Δευτέρα 16 Αυγούστου 2021

Καρυστινό λεξιλόγιο. Προσθήκη.

 Καίλι= μαύρο. Καίλι το μαλλί.= μαύρο το μαλλί.

Φρούσουλα= ξερά φύλλα που μαζεύει ο αέρας .

Ντάλε- κουάλε= Ακριβώς το ίδιο.

Βρωμοστήλα και σφαΪδωσε = κάτσε κάτω και φάε!

Τύφλες και μούτζες ==όλα πάνε στραβά

Κοίτα τη τύφλα σου = κοίτα τη δουλειά σου

Τι κάθεσαι σαν την αποζυμώστρα? =Τι κάθεσαι χωρίς να κάνεις τίποτα?

Πάνε κατά ήλιου= δεν πάνε καλά ..

 

Βρε γοργόνι! Βρε σκανταλιάρικο παιδί!

Έκανε πέρα τη λάκα..= έφυγε γρήγορα

 

Απάγγειο= δεν το πιάνει ο αέρας

Λύμαξα =πείνασα

Μιλιόρι- το αρνί 2 μ3 3 χρονών

Αλτάνα= κτιστή ζαρντινιέρα. Γύρω γύρω στις αυλές .

Αλάργα και μακριά!!  = Να μην σε πλησιάσει , η, να μην πλησιάσεις εσύ σε καταστάσεις η ανθρώπους.

Καλλιακούσα= καθισμένος πάνω στα καπούλια του αλόγου η γαιδάρου

Σκαμπάζω= καταλαβαίνω

Πάω μέσα= Πάω Αθήνα

Ξένος= πας μη ένας Καρυστινός και της περιοχής.

 

 


"Με ονομάζουν Κοκκινόκαστρο" εκδήλωση της Εφορίας Αρχαιοτήτων στην Κάρυστο


 








" Όνειρο θερινής νυχτός " Άρθρο στην Καρυστινή τον Δεκέμβρη του 2008.



 

Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

"Η ΠΕΠΟ" Καρυστινές ιστορίες.

 

Γενάρης 2009- Η ΠΕΠΟ- ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΕΚΕΜΠΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ.

 


Σήμερα λέω να σταθούμε και πάλι για λίγο στο παλιό σκαλοπάτι του χρόνου  και να ξαναθυμηθούμε το παλιό δημοτικό που τότε το έλεγαν σχολείο και σήμερα πεσιμιστικά, σκολιό.

Απέναντι λοιπόν από την πίσω σιδερένια πόρτα του , βρισκόταν ολάνοιχτη η πόρτα ενός σπιτιού. Πίσω από το μεγάλο τραπέζι που φαινόταν από κει, καθόταν  στην καρεκλίτσα της μια κοπέλα ονομαστή για την καλοσύνη αλλά και στην ασκήμια της. Ήτανε η Πέπο η μοναχοκόρη του κυρ Βασίλη που τον έλεγαν, φαρμακοποιό. Δεν ξέρω γιατί.

Πάνου λοιπόν σε κείνο το τραπέζι βρισκόταν το εμπόρευμα που διέθετε η καλή Πέπο για να αγοράζουν όσοι μπορούσαν από τα παιδάκια του σκολείου στα διαλλείματα.

Μπιλιμπιά, δηλ, χρωματιστά κουφετάκια, ζαχαρωτές καραμελίτσες, κοντύλια για την πλάκα που γράφομε, λίγα τετράδια και την πιο καλή γυάλα εκείνο που για τα φτωχά παιδιά ήτανε άπιαστο όνειρο.

Ζαχαρωτά κοκοράκια, κατακκόκινα, στηριγμένα σε ένα ξυλάκι. Είχανε όμως 50 λεπτά, ποσό δισεύρετο για την εποχή. Μέσα από κείνη την σιδερένια σχολική πόρτα που είπαμε, το μεγάλο τσούρμο των 500 παιδιών, χωρισμένα σε έξη τάξεις με ένα δάσκαλο η κάθε μια.

Ξυπόλητα τα πιο πολλά, με το ντρίλινο παντελονάκι τους μπαλωμένο στα πισινά τους. Για σώβρακο και εσωτερικό φανελάκι , ούτε κουβέντα. Είδη ανύπαρκτα.

Εκείνα τα 500 πεινασμένα παιδιά, όταν γινόταν διάλλειμα τρέχανε μερικά στης Πέπος  και αν δεν είχανε δεκαρίτσα για να αγοράσουνε κάτι , είχανε όμως μεγάλη δίψα.

Στην άκρη του τραπεζιού ,η πάνου σε μια παλιά καρέκλα υπήρχε πάντα και ιδιαίτερα το καλοκαίρι ένας στραπατσαρισμένος κουβάς του πηγαδιού γεμάτος με γλυφό νερό. Εκεί χώνανε τη μούρη τους τα παιδιά και πίνανε σαν τα προβατάκια. Από την άλλη πλευρά, στα δεξιά του αυλόγυρου κάτι καμαρωτές μουριές , βλέπανε τα αγόρια να σηκώνουνε για λίγο το ντρίλινο μπατζάκι του παντελονιού τους , και βγάζουνε την κατουρόβρυση και να τις ποτίζουνε. Φχαριστημένες από τούτο τα ανταμείβανε κάθε αρχή του καλοκαιριού με τα γλυκά τους μούρα.

Περνούσανε τα χρόνια , πέρασε και ο πόλεμος.

Και τότε κείνα τα πεινασμένα και ξυπόλυτα παιδιά, σήκωσαν στα ποδαράκια και στους πεινασμένους ακόμη ώμους τους την αναστύλωση.

Σιγά σιγά άρχισε ο τόπος να συγκροτείτε, με την δούλεψη τους. Λίγο αργότερα ένας λίγο πιο παλιούτσικος πήρε στα χέρια του το χαλινάρι του δήμου. Και έγινε το Θαύμα. Το μικρό κακόμοιρο χωριό έγινε μια όμορφη καθαρή και λουλουδιασμένη πολιτεία.


" Οι κοριοί" Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 Νοέμβρης 2008 - Οι κοριοί.




 Τούτη η ιστορία με τους κοριούς είχε γίνει παλιά παλιά. Τότε που οι κοριοί δεν ήτανε σαν τους σημερινούς που στήνει όπου τη βολεύει η θεία μας η ΣΙΑ και ακούνε ότι λες και κουβεντιάζεις στα πέρατα του κόσμου.

Οι τοτινοί κοριοί ήτανε κάτι αθώα μαμουνάκια ξαδέρφια των ψήλων ας πούμε με τη διαφορά ότι οι ψήλοι είανι χορευταράδες και τζαναμπέτηδες ενώ οι κοριοί ήτανε ήσυχοι και ύπουλοι. Κρύβονταν ούλη μέρα στις χαραμάδες ότι ξύλινου υπήρχε στο σπίτι, ακόμη και στα κοντάρια του ταβανιού και τις νύχτες ξετρυπώνανε και λάου λάου χώνονταν μέσα στα στρωσίδια του κοιμησού και με το ραχάτι τους ρουφάγανε το αίμα όσων βρίσκονταν μέσα σε κείνα τα στρωσίδια.

Φεύγοντας αφήνανε πάνου στα στρωσίδια η στα κορμιά των κοιμισμένων κάτι μικρά σημαδάκια καφετιά, το υπόλοιπο από το αίμα που είχανε ρουφήξει και με βαριά μυρουδιά σα μπαγάτικο μουρουνέλαιο.

Και τότε ήρθε ο από ντι ντι θεός.

Θάναι πενήντα η και πάρα πάνου χρόνια από τότε που ήρθε το συνεργείο με τους ψεκαστήρες στην πλάτη γιομάτους από εκείνο το θεικό δώρο το ντι ντι που θα ξόρκιζε τα οχληρά μαμούνια στην κακή τους θύμηση.

Έτυχε τότε κείνη ακριβώς την χρονιά να είναι στα δεκαεφτά της η Μαρία από τον Αετό. Όμορφη, ζωηρή, και πεταχτούλα αλλά φτωχή.

Για τούτο άρχισε ένα σούσουρο γύρω από το όνομά της που κατέληξε να τη λένε, ακουσμένη.

"Τον κακό σας τον καιρό παλιοκαιρατάδες!' είπε ε΄κείνη όταν το άκουσε. "Θα σας δείξω εγώ βρωμοκουσελιάρηδες." Και τόδειξε! 

Στα συνεργεία του ντιντι τιού που περνάγανε σπίτι σπίτι και ρίχνανε από κείνο το εντομοκτόνο ήτανε και ένας ομορφούτσικος εικοσιπεντάρης που το μάτι του έλαμπε σαν του γερακιού όντας έβλεπε θηλυκό. Όταν λοιπόν είδε τη Μαρία το μάτι του γυαλοκόπησε και έβαλε αμέτι μουχαμέτι να πάει ο ίδιος μοναχός του να της ραντίσει το σπίτι και βλέπε και πράξε.

Το πράγμα φαινότανε από μίλια μακριά και η Μαρία το πρόσεξε. Είπε στην μάνα της να πάει να βοσκήσει τις κατσίκες κάτου στα Μάρμαρα όταν έρθει ο ραντιστής για να μην την πειράξουνε τα πλεμόνια της με κείνο το διάλολο και εκείνη μονάχη θα κουμάντερνε τον εργάτη σε πια σημεία θα ρίξει το φάρμακο.

Όταν λοιπόν ήρχε ο Νίκος-έτσι τονέ λέγανε,- με τον τρόμπα του εντομοκτόνου , του ζήτησε πριν αρχίσει να δουλεύει τη μηχανή να ψάξουν από μαζί να βρούνε τις φωλιές τους κοριούνες και να ρίξουνε πιο πολύ για να πιάσει τόπο. Φυσικά αρχίσανε από το στριποδένιο κρεβάτι το ψάξιμο. Η θέση όμως εκείνη τους σκανδάλισε και για άλλα ψαξίματα και δεν έχασαν χρόνο ψάχνοντας για κείνα. 

"Μωρέ, σαν καλά ήτανε και τούτα" Τα ταιριάξανε μια χαρά. Επειδή όμως είδανε ότι ταιριάξανε σε ούλα αποφασίσανε να τηρήσουνε το έθιμο της εποχής και κλεφτήκανε.

Στο μήνα πάνου χωρίς πολλές δυσκολίες έγινε και ο γάμος και από τότε ίσα με σήμερα περνούνε πολύ καλά. Ας τους αφήσουμε να περνούν αυτούς καλά, και μεις καλύτερα!

Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

"Το φλυτζάνι" Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 Απρίλιος 2008. Το φλυτζάνι.



Τούτο που θα πούμε σήμερα είχανε γίνει κείνα τα παλιά παλιά χρόνια. Τότε που η επιστήμη κοιμούτανε ακόμη ύπνο ελαφρύ και η φύση έκανε ότι της άρεσε και λογιαριασμό δεν έδινε σε κανένα.

Μετά, μετά οι επιστήμονες αφού κάνανε μια βόλτα μέχρι το φεγγάρι νοιαστήκανε και για τα ανθρωπάκια της γης και μαζί με τα αχαίρευτα βρήκανε και τα χρειαζούμενα.

Μέσα στα χρειαζούμενα ήτανε και κάτι μπλέ χαπάκια που τα ονομάσανε βιάγκρα και που είχανε τη δύναμη κάτι ξεπεσμένα εργαλεία να τα αναστυλώνουνε τόσο ώστε στις άκρες τους να δένεις σχοινί για το  άπλωμα της μπουγάδας.

Παλιά όμως δεν το ξέρανε τούτο δω για αυτό έπεσε πανικός στην πόλη μετά το γάμο του Μήτσου . Καλός ήτανε τούτος και νέος και νοικοκύρης για αυτό όταν ζήτησε την Αργυρώ από τον πατέρα της του είπανε αμέσως το ναι.

Να λοιπόν, χαρές και προετοιμασίες για το γάμο και για γλέντι τρικούβερτο όταν δόξα και τιμή έγινε η στέψη. Ούλα μοιάζανε καλά και την Τρίτη μέρα οι συγγενείς της νύφης και του γαμπρού πήγανε γιομάτοι γλυκά να επισκεφτούνε για το καλό τους νιόπαντρους και να τους γλυκάνουνε. Και τότε απλώσανε μαύρα πανιά. Τι γλυκά και πράσινα άλογα! Κείνη , τρεις μέρες μετά το έσονται οι δυο εις σάρκα μια , ήτανε ακόμα κόρη όπως και πέρσι και πρόπερσι και τούτο γιατί εκείνος ήταν ζούφιος , πω πω τι συμφορά!

Τρέξανε ουλοίσα οι μανάδες στην Μιχαλωτένα. Πήρε κείνη το μαυρομάνικο μαχαίρι  της και το τσεκούρι και βγήκε με τη γιόμιση του φεγγαριού στην πόρτα της και βρήκε τα μάγια. "Τον έχουνε δεμένο οι αχαίρευτες! Πρέπει να κάνετε τούτο , πρέπει να κάνετε τ άλλο , " τις δασκάλεψε. Τώρα?

Έπρεπε να βρούνε τρόπο να λυθούνε τα μάγια για να βρει το κουράγιο ο γαμπρός .Μάθαμε και τα μαύρα χαμπάρια οι συμπεθέροι και το ρίξανε στο κρασί και μαζί στο κλάμα. 

"Τι πάθαμε! Τι πάθαμε! Τι ρεζιλίκι είναι τούτο!" Μέσα σε όλα τους, τους συστήσανε και μια φλυτζανού. Τα έβλεπε ούλα τούτη , τους είπανε. Τρεχάτε! Και τρέξανε με τα κουπάκια του καφέ στο χέρι.  Ανυποψίαστη η φλυτζανού έλεγε ότι της κατέβαινε στο κεφάλι και μεταξύ των άλλων είπε.."Λέπω νοικοτσιράδες μου ένα πλάκωμα. Μετά από τούτο, ούλα μέλι γάλα".

Καταχαρούμενες εκείνες που ακούσανε την μεγάλη κουβέντα βιαστήκανε να το πούνε σε ούλο τους το σόι και φυσικά, στην νύφη και στον γαμπρό. Αναθαρρήσανε ετούτοι, είπανε ,βρε λες να είναι έτσι? Μόλις λοιπόν έπεσε ο ήλιος μανταλώσανε τις πόρτες και είπανε να εφαρμόσουνε τα λόγια της φλυτζανούς. Το φέρανε από δω το φέρανε από κει ώσπου ταιριάξανε. Την άλλη μέρα όταν ανήσυχοι οι συγγενείς γιατί αργήσανε να ανοίξουνε τα παράθυρα οι νιόπαντροι, πήγανε και ντούκου ντούκου χτυπήσανε τις πόρτες, βγήκε καταχαρούμενη η νύφη και ρίχτηκε στην αγκαλιά τους  ,ενώ ο γαμπρός με το ράδιο τούρλα να ακούγονταια τα μπουζούκια χόρευε ένα μάγκικο ζειμπέκικο. Τα μάγια είχανε λυθεί.
Η φλυτζανού όμως όταν τς πήγανε το απόγευμα μια πιατέλα γιομάτη γλυκά και μαζί με΄να ζευγάρι παντόφλες και ένα μαντήλι της κεφαλής της προσπαθούσε να θυμηθεί πιο ήτανε το καλό που είχε κάνει για να της φέρουνε τόσα δώρα!


" Η στοιβή" Χρονοχράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 Μάης 2008.  Η στοιβή.



Τώρα θα μου πείτε,τι πράμα είναι τούτο πάλι! Κάντε υπομονή και θα σας το πω. Κείνα τα χρόνια τα παλιά, οι νοικοκυράδες ούτε πολλές κάμαρες είχανε, ούτε και ντουλάπια μπόλικα όπως τώρα δα. Κι αν είχανε κάνα ντουλάπι  χώνανε μέσα τα τυριά, τα καρβέλια άντε και καμιά μελτερίτσα με ρετσέλι η το βάζο με το γλυκό για τις θείτσες που πήγαιναν να ευχηθούν χρόνια πολλά στις γιορτάδες.

Που τα σημερινά μεγαλεία με τις πολλές κάμαρες ,τα γυαλιστερά ντουλάπια και χαλιά Ανατόλια.! Απ ούλα έχουμε τα σπίτια σήμερα εκτός από μουσαφιαραίους!

Οι γυναίκες δεν αδειάζουν τώρα για τραταμέντα και άλλα τέτοια του παλαιού καιρού. Τώρα έχουμε τα σίριαλ της τηβούς και μιρ μπουζούκ , που έλεγε και ο μακαρίτης ο Πόντος όταν ζύγιζε τα κρεμμύδια στο καντάρι. 

Οι παλιές πουλέτε, σε ένανε από τους τέσσερις τοίχους μια κάμαρης στοιβάζανε τόνα πάνου στάλλο τα στρωσίδια τους κάθε πρωί και το βράδυ την ώρα του κοιμήσου τα ρίχνανε στο κρεβάτι η χάμου στην ψάθα. Κοιμούντανε νωρίς και παρακαλάγανε το Θεό να τους ξυπνήσει την άλλη μέρα να πάνε στις δουλειές τους. Η Κατίνα του Παναγή, από τις πέρα γειτονιές, καμάρωνε για τη στοιβή της και ο άντρας της την καμάρωνε για την ομορφιά της. Και τι δεν είχε κείνη η στοιβή!

Αχυρένια στρώματα κάτου κάτου και σειρά σειρά πάνου βελέτζες ,μπατανίες, σάσματα, σεντόνια, φαντά της κρεβατίνας ως και αγοραστό πάπλωμα για κάνα μουσαφίρη Αθηναίο. Την Κατίνα όμως εκτός από τον άντρα της την καμάρωνε και ο μόρτης ο Μιχάλης.

Από δω την είχε από κει την έφερε, κατάφερε και τον έμπασε στο σπίτι της. 

Ο Θεούλης όμως αγαπάει το μόρτη, αγαπάει και το νοικοκύρη. Έτσι ένα βραδάκι που ο μόρτης ήτανε μέσα στην κάμαρη ακούστηκε ο νοικοκύρης που έδενε το γάιδαρο του στο καλύβι του.  Τώρα?

Σήκωσε το σεντόνι που είναι σκεπασμένη η στοιβή και "χώσου κειδά στην άκρη και τσιμουδιά!" Είπε η Κατίνα .."Θα τονέ στείλω κείνονε κάτι να μου φέρει και τότε εσύ γίνεσαι λαγός".

Κάνοντας να βγει ο Παναγής είδε ότι η στοιβή κουνιότανε. "Μπα! Τίναι τούτο "? Είπε στην κυρά του."Εμ, ξέρω γω η μαύρη?"  Είπε εκείνη. "Θα τρύπωσε τσα μέσα κάνα ζουλάπι". "ΑΑ!" Είπε ο Παναγής. "Περίμενε να πάρω το δίκανο και θα το κανονίσω γω το γιούδα!"

Τι να κάνει τώρα η Κατίνα αναγκάστηκε να δικαιολογηθεί. "Σώπα !" Τούπε, "Μην αμαρτήσουμε και πάρουμε τον άνθρωπο στο λαιμό μας.  Ο Μιχάλης είναι κειδά κρυμμένος. Ήθελε ο μπάρμπα Γιώργης να του δώσει την κόρη του την ασκημομούρα επειδή τους είδε μαζί μη σου πω πως! Τούτος χέστηκε από το φόβο του όταν είδε τον γέρο να τον κυνηγάει με την καραμπίνα με είδε όξω που τάιζα τις κότες και με παρακάλεσε. Κρύψε με κυρά Κατίνα όπου μπορείς να γλυτώσω από τούτο το κακό και το το βρεις στην ψυχή σου." 

Τόχαψε ο Παναγής και ουλοίσα πήγε κοντά στην στοιβή , λέγοντας .."Έβγα όξω βρε μπερμπάντη..Έλα να σε κεράσω ένα ρακί να πάει η καρδιά στου τόπο της και άλλη φορά να φυλάγεσαι!"

Ταξικές διαφορές.

  Τι θέλεις να πάρεις.... και τι παίρνεις.....