραπή του μπήχτηκε μισή οργία στα στήθη το κοντάρι. Τα χέρια του παράλυσαν, τα γόνατα λύγισαν και βαρύς σωριάστηκε στην αμμουδιά με το κοντάρι καρφωμένο στην καρδιά του.

Ξύπνησα,! Ο ήλιος έτσουζε φοβερά και στα μισόκλειστα μάτια μου τ’ όνειρο ζωντανό βαστούσε ακόμη. Το λεβέτι έβραζε και πλάι μου η θάλασσα το ολογάλανο στρωσίδι της άπλωνε.

Δεύτερος ύπνος έκλεισε τα μάτια μου και δεύτερο όνειρο η φαντασία μου έπλεξε.

Καράβια αμέτρητα στη ρίζα του κάστρου είχαν ρίξει άγκυρα . Είχαν τις σταύρωσες ψηλές και τα πανιά γερά καινούργια. Απ’ τα πλευρά τους έχασκαν των κανονιών τα στόματα και στο πρυμιό κατάρτι κίτρινο μισοφέγγαρο αντιφέγγιζε σε κόκκινη παντιέρα.

Στου κάστρου τα πυργόφρυδα τα καρυοφίλλια πρόβαλλαν δειλά των κανονιών ‘ αναμετρήσουνε  τη δύναμη. Κόσμος πολύς, θεόκλειστος στου φρούριου τους πύργους του Τούρκου το λεπίδι έφευγε. Μάταια ο γεννίτσαρος το χριστιανόκοσμο  που στης Φιλάγρας το κάστρο ζήτησε καταφύγιο να σφάξει θέλει. Μέρες τώρα προσπαθή με ξέγυμνο σπαθί το κάστρο να ρίξη, μα κείνο ατάραχο γεροθέμελο σε όλες τις φουρτούνες αντιστέκεται. Μπείγκο καταντά των κανονιών το αδιάκοπο πύρινο ξέρασμα και των Γεννίτσαρων τα θαρρετά γουρούσια.

Ξάφνου εκεί στ’ ασκέρια της αρβανιτιάς αντάρα γίνεται. Σον αρχηγό πασσά γρηούλα λιπόσαρκη εμπρός φέρνουνε σούρνωντας. Δυο αραπάδες κατάμαυροι την κρατούνε και με σπρωξιές την αναγκάζουνε να γονατίση.

-        Ποια είν’ αυτή? Ρωτά ο αρχηγός πασσάς.

-        -Αφέντη , δώσε προσταγές , οι αραπάδες κράζουν. Σου φρούριου την δροσερή πηγή την πιάσαμε. Να τηνε κρίνεις σου την φέραμε.

Το γένι του χαιδεύει ο πασσάς. Χαμογελάει πονηρά και παίζει τα ματόφρυδα.

-Πως βρέθηκες στο ριζιμιό τους κάστρου εσύ? Ποιος δρόμος σ’ ‘εφερε στην ρεμματικά δίχως οι Αρβανίτες να σε δουν?

Η γρηά αποσβολωμένη βουβή στέκει.

Ρωτά πάλι ο πασσάς.

-        Πως παίρνεται το κάστρο? Μίλα! Θα σου χαρίσω την ζωή.

Η γρηά τον κόμπο λύνει από την γλώσσας της το δέσιμο. Γοναστή παρακαλεί και κλαίει.

-        Αφέντη μου…πασσά μου…. Λυπήσου με…..

-        -Το κάστρο παίρνεται  και πως!?

-        -Θα σου το πώ το μυστικό. Λυπήσσου με ..

Κι΄η γρηά τρεμμάμενη να σηκωθεί πασχίζει. Οι Αρβανίτες την κρατούν.

-        Εμπρός πάμε! Της λέει ο πασσάς.

-        Μπροστά παν οι Αρβανίτες με την γρηά και πίσω ακολουθεί όλο το ασκέρι. Πειό κάτω από του κάστρου το ριζιμιό σπηλιά βαθειά  χάσκει στα θαμνόκλαδα.

-        - Το σπήλαιο τούτο πάρτε το βαθύ…αρχίζει η γρηά να λέη…και μες΄του κάστρου την απλόχωρη αυλή σας βγάζει…Αυτό είναι το μυστικό. Πασσά μου.

 

Κι’ η γρηούλα η λιπόσαρκη χάμω σωριάζεται.

Σαν τα θεριά χύμηξαν οι Γεννίτσαροι. Κουβάρι πήραν κι’  έδεσαν στο έμπα του βαθειού του σπήλαιου και μέσα ένας ένας με ξέγυμνο σπαθί ετρύπωνε.

 

Το κάστρο έτσι πάρθηκε. Και μέσα στην κοσμοχαλασιά  τη γρηά  προδότρα την κακούργα ψάχνω για να βρω. Τα δάχτυλα να σφίξω  θέλω , στο ρέπιο το λαιμό της ολόγυρα , τη βρώμικη ψυχή  να παραδώση στον τρισκατάρατο .

Κουνώ τα χέρια μάταια, μα νιώθω ένα σπρώξιμο γερό.

Τα μάτια μου ανοίγω . Πάνω μου ορθός ο Καραλής φωνάζει..

 

-        Τι διάβολο στον ύπνο σου ζητάς? Τα ψάρια?  Έτοιμα σε καρτερούν.

 

Κι’ η αλήθεια. Η μυρουδιά της κακαβιάς κορώνει και λιγώνει ολόγυρα.

 

Τρώμε και φεύγουμε γρήγορα.

 

Τη βάρκα πάλι τραβάμε στα βαθειά και πάλι την άγκυρα σηκώνουμε.  Χουφτώνουμε κι’ οι δυο μας τα κουπιά και λάμνουμε με ρυθμό. Η βάρκα μας θαλασσοπούλι στα διάφανα νερά πετάει.

Το λιμανάκι του Γιαννιτσιού πίσω τα’ αφήνουμε. Και πιο πέρα η Φιλάγρα στο διπλανό το Κάβο  ορθή στέκει, κατσουφιασμένη πάντα.

-         

Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Μια μαγική μουσική χορωδιακή βραδιά!



Με τον καλύτερο τρόπο ανοίγει και επισήμως η καλοκαιρινή περίοδος και γιορτάσαμε  την Μέρα της Μουσικής με την υπέροχη συναυλία που μας χάρησαν οι χορωδίες της Μουσικής Σχολής Σέβης Στελιάτου, "Μελίφωνος"με διεύθυνση της Βατής Ζωγράφου, η χορωδία του ΤΕΕ/ΤΚΜ Κεντρικής Μακεδονίας με μαέστρο την Άλκηστη Τόγια, και η χορωδία "Μυρτιά" του Montpelliier ,όπου η Σέβη Στελιάτου διδάσκει εδώ και χρόνια ελληνική Μουσική.

Θερμά συγχαρητήρια σε χορωδούς και μουσικούς που ερμήνευσαν τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζηδάκη.
Διαχρονικά και πάντα επίκαιρα, συγκινούν και αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές στις καρδιές των ακροατών.
Με το καλό να ξανασυναντηθούν και να συνεχίσουν αυτό το όμορφο μουσικό αντάμωμα με εμάς θεατές και ακροατές.












 

Η παράδοση της Ήρας στον Δία στην Όχη. (σε μια άλλη ανάγνωση)

 



  


Η Ήρα , νεαρή κοπέλα τότε, χιλιάδες χρόνια πριν, είχε πάει μια βόλτα στον Καστανόλογγο να μαζέψει παιωνίες να στολίσει τα μαλλιά της, μιας και ήταν αρχοντοπούλα, κοτζάμ κόρη του Κρόνου και της Ρέας.
Ήταν Άνοιξη, τα πουλάκια κελαϊδούσαν οι σπιτζαετοί την κοίταζαν με μισό μάτι, ενώ με το άλλο μισό, ξετρύπωναν αγριοκούνελα και χελώνες για να τα πάνε στην φωλιά τους.
Ο Ουρανός ήταν καθαρός και αραιά άσπρα σύννεφα στεφανοσκεπούσαν την κορφή της Όχης ενώ ο ανοιξιάτικος αέρας στέγνωνε την υγρασία στην γη.

Δεν είχε πάρει μαζί την συνοδεία της γιατί ήθελε να μείνει μόνη .Μόνη με τις σκέψεις της μιας και η ηλικία της την γέμιζε ερωτήσεις για το μέλλον της και συγκεκριμένα για τον μελλοντικό της σύζυγο.
Το ήξερε η νεαρή Ήρα ότι δεν ήταν εύκολο να βρει ταίρι μιας και η καταγωγή της μείωνε απελπιστικά τις επιλογές της.
Ποιος θα ήταν κατάλληλος για την κόρη του Κρόνου, που εξόριστος στα Τάρταρα τώρα πια δεν μπορούσε να τους κακό, αλλά όπως και να έχει την ρετσινιά την είχε . Από τότε πίστευαν ότι μερικά πράγματα είναι κληρονομικά και οι διάφοροι Θεοί, δεν την πολυεμπιστευόταν για να την ζητήσουν σε γάμο.
Ευτυχώς η Ρέα, έδειχνε κατανόηση και την παρηγορούσε όσο μπορούσε λέγοντας της ότι αφού οι απλοί θνητοί μπορούν να φτιάξουν την μοίρα τους, θα τα κατάφερνε και αυτή διπλά σαν θεά. Άλλωστε η Ρέα ήξερε καλύτερα από τον καθένα ότι με την εξυπνάδα και την πονηρία όλα γίνονται.
Εν τοιαύτη περιπτώσει, η Ήρα τώρα ζούσε μακριά από τον κόσμο, όπως άρμοζε σε θεά, αλλά δεν έπαυε να έχει και τις σκέψεις των ανθρώπων που έβλεπε να χαίρονται στην ζωή πράγματα που για αυτήν ήταν απλησίαστα ενώ στο μυαλό της κλοθογύριζαν τα λόγια την μαμάς της.
Τους έβλεπε να ζευγαρώνουν και είχε σχεδόν αποφασίσει να παρατήσει σύξυλο το θεϊκό συνονθύλευμα και να πάει να ζήσει με τους ανθρώπους μεταμφιεσμένη σε μια κανονική θνητή.
Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και κάθισε στην άκρη του δάσους να θαυμάσει την θέα των νησιών που ήταν απλωμένα στον Νότιο Ευβοϊκό μακριά από την αγκαλιά του κόλπου.
Σε κάποια άλλη μεριά του δάσους ο Δίας καιροφυλακτούσε εντυπωσιασμένος από την ομορφιά και τα νιάτα της Ήρας.
Έλειπε καιρό στην Κρήτη και μετά την Τιτανομαχία και την απόλυτη νίκη του πάνω στον Κρόνο και δεν είχε δει την Ήρα να μετατρέπεται σε μια όμορφη νεαρή γυναίκα.
" Θα φταίει το μέλι της Όχης" , σκεφτόταν ο Δίας, και την γλυκοκοίταζε αλλά ήξερε ότι η Ήρα δεν θα δεχόταν ποτέ να πλαγιάσει μαζί του. Tου είχε πει η μητέρα του ότι η Ήρα σκεφτόταν πολύ τον γάμο και δεν έκανε επιπόλαιες σχέσεις.
Εκεί που προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να την πλησιάσει πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι του ένας κούκος.

Το βρήκα! Σκέφτηκε ο πονηρός Δίας και αμέσως μεταμορφώθηκε σε κούκο που άρχισε να πετά προς το μέρος της Ήρας.Έπεσε στα πόδια της και έκανε ότι έτρεμε από την πρωϊνή δροσιά,αν και ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να ζεσταίνει την πλάση.Εκείνη τρόμαξε στην αρχή, αλλά μετά έσκυψε και πήρε το πουλάκι στην αγκαλιά της και το τύλιξε μέσα στον μανδύα της για να το ζεστάνει.Ξαφνικά το πουλί μεταμορφώθηκε και η Ήρα βρέθηκε να παλεύει για να ξεφύγει από την αγκαλιά του Δία."Άσε με" του φώναζε, " Δεν ντρέπεσαι καθόλου Θεός άνθρωπος να κάνεις τέτοια κόλπα!"
Ο Δίας άρχισε τα καλοπιάσματα και τις μαλαγανιές."Εγώ που σε αγαπώ, που σε θέλω, που είσαι η πιο όμορφη θεά από όλες, που έχεις ομορφύνει τόσο πολύ και με έχες θαμπώσει.."
H Ήρα άρχισε να κάμπτεται σιγά σιγά, σκεφτόταν και τις επιλογές που λέγαμε πιο πάνω, και όσο περνούσε η ώρα τόσο και λιγόστευαν οι αντιστάσεις της. Όχι μόνο αυτό αλλά αν παντρευόταν τον Δία, θα ήταν η πρώτη θεά και θα διαφέντευε σε Γη και Ουρανό με την συγκατάθεση της Γαίας και του Ουρανού εννοείται." Κοίτα ", του είπε στο τέλος, διπλώνοντας σφιχτά τον μανδύα γύρω της. " Εγώ χωρίς γάμο, δεν σε αφήνω να με ακουμπίσεις ! Αν θέλεις να με παντρευτείς και να με έχεις με τιμή και με στεφάνι, ευχαρίστως! Να δούμε και τι θα πει και η μαμά!"
"Τίποτα δεν θα πει η μαμά! Εγώ είμαι ο βασιλιάς θεών και ανθρώπων και θα παντρευτώ όποια θέλω""Και όσες θέλω και θα πηγαίνω με όποια μου καπνίσει" σκέφτηκε ο Δίας, αλλά δεν το είπε εκείνη την ώρα. "Εντάξει τότε", έδωσε την συγκατάθεση της η Ήρα και άνοιξε τον μανδύα της για να αγκαλιάσει τον Δία.
Εκεί πάνω στην κορφή της Όχης μέσα στα δρακόσπιτα που τα είχαν κτίσει προς τιμήν της οι άνθρωποι του βουνού και της πήγαιναν κάθε άνοιξη θυσίες, έγινε ο γάμος της Ήρας και του Δία και από τότε υπέφερε πολλά από τις απιστίες του αλλά εκείνη τίμησε το στεφάνι της και έγινε θεά του γάμου.Μιας και Θεοί είναι αθάνατοι η Ήρα υποφέρει μέχρι και σήμερα από την ζήλια της και όποτε ο Δίας της κάνει απιστίες εκείνη παρατάει τον Όλυμπο και έρχεται στην Όχη, εκεί στο Καστανόδασος στο σημείο που έγινε για πρώτη φορά δική του, και καταριέται την αιώνια μοίρα της που της έταξε να είναι με τέτοιον άπιστο σύζυγο.Αν τύχει να είσαι εκεί δεν θα την δεις, αλλά μπορείς να ακούσεις τις κραυγές της μέσα στον βοριά που αλυχτά ανάμεσα στις πετρωμένες πλαγιές και τα χαλάσματα των δρακόσπιτων.

Με άριστες εντυπώσεις το 21ο Πανελλήνιο Χορωδιακό Φεστιβάλ στην Κάρυστο.

Ρούλα Κορδόνη.  Ο μουσικός δίαυλος Καρύστου, πραγματοποίησε το 21ο πανελλήνιο χορωδιακό φεστιβάλ του. Ένα διήμερο που τα είχε όλα! Πολύ μουσ...