Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Ο Νίκος Οικονομίδης στην εκδήλωση του Χορευτικού Καρύστου στις 6 Ιουλίου!

 


Διαμαρτυρία της Κοινότητας Καρύστου προς το Υπουργείο Ναυτιλίας

 

πηγή Notiosevoikos.blogspot.com
Επιστολή - Διαμαρτυρία του Πρόεδρου της Δημοτικής Κοινότητας Καρύστου Βαγγέλη Σπύρου προς το Υπουργείο Ναυτιλίας

Η διαμαρτυρία της Κοινότητας Καρύστου προς το Υπουργείο Ναυτιλίας που στάλθηκε 27/05/2025 και την οποία υποστήριξε ο δήμαρχος Καρύστου με νέα του επιστολή πριν μερικές ημέρες!

Κάποιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο, ειδικά με την κωλυσιεργια της επέκτασης του λιμένα Καρύστου, να αποκλείσουν την Καρύστο από την ισορροπη ανάπτυξη της ακτοπλοΐας!

Σήμερα 17/6 ακόμα περιμένουμε συνάντηση στο υπουργείο.

Η συνάντηση που είχε προγραμματιστεί για την περασμένη Πέμπτη ακυρώθηκε από πλευράς υπουργείου.

Όπως έχω δηλώσει πολλάκις, το θέμα της επέκτασης του λιμένα και η μη σύνδεση της Καρύστου με τις Κυκλάδες είναι 'κόκκινη γραμμή' για εμένα, από την στιγμή που την θέλει η συντριπτική πλειοψηφία του Καρυστινου Λαού!

Η ανάπτυξη δια θαλάσσης δεν πρέπει να είναι μονόπλευρη!

'Βρέχει' εκατομμύρια παντού γύρω γύρω.....



Νησιωτικό γλέντι από την Κομματική Οργάνωση Καρύστου του ΚΚΕ στο Γενικό Λύκειο Καρύστου



Νησιωτικό γλέντι από την Κομματική Οργάνωση Καρύστου του ΚΚΕ το Γενικό Λύκειο Καρύστου

Παρασκευή 11 Ιούλη - Έναρξη 22:00 -  Γενικό Λύκειο Καρύστου

Με τον Nikos Fakaros και τους Musicaroi

Συμμετέχουν:
Νίκος Φάκαρος, βιολί, τσαμπούνα
Δημήτρης Ρέντας, μπουζούκι, λαούτο, τραγούδι
Δημήτρης Μωραΐτης, μπάσο, κιθάρα, τραγούδι
Αποστόλης Κυπραίος, κρουστά
Μαρία Καραγκιόζη, τραγούδι

"ΜΠΙΡΟΓΙΑΝΝΟΣ" Διήγημα του Γιώργο Σακκά 1933

Βιβλίο του Γεωργίου Σακκά Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΧΑΡΤΖΑΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. 




ΜΠΙΡΟΓΙΑΝΝΟΣ

Γλυκός ,σιγανός, παθιάρικος μαγεμένος  ο ήχος της φλογέρας, έφτανε ανάκατος στ΄αυτιά μας με το αχολόγημα των τροκανιών.

Το αλαφριό αεράκι που έκανε τα φύλλα να σιγοτρέμουν , έφερνε καλόδεχτα στ’ αυτί τα γυρίσματα του τραγουδιού.

Λες κι’ ήταν μαγεμένος ο βοσκός , πού ‘παιζε στο σύθαμπο τη φλογέρα του. Στ’ ορθόστεκο κοτρώνι της αντικρυνής ράχης καθισμένος σταυροπόδι, έπαιζε , όλο έπαιζε.

Απόκοσμος ηχός ήταν, λάγγεμα κάποιας ανείπωτης ψυχικής χαράς και λύπης το τραγούδι του. Έβγαιναν οι φωνές σμιχτές καλοδεμένες , η μια κοντά στην άλλη. Συχνά πυκνά λύγιζαν κι’ ‘αρπααν την ανηφοριά κάποιας πολύ χαρούμενης κλίμακας η κατέβαιναν μ’ ορμή χειμαρώδικη στο κατρακύλισμα της λύπης.

Το σύθαμπο συσκότιζε πιότερο τα πράγματα. Τα βουνά τριγύρω, μαύροι ίσκοι ολόγυρα. Αραπάδες κακόβουλοι, φαίνονταν που πεθυμούσαν να σε καταπιούν σύγκορμο. Ο ουρανός, στων αστεριών την αντιφεγγιά, χαλί μυριοπλούμιστο της ζωτικής της νύχτας εργόχειρο, σκέπαζε σεντόνι καλοκαιρινό τη γη. Και στην απόλυτη εκείνη ερημιά το ξύλο του βοσκού έβγαζε πότε φωνές γλυκειές  απαλοκυματούσες , πότε στριγγές ανάτριχες που σου φανέρωναν γδυτό τον πόνο της ψυχής σύξυλο.

Τα τροκάνια των κοπαδιών δεν αχολογούσαν πια απ’ τις αντικρυνές  βουνοπλαγιές και το αραιό σαλαγητό πνίχτηκε στην βουβαμάρα της νύχτας. Το κοπάδι, καλόβολος λαός , ψάχνοντας να βρει τη χόρταση στη γη , αμίλητο κι΄ειρηνικό έφυγε μακριά. Τράβηξε πίσω σ’ άλλες βουνοπλαγιές να βρει τη γη της επαγγελίας του.

Το ξύλο μονάχα και το τραγούδι ακουόταν. Κι΄ήταν το τραγούδι εκείνο κάποιος βαθύψυχος καημός του έρμου του βοσκού που ξωτερίκευε λύπη ανείπωτη με λόγια.

Στης νύχτας το σύγκρυο και της ερημιάς την ανατριχίλα από την αντικρυνή βουνοπλαγιά έφτανε ανάκατος ο ήχος της φλογέρας ως εμάς. Και στο αχολόγημα της ρεματιάς έφταναν οι λέξεις, σκούξιμο θλιβερό.:

-Μπίρο μ΄Γιάννο μ’

Ο αγωγιάτης μου ταράχτηκε. Κεντρίζοντας ρο μουλάρι που κατέβαινε με προσοχή την κατηφοριά προς το Δημοσάρι μουρμούρισε :

-Πάλι τον Μπιρόγιαννο αυτός ο Κόλλιας. Πάλι κάποιο αρνί θα τούκλεψαν.

Ποιος είναι ο Κόλλιας? Τον ρώτησα λύνοντας και γω τη σιωπή που μας κρατούσε τόση ώρα.

-        Να ο Κόλλιας, αποκρίθηκε πάλι ο αγωγιάτης. Ο Κόλλιας από τους Γιαννοσσαίους.

-        -Και τούκλεψαν πρόβατα?

-        - Αμ’ δα. Συνήθειο τόχουμε μεις.

-        -Και είναι καλό μωρέ Δράκο?

-        - Καλό κακό , τι να γένη? Να μη κλέψεις?

-        -Ώστε πρέπει να κλέψεις?

-        -Αμ΄δεν το βρίσκω και γω σωστό μα τι τα θές? Πάει να σε μαγαρίς΄ο άλλος.-Κακή συνήθεια.

-        -Γι’ αυτό τρέχουμε κάτω ολοένα. Έτσι σκοτώθηκε κι΄ο Μπιρόγιαννος.

-        -Για τις κλεψιές? Κλέφτης ήταν?

-        -Άκα. Κλέφτης δεν ήταν, μα τον περάσανε.

-        Ποιος τον σκότωσε?

-        Ο πατέρας του. Ο ίδιος ο πατέρας του.

-        Μωρέ τι λες?

-        Ναι, αλήθεια λέω. Μας τώπαν οι παπούδες μας

-        Είναι ιστορία?

-        Και τραγούδι. Δεν τα’ ‘ακουσες? Ο Κόλλιας τώπαιζε.

-        Γι’ αυτό ήταν γλυκό και ωραίο?

-        Αμ΄δα..Τι λιές. Ο γέρος το ταίριαζε μονάχος και τώπαιζε ώσπου πέθανε.

-        Τι ξέρεις εσύ γι΄αυτό?

-        Ότι σου ‘πα. Έτσι μας τώπαν κι΄οι παπούδες μας.

-        Και χτυπώντας το μουλάρι του.. –Ντε…Σκάρα…ντε…. Αμ΄τι να ξέρουμε μεις….Αρβανίτες άνθρωποι…

-        Πως τον σκότωσε μωρέ Δράκε? Για πες..

-        Τι να πω? Κοπάδι είχαν χιλιμέτρητο. Σε όλα τα στανοτόπια τα γύριζαν. Πατέρας και γυιός το κουμαντάριζαν μερονυχτίς. Ώστόσω οχτροί κακόβουλοι βάλθηκαν να το μαγαρίσουνε. Ο γέρος πήγε να χάσει το νού του. Το ίδιο και το παιδί.

-        Και πως το σκότωσε το παιδί ο πατέρας?

-        Αμ΄δεν τώθελε. Για κλιέφτη τον πέρασε. Στην χώρα τώστειλε να βρη έμπορα για το τυρί και το παιδί πήγε και γύρισε γρήγορα. Ο γέρος που δεν το περίμενε την νύχτα κείνη για ξένο το πήρε και το σκότωσε.

-        Κι΄ο γέρος τι απόγεινε?

-        Τους λόγγους πήρε σκούζοντας. Στο ξύλο τον έλιεγε το πόνο και τον καημό του.

Το μουλάρι στάθηκε. Εφτάσαμε στο κονάκι. Πήδηξα κατά γης και ξάπλωσα σ’ ‘ένα τάσο. Το ίδιο έκανε και ο αγωγιάτης μου. Η γυναίκα του , μια αντρογυναικάρα, κουμάνταρε τα ζα.

Στο δρυ κρεμόταν ένας λύχνος. Πιο πέρα το χαραντί σιγόβραζε στην φωτιά που τριζοβολούσε αχόρταγη. Ο τραχανάς έβραζε και κόχλαζε σαν δαίμονας μες’ της φωτιάς τη βράση.

Το καζάνι πισόγυρτο ακουμπισμένο , πιο πέρα έσταζε ακόμα γάλα από της πήξης τον ξεγλυτωμό . Κι’ οι τσαντήλες κρεμασμένες έσταζαν κι’ αυτές. Δάκρυ διάφαντο από του τυριού το στράγγισμα.

Το σκοτάδι είχε πήξει πια καλά τριγύρω. Τα βουνά πελώριοι ίσκιοι φάνταζαν, Αράπηδες κακόβουλοι κι΄έτοιμοι να σε καταπιούν σύγκορμα. Κι’ ο ουρανός , μυριοπλούμιστο χαλί σκέπαζε σεντόνι καλοκαιρινό τη γη.

Από μακριά , πολύ μακριά το αχολόγημα της ρεματιάς του Δημοσαριού έφερνε καλόδεχτα στ΄αυτί τα γυρίσματα κάποιου τραγουδιού πούπαιζε φλογέρα μαγεμένη. Έβγαιναν οι φωνές σμιχτές, καλοδεμένες η μια κοντά στην άλλη. Συχνά πυκνά λύγιζαν κι’ ‘επαιρναν την ανηφοριά κάποιας χαρούμενης κλίμακας η την κατηγοριά σε κάποια λύπη.

Και σο’ όλα αυτά ξεχώριζαν καθαρά οι λέξεις σαν σκούξιμο θλιβερό

-Μπίρο μ΄Γιαννο μ....


-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η φράση «Μπιρό μ’ Γιάννο» είναι σε ποντιακή διάλεκτο, και προέρχεται από τον Πόντο — την περιοχή του Εύξεινου Πόντου όπου ζούσαν οι Πόντιοι Έλληνες.

Αναλυτικά:

  • Μπιρό μ’ σημαίνει αδελφέ μου, φίλε μου, σύντροφέ μου. Η λέξη «μπιρ» ή «μπιρές» στα ποντιακά προέρχεται από την τουρκική λέξη "birader" (αδελφός).

  • Γιάννο είναι το υποκοριστικό του Ιωάννη.

Άρα, «Μπιρό μ’ Γιάννο» σημαίνει:

👉 «Αδελφέ μου, Γιάννη» ή «Φίλε μου, Γιάννη».

Είναι φράση τρυφερή, φιλική, που εκφράζει οικειότητα και συναισθηματικό δέσιμο. Συχνά τη συναντάμε σε ποντιακά τραγούδια ή σε συζητήσεις μεταξύ Ποντίων, με έντονη συγκινησιακή φόρτιση.

Στα Αρβανίτικα — δηλαδή την παλιά αλβανική διάλεκτο που μιλούσαν (και μιλούν ακόμα λίγοι) οι Αρβανίτες στην Ελλάδα — η φράση «Μπιρό μ’ Γιάννο» δεν υπάρχει με την ίδια μορφή, αλλά μπορούμε να δώσουμε το αντίστοιχό της.


Πώς θα λεγόταν «Αδελφέ μου, Γιάννη» στα Αρβανίτικα;

Πρώτα κάποιες βασικές λέξεις:

  • Birbirë) σημαίνει γιος, αλλά ανάλογα με τα συμφραζόμενα μπορεί να εκφράζει και αγαπημένο πρόσωπο (σαν «παιδί μου», «αδελφέ μου»).

  • Vëllavëlla im) είναι το αδελφός (όπως στα σύγχρονα αλβανικά).

  • Η κτητική αντωνυμία «μου» είναι -im-ëm, ανάλογα την περιοχή).


Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

"ΧΑΡΧΑΜΠΟΛΗ" του Γεώργιου Σακκά 1933

 Στο βιβλίο  του Γεώργιου Σακκά με τίτλο Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΧΑΡΤΖΑΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ( ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ) ,αντιγράφουμε το διήγημα με τίτλο ΧΑΡΧΑΜΠΟΛΗ. 



ΧΑΡΧΑΜΠΟΛΗ

Χαρχάμπολη..Αρχιμόλι…όπως θέλεις πέστο. Κει κατοικούσαν άνθρωποι κακόψυχοι κάποτε. Τα σκέλεθρα τους φαντάζουν ως τα σήμερα στους άγριους βράχους τους απότομους , σαν από ξέγυμνο σπαθί κομένους…Κι’ ο Αρβανίτης ανάβοντας την ίσκα του, ρούφηξε δυο τρεις φορές το τσιμπούκι του κι’ έφτυσε χάμω στο πηλόστρωτο χώμα της καλύβας του.

-        Κι’ απέχει από δω το Αρχιμόλι? Τους ρώτησα.

-        -Δυο δρακελιές ..μ’ απάντησε. Κει κάτω βρίσκεται, στη ρεματιά της Ζαχαριάς. Κι’ έδειξε με το δάχτυλο ανατολικά.

Πήρα το κατσικόδρομο που μούδειξε. Άγρια της Ζαχαριάς η ρεματιά, απ’ του Άι-Λια τις βορειοανατολικές βουνοπλαγιές ροβολάει ως τις απότομες ακτές του Κάβο Ντόρου. Θεοσκότεινο το πέρασμα απ’ του αφρού τον καπνό-φοβέρα και τρομάρα των θαλασσινών-σπάζει μανιακά τα’ αγρια του κύματα στους ορθόστοκους βράχους.

Η Άντρο πάλι, αλαφιασμένη, περήφανα σηκώνει το κεφάλι της να ξαγναντήσει στα μπουγάζια το άσκεφτο πλεούμενο, που λησμονήθηκε στο πέλαο, έρμο στην λύσσα του βορριά. Να το φωνάξει καρτερεί μεσ’ στο λιμάνι το καλόδεχτο.

Και ο Αράπης, το άγριο ακρωτήρι, πιο βορεινά, με το ‘ άσπρο του σπιτάκι-το φάρο- μάτι μέσ’ στο σκοτάδι της ερημιάς φαντάζει κι’ αυτός επίβουλος  ε τους άγριους βράχους , των γλάρων θεριόχτιστο παλάτι.

Εκεί, που τελειώνει η ρεματιά η άγρια με τα γυμνά της ογκολίθαρα ζερβόδεξα σκορπισμένα κι΄αρχίζει η μανιακή η θάλασσα να στρώνει το στρωσίδι της , το Αρχιμόλι φαντάζει κάστρο απόρθητο. Κάστρο είναι και μοιάζει σαν τείχος πόλης πανάρχαιης. Τείχος πόλης πανάρχαιης είναι και μοιάζει σαν βράχος λεύκωμα, που κει αποτυπώθηκε η ιστορία του παληού του ανθρώπου, του πρωτόγονου ακόμα.

Στο ξεφτισμένο χώμα των βράχων του φαντάζουν ατόφιοι, λες και βάλθηκαν επίτηδες, ως τα σήμερα, λογής λογής οι σκελετοί ανθρώπων που έζησαν στην παλαιολιθική εποχή και χάθηκαν χιλιάδες χρόνια από μας πρωτύτερα.

Εκεί ψηλά, θωράκι βλέπεις ξέγυμνο , πλατύστερνο, εκέρηο. Στέκει κρατώντας σφυχτά στις κλείδωσες, πλευρές ζευγαρωτές, ακέρηες.

Δίπλα, κεφάλι ζώου άγριου χάσκει το στόμα αχόρταγο. Το κάτω του σαγόνι σου δείχνει δόντια σουβλερά έτοιμα να δαγκώσουν. Και οι κοφτήρες του απάνου σαγονιού τροχισμένοι είναι, λες και θέλουν σάρκες ωμές για να ξεσχίσουν.

Σε χώμα γληνωτό ασπροκόκκινο, χάρι πελώριο στέκει στου πλέξιμου την κίνηση απολιθωμένο.

Ο χρόνος ξεθώριασε τη ραχοκοκκαλιά και μόνο το σχήμα , που απόμεινε στο χώμα μαζί με λίγα κόκκαλα- σποδό και κείνα- δείχνει πως έζησε χιλιάδες χρόνια από μας πρωτύτερα. Και κει, στο γύρισμα της ράχης του , απ’ τη κίνηση την απότομη που κάνει η ουρά του, νομίζεις πως και τώρα πλέχει ορθοπλώρικο στου κύμματου την ορμή και στου ρέματου την αντίθετη κατεύθυνση.

Καβούρια, οστρακόδερμα, γλώσσες και πεταλίδες, αστερίσκοι κι΄άλλα διάφορα θαλασσινά, στολίδια της θάλασσας κρέμουνται άπειρα στους απότομους εκείνους βράχους.

Σημάδια τρανά του κόσμου την πρώτη ύπαρξη σου δείχνουν τώρα. Κι΄οι γεωλόγοι που συχνά τα επισκέπτουνται, του κόσμου θέλουνε να βρουν την γέννηση στα άψυχα αυτά σκελέθρια που τη μαρτυράνε.

Λες και βάλθηκαν από χέρι ανθρώπου εκεί ψηλά σαν σε βυζαντινό ψηφιδωτό πάνω από μυριοσκάλιστο κιονόκρανο η θόλο μεγάλης εκκλησιάς . Θαρρείς πως χέρι ανθρώπου τα ταξινόμησε σαν άλμπουμ φυσικό να δείχνουν έτσι σ΄όλους την εξέλιξη της φύσης σ’ ‘όλα τα είδη της.

Και οι σεισμοί και το νερό της θάλασσας που σιγογλύφει νυχτοήμερα τα πόδια της Χαρχάμπολης, ξεθώριασαν τον πίνακα της φύσης και της παλαιοντολογίας τη σωτήρια πηγή.

Εκεί που τελειώνει η ρεμματιά της Ζαχαριάς κι΄αρχίζει η μανιακή θάλασσα να στρώνη το στρωσίδι της , το Αρχιμόλι φαντάζει κάστρο απόρθητο . Κάστρο είναι και μοιάζει τείχος  πόλης πανάρχαιας. Τείχος είναι και μοιάζει βράχος , λεύκωμα της ιστορίας του παλαιολιθικού ανθρώπου. Στο ξεφτισμένο χώμα των βράχων των απότομων, φαντάζουν σκελετοί ατόφιοι ζώων και ανθρώπων λογής λογής.

Θαρρείς πως βάλθηκαν από ανθρώπου χέρι σαν σε βυζαντινό ψηφιδωτό, πάνω από μυριοσκάλιστο κιονόκρανο η θόλος μεγάλης εκκλησιάς.

Ο Αρβανίτης που περνά από Αρχιμόλι απ΄την αντικρυνή βουνοπλαγιά, περνά και προσπερνά κουνώντας το κεφάλι του. Το Αρχαμόλι είναι δω σου λέει από συνήθεια.

Θεική κατάρα έκαψε και λίθωσε την πλάση την κακόψυχη.

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

Για το Καταφύγιο αδέσποτων. Από την Θέση "Κούτικας" στον "'Αγιο Γεώργιο"

 Για πιο λόγο δεν κρατήθηκε η αρχική έκταση? Τι μεσολάβησε και άλλαξε η τοποθεσία έτσι ώστε να εγκριθεί η πλέον ακατάλληλη τοποθεσία στον Άγιο Γιώργη, σε πολύ κοντινή απόσταση σε μόνιμες κατοικίες κλπ?


"Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καρύστου αφού άκουσε την εισήγηση του Προέδρου, έλαβε υπόψη του τις διατάξεις του αρ. 185 παρ. 2 του ν. 3463/06, μετά από διαλογική συζήτηση,
ο μ ό φ ω ν α Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ε Ι
Εγκρίνουμε την δωρεάν παραχώρηση της χρήσης έκτασης 4-8 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στον πρώην ΧΑΔΑ του Δήμου Καρύστου, στην θέση «Κούτικας», στον Φιλοζωικό Συλλόγου Καρύστου προκειμένου να ιδρυθεί και να λειτουργήσει καταφύγιο αδέσποτων ζώων.
Αμέσως μόλις παραδοθεί από τον εργολάβο το έργο της αποκατάστασης του ΧΑΔΑ θα γίνουν ενέργειες για την περίφραξη και την διαμόρφωσή του ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει το καταφύγιο αδέσποτων ζώων του Δήμου Καρύστου. Ο Σύλλογος θα αναλάβει τις επικουρικές ενέργειες για την αδειοδότηση και την χρηματοδότηση της λειτουργίας του καταφυγίου. Η απόφαση αυτή έλαβε αύξοντα αριθμό 149/2018"


Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΧΑΡΤΖΑΝΑ του Γεώργιου Κ. Σακκά το 1933!

Στο εικοστό τεύχος του πέμπτου έτους του Περιοδικού " Στην ηχώ της Εύβοιας"  του 2012 της Ιωάννας Μούτση,διαβάζουμε ένα πολύ συγκινητικό διήγημα που έρχεται από το μακρινό 1933! 

Το περιοδικό μαζεύει θησαυρούς λαογραφικούς και άλλους και εμείς οι συνδρομητές, τα φυλάνε παρακαταθήκη και μαρτυρία για τις επόμενες γεννιές. Μιας και αυτές τις μέρες με απασχολεί πάρα πολύ η τοποθεσία γύρω από το Χαρτζάνι αλλά και την ευρύτερη περιοχή, νομίζω ότι είναι μια καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε περισσότερα πράγματα για τον κάμπο, το δικό μας χωριό


.



ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ-ΔΙΗΓΗΜΑ

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΧΑΡΤΖΑΝΑ του Γεώργιου Κ. Σακκά το 1933!

Εκεί που άλλοτε περήφανος γεροθέμελος ο πύργος της Χαρτζάνας , της τρανής βασίλισσας, ρημάδια τώρα κοίτουνται οι πέτρες και τα ντουβάρια. Ξέθωροι οι τοίχοι και χαλασμένα τα πυργόφρυδα δείχνουν ακόμα τη δύναμη του πανάρχαιου χτιρίου που έκλεισε κάποτε  δόξα και τιμή του την πολυχρονεμένη βασίλισσα. Εκεί που άλλοτε φώλιαζε η αρχοντιά και τα πλούτη,κουρούνες τώρα χτίζουν τις φωλιές. Στα ξεφαντώματα των ασκεριών της ξακουστής βασίλισσας , κρωξίματα της κουκουβάγιας τώρα σχολογούν στα έρημα ντουβάρια του.

Τα βλέπεις όλα αυτά? Με ρωτούσε ο γέρος ο εκατοχρονίτης που κόνευε κει κοντά. ‘Αη Γιώργη ανήμερα –χρόνια τώρα- συνήθιζα να του κάνω βίζιτα τέτοια χρονιάρα μέρα.

Μου άρεσε πολύ να τον ακώ να λέει ιστορίες διάφορες για δράκους και βασιλιάδες , κουρσάρους και αραπάδες φοβερούς . Είχε γεράσει μές στην ζωή και τα μαλλιά του ήσαν άσπρα , κάτασπρα σαν το χιόνι του Άι-Λιά.

Έτσι και φέτο που τον επισκέφτηκα με ρώτησε πάλι: - Τα βλέπεις αυτά? Ξέρεις την ιστορία τους?

-Θαρρώ πως κάτι ξέρω. Τ’απάντησα.

Άθελα στο λογισμό μου έφερε την ιστορία της Χαρτζάνας . Της τρανής βασίλισσας του τόπου εκείνου.

Τρανός βασίλευε τότε, σε χρόνια αλαργινά, στον κάμπο κείνο της Χαρτζάνας ο πατέρας , αφέντης και βασιλιάς.

Πράσινος ο κάμπος απλωνόταν ήσυχος στα πόδια του του Άι –Λια  από την άκρη του Μπούρου ως τη Ρηγιά! Τραβούσε από κει γλώσσα πράσινη- κι έμπαινε μές τα ρουμάνια της Σχοιναρής και της Κρυφτής, έφτανε ως το Λυκόρεμμα κι΄έγλυφε δουλόπρεπα τις φτέρνες της θάλασσας , που απλωνόταν ποτάμι ολογάλαζο, ο Ευβοικός.

Ολοχρονίς οι μπιστικοί του βασιλιά όργωναν κι΄έσπερναν τα χωράφια και τις βουνοπλαγιές , φύτευαν ως τις άκρες. Πότιζαν τους κάμπους ολόγυρα και στράγγιζαν τις λίμνες για να γίνουν καρπερές κι΄ωφέλιμες. Χέρια μύρια ,, αμέτρητα, δούλευαν στο δικέλι και στο τσαπί και τα υνιά των αλετριών άπειρα λαμποκοπούσαν στο νιόσκαφτο αυλάκι από του ήλιου τις αντηλιές.

Απόχερα η γη- μάννα πονόψυχη- μοίραζε τα καλά της στου βασιλιά τους οπαδούς. Χαίρονταν εκείνοι που ζούσαν τη ζωή στο φως του ήλιου και την αλμύρα της θάλασσας, ζωή χαρισάμενη.

Ωστόσω κακές χρονιές επλάκωσαν και χρόνοι δύσεχτοι ευρήκαν το λαό. Πόλεμοι τάραξαν του βασιλιά τ’ ανέγγιχτο ραχάτι και του κάμπου το βούισμα. Τα χέρια πια δε δούλευαν στο τσαπί και στο χερουλάτη των αλετριών! Άρπαξαν κοντάρι πλατυλέπιδο  και σαίτα γοργόφτερη , σαν αστραπή. Τα λάσια στήθια ντύθηκαν θωράκια χαλκομπρούτζινα κι΄η λιγερή η μέση δερμάτινη ζωστήρα φόρεσε, του δαμασκού το στήριγμα.

Έρμοι οι κάμποι από δουλειά. Έρμα τα σπίτια από λέβέντες . Το μακελειό ξαφάνισε του δέντρου τα γερά κλωνιά , τα νιόβγαλτα πρακλάδια  πόμειναν και τα ξερά κλαδιά τα΄άχρηστα.

Μονοχρονής επλάκωσαν η δυστυχία κι η πείνα. Τ’ αλώνια πια δεν γέμιζαν από του καλοκαιριού το σώθεμα και τα καλόχτιστα  τ’ αμπάρια , άδεια  βρισκόνταν από χρυσό καρπό. Φτώχεια και δυστυχία δέρνει τους άμοιρους π’ απόμειναν στο βασιλιά τη χώρα.

Σε σκέψη μένει ο βασιλιάς, σε συλλογή οι άρχοντες. Μάταια ότι κι αν κάνουν. Δεν βρίσκουν τίποτα καλό που να μπορεί να φέρει το λυτρωμό στη χώρα. Τα χέρια είχαν χαθεί. Οι κάμποι από του πολέμου το λεπίδι ρήμωσαν και το βασίλειο του βασιλιά εστένεψε πολύ τα σύνορα.

-Να σφάξουμε τους γέρους. Φωνάζει ο πιο νιος από τους άρχοντες. Οι γέροι λιποκαρδίζουν. Να σφάξουμε τους γέρους που τρων χαράμι το ψωμί, ξαναφωνάζει ο άρχοντας. Έτσι θε να΄χουμε οικονομία , το ψωμάκι διάφορο και το βασίλειο θα λιγοστέψει πιο πολύ από τα’ αχρηστα κουφάρια. Ορθή βρίσκει τη γνώμη ο βασιλιάς. Ορθή και πιο σωστή τη βρίσκουν οι άρχοντες που μέρες τώρα προσπαθούσαν μάταια να βρούνε κάτι.

Οι γέροι πρώτοι να πέσουν για χάρη της Πατρίδας . Πρώτους αυτούς θε να τσακίσει ο πέλεκας της πείνας..

Διαταγή τρανή δίνουν σε όλη τη χώρα γύρω. Οι σαλπιχτές τη διαλάλησαν σ’ ανατολή και δύση. Τα τούμπανα του βασιλιά τη θέληση παντού εκρούτανε.

Θεού θέληση η διαταγή πρέπει να εκτελεστεί. Θυσία στην Πατρίδα , προστάζει ο Βασιλιάς. Τι πρέπει να γίνει?

Οι γέροι για την Πατρίδα πέφτουνε πρώτοι. Αφήνουν τόπο στους μικρούς και δίνουν την ζωή τους στους νιότερους. Τ’ άσπρα τους μαλλιά βάφονται στο κόκκινο αίμα της ανάγκης. Σα κεραυνός έπεσε στης Χαρτζάνας το αυτί του βασιλιά η διαταγή. Μονάκριβη κόρη του εκείνη , κλεισμένοι νυχτοήμερα στ’ απόμακρο πυργί της  απ’ τους δακάλους μάθαινε της επιστήμης τα κρυφά μυστήρια.

-Τι τρέχει γέροντα? Ρωτά τον ασπρομάλλη γέρο δάσκαλο. Ο βασιλιάς κι’ αφέντης μας διατάζει τους γέρους να σκοτώσουν, της λέει αυτός.

-Τους γέρους?  Και γιατί? Τι κρίμα έκαναν ? Κουνάει το κεφάλι ο γέρο δάσκαλος .

-Οι πόλεμοι, ρηγοπούλα μου. Της λέει  αργά, του βασιλιά μας το βασίλειο αφάνισαν . Της χώρας το κακό μονάχα στων γερόντων το χαμό θα γιατρευτεί.

Καιρό δεν έχασε η όμορφη ρηγοπούλα . Τους δούλους τους διατάζει να της σελώσουν άτι χρυσοκάπουλο. Στα κρινοδάκτυλα χέρια της τα χαλινάρια πιάνει και μια και δυο στο βασιλιά πατέρα της παρουσιάζεται.

Ξαφνιάστηκε ο βασιλιάς σαν είδε την Χαρτζάνα στο παλάτι έτσι απότομα.

-Σαν τι ανάγκη ξαφνική στο πύργο σ’ ‘εφερε κόρη μου? Την ρωτά.

-Αφέντη βασιλιά μου και πατέρα μου, κράζει η ρηγοπούλα. Στα πόδια σου πέφτω γονατιστή και σε παρακαλώ με δάκρυα.Σταμάτα το κακό που γίνεται στην χώρα σου.

Χαιδεύει τα μαλλιά της ο γέρος ο βασιλιάς και δίνει το χέρι του για φίλημα.

-Σήκω παιδί μου , της λέει και  σ’ αφουγκράζομαι. Γονατιστή σε πρέπει να μιλάς στον κύρη τον πατέρα σου. Για ποιο κακό μιλάς που γίνεται στην χώρα μου και δεν το ξεύρω εγώ? - Η διάτα , πατέρα βασιλιά και κύρη μου. Η διάτα για των γερόντων το χαμό.Σταμάτα την, πατέρα μου. Τέτοιες διαταγές δεν στέκουν  στο βασίλειο μας το πολύχρονο.

-Τη διάτα? Και γιατί κόρη μου Μηγαρίς δεν έχουμε από το θάνατο των ανώφελων αυτών διάφορο?

Για δες ,της λέει. Κοίτα στ’ αμπάρια τα καλόχτιστα. Γεμάτα παραστέκουν από χρυσό καρπό. Θάχουν τα γυναικόπαιδα θροφή διπλή, τριπλή για να θραφούν και να μεστώσουν , άντρες σωστοί και μάννες θε να γίνουνε μια μέρα, να μεγαλώσουν το βασίλειο.

-Ωιμέ! Πατέρα βασιλιά μου, αφέντη μου. Κι’ είναι ανάγκη να θραφούν τα γυναικόπαιδα αυτά από των γωνιών τους το αίμα?

-Ανάγκη πάσα Χαρτζάνα, κόρη μου.

Βουβή εστάθηκε τότε του Ρήγα η μονόγεννη κληρονομιά. Τα μάτια της βρύσες ποτάμι άρχισαν τα δάκρυα να τρέχουν. Και με μισόσβυστη φωνή από το κλάμα: Αλλού να βρεις το λυτρωμό της χώρα σου δεν μπόρεσες πατέρα μου? Ρωτά.

-Σκεφτήκαμε πολύ, Χαρτζάνα μου. Κι εγώ κι οι άρχοντες. Κανείς δεν βρέθηκε στο πλάι μας βοηθός.

Σφουγγίζει τα ματόκλαδα  η όμορφη ρηγοπούλα. Αλλάζει όψι με μιας και κυττάζοντας κατάματα το βασιλιά, του λέει σοβαρά.

-Άκου πατέρα βασιλιά και κύρη μου. Στο σίδερο και στην δουλειά μπορείς να βρεις το λυτρωμό της χώρα σου και των γερόντων να ξαναδώσεις τη ζωή.

-Στο σίδερο? Και πως? Ρωτάει ο βασιλιάς.

-Δώσε το σίδερο του Λαύρειου και άργαστο καλά. Φτιάξε τσαπιά βαθυσκαφτα, δικέλια αθερόμυτα, ξυνάρια ατσαλοπελέκητα δώστα σε χέρια ατσαλόνευρα να τα φουχτώσουν και να δουλέψουν τη γη.

Ας λάμψουνε και πάλι τα υνιά στο ήλιου τις αντηλιές και ας αχολογήσουν πάλι οι κάμποι από τραγούδια και χαρές , φωνές και χάχανα.

Βουβός στέκει ο βασιλιάς. Ορθή και πιο σωστή βρίσκει τη σκέψη της Χαρτζάνας παρά του άρχοντα. Ο λυτρωμός παράστεκε λοιπόν μπροστά του τόσον πολύ καιρό, χωρίς να τον δει?

Τους μπιστικούς του φωνάζει τότε ευθύς και βγάζοντας τη χρυσή κορώνα του την αδαμαντοκόλλητη στ’ ολόξανθο κεφάλι της Χαρτζάνας φορεί.

-Φτάνει ως εδώ! Γυρίζει και λέει στους άρχοντες. Καιρός πια τα γηρατειά να δώσουν τόπο στα νιάτα τα ολόδροσα. Τη νέα βασίλισσα σας ας προσκυνήστε τώρα. Ας γίνει η Χαρτζάνα η κόρη μου βασίλισσα κι αφέντρα μας. Ο θρόνος στην κόρη την ορθόσκεφτη ταιριάζει.

Εμπρός του γονατίζει ο λαός. Χαμογελάει η Χαρτζάνα χαμόγελο γλυκό. Βασίλισσα τρανή, αφέντρα καινούργια διαταγή στη χώρα δίνει αμέσως.

-Να πάψει το κακό!

Σίδερο άφτονο από του Λαύρειου τα σωθιά σ’ όλους μοιράζει . Οι γύφτοι τα σφυριά αρπάζουν και οι μαραγκοί τα φυσερά. Παντού δουλειά και προκοπή. Φτιάχνουν τσαπιά βαθυσκαφτά, δικέλλια αθερόμυτα, ξυνάρια ατσαλοπελέκητα. Χέρια τα παίρνουν σιδερόνευρα κι οργώνουμε μ’ αυτά τη Γη. Αστράφτουν και πάλι τα υνιά στα νιόσκαφτα αυλάκια κι οι κάμποι γεμίζουν από τραγούδια και φωνές χαρές και χάνανα.

Κι’ εκεί που πρώτα ο θρήνος και το κλάμα των γερόντων ακουόταν, το γέλιο των μικρών παιδιών και το γλυκό τραγούδι των άγουρων σκορπίζει ο αγέρας της στεριάς ολόγυρα.

Τ’ αμπάρια τα καλόχτιστα γεμάτα σώθεμα παραστέκουν. Βαγένια χιλιοστέφανα από χρυσά κανούλια , κρασί αφράτο, σε κούπες χρυσοσκάλιστες χύνουν και χείλη ολόδροσα ρουφούν να ξεδιψάσουν. Παντού η χαρά- ευλογία Θεούπ σε όλη τη χώρα απλώνονταν. Η εργασία , με της Χαρτζάνας το χρυσό το σκήπτρο, κυβέρνησε τη τύχη του καλότυχου λαού. Στο μέτωπο των μπιστικών άστραφτε τώρα η προκοπή δουλεύτρα. Πύργο μαρμαροσκάλιστο για ευγνωμοσύνη ο λαός της έκτισε της βασίλισσας. Καταμεσής θρονί  από λεφαντοκόκκαλο και διαμαντόπετρα της στύλωσε και η Χαρτζάνα τρανή της χώρας βασίλισσα βασίλευε.

Τώρα πια τίποτα ένα απόμεινε από όλα αυτά. Ο χρόνος, ζηλιάρης γέρος, τα ΄σβησε και οι βροχές και οι σεισμοί ρημάδια και ξεσκλήδια τα΄καναν. Τα’ όνομα όμως της Χαρτζάνας στο μέρος του πύργου της απόμεινε. Και κει ίσως ακόμα θ’ απομείνει….

 

 

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...