Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

Παραδοσιακά Κάλαντα Καρυστίας


 

Κάλαντα "του Φωτού" Καρυστίας

ΠολιτιστικάΠαλιά

Τα κάλαντα των Φώτων τα έλεγαν εδώ και αιώνες στην Εύβοια, όπως και τα προηγούμενα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, οι καλαντάρηδες (που έβγαιναν με τα όργανα) και τα παιδιά και οι νέοι (με τα τρίγωνά τους), γυρίζοντας όλα μα όλα τα σπίτια του κάθε χωριού, οι δε συχωριανοί περίμεναν για να φιλέψουν, να τους τα πουν ολόκληρα, από την αρχή μέχρι το τέλος, για το καλό!

Τα κάλαντα του Φωτού στις περιοχές γύρω από την Κάρυστο, είχαν ιδιαίτερη μορφή και ενώ ξεκινούσαν με τους στίχους:

Σήμερα είναι του Φωτού π` αγιάζουν οι παπάδες
και μεσ’ τα σπίτια μπαίνουνε και λεν τον Ιορδάνη 
βοήθεια να έχουμε τον Άγιο Ιωάννη”,

γνώριζαν στη συνέχεια διάφορες παραλλαγές, ανάλογα με το κάθε σπίτι που τα τραγουδούσαν και έτσι..

* αν η περίπτωση ήταν σπίτι ναυτικών, έλεγαν:
Μέλι και γάλα στο γιαλό  να ‘ρθούνε τα καϊκάκια,
ναρθεί και μένα  ο γιόκας μου με τα παλικαράκια». 

* αν η περίπτωση αφορoύσε νοικοκυριό με ξενιτεμένους, τραγουδούσαν:
Το βλέπεις κείνο το βουνό που βασιλεύει τ’ άστρο;
Eκεί κοιμάται ο γιόκας μου μες το μεγάλο κάστρο!
Ποιος είναι άξιος και  καλός να πα να τον ξυπνήσει;”

* τα καλύτερα τα έψελναν στις όμορφες κυράδες:
Κυρά ψιλή, κυρά λιγνή, κυρά καμπανοφρύδα,
κυρά καμπανοφράγκισσα ρωμαίικο το μαντήλι.
Όταν σειστείς και γυαλιστείς και βάλεις τα καλά σου,
άσπρα λουλούδια πέφτουνε απ' την περπατησιά σου!
Και οι στράτες ρόϊδες τρέχουνε και τις χρυσές καμπάνες.
Βαστά καμπάνα με κερί, βαστά με δυό λαμπάδες,
Βαστά με τρεις, με τέσσερις καμπάνα με τη βρύση.
Κυρά μου τα παιδάκια σου θεός να στα χαρίζει,
να τα παντρέψεις με καλό και με ταπεινοσύνη!

* Για
τους νοικοκύρηδες τραγουδούσαν:
”Βρα σηκ’ απάν' αφέντη μου κι άνοιξε το πουγκί σου,
κι άνοιξε το πουγκάκι σου τ' αργυροκλειδωμένο!
Σαν έχεις γρόσια φάε και πιες
φλουριά μην τα λυπάσαι!
Φέρε πανέρια κάστανα, πανέρια λεφκοκάρια,
Φέρε και το γλυκό κρασί, κέρασ' τα παλικάρια!
Κέραστα αφέντη μ' κέραστα, να πούνε και του χρόνου,
του χρόνου και τ' αντίχρονου σαν τούτες τις ημέρες!
Να 'στε καλά να χαίρεστε με μόσχους, με κανέλες!

* αν ήταν περίπτωση σπιτικού με παιδάκια, εύχονταν:
”Κι αν έχεις γιο στα γράμματα
και γιο εις το ψαλτήρι
να ευχηθούμε όλοι μας
να βάλει πετραχήλι!”, αλλά και..

”Κυρά μου τα παιδάκια σου τα μόσχο σου θρεμμένα
η Παναγιά σου τα ‘δωκε κι ο Θιός να στα χαρίσει
να τα παντρέψεις με καλό και με ταπεινοσύνη!
Βρ' αλούσιστα κι αχτένιστα και στο σχολειό τα στέλνεις;
Μα εκεί τα δέρνει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργίτσα
τα δέρνει και η δασκάλισσα με δυό κλωνάρια μόσχο.
Παιδιά μου πούν’ τα γράμματα, παιδιά μου πού ‘ναι ο νους σας;
Τα γράμματα ‘ναι στο χαρτί κι ο νους μας στις κοπέλες
πέρα περά κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες,
που κοσκινίζουν τα φλουριά και διαμετρούνε τ' άστρα!
Κι οσ' αστεράκια έχει ο ουρανός λουλούδια στο ακρωτήρι
τόσα καλά να δώσει ο Θιός στο σπίτ' τ’ νοικοκύρη!
Κι εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!

Και του Χρόνου με υγεία, αγαπημένοι Εύβοιας φίλοι! 
Ναταλία Νάτσου-Παπακωνσταντίνου/Εκπαιδευτικός

Κάλαντατων ΦώτωνΚαρυστίαΙανουάριος

1.       Ειδικά τα τοπικά κάλαντα που τραγουδούσαν τα παιδιά της Καρυστίας, πιστεύεται ότι έχουν τις ρίζες τους στα Βυζαντινά ακριτικά πρότυπα. Δυστυχώς, μόνο οι γεροντότεροι πια τα γνωρίζουν και θα είναι μάλλον απίθανο να ακούσετε στην πόρτα σας την παραμονή της Πρωτοχρονιάς:


”Να τα πούμε;
Ναρχιμηνιά, καλή χρονιά, καλώς μας ήβρε ο χρόνος!
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία.
Βαστά εικόνα και χαρτί σταυρό και καλαμάρι.
Το καλαμάριν έγραφε και το χαρτίν ομίλει!
Η Παναγιά τον επαντά μέσα στο σταυροδρόμι.

Βασίλη, πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;
Από τη μάνα έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω.
Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις κάτσε να τραγουδήσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα, τραγούδια εγώ δεν ξεύρω.
Αν είσαι συ γραμματικός, πες μας την αλφαβήτα.
Και στο ραβδί του ακούμπησε να πει την αλφαβήτα..

Χλωρό ραβδί, ξερό ραβδί, χλωρά βλαστάρια επέτα
και πάνω στα ξεβλάσταρα πέρδικες ξεφωλιάζουν.

Δεν είν' πέρδικες μοναχές μον' είν' και τρυγονάκια,
και κάτω στις ριζούλες τους πηγάδια και λιβάδια.
Πηγάδια πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες,
πού κατεβαίνει η πέρδικα και πίνει και ανεβαίνει
και πλένει τη φτερούλα της και λούζει τον αφέντη.

Βρ’ αφέντη, αφέντη, λάφεντε, πέντε φορές αφέντη,
πέντε κρατούν το μαύρο σου κι έξι το χαλινό σου
και δέκα σε περικαλούν, αφέντη μ’ καβαλίκα!
Καβαλικεύεις χαίρεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις,
κι απ' την καμαρωσύνη σου καράβια ν’ αρματώνεις
και τα σκοινιά του καραβιού να τα μαλαματώνεις.
Στην πρύμη σου είν’ το μάλαμα, στην πλώρη το ασήμι,
κι απάνω στην αντένα σου χίλια φλουργιά είν’ δεμένα
και τα σχοινιά του καραβιού σύρματα είν’ δεμένα,
που κοσκινίζουν τα φλουριά και δριμονίζουν τ΄άσπρα
κι από τα δριμονίσματα κέρνα τα παλικάρια!
Kέρνα τα αφέντη, κέρνα τα, να πούμε και του χρόνου,
του χρόνου και τ' αντίχρονου σαν τούτες τις ημέρες
να 'στε καλά να χαίρεστε με μόσχους και κανέλες.

Κι εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.
Και του χρόνου!

Από το ΕΥΒΟΙΑΣ ΦΙΛΟΙ BLOGSPOT.COM

 


Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του Γενναρίου,
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία
Βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ν’ ομίλει.
Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις
Από τη μάνα έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω.
Κάτσε να φας κάτσε να πιεις κάτσε να τραγουδήσει
Κάτσε τον πόνο σου να πεις να μας καλοκαρδίσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα τραγούδια δεν ήξεύρω.
Αφού μαθαίνεις γράμματα πες μας την αλφαβήτα.
Στηρίχθη στο ραβδάκι του να πει την αλφαβήτα
Χλωρό ραβδί, ξερό ραβδί, χλωρά βλαστάρια πέτα,
Κι απάνω στα βλαστάρια του πέρδικες κελαίδούσαν
Δεν ήταν μόνο πέρδικες ήταν και αηδονάκι,
Κατέβηκε μια πέρδικα να βρέξει το φτερό της
Να λούσει τον αφέντη μας τον πολυχρονεμένο.
Για σένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια,
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.
Πολλά είπαμε τ’ αφέντη μας ας πούμε της κυράς του.
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα
που ‘χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγγάρι ‘στήθι,
κυρά μας γλυκομίλητη στον κόσμο ξακουσμένη.
Πολλά είπαμε και της κυράς να πούμε στα παιδιά σας,
παιδιά πού’ναι στα γράμματα, παιδιά  στους ξένους τόπους
του χρόνου και τ’ αντίχρονου σαν τούτες τις ημέρες
όλοι μαζί να χαίρεστε με μόσχους και κανέλες.
Εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει
Κι αν έχει κόρη όμορφη να βγει να μας κεράσει.
Και του χρόνου.

Σήμερα είναι του Φωτού π` αγιάζουν οι παπάδες 
και μες τα σπίτια μπαίνουνε και λεν τον Ιορδάνη, 
βοήθεια να έχουμε τον Άγιο Ιωάννη….»
Μέλι και γάλα στο γιαλό ναρθούν τα καϊκάκια, 
ναρθεί και μένα ο γιόκας μου με τα παλικαράκια».
Το βλέπεις κείνο το βουνό που βασιλεύει τα` άστρο, 
εκεί κοιμάται ο γιόκας μου μες το μεγάλο κάστρο. 
Ποιος είναι άξιος και καλός να πα να τον ξυπνήσει, 
Κι` αν έχεις γιο στα γράμματα και γιο εις το ψαλτήρι 
να ευχηθούμε όλοι μας να βάλει πετραχήλι 
Κυρά ψιλή κυρά λιγνή κυρά καμπανοφρύδα,
κυρά μου τα παιδάκια σου θεός να στα χαρίζει , 
να τα παντρέψεις με καλό και με ταπεινοσύνη.
Αν έχεις κόρη όμορφη βάλτη να μας κεράσει 
να ευχηθούμε όλοι μας να ζήσει να γεράσει. 
Η δώστε μας τον κόκορα ή δώστε μας την κότα 
ή δώστε ότι θέλετε να πάμε σ` άλλη πόρτα. 
Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,
αλλά σας αγαπούσαμε και ήλθαμε να τα πούμε. 

 Όταν γεννήθηκε ο  Χριστός με το σταυρό στο χέρι/ όλα τα πάντα ευλόγισε με το δεξί του χέρι.

Αρχημηνιά και αρχηχρονιά /καλώς μας βγήκε ο χρόνος. / 'Αγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρία.

Βαστάει εικόνα και χαρτί /χαρτί και καλαμάρι/ Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ομήλει.

Μα η Παναγιά τον απαντά μέσα στο σταυροδρόμι.

Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις?

Από την μάννα μου έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω.

Κάτσε να φας /κάτσε να πιείς/κάτσε να τραγουδήσεις/

Μα γω γράμματα μάθαινα /τραγούδια δεν ήξερα/

Και αν είσαι εσύ γραμματικός/ πες μας την αλφαβήτα.

Ξερό ραβδί/ ξερό ήτανε/χλωρά βλαστάρια βγάζει/ και πάνω στα βλαστάρια του πέρδικες ξεφωλιάζουν.

Δεν ήταν μόνο πέρδικες/ μόνο είναι και τρυγονάκια.

Τρυγοχό-πέτρο- τρύγονο και άλλες μαρμαρωμένες που κατεβαίνει η πέρδικα και πίνει/ και ανεβαίνει και βρέχει την φτερούγα της και λούζει τον αφέντη.

Αφέντη αλούφεντα/πέντε φορές αφέντη/πέντε κρατούν τον μαύρο σου και έξι το χαλινό σου/

και χίλιοι σε παρακαλούν αφέντη καβαλήκα.

Καβαληκεύεις χαίρεσαι/πεζεύεις καμαρώνεις/ και απ την καμαρωσύνη σου /καράβια να αρματώνεις.

Στην πλώρη του το μάλαμα και στην κουβέρτα ασήμι  /και στα πανιά του καραβιού/συρματα δεμένα.

Ζευγά-ζευγά πρωτό/ζευγά πρώτο μου/ ζευγολάτη το να σου βόδι δράκοντας και το άλλο σου λιοντάρι.

Μαργαριτάρι έσπειρες μάλαμα να θερίσεις /κι όπου να ρίχνεις το κλωνί/χίλια κιλά να κάνεις/και με τα κοσκινίσματα σκλάβους να ξαγοράζεις.

Πολλά είπαμε του αφέντη μας του πολυχρονεμένου /τώρα θα πούμε  και της κυράς της καλοκαρδισμένης.

Κυρά λιγνή/κυρά ψηλή/κυρά καμπανοφρύδα /κυρά καμπανοφράγκισα/ρωμέικο το μαντήλι/όταν ξυστείς και γιαλιστείς και βάλεις τα καλά σου.

Μα οι στρατεδόνες έρχονται  και οι εκκλησιές καμπάνα σπάσαν/

Καμπάνα με ένα ερί σπάσανε 2 καμπάνες/3 με 4 καμπάνες.

Με την βρύση κυρά μου τα παιδάκια σου τα μοσχο σου θρεμμένα /να τα παντρέψεις με το καλό και με ταπεινωσύνη .

Τ άλουστα κι αχτένιστα  και στο σχολειό  τα στέλνεις /μα κει τα δέρνει ο δάσκαλος  με μια χρυσή βεργίτσα ./ Τα δέρνει και η δασκαλίτσα με δυο κλωνάρια μόσχο. Παιδιά μου, πουν τα γράμματα? 

Πουν ο νου σας?

Το γράμμα είναι στο χαρτί και ο νους μας στις κοπέλες/πέρα πέρα και αντίπερα/πέρα στις μαυρομάτες που κοσκινίζουν τα φλουριά και διαμοιράζουν τ άστρα.

Θα πούμε και τον γιο, μα η ώρα δεν μας παίρνει.

Τα στέρια πάνε και έρχονται και η πούλια βασιλεύει.

Του ουρανού λουλουδιές στ ακρωτήρι τόσα να δώσει ο Θεός σε σένα νοικοκύρη.Μα εδώ που τραγουδήσαμε /πέτρα να μην ραγίσει /και ο νυκοκοίρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.

Για σήκω πάνω αφέντη μας κι άνοιξε το πουγκί σου/κι άνοιξε το πουγκάκι σου το χιλιοκλειδωμένο. Κι αν έχεις γρόισα φάε και πιές φλουριά μην τα λυπάσαι.

Φέρε πανέρια κάστανα /πανέρια λεφτοκάρια/φέρε και το γλυκό κρασί/κέρνα τα παλικάρια.Κέρασε αφέντη κέρασε να πούμε και του χρόνου.

Του χρόνου και αντίχρονου /σαν τούτες τις ημέρες/νάστε καλά να χαίρεσαι/με μόσχους και κανέλες.



Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2021

«ΚΡΟΝΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ» ή «ΣΤΗΛΕΣ ΤΟΥ ΒΡΙΑΡΕΩ» ή «ΗΡΑΚΛΕΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ» Σημειώσεις :...

 

«ΚΡΟΝΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ» ή «ΣΤΗΛΕΣ ΤΟΥ ΒΡΙΑΡΕΩ» ή «ΗΡΑΚΛΕΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ» Σημειώσεις :...

 

Ο χρήστης Τάκης Μουτζούρης βρίσκεται στην τοποθεσία Κάρυστος - Εύβοια.

2 ώρ. Κάρυστος 
«ΚΡΟΝΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ» ή «ΣΤΗΛΕΣ ΤΟΥ ΒΡΙΑΡΕΩ» ή «ΗΡΑΚΛΕΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ»
Σημειώσεις :...
1] Ο Βριάρεω όπως τον ονόμαζαν οι Θεοί που λεγόταν όμως και ΑΙγαίωνας όπως τον ονόμαζαν οι άνθρωποι ως ο Άρχων των Αιγών, .....που τον αναφέρει και ο Όμηρος, ήταν ο βασιλιάς της Εύβοιας, θαλασσοκράτορας των γνωστών τότε θαλασσών και όχι μόνο, είχε έδρα την ΑΙΓΑΙΑ που ήταν η γνωστή και σήμερα ΚΑΡΥΣΤΟΣ, με ενδιάμεση ονομασία ΧΕΙΡΩΝΙΑ μετά την κατάλυψη της από τους Αιολείς στην κάθοδο τους, με επικεφαλής τον κένταυρο Χείρωνα κατά την κάθοδο τους........
2] Ο πρωιμότερος Ηρακλής ονομαζόταν και Βριάρεως όπου το «Ηρακλής» είναι τίτλος σύνθετος από το «ΗΡΑ» και το «ΚΛΗΣ», .....όνομα σε επιθετο που διασώζεται ακόμη και σήμερα στην Κάρυστο…..
3] Ο Βριάρεω είναι αυτός που πολέμησε με τα αδέλφια του Γύγη και Κόττο ενάντια στους Τιτάνες (τους παλαιότερους βασιλείς του ελλαδικού χώρου) και επικράτησαν οι Έλληνες με επικεφαλής τον Δία ή Ζευς που εγκαταστάθηκε στον θρόνο του....
4] Ο Βριάρεω είχε περάσει από τα στενά του σημερινού γνωστού μας Γιβραλταρ και συνέχισε στον Ατλαντικό….. όπως αναφέρει και ο Πλούταρχος « ….παρελθών την Ταρτησσίαν….» δηλαδή την σημερινή Ισπανία ……
5] Το σημερινό εθνόσημο της Ισπανίας περιέχει τις δύο στήλες, δηλαδή της <Στήλες του Βριάρεω>, (οι Στήλες Ηρακλή) δηλαδή στήλες του Άρχοντα-Βασιλιά της δικής μας, Καρύστου!!!
Οι «Ηράκλειες Στήλες» συνήθως ταυτίζονται με το όρος Κάλπη της ευρωπαϊκής ακτής, και το βουνό Αβύλη ή Αβιλύξ της αφρικάνικης. Κατ’ άλλους πρόκειται για τα δύο νησάκια κοντά στα Γάδειρα, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι αφιερωμένο στην Ήρα. Όλοι οι Ισπανοί και οι Λίβυοι όμως παίρνουν κατά γράμμα τη λέξη «στήλες» και τις τοποθετούν στα Γάδειρα, όπου υπήρχαν ορειχάλκινες κολόνες αφιερωμένες στον Ηρακλή, οκτώ πήχες ψηλές με χαραγμένο πάνω τους το κόστος της ανέγερσης τους εδώ οι ναύτες προσέφεραν θυσίες επιστρέφοντας σώοι από ταξίδι.
Σύμφωνα με τούς ίδιους τούς κάτοικους των Γαδειρων, κάποτε ο βασιλιάς της Τύρου διατάχτηκε από μαντείο να ιδρύσει αποικία κοντά στις Στήλες του Ηρακλή , οπότε έστειλε τρεις ανιχνευτικές ομάδες διαδοχικά.
Η πρώτη θεώρησε ότι το μαντείο εννοούσε τα όρη Αβύλη και Κάλπη και αποβιβάστηκε στα στενά όπου βρισκόταν η πόλη Εξι­τανη , η δεύτερη ομάδα αφήνοντας πίσω τα στενά έπλευσε μέχρι το αφιερωμένο στον Ηρακλή νησάκι διακόσια μίλια πιο πέρα, απέναντι στην ισπανική πόλη Ονοβα και οι δύο ομάδες όμως αποθαρρύνθηκαν από τούς κακούς οιωνούς των θυσιών τους και επέστρεψαν στην πατρίδα τους . Η τρίτη ομάδα έφτασε μέχρι τα Γάδειρα, εκεί ύψωσε στο ανατολικό ακρωτήρι ναό αφιερωμένο στον Ηρακλή, ενώ στο δυτικό ίδρυσε την πόλη των Γαδειρων.
Μερικοί ωστόσο αμφισβητούν ότι ο Ηρακλής έστη­σε αυτούς τούς στύλους και ισχυρίζονται ότι η Αβύλη και η Κάλπη αρχικά ονομάζονταν «Στήλες του Κρόνου» και αργότερα «Στήλες του Βριάρεω» ενός Γίγαντα, του οποίου η εξουσία έφτανε τόσο μακριά , μόλις όμως έσβησε η μνήμη του Βριάρεω (λεγόταν και Αιγαίων), πήραν το όνομα του Ηρακλή προς τιμήν του, ίσως επειδή εκείνος ίδρυσε, οκτώ χιλιόμετρα μόλις από την Κάλπη, την Ταρτησσό η οποία ήταν επίσης γνωστή και ως Ηράκλεια.
Μέχρι σήμερα διακρίνονται εκεί τμήματα τειχών και νεώσοικων.
Μην ξεχνούμε όμως ότι ο πρωιμότερος Ηρακλής ονομαζόταν και Βριάρεως δηλαδή ο Αιγαιων.......
Συνήθως θεωρούν ότι οι Ηράκλειες Στήλες ήταν δύο μερικοί όμως μιλούν για τρεις ή και τέσσερις. «Ηράκλειες Στήλες» γνωρίζουμε και στις βόρειες ακτές της Γερμανίας, στη Μαύρη Θάλασσα, στη δυτική εσχατιά της Γαλατίας, και στις Ινδίες
Ναός του Ηρακλή υπήρχε και στο Ιερό Ακρωτήριο της Λουσιτανίας, στη δυτικότερη εσχατιά του κόσμου. Οι επισκέπτες απαγορευόταν να μπουν στον Ιερό περίβολο τη νύχτα, όταν οι θεοί εγκαθίστατο εκεί.
Ίσως ο Ηρακλής διάλεξε αυτό το μέρος να στήσει τις στήλες του για να σημαδέψει το ακρότατο σημείο στους αναγνωρισμένους θα­λάσσιους πλόες
εικόνα.png
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

Πως Ο καλλικάτζαρος Χαλαστρούλης έμεινε στην Γη.




Πως ο καλλικάτζαρος Χαλαστρούλης έμεινε στην Γη

 

Κάποτε το ξύλο του  δέντρου της Γης ήταν όμορφο και μαλακό. Όταν τα καλλικατζαράκια άρχιζαν να το πριονίζουν, πέρα δώθε, πέρα δώθε με το μεγάλο τους πριόνι, ένα μεθυστικό άρωμα γέμιζε τις στοές και τις υπόγειες σπηλιές που ζούσαν.

Οι άνθρωποι νομίζουν ακόμα ότι οι καλλικάτζαροι ήθελαν να κόψουν το δέντρο της Ζωής αλλά κάνουν λάθος. Για αυτή την ευωδιά που μύριζε όπως όλα τα λουλούδια και τα φρούτα μαζί, έπαιρναν τα πριονάκια τους και  έκοβαν το ξύλο . Πολλά δέντρα πάνω στην Γη που σταματούσαν τον Χειμώνα να βγάζουν τους χυμούς τους και  τους έστελναν στο μεγάλο δέντρο για να τους φυλάξουν εκεί μέχρι την Άνοιξη. Είναι επόμενο τα Καλλικατζαράκια να λιγουρεύονταν τους χυμούς και να χαίρονταν τις ευωδιές που έβγαζαν.

 

ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ JUNIOR

Ένα δύο ένα δυό- δένω κόμπο την ουρά μου/ να μην μπλεχτεί στην φυλλωσιά

Παίρνω το πριόνι μου /με κέφι ξεκινώ/να κόψω τα κλαδιά

Έχω όλο τον χρόνο  /για μια τεράστια δουλειά/

Να μην μας λες Καλλικατζάρους/ αν δεν τα καταφέρουμε τούτη την φορά!

 

Εν δυο εν δυο/ κομματάκια θα το κάνω/στην φωλιά μου θα το πάρω

Να το καίω λίγο λίγο/ για να ζεσταθώ/ δεν με νοιάζει ούτε κι αν καψαλιστώ!

Εν δυο/εν δυο/ ξεκινάμε τη δουλειά/ μένουν λίγες μέρες μοναχά!

Να αγιαστούνε τα νερά/ εν δυο εν δυο/ εμπρός πριονίστε με ορμή/ να κόψουμε το δέντρο /που κρατάει τη Ζωή!

 

 

 

Μια μέρα, εκεί που έκοβαν ένα μεγάλο κλαδί, άκουσαν πάνω από την Γη, μια πολύ ωραία μουσική. Στην αρχή δεν το κατάλαβαν ούτε τα ίδια, αλλά άρχισαν να πριονίζουν το κλαδί με τον ρυθμό. Ταπ, παράμ, παράμ ταπ, έπαιζαν τα πλήκτρα και τα Καλλικατζαράκια με την σειρά τους μετά από λίγο, ξεχάστηκαν και άρχισαν να χορεύουν αφήνοντας τα πριονάκια τους στην άκρη.

Μόλις τέλειωσε η μουσική, σκαρφάλωσαν στο πιο ψηλό κλαδί, μέχρι την άκρη των φύλλων του δέντρου που ακουμπούσε κάτω από το πάτωμα που είχαν ακούσει την μουσική. Έσκαψαν με τα μικρά τους φτυαράκια και έκαναν μάγια και ξόρκια για να περάσουν το τσιμέντο που τους χώριζε και τσουπ! Νάσου τα καλλικατζαράκια μπροστά στο πιάνο που το ένα του πόδι, παραλίγο να πέσει μέσα στην τρύπα που είχαν ανοίξει.. Τρία άρχισαν να τρυγυρίζουν μέσα στις αίθουσες και να αναποδογυρίζουν τις καρέκλες και να ανακατεύουν τα χαρτιά και τα βιβλία ενώ άλλα δύο, πήγαν στον νεροχύτη και έβαλαν όλες τις καθαρές κούπες κάτω από το ντουλάπι, στερέωσαν την σκούπα ανάποδα στον τοίχο και άνοιξαν την σακούλα της ηλεκτρικής σκούπας σκορπίζοντας σκόνη παντού.

Ένα όμως από αυτά, το πιο όμορφο, -αν μπορούμε να πούμε όμορφα τα καλλικατζαράκια-, άρχισε να περιεργάζεται το μεγάλο πιάνο. Άνοιξε το καπάκι και πείραξε όλες τις χορδές αναπηδώντας κάθε φορά στον κάθε ήχο. Περπάτησε πάνω στα πλήκτρα, στην αρχή σιγά σιγά, μετά πιο γρήγορα, μέχρι που άρχισε να τρέχει πέρα δώθε και μια τρελή μουσική ξεχύθηκε από τις πόρτες και τα παράθυρα ακόμα και από την τρύπα που είχαν ανοίξει με αποτέλεσμα, πολλά περισσότερα Καλλικατζαράκια να γεμίσουν τον χώρο περίεργα και φασαριόζικα. 

 

Δεν άργησε όμως να πέσει στην αντίληψη του αρχηγού της ομάδας τους με αποτέλεσμα να ανέβει και αυτός πάνω και αφού περιεργάστηκε ευχαριστημένος τον χώρο, τους έβαλε τις φωνές γιατί καθυστερούν και δεν συνεχίζουν και στα άλλα σπίτια της περιοχής.

"Μα ο Χαλαστρούλης παίζει μουσική" Προσπάθησε να εξηγήσει  μάταια ο Ατακτούλης Τζον, ενώ ο βλοσυρός αρχηγός Καλλικάτζαρος της αποστολής, τα έβαζε στην σειρά για την επόμενη εξόρμηση. "Εμπρός! Σε λίγο θα βγει ο ήλιος! τους προιδοποίησε και έκλεισε να βρόντο την πόρτα πίσω του.

Ο Χαλαστρούλης όμως, είχε κρυφτεί κάτω από το κάλυμμα του πιάνου και περίμενε να απομακρυνθούν όλοι για να βγει από την κρυψώνα του.

Όταν πια ένιωσε ασφαλής, άρχισε να βάζει να δάκτυλα του ένα ένα πάνω στα πλήκτρα και σιγά σιγά, ένιωσε την κλίματα που ανεβαίνει και κατεβαίνει.

Ξεχάστηκε να κάνει το ίδιο και το ίδιο, μέχρι που άκουσε το κλειδί στην πόρτα και μια τρομαγμένη ανθρώπινη φωνή  τον έκανε να καταλάβει ότι έπρεπε από ώρα να έχει επιστρέψει στον υπόγειο κόσμο των Καλλικατζάρων.

Χώθηκε στην τρύπα του με μιας, αλλά την έκλεισε από κάτω με ένα τεράστιο γάζα πλαστ που ήταν ίδιο με το πάτωμα και περίμενε πάλι την κατάλληλη στιγμή να ανοίξει μόνος του το κάλυμμα και να αρχίσει πάλι τις δοκιμές στο πιάνο.

Η μέρες των Χριστουγέννων είχαν έρθει και οι Καλλικάτζαροι κόντευαν να τελειώσουν την κοπή. Χαρούμενοι για το έργο τους που κόντευε να τελειώσει έκαναν τρέλες και τούμπες, ανέβαιναν στον πάνω κόσμο και έσκαγαν στρακαστρούκες στις σκιές. Οι άνθρωποι τρόμαζαν και μερικοί αφηρημένοι μπερδευόντουσαν και νόμιζαν ότι ερχόταν το Πάσχα ενώ άλλοι έψαχναν μήπως γινόταν κάποιος γάμος εκεί κοντά.  Ο Χαλαστρούλης όμως δεν μπορούσε πια να συμμετέχει με τον ενθουσιασμό που ταιριάζει σε ένα αξιοπρεπές καλλικατζαράκι  σε όλα αυτά. Αντίθετα, προσπαθούσε να ξεφεύγει από την προσοχή του αρχηγού της ομάδας του για να πηγαίνει στην σχολή και παρακολουθεί κρυμμένο, τα μαθήματα της σχολής.

Η μέρα των Φώτων πλησίαζε και τα κάλαντα που ακουγόντουσαν από τις παιδικές φωνούλες των παιδιών, έκαναν τα Καλλικατζαράκια να παθαίνουν κρίση αταξίας και παροξυσμό πειραγμάτων. Και τι δεν έκαναν!! Πήγαιναν στα τρίστατα και ανακάτευαν τις ταμπέλες έτσι ώστε οι περαστικοί να μην ξέρουν ποτέ που θα φτάσουν! Ανακάτευαν τα αλεύρια στις αποθήκες των σούπερ μάρκετ και έβαζαν το άσπρο στα σακιά για το κίτρινο και το ολικής, στα σακιά του άσπρου. Από πάντα και πάντα είχαν μεγάλη αγάπη για τα αλεύρια οι Καλλικάτζαροι, όπως και για τα γλυκά των Χριστουγέννων. Πόσες και πόσες πιατέλες εξαφανίζονταν και την πλήρωναν τα παιδιά! Μήπως και τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες που είχε ετοιμάσει η κυρία της σχολής ,τα έφαγαν τα παιδάκια? Ο Χαλαστρούλης τα κατέβασε ένα ένα και είχε καταλερώσει το πάτωμα με την ζάχαρη και τα πλήκτρα κολλούσαν μέλια.  Η κυρία Κωσταντίνα δεν ήξερε πια τι να υποθέσει!

Όταν ήρθε το τελευταίο βράδυ τους στην Γη, ο Χαλαστρούλης έκανε βήματα για πίσω ενώ όλοι έκαναν μεγάλες δρασκελιές μπροστά για την μεγάλη τελευταία εξόρμηση στην Γη πριν να ακούσουν το μεγάλο μπαμ που θα έριχνε το δέντρο της Ζωής και ο πάνω κόσμος θα κατέρρεαι  για πάντα.

 Άνοιξε την άκρη του γάζα μπλαστ και σκαρφάλωσε για άλλη μια φορά στην σχολή.

Δεν έκανε καμιά αταξία, δεν πείραξε τίποτα, σχεδόν ξέχασε ότι είναι ένα σκανταλιάρικο καλλικατζαράκι. Άνοιξε τα βιβλία με τις νότες που ήταν ξανά ωραία ωραία βαλμένο μπροστά στο πιάνο και άρχισε να παίζει  όμορφες μελωδίες..Γιατί παιδιά, να το ξέρεται.. μπορεί τα καλλικατζαράκια να κάνουν ζημιές αλλά μαθαίνουν γρήγορα , πιο γρήγορα και από δέκα έξυπνα παιδάκια μαζί.

Ο Χαλαστρούλης μέχρι που χάραξε ο ήλιος ήταν κολλημένος στο κάθισμα και οι πρώτες αχτίνες φώτισαν πρώτα τα μαύρα του τσουλούφια, μετά τα μυτερά αυτιά του και τέλος, το πρόσωπο του.

Τρόμαξε και έκανε να πηδήξει πάλι μέσα στην τρύπα του αλλά κάτι τον σταμάτησε. Σήμερα, θα άγιαζαν τα \νερά και οι Καλλικάτζαροι να πήγαιναν στις πιο βαθιές στοές της Γης. Το δέντρο της Ζωής θα αναπλήρωνε όλα του κλαδιά και τον χαμένο του κορμό και οι ευωδιές που τόσο αγαπούσαν  θα είχαν γίνει μια μακρινή ανάμνηση στην καλλικατζαρένια τους μνήμη.

Το σκέφτηκε καλά καλά ο Χαλαστρούλης και αποφάσισε να μείνει στην Γη. Το ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο και δεν ήξερε αν μπορούσε καν να ζήσει στο φως και στην μέρα. Φοβόταν τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν τελικά διαπίστωναν ότι πράγματι υπάρχουν καλλικάτζαροι αλλά δεν είναι όλοι τους κακοί και δεν μισούν τους ανθρώπους, η μάλλον, αγαπούν πολύ την μουσική. Τόσο που προτιμούν να κινδυνεύουν ακόμα και την ζωή τους παρά να ζήσουν χωρίς αυτήν. Ίσως ο Θεούλης θα έκανε μια εξαίρεση για αυτόν και προσευχήθηκε με όλη την δύναμη της καλλικατζαρένιας του καρδιάς να γίνει ένα θαύμα.

 Την ώρα που ο σταυρός πετάχτηκε στο νερό και ακούστηκε το ΕΝ ΙΟΡΔΆΝΗ ΒΑΠΤΙΖΟΜΈΝΟΙ ΣΟΥ ΚΥΡΙΕ, ο Χαλαστρούλης κοίταξε με δέος την εικόνα του Χριστού στον τοίχο και θα ορκιζόταν ότι την είδε να χαμογελάει. Μετά ένιωσε τα αυτιά του να μικραίνουν , την μύτη του να στρογγυλεύει και οι τρίχες να εξαφανίζονται από το σώμα του. Κοιτάχτηκε με έκπληξη στην μεγάλη τζαμαρία και είδε ότι είχε μεταμορφωθεί σε ένα χαριτωμένο παιδάκι. Γονάτισε ξανά και ευχαρίστησε τον Χριστούλη για το θαύμα του και περίμενε πως και πως, να ακούσει το κλειδί στην πόρτα.

Το γάζα πλαστ είχε εξαφανιστεί , είχε χάσει την δύναμη να κάνει ξόρκια και τα υπόλοιπα καλλικατζαράκια είχαν χαθεί για άλλη μια φορά στα έγκατα της Γης.  Η  μόνη του ελπίδα να παραμείνει στην σχολή ήταν να τον συμπαθήσει η κυρία Κωσταντίνα αλλιώς θα χανόταν στον μεγάλο άγνωστο κόσμο.

Οι επόμενες βδομάδες κύλησαν σαν όνειρο. Όλοι τον αγαπούσαν, όλοι ήθελαν να τον φιλοξενήσουν, κανείς δεν ήθελε να πάει στην αστυνομία για ένα παιδί που βρέθηκε μόνο του να παίζει πιάνο σε μια κλειστή σχολή. Όλοι πίστεψαν στο θαύμα και αφέθηκαν στην μαγεία του . Ο Χαλαστρούλης γνώρισε μόνο την αγάπη και την μεγάλη αγκαλιά των ανθρώπων που όταν θέλουν, γίνεται ένας τόσο δυνατή, σαν το δέντρο της Ζωής. Άλλαξε το όνομα του σε Ιορδάνης και μεγαλώνοντας έγινε μεγάλος πιανίστας.  Καμιά φορά αργά το βράδυ, θυμάται τις μέρες που μικρό καλλικατζαράκι, πριόνιζε το δέντρο της Ζωής...

 

Τώρα  με λένε Ιορδάνη/ και τον καλύτερο μου φίλο, τον λένε Γιάννη!

Παίζω πιάνο και θυμάμαι / τότε την πρώτη μου φορά

που γνώρισα της μουσικής /  την άφταστη χαρά.

Πως πέρασαν τα χρόνια/ πως μεγαλώσατε και σεις παιδιά!

Να θυμάστε ότι υπάρχει φως, ακόμα και μες την σκοτεινιά.

Το δέντρο της Ζωής το έχει ο καθένας στην καρδιά

Το ποτίζει με αγάπη το κλαδεύει με χαρά.

 

 

 

 

 







Σοφία Κόλλια





Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...