Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Δεκέμβρης 2000. Η μάνα και η Μάνα. Χρονογράφημα του Α.Κ στην Καρυστινή.

 

Δεκέμβρης 2000. Η μάνα και η Μάνα.

Όταν φάνηκε κείνο το μαύρο σύννεφο κατάκορφα στην Όχη, μερικοί είπανε ότι ήτανε το φάντασμα του δράκου που ήρχε μετά πολλούς αιώνες για να δει αν υπάρχει ακόμα το δρακόσπιτο του. Άλλοι, οι πιο ψύχραιμοι, είπανε ότι ήταν ο ξάδελφος του Νοτιά, ο κυρ Βοριάς και ότι είχε μαζί του τη γυναίκα του τη Χιονιά, και δυο του παιδιά. Τον  κρύο και την Παγωνιά.

Η γυναίκα του ψαρά, όταν τάκουσε σκιάχτηκε. Ο νους της έτρεξε αμέσως στον άντρα της και το μεγάλο τους  γιο που από τα χαράματα είχαν φύγει για ψάρεμα.  Ούλο το σαραντάμερο δεν είχαν δουλέψει παρά μόνο δυο φορές, όλο κι όλο και τώρα προπαραμονή Χριστουγέννων  το σπίτι ήτανε άδειο από όλα. Που να προφτάσουνε δυο χέρια να θρέψουν μια φαμίλα, εννιά νοματαίους!

Εφτά κουτσούβελα τους είχε δώσει ο Πλάστης , το ένα, πιο μικρό από το άλλο. Για τούτο και μόλις ακούστηκε το πρωί η μπουρού ξεκίνησαν πατέρας και γιος για το μεροδούλι. Η θάλασσα ήταν λάδι.

Από πού λοιπόν ξεφύτρωσε κείνος ο καταραμένος ο βοριάς? Όσο προχώραγε η μέρα τόσο ο καιρός αγρίευε. Κατέβηκε από το βουνό κάτου στο γιαλό, άρπαξε τη μεγάλη του πηρούνα και άρχισε να ανακατεύει τη θάλασσα. Τα κύμματα έγιναν θεόρατα και πίσω στη στεριά η  κυρά Χιονιά άπλωσε τα κάτασπρα σεντόνια της ενώ τα στρίγκλικα, ο Κρύος και η Παγωνιά, τρύπωσαν στα σπίτια  και σε μαγαζιά και έκανα τους ανθρώπουςνα χουχουλίζουνε τα χέρια τους. Είρχε μετά και νύχτα, άγρια και φωνακλού, σκόρπισε το όνειρο της μάνας για Χριστουγεννιάτικο φαγητό και την άφησε με το μωρό στην αγκαλιά ξάγρυπνη μπροστά στο εικονοστάσι να θερμοπαρακαλεί τη Μεγαλόχαρη.

Ένα παιδί είχες Παναγία μου και πόνεσες τόσο, μουρμούρισε. Εσύ που ξέρεις από πόνο, προστάτεψε τα εφτά αγγελούδια. Βάλε το χέρι σου να μην στερηθούμε το νοικοκύρη μας. Βοήθησε τον πατέρα και το παιδί μας να μην τους τύχει κακό. Έλέησε μας.

Η νύχτα όξω παρέα με τον βοριά, ουρλιάζανε με μανία ως το πρωί. Κουρασμένοι μετά κρυφτήκανε σε μια σπηλιά στο Μοντοφώλι για να μην τους μαλώσει ο ήλιος που ερχότανε γελαστός από τη μεριά του Μετοχιού για να γλυκάνει τις καρδιές και να μαζέψει τα χιονισέντονα. Μαζί του έφερε την ελπίδα στην καρδιά της μάνας ,γλυκιά σαν την μορφή της Παναγίας και σαν μήνυμα από την Χάρη της. Και πράγματι. Δεν είχε γύρει καλά καλά ο ήλιος για τη βραδινή του ξεκούραση όταν η αγωνία της μάνας έγινε χαρά και ανακούφιση.

Κατάκοποι από το περπάτημα ο ένας δίπλα στον άλλο φανήκανε στην πόρτα πατέρας και γιος και αφού ξεφόρτωσαν τα λογής λογής πράγματα που κουβαλούσαν σους ώμους αρχίσανε να εξιστορούν..

Ο Βοριάς μας ξόριαζε κατά την Άντρο. Είχαμε φοβηθεί πολύ όταν σε μια στιγμή νιώσαμε ένα αόρατο χέρι να μας τραβάει στον όρμο του Καστριού. Με την βοήθεια της Σοφίας  και του αδελφού της τραβήξαμε τη βάρκα στη στεριά και μας κάλεσαν στο σπίτι τους. Μας φίλεψαν τσάι με παξιμάδι και ελίτσες και μας είπανε ότι ο Θεός μας έστειλε πάνου στην ώρα. Το πρωί  θέλανε να σφάξουνε το γουρούνι τους και δεν είχανε ένα χέρι να τους βοηθήσει. Καθώς ξέρεις γυναίκα, είπε ο πατέρας , η τύχη σε κείνους τους ανθρώπους πέρασε πολλές φορές από τη πόρτα τους.  Την ταίσαν την πότισαν και της είπανε να μείνει. Και θα έμενε. Το κακό τους το ριζικό όμως σκασμένο από τη ζήλια που θα τους έχανε, έβαλε τα δυνατά του και την έδιωξε.  Ας ανοίξουνε όμως τα πράματα. Κρέας, αλεύρι, ένα ολόκληρο καρβέλι, μια νταμιτζανίσα λάδι, κάμποσο τυρί σε μια γκαβαδίτσα και σε ένα τενεκεδάκι ολόγλυκο μέλι. Πάρτε τα για τα παιδιά σας είχε πει η Σοφία.

Η δική μας μοίρα δεν μας αγάπησε .Χαρείτε τα Χριστούγεννα  στο σπίτι σας και όταν πάτε στην εκκλησία αύριο να γιορτάσετε τον ερχομό του Κυρίου , πέστε του ότι τα πλάσματα του είμαστε και μεις και τον φοξάζουμε. Ανάφτε και μια λαμπαδίτσα εκ μέρους μας. Και ανοίγοντας ένα κουτάκι έβγαλε από μέσα ότι χρήματα υπήρχανε και τάβαλε στο χέρι του ψαρά.

Να γιατί στη θεία ακολουθία της Γέννησης η μάνα η γυναίκα του ψαρά είχε στυλωμένα τα βουρκουμένα της μάτια στην εικόνα της Παναγίας και ακούστηκε να ψιθυρίζει «Σ’ευχαριστώ Παναγία μου με όλη μου την καρδιά για τη βοήθεια σου αλλά έχω ακόμα μια παράκληση και μη με μαλώσεις . Στείλε την ευλογία και την Χάρη σου στους μοναχικούς ανθρώπους και γλύκανε αυτές τις άγιες ημέρες την πίκρα της μοναξιάς τους.

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2021

Ιούλιος 1999- Η Ευχή της Μάνας .Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 

Ιούλιος 1999- Η Ευχή της Μάνας

Η Θεία Αντώνενα από την Χώρα, ζύμωσε, έπλασε τα καρβέλια και τα έβαλε στη μεγάλη της πινακωτή. Αφού άπλωσε και στον ταβά τη μπομπότα που έσασε με φρέσκο καλαμποκένιο αλεύρι που της έστειλε ο αδελφός της ο μυλωνάς από τη Λάλα, τα σκέπασε να ανεβούνε και βγήκε λίγο κειδά μπροστά στη βεραντίτσα της να πάρει μια ανάσα. Ακούστηκε μια φασαρία τότε και γύρισε να δει. Πίσω από το σπίτι της στο δρόμο για την Μακρινίτσα, ερχόντουσαν τρια τέσσερα ζα με ριγμένα πάνω τους μεσοσάμαρα, απλωτές βελέτζες και μπατανίες , σεντόνια ουγίτικα και ριγωτά, λογής λογής άλλα προικιά και πάνου πάνου για να φαντάζουνε πιο πολύ, τα ολοκέντητα μαξιλαράκια του καναπέ. Αχ, αναστέναξε . Ξένοιασε η Δεσποινιώ η Φρατζέσκενα και από την Τρίτη της κόρη. Την πάντρεψε και αυτή. Να δούμε εγώ τι θα κάνω πούχω κι εγώ τρεις. Πρέπει μονάχη μου να νοιαστώ και να μη περιμένω από τους γιούς μου τους μπερμπάντηδες βοήθεια. Εξόν από κείνο το μπιρμπιλομάτικο το μικρό.Άντε τώρα Καλλιοπίτσα , είπε στον εαυτό της να κάψεις το φούρνο να ρίξεις τα ψωμιά και μετά να βάλεις στην σιδεροστιά το τσουκάλι μ τα κουτσά που φουσκώσανε ούλη νύχτα ξεματιασμένα μέσα στο νερό, να καθαρίσεις τα κρεμμυδάτσα που θα ρίξεις μέσα και τις μελιτζάνες , μια γιομάτη κουταλιά μπελτέ και μην ξεχάσεις ρίγανη και μυροδάφνη. Στείλε και την Δήμητρα πέρα στο Ρουμπή να πάρει λίγη κανελίτσα και δυο κλωνιά μπαχάρι να τους ρίξεις να πεντήσουνε.

Μη σκας για τα άλλα. Ούλα θα γένουνε με τον καιρό τους. Ορίστε. Η Λευτέραινα δωνά πιο πέρα, είχε πέντε. Μια μια έβγαλε τις τέσσερις από πάνου της. Βέβαια ήτανε νοικοκυράδες και καλόκαρδες. Μη μου πείτε όμως ότι ήτανε πιο όμορφες από τις δικές μου! Είπε και καμαρώθηκε χαμογελώντας.

Μονάχα η μικρή της είναι όμορφη. Για κείνη φουμιέται που την έκανε δασκάλα. Και επειδή είναι ροδομάγουλη σα βερύκοκο, την λέει βερυκοκιά. Δεν έχει πάρει είδηση ότι τώρα υπάρχουνε πούντρες και κοκκινάδια και ούλες μπορούνε να γίνουνε βερύκοκα. Άμα μεγαλώσει το δικό μου το μπιρμπιλομάτικο, θα το κάνω και εγώ μηχανικό. Και όχι ότι κι ότι. Μηχανικό παπορίσο. Να πηγαίνει στις Ιντίες και στο Μισίρι και να κουβαλεί μετάξα και μαλαματικά. Να σου ντύσω γω τούτες , κούκλες! Και τότε να δεις γαμπροί. Τους καλύτερους θα διαλέξω.

Τέτοια σκεφτόταν η καλή μάνα όταν σταμάταγε τις δουλειές της για να πάρει μια ανάσα. Πέρασε ο καιρός, πάντρεψε μια μια τις κόρες, νοικοκυρευτήκανε τα μπερμπάτικα , έγινε και το μπιρμπιρομάτικο μηχανικός. Τότε, ο γείτονας της ο Άη Παντελεήμονας της έστειλε μήνυμα. «’Έλα πόθε Καλλιόπη γιατί έχω κάτι σοβαρό να κουβεντιάσω μαζί σου. Για να μην κουραστείς θα στείλω γω να σε φέρουνε στα χέρια πάνου. «

Όταν ξεκίνησε να πάει ακούστηκε ένα καμπανάκι, νταν νταν ,ένα καμπανάκι της ψυχής της φουρ φουρ φτερούγησε πουλί ανάλαφρο στους ουρανούς.

Από τότε, όταν είναι μέρες αναστάσιμες η ψυχοσάββατα, σκαρφαλώνει ψηλά ψηλά στον τοίχο που χωρίζει τον κόσμο τούτονε με κείνον πούνε τώρα, ρίχνει τη ματιά της κατά δω, βλέπει ούλα τα άλλα και μαζί και το μπιρμπιλομάτικο νοικοκυρεμένο με κείνη που διάλεξε η καρδιά του, με παιδιά και με εγγόνια τώρα πια, και μαζί με την ευλογία του Θεού δίνει και κείνη την ευχή της.

 

 

Νοέμβριος 2000- Ο Μπαστούρας. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή

 

Νοέμβριος 2000- Ο Μπαστούρας

H καημένη η Βαγγελίτσα! Λίτσα την λέγανε τώρα. Θυμούτανε με νοσταλγία τη νονά της που συχνά πυκνά της φώναζε. Έλα παδά Βαγγελιώ! Έλα κορικάτσι μου, έλα μαναράτσι μου να βοηθήξεις να μπαστουρώσω τις κατσίκες. Πάγαινε η Λίτσα κοντά, κράταε την κατσίκα από τα κέρατα και η γιαγιά της έδενε τα πόδια ένα μπροστά και ένα πισινό με ένα σκοινάκι για να μην αλαργεύουνε. Το έλεγε αυτό, μπαστούρωμα.

 Τη βαριότανε η Βαγγελίτσα τέτοια ζωή και πότε πότε με κάτι κατσάρια στα ποδαράκια της, πότε ξυπόλητη ερχούτανε δω κάτου στο σκολείο να μάθει γράμματα να ξεστραβωθεί , να γένει άνθρωπος.

Τέλειωσε άξια και καλά και με κάτι κατουρημένες ποδιές που φίλησε, κατάφερε και μπήκε σε μια υπηρεσία που είχε πάρε δώσε με λεφτά και με οξωτάρηδες. Στρώθηκε καμαρωτή σε ένα γραφείο πρώτα, αλλά επειδή ήταν καλή και τίμια, την βάλανε στο ταμείο. Τι ωραία που είχε περάσει τότε! Ερχούντανε οι άνθρωποι, αγροτικοί οι πιο πολλοί και πότε δίνανε και τις πιο πολλές φορές πέρνανε χρήματα. Θυμάται μια φορά,ένας χωρικός της έφερε δώρο μια γυαλίτσα μέλι, άλλος ένα σακούλι καρύδια, ένα κεφάλι τυρί, και μια φορά, Χριστούγεννα ήτανε, της έφερε ένας Καβοντορίτης ένα λοκάνικο δυο μέτρα μακρύ. Και κάτι άλλα, και κάτι άλλα, που να τα θυμηθεί όλα με μιας. Θυμούντανε όμως και ανατρίχιαζε με τον κόκορα. Ένας οξωτάρης που είχε αμπέλια, όταν πήρε την επιδότηση της έχωσε με την χερούκλα του  μένα πεντοχίλιαρο μέσα στον κόρφο της και την άλλη μέρα ήρχε πάλι κεφάτος και γελαστός φέρνοντας ένα κόκορα. Αυτό για σένα! Της είπε, και τον άφησε πάνου στο γκισέ.  Ξαφτούρισε ολοίσα το πουλί, στάθηκε για λίγο στον ώμο της και μετά άρχισε να πηδάει από δω και από κει, σαν τρελό. Έκραζε σαν τον άρχοντα της κόλασης και λέρωσε και το πάτωμε σε δυο τρεις μεριές.  Κιτρίνησε η κυρά Σοφία η καθαρίστρια από το κακό της και τον βούτηξε και τούκοψε το κεφάλι επί τόπου. Ύστερα τον θέρμησε , τονε μάδησε  και ο άλλο βράδυ ούλοι μαζί παρέα, τον φάγανε σε μια ταβέρνα όπου γλεντήσανε του καλού καιρού. Ο διευθυντής της ήτανε καλός άνθρωπος.  Τις πιο πολλές ώρες μάλιστα έλειπε από κει μέσα στο απέναντι καφενείο. Ερχότανε μόνο για υπογραφές και τους είχε αφήσει αλιμπερτά. Επειδή όμως το αναγνωρίζανε που τους είχε ελευθερίες , κάνανε τα αδύνατα δυνατά και η δουλειά πήγαινε ρολόι. Παράπονο κανένα και από πουθενά. Στον επόμενο διευθυντή ακόμα πιο καλά. Μέχρι και ράδιο ακούγανε , εφαρμόζοντας το , εργασία και μουσική.

Και πάλι καλά πηγαίνανε όλα. Ώσπου μαύρη ώρα και άραχνη. Ο τρίτος διευθυντής ήτανε πολύ τυπικός. Μη τούτο, μη κείνο. Όχι όξω από το γραφείο, όχι πολύ ώρα στην τουαλέτα, όχι ψου ψου ψου  μεταξύ σας! Και στο ωράριο, κέρβερος!

Τότε θυμήθηκε η Λίτσα την συγχωρεμένη τη γιαγιά της . Και θυμήθηκε ακόμα ότι άμα οι κατσίκες ήτανε λεύτερες βγάζανε πιο πολύ γάλα, ενώ μπαστουρωμένες το γάλα τους λιγόστευε και τρομάζανε να μαζέψουνε για να κάνουνε τον τραχανά και τους φιδέδες τους. Ζητάγανε δανεικό από τη γειτονιά.

Σε μια δόση λοιπόν που εκείνος έλειπε, τους μάζεψε όλους και τους το είπε. Και κατέληξε.

«Θα κάνουμε ότι και οι κατσίκες. Όσο είμαστε μπαστουρωμένοι θα αποδίδουμε λιγότερο στη δουλειά. Λέω μάλιστα, όσο καιρό θα είναι εδώ τούτος ο κύριος, να τον λέμε μεταξύ μας ο μπαστούρας!» Έτσι και έγινε. Από τότε περάσανε καιροί και καιροί. Ο διευθυντής πήρε κάποτε μετάθεση. Οι άλλοι πίσω, ξεχάσανε και το όνομα του. Όποτε όμως τον θυμούνταν, τον έλεγαν με το παρατσούκλι του. Ο μπαστούρας.

 

 

O Φίλων Φτέρης γράφει για τον λαογράφο Γιάννη Γκίκα στην Καρυστινή.


Από την στήλη ΚΑΡΥΣΤΙΝΑ ο Φίλων Φτέρης γράφει για τον Γιάννη Γκίκα και το έθιμο του Πυργαριού στον Κάβο Ντόρο.


https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/ep-e17b6ns 

Podcast episode cover art

Total number of plays

Από την στήλη ΚΑΡΥΣΤΙΝΑ ,για τον Γιάννη Γκίκα και τους Αρβανήτες γράφει ο Φίλων Φτέρης

 • 04:21

https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/ep-e17b6ih

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΡΟΣ 1 και 2 POD CASTS

https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/-1930-e176i0i/a-a6gis7h 

Ακούστε το ηχητικό.

https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/--2-e176kaa

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ- POD CAST


Ακούστε το ηχητικό

https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/ep-e176ftl

3 Χρονογραφήματα του Α.Κ στην Καρυστινή.

 

ΜΑΙΟΣ 1999 -  ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΥΓΟΝΙΑ

Η θείτσα η Μακρούνενα από τη Μουρτιά, μόλις της είπε ο άντρας της ότι θάρχει γαμπρός να ζητήσει την Πιπινίτσα τη μικρή τους κόρη, άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της.

Μη μου το κάνεις τσοδά μαύρε μου γιατί θα σε πάρει τσε θα σε σηκώσει. Γω ξέρω ότι πάππου προς πάππου παντρεύεται πρώτα η μεγαλύτερη τσε μετά η κάθε μια με τη σειρά που γεννήθηκε. Δεν θα μου κάνεις συ τσενούργια τσάπια γιατί ουλοίσια θα πάω να πέσω στο πηγάδι της Παναυκώλενας να πνιγώ . Τέτοιες ντροπές δεν τις εμποράω.

Τι να κάνει κι αυτός? Την άκουσε.

 Έτσι ένα απόγευμα που ήρχε ο Λευτεράτσης του Γεροκωσταντή να ζητήσει τη Πιπινίτσα που αγάπαγε, αλλιώς τα λογάριαζε και αλλιώς τα βρήκε. Μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος ο Λευτέρης και όπως τόχε ταμένο της Πιπινίτσας πριν φύγει για στρατιώτης έτρεξε να την ζητήσει.  Θέλω τη κόρη σου! Είπε στον πατέρα της . Και πριν άλλη κουβέντα, απάντησε ο γέρος.

Να την πάρεις ,δική σου και κατάδική σου, και αμέσως έτρεξε στο μπαστικό. Και μέσα είχανε κλειστεί και οι τέσσερεις κόρες του μόλις ακούσανε ότι θάρχει γαμπρός και λαχταρισμένες , είχανε κολλήσει το μάτι τους στη χαραμάδα  της πόρτας να δούνε ποιος είναι και ποια θα ζήταγε. Ζύγωσε ο γέρος και φώναξε. Μαριγώ, ε Μαριγώ! Έλα παδά! Μαριγώ ήτανε η τριαντάρα , η μεγάλη πια. Έτρεξε κείνη και τότε δείχνοντας της το Λευτέρη τη ρώτησε.

Τούτος δω είναι καλό παιδί και μου ζήτησε τη κόρη μου . Επειδή εσύ είσαι της πρόβας , εσένα του δίνω. Τι λες? Σου κάνει?

Τον κοίταξε εκείνη και της φάνηκε πιο γλυκός και από λουκούμι που την είχανε κεράσει όταν χόρευε μπροστά, πάνου στο Πανοχώρι  στο πανηγύρι της Παναγίας. Θα έλεγε όχι?

Μου κάνει! Μου κάνει! Είπε μάνι μάνι . Κοκκάλωσε ο Λευτέρης αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Γυναίκα ζήτησε, γυναίκα του δίνανε. Δαγκώθηκε για να μη φωνάξει ότι για την Πιπίνα πήγε, αλλά μια σκέψη του πέρασε από το νου και τον έκανε να κρατηθεί.

Βρε πάρε τούτη, σκέφτηκε, για νάχεις το δικαίωμα να μπαινοβγαίνεις και θα δεις τι θα κάνεις με την άλλη. Έτσι παντρεύτηκε τη Μαριγώ. Επειδή όμως τα χωράφια και τα ζωντανά του ήτανε κάτου στο Καστρί, λίγες φορές έμενε μαζί της. Τις πολλές βραδιές έμενε στο Καστρί. Συγύρισε την καμαρίτσα που είχε κει κάτου, τη νοικοκύρεψε και κουβάλησε μερικά καινούργια νοικοκυριά. Πέταξε το κρεβάτι με τα στρίποδα και το αχιουρένιο στρώμα και αγόρασε διπλό ντιβάνι με στρώμα μπαμπακένιο. Τι θα ντα κάνεις τσάδα μαθές? Ρώτησε η Μαριγώ. Θάρχω τσε εγώ τσε κάτου?

Όχι όχι! Της απάντησε. Τι να κάνεις εσύ μέσα στους σκορπιούς τσε τις όχεντρες? Κάτσε τσει που είσαι!

Πονηρεύτηκε η Μαριγώ και το κουβέντιασε με τη φιλενάδα της τη Χαρατσίνα.

Πάμε μωρή μια βραδινή απόκρυφα, απόκρυφα, να τηράξουμε! Της είπε εκείνη. Το είπανε! Το αποφασίσανε! Μόλις νύχτωσε κουκουλωθήκανε για να μην γνωρίζουνταν, πήρανε λαδοφάναρο να βλέπουνε στο δρόμο και κινήσανε για το Καστρί. Όταν ζυγώσανε , ακούσανε σκανταλέματα και γέλια. Βάλανε το μάτι τους στην τρύπα της πόρτας και τους ήρχε λυγοθυμιά. Κοντά στο τζάκι ο Λευτέρης και η Πιπινίτσα ψένανε στη χόβολη κουκιά μπούλους πειραζόντουσαν αναμετάξυ τους και ξεραίνουνταν στα γέλια. Τώρα? Είπε η Μαριγώ. Ούτε τώρα, ούτε ξετώρα! Της απάντησε η Χαρατσίνα. Κατουρημένες τσε ακατούρητες  πάμε να φύγουμε. Τσε να καταλάβουμε τσε εμείς ούλοι ότι όποιος κλέβει την αγάπη του αλλουνού, λούζεται τις πομπές του.

 


Σεπτέμβρης 2000 – Η ΕΦΤΑΛΕΦΤΡΟΥ

Τώρα? Τι θα έκανε τώρα που η Γαρυφαλίτσα του γύρισε από το αμπέλι στα κακά της χάλια? Είχε πάει να μαζέψει τα Καμπανά κι εκεί την τσίμπησε ψηλά, κατά ψηλά στο μπούτι της μια μαύρη φαρμακερή αράχνη. Μια εφταλεφτρού. Έπρεπε λοιπόν να βγάλει μάνι μάνι το σκοινί από τα σαμάρι της γαιδουρίτσας , να το δέσει κούνια στη μουριά, να μαζέψει εφτά Μαρίες να την κουνήσουνε και να πούνε τα μαγικά ξόρκια για να φύγει από πάνου της το κακό γιατί αλλιώς όπως το φεγγάρι γυρνάει στη χάση του, θα πήγαινε η Γαρυφαλίτσα στο χαμό της.

Που να βρει εφτά Μαρίες? Και μάλιστα τώρα? Στο Κατσαρώνι υπήρχε μόνο μια κι αυτή γριά ξεκούτα. Στους Καρεούς άλλη μια κι αυτή μεσοβέζα και μόνο μια και καλή στη Μαμαλιά, η κουμπάρα του που όμως τούτες τις μέρες έλειπε στη μάνα της στα Βελούσα.

Πήγε και βρήκε στον κουμπάρο του. Γιώργη μου και κουμπάρε μου την χάνω τη Γαρυφαλιά μου . Και ξέρεις εσύ πόσο τη στιμέρνω. Την πήρα χωρίς βρακί που λέει ο λόγος και την έβαλα κυρά κι αφέντρα μέσα στα καλά μου και μονάχα η σκάση μου είναι πως ακόμα δεν έχουμε κλήρα.  Σώστηνε και θα σου χαρίσω τη μια από τις μουσκίδες.

Ο άλλος έκανε πως το σκεφτότανε στην αρχή και ολοίσα μετά απάντησε.

 Ξέρω μωρέ κουμπάρε ένα κόλπο χωρίς Μαρίες και κουραφέξαλα αλλά θα πρέπει η κουμπάρα να μείνει ούλη νύχτα σπίτι μου. Και τώρα δα καθώς λείπει η νοικοκυρά μου ντροπή να σου το πω.

Βρε να σωθεί ο άνθρωπος μου θέλω γω τσε τ ΄άλλα ούλα χέστα με το συμπάθειο. Λέω που λες να σου τη φέρω νύχτα και το πρωί σου τάχα μου , τη γυρίζεις κι αν είναι καλά όπως λες παίρνεις και τη μουσκίδα. Έτσι και έγινε. Πήγε ούλη τη νύχτα η Γαρυφαλίτσα στη Μαμαλιά παρέα με τον Γιώργο όπως τάχανε συννενοηθεί και η εφταλεφτρού ήτανε για να κλείσουνε τα μάτια του Βαγγέλη της και την άλλη μέρα ντούρα κοτσονάτη κι ευχαριστημένη την έφερε ο κουμπάρος στο σπίτι καβάλα στο μουλάρι.

Φχαριστήθηκε ο Βαγγέλης και πήγαινε να φέρει τη μουσκίδα αλλά ο άλλος πιάστηκε από την ευκαιρία. ‘Άσε μωρέ κουμπάρε! Δεν έκανε δα και τίποτα. Αλλά βολά άμα σου κάνω κάτι πιο αναγκαστικό και έχεις την ευχαρίστηση, μου τη δίνεις.

Τώρα που το λες κουμπάρε μου να στο ξομολογηθώ. Παλεύω τις βραδιές παλεύω τα απομεσήμερα κλήρα δεν βλέπω. Μπας και ξέρεις κανένα κόλπο και για κείνο?

Θα το σκεφτώ , είπε ο κουμπάρος. Άμα θυμηθώ πως γίνεται θα έρθω το βράδυ και αν είναι τώρα που ακόμα γιομίζει το φεγγάρι και λείπει η Γιώργαινα θα τη σκαρώσουμε τη δουλειά. Άκουγε η Γαρυφαλιά και μια ανατριχίλα πέρναγε στο κορμί της.

 Άσε άντρα μου, με τον καιρό θα τα καταφέρεις. Δεν είναι ντε και επείγον. Αν πάλι επιμένεις μην σου χαλάσω την καρδιά. Συμφωνάτε με τον κουμπάρο και γω η έρμη ότι είναι το ριζικό μου θα το δεχτώ. Τα συμφωνήσανε λοιπόν και όσο έλειπε η Γιώργαινα και γιόμιζε το φεγγάρι , γιόμιζε και η Γαρυφαλιά χαρές. Με κάτι μήνες όταν φανήκανε τα αποτελέσματα από κείνες τις χαρές , φόρτωσε ένα σακί σιτάρι μεσοσάμαρα  στη γαιδουρίτσα ο Βαγγέλης έδεσε και τη μουσκίδα στο σαμάρι να ακολουθεί και ανηφόρισε στη Μαμαλιά.

Κουμπάρε μου έφερα το τάμα  μου επειδή είμαι υποχρεωμένος μαζί σου γιόμισα και ένα σακί σιτάρι. Νάσαι καλά, να έχεις την ευχή μου και άμα σε ξαναχρειαστώ θέλω να μου τάξεις πως δεν θα πεις όχι.

 

Ιούλιος 2000- Ο Κόκορας

Στο τεύχος διαβάζουμε για το κτήσμα στα Καλύβια μέσα στον χώρο του σχολείου, ότι είναι παράνομο, επίσης συνεχίζεται η διαμαρτυρία για το σχέδιο Νατούρα όπου οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες γιατί δεν υπήρχαν προβλέψεις για απλά πράγματα, όπως για τον κάμπο όπου είχαν ονομάσει τις σουβάλες του εργοστασίου τούβλων, λίμνη! Οι κάτοικοι ήταν εξαγριωμένοι.

 

Μα τι λες μωρή Στερού? Πότε γεννήκανε τσαδά τσαδά στε γω δεν πήρα νόγα? Πέρνε ψες το γιόμα ο διαναής ο αγροφύλακας τσε μου τάπε. Τα κουβεντιάζανε κάτου στο γιαλό, στο καφενείο του Φάντη. Πάμε όμως τσα πάνου στη στρογέρα γιατί φυσάει ο διάλος τσε παδά πούμαστε το φέρνει κουρσούμι , να κουμπήσουμε σε τσείνο το κωλάθουρο , να σου τα επώ. Η Σοφία, η τσουλίνα και η Αστερού, η σπιρτέδενα με τη ρόκα στο ένα χέρι στερεωμένη στη ζώνη της μπροστέλας τους και το αδράχτι στο άλλο, είχανε βγει πάνου πάρα πάνου ίσαμε τον Άη Συμιώ να βοσκήσουνε τις ντρένιες τους. Όταν καθήσανε , συνέχισε η Αστερού, την κουβέντα. Ξέρεις δα, την Σμαραγδίτσα από τα Μηδουλαίους. Τσε ξέρεις ότι έχει παντρεμένη την εγγόνα της τόδε χάμου. Με το που γκαστρώθηκε τσείνη η εγγόνα τσε επειδής τσείνος ήθελε σερνικό τσε τσείνες ήντουνα πάπου προς πάππου θηλικομάνες , φωνάξανε τη Φιλιά από το Περναράκι να τους κάνει κάτι μαγικά που ήξερε. Είρχε που λιες η Φαλιά τσε το πρώτο που έκανε ήτανε να ανεβεί στο λιακό τσε να βάλει τον τσούλιντρα όρθιο. Έδειγνε μαθές έτσι ότι ο λιακός ήτανε σερνικός , ύστερα σταύρωσε 2 καλάμια τους έβαλε ένα παλιό σακάτσι τσεινού τσε ένα κούκο να φαίνεται άνθρωπος τσε κρέμασε τσει που πρέπει ένα μπούλο ώστε τσε το στοιχιό να φαίνεται σερνικό. Μετά τους είπε να δέσουνε ένα βαρβάτο κόκκορα όξω από την πόρτα της κάμαρης ώστε να ακούει το όβρυο το κουκουρίκου τσε να γένει τσε τσείνος κόκορας. Άμα ήρχε η ώρα της γέννας, τσε πήγανε στο νοσκομείο πήγε τσε η Σμαραγδίτσα να παρασταθεί γιατί η κόρη της δε φέλαε. Βγήκε καμιά φορά η νοσοκόμα  από το χειρουργείο τσε έφερε τα μαύρα νέα. Θηλυκό, τους είπε.  Όμως να περιμένουμε γιατί θα κάνει τσάλλο. Σε ώρα ξαναβγήκε η χρουσούζα η μαυρογόνατη. Πάλι θηλυκό. Τα’ ακούς Σοφιά μου? Τσε δύο τσε θηλυκά.

Τσεινού τούρχε ταμπλάς αλλά τσε η γριά έγινε τούρκα.

Την άλλη , βούτηξε τον κόκορα παραμάσχαλα τσε μια λιμπίδα στο χέρι τσε έφτασε στη πόρτα της Φιλιάς. Τα φτερά του μωρή να βγάλεις στα μάτια τσε να μη λέπεις την καταράστηκε τσε μεμιάς έκοψε με τη λιμπίδα το τσεφάλι του πετεινού τσε της τον πέταξε μέσα στην αυλή. Η Φιλιά δεν μίλησε ντιπ παρά θέρμισε το πουλί, το μαγέρεψε ωραία τσε καλά με ντοματίτσα, έσασε τσε μπαζίνες με μπόλικο τυρί τσε τις τσιγάρισε με βούτυρο της γίδας τσε ολοίσα παράγγελε στον άντρα της εγγόνας, έλα πάνου σε θέλω, επείγον. Τούβαλε στο τραπέζι  το λαχταριστό φαί τσε κρασί μπόλικο σπιτικό που είχε ριγμένα πρώτα  κότσινη πιπεριά και φτερή για να τον κάνει να φουντώσει. Όσο τσείνος έτρωε και έπινε , έλεγε η Φιλιά τα παράπονα της . Το τσε μούκανε η γιαγιά της γενέκας σου.. Τι φταίω γω η λάγια αφού δεν ακούσανε τις ορμήνειες μου? Εγώ τις δασκάλεψα το τι τσε το πώς έπρεπε να το κάνουνε για να γένουνται τα παιδιά σερνικά. Εγώ ούλο σερνικά έκανα καλή τους ώρα. Ήξερα όμως το πώς τσε μάθαινα τσε το συγχωρεμένο μου .Μήπως θέλεις να σε μάθω τσε σένα? Τσείνος δεν είπε όχι..

 

 

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...