Ήταν το μακρινό 1981 και αυτή είναι μια μικρή περιγραφή του δρόμου που αποκαλούμε
"Οβρέικα". Την είχα γράψει σε ένα πρόχειρο χαρτί , εκεί που έγραφα τότε που δεν υπήρχαν τα blogs, να τα γράψω δημοσίως,
Πολλές φορές λένε για μας ότι δεν θα γράφαμε αν δεν ήταν τα blogs, όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση είναι πολύ συγκινητικό να έρχεσαι σε επαφή με τον νεότερο εαυτό σου και να βλέπεις τι σκέψεις έκανες στην μακρινή σου νιότη.
Ο κόσμος φώτισε και λάμπει η Γη ολόκληρη από την χαρά της σήμερα. Μετά τόσο καιρό, ο ήλιος ξαναβγήκε να μας φτιάξει το κέφι.
Οι άνθρωποι άρχισαν να κινούνται όπως χτες και πέρυσι. Όπως προχθές και πρόπερσι. Άνοιξαν τα παράθυρα και τεντώθηκαν τα χαλιά και στα στρωσίδια στα μπαλκόνια. Οι μπάρες έπεσαν, οι κλειδαριές έτριξαν και τα ρολά σηκώθηκαν.
Οι μηχανές των αυτοκινήτων ξανά άρχισαν να ξεφυσούν καυσαέριο, και οι πρωινές κουβέντες αντήχησαν.
Ο δρόμος ξύπνησε . Άλλη μια μέρα αρχίζει στον πιο κεντρικό δρόμο της πόλης μας.
Στενός και μακρύς μαύρος και τυραννισμένος , τον θυμάμαι τόσα χρόνια και στέκει στο ίδιο μέρος και να κουβεντιάζει με μια πλαγιά από την μια, και την θάλασσα από την άλλη.
Πρώτοι του πελάτες άνθρωποι με την θητεία του ήλιου στα πρόσωπα και τα χέρια αργασμένα από την δουλειά.
Έγνοιες, χαρές και βάσανα αυλάκωσαν τα πρόσωπα τους και ο δρόμος είναι αυτός που πρώτος τα γνώρισε.
Τα ένιωσε από την ελαφράδα του βήματος η από κάποιο δάκρυ και το ένιωσε να χάνεται κάτω από την πατούσα κάποιου περαστικού.
Θεατής όλων αυτών που συμβαίνουν και κατά κύριο λόγο αποτελούν την κινητήρια δύναμη της ζωής μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου