Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021

Απρίλης 2002- Ανάσταση. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 

Απρίλης 2002- Ανάσταση



Η καλοβαλμένη γυναίκα με το Αμερικάνικο ντύσιμο έδωσε ένα γενναίο φολοδώρημα στον άνθρωπο που της κουβάλησε τις βαλίτσες με το καροτσάκι του κάθισε στην πεζουλίτσα της αυλής να ξαποστάσει πριν χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού. Ήτανε όλα στην θέση τους όπως πριν 30 χρόνια. Οι αλτάνες γύρου γύρου στην αυλή γιομάτες γεράνια και ανάμεσα τις δυο πόρτες το αγιόκλιμα που η ίδια είχε φυτέψει. Οι μουριές που ένα χρόνο  πριν φύγει είχε φυτέψει ο πατέρας της ,  είχανε απλώσει τα κλωνάρια τους και σκεπάζανε  με τον ίσκιο τους ολόκληρη τη μεγάλη αυλή. Πότε πέρασαν 30 χρόνια, αναλογίστηκε. Τότε που νιόπαντρη αποχαιρέτησε με σπαραγμό τους δικούς της και έφυγε με τον άντρα της για την Αμερική, μαζί με πολλούς άλλους Καρυστινούς που με ένα ταγάρι στον ώμο και ένα καρβέλι κριθαρένιο μέσα, πήγαιναν να βρούνε την τύχη τους στην μακρινή ξένη χώρα. Παραξενεύτηκε που το σπίτι ήτανε απόλυτα ήσυχο. Τι να συνέβαινε? Η καρδιά της σφίχτηκε. Δυο μήνες πριν είχε λάβει γράμμα τους και ήτανε όλοι πολύ καλά. Τώρα, γιατί τόση ησυχία? Πάθανε τίποτα? Και ερχότανε με τόση λαχτάρα να δει τη μάνα της και το Μαρικάκι, την αδελφή της και να κάνει Πάσχα μαζί τους την άλλη Κυριακή.

Βρισκόμαστε ήδη στο Σάββατο του Λαζάρου. Με αγωνία πλησίασε την πόρτα. Χτύπησε φωνάζοντας. Μάνα! Μαρίκα! Δεν είναι κανείς εδώ?!

Της άνοιξε μια γυναίκα με ένα τσεμπέρι στο κεφάλι και με ύφος πονεμένο. «Εσύ είσαι Βασιλική μου? Καλωσόρισες.» Και ρίχτηκε στην αγκαλιά της κλαίγοντας. «Τι είναι? Τι συμβαίνει? Που είναι η μάνα βρε Μαρικάκι?»  «Δεν είμαι πια το Μαρικάκι..» είπε η άλλη. ‘ « Τώρα είμαι η θεία Μαρίκα  και τη μάνα μας μόλις σήμερα τη μεταλάβαμε. Δεν καταλαβαίνει  τίποτα πια. Δεν γνωρίζει κανένα . Από στιγμή σε στιγμή την παίρνει ο Κύριος κοντά του. Ο καημός του ξενιτεμού σου και μια πνευμονία που άρπαξε τις άλλες την έχουν ρίξει το θανατά.» Λαχτάρησε η Αμερικάνα. Τόσες μέρες ταξίδι με το ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ , ύστερα από τόσα χρόνια για να προφτάσει την μάνα της ζωντανή και τώρα να ακούει πως ήρθε αργά, την έκανε να κλαίει με λυγμούς. Πλησίασε νυχτοπατώντας  στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης. «Μάνα, εγώ είμαι , η Βασιλική σου, » της ψιθύρισε και την χάιδευε και την φιλούσε. Καμιά ανταπόκριση. Η μάνα βρισκόταν ήδη στον δρόμο προς τους ουρανούς. Γύρισε η κόρη το βλέμμα προς το εικονοστάσι. Η παμπάλαια εικόνα με την Ανάσταση του Κυρίου βρισκόταν πάντα στην θέση της. «Κύριε, « ικέτεψε γοναστή , «Δώσε της λίγη ζωή. Ίσα ίσα να νοιώσει ότι γύρισα κοντά της και αν μπορεί να μου δώσει την ευχή της.»Γύρισε κοντά στην ετοιμοθάνατη. «Μάνα, γύρισα! Ήρθα να σε δω! » είπε πάλι ψιθυριστά και της έπιασε σφιχτά το χέρι. Η μάνα τρεμόπαιξε τα μάτια, σήκωσε με κόπο το άλλο της χέρι και το ακούμπησε στο χέρι της κόρης της , ενώ δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα μάτια της.

«Σε κατάλαβε!» είπε η Μαρίκα. Άνοιξε μάνι μάνι τη βαλίτσα η Αμερικάνα, έβγαλε μια ειδική αλοιφή για το κρυολόγημα και έτριψε καλά καλά με αυτή την μάνα της. Ξαναγύρισε το βλέμμα της στην εικόνα. «Θεράπευσε την Κύριε» είπε ξανά.

Ξημέρωνε η Κυριακή των Βαίων όταν ακούστηκε αχνά η φωνή τα μάνας. «Νερό, λίγο νερό!» Αλαφιασμένες οι κόρες τρέξανε κοντά της. «Πεθαίνει» είπε η Μαρίκα. Έπεσε έξω. Όταν ήπιε το νεράκι η μάνα, έκανε να σηκωθεί ψελλίζοντας με λαχτάρα. «Κόρη μου! Ήρχες κόρη μου!» «Ναι μάνα, ήρθα» «’Εχε την ευχή μου» είπε η μάνα. Το μεσημέρι έφαγε λίγο με κόπο και από το απόγευμα το χρώμα της άρχισε να ζωηρεύει. Την Μ.Τετάρτη είχε σταθεί στα πόδια της. Την ημέρα της Λαμπρής καθισμένη στην καρεκλίτσα της με την καινούργια της ζακέτα και τις μαλακές παντοφλίτσες , χαιρότανε το πλούσιο τραπέζι που είχε ετοιμάσει με τα χέρια της η νεοφερμένη, δοξάζοντας τον Κύριο που την ξανάφερε η Χάρη του στην ζωή.

Όταν αργότερα βάλανε στο φωνόγραφο την πλάκα, -Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική-τραγούδησαν μαζί με την κόρη της το τραγούδι σε δικούς τους στίχους. –Αν θα ξαναφύγω στην Αμερική, πάλι θα ξανάρθω και δεν θα μείνω εκεί!

 

 

 

Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

Ένα ανάγνωσμα για λίγους. ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ - ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ! Μ.ΒΙΤΑΛΗΣ

Έχετε αναρωτηθεί τι διάβαζαν οι κυρίες και οι κοπέλλες της εποχής όπως σήμερα τα αισθηματικά αναγνώσματα? Γεμάτα λυρισμό, με μεγάλες ακαδημαικές απαιτήσεις, τα αναγνώσματα το μόνο που έχουν ίδιο, είναι οι γνωστές παρεξηγήσεις, τα μεγάλα αισθήματα και τα μπλεξίματα της μοίρας που οδηγούν τους "εραστάς"  σε άλλα μονοπάτια ..


Από το ημερολόγιον της Φύσεως του 1899!!! αντιγράφουμε ... 



Το κείμενο είναι πολυτονικό.. βεβαίως βεβαίως.

Μικρά, πλάσματα αθώα εισέτι, έπαιζον ανέφελα εν μέσω της χαράς των γονέων  των μακράν πάσης πονηρίας και υστεροβουλίας,ανερχόμενα εις τους αιθέρας ως χρυσαυγείς νεφέλαι ωθούμεναι υπό του πνέοντος βορρά.

Η Φύη, δεκαέτις μόλις, και ο Επίλαος κατά δυο Ανοίξεις υπερτερών αυτήν, εθεωρούντο ευτυχείς περί ουδενός εισέτι φροντίζοντες ,ειμί πως να κατακλιθώσιν ενωρίτερα και να εγερθώσι λίαν πρωί, να μελετήσωσι το μάθημά των και κατόπιν να παίξωσι τα παιδιά εκείνα παίγνια , την αθωότητα ταύτην των μικρών αμερίμνων, την ευτυχίαν.

Η μικρά ηλικία είναι αληθής ευτυχία. Η προκεχωρηκύια καθίσταται ολονέν δυστυχία , μη δυναμένη να εξαγοράση την μικράν ατί πάσης θυσίας , παντός αγαθού , παντός πολυτίμου. Εμεγάλωναν και τα δύο. Πάντοτε ηγαπώντο αγνώς , παιδικώς. Η Φύη λευκή, ως η χιών, λευκή ως μυρόεις κρίνος , όστις τέρπει την όρασιν δια του παρθενικού χρωματισμού του και την όσφρησιν δια της ευωδίας , ολονέν καθίστατο ωραιοτέρα. Ημιλλάτο προς τους μικρούς εκείνους αγγέλους του ουρανού.  Η πρώτη της Ηούς χροιά, τα πρώτα του αγρού άνθη, η καλλίφωνος ακανθυλλίς την Φύην μόνην και ανέμενον, όπως χαιρετίσωσι και είτα την εορτάζουσαν φύσιν. Οι χρυσόπλεκτοι βόστρυχοί της , τοσούτον αρμονικώς κυματίζοντες επί των αλαβαστρίνων και τετο ρνευμένων ώμων της και αυτής της Ροδοδακτύλου Ηούς τας ακτίνας απέσβυνεν. Ήτο ότι αποτύπωσις αγγέλου κατελθόντος του ουρανού Αληθές δημιούργημα του Πλάστου.

Μετά παρέλευσιν τετραετίας τόσον είχον αναπλασθή , ώστε, έλεγε τις υπερηφάνως , ότι ήσαν αδάμαντες ακτινοβολούντες , θέλγοντες, θαμβούντες τα όμματα και αυτού του Νάρκισσου. Το άλλοτε παιδικόν εκείνον αίσθημα τόσον είχε τραφεί εκχειλίση, τόσον έλαβεν  άλλην διεύθυνσιν, ώστε απέβη λεπτόν αίσθημα, αφοσιώσις διηνεκής , πραγματική λατρεία. Ο εις ανέπνεε δια του άλλου. Και όμως ηγνόουν το τόσω στενώς συνδέον αυτούς κρύφιον και αόρατον αίσθημα. Όταν ο έρως πλήξη....

Όσοι εκ του χωρίου εγνώριζον το μυστικόν των τον έρωτα των , τον οποίον και οι ίδιοι ηγνόουν , ησθάνοντο όμως ότι κάτι προσφιλές τους συνέδεεν , εμακάριζον και εζήλουν την ευτυχίαν των και προ πάντων του Επιλάου , όστις καίπερ πτωχός , κατώρθωσε να απολαύση τοσαύτης ευτυχίας , να έχη εις τας χείρας του  το κλυκύ μήλον της έριδος.  Και μήπως δεν ήτον ευτυχής?  Δεν ίπτατο και αυτός φια των αυτών της Φύης πτερύγων? Μη δεν την ηγάπα? Δεν ελατρεύετο επίσης παρά την πτωχείαν του απέναντι της χρυσοπτέρου Φύης? Τη αληθεία ο έρως είνε ρακοφόρος και χρυσήλατος!

Συν τω χρόνω, ο μικρός εκείνος νόθος, φια του αυθάδου τρόπου του ,ορμητικώτερος των κυμμάτων, διημεκώς εφορμών, κατώρθωσε να γίνει κύριος του πεδίου της μήχης, να τους πλήξη δια του δολοφονικού του βέλους κυρίως. Αμφότεροι ήσαν υπό την κυριαρχίαν του μικρού χρυσάσπιδος πτερωτού!

Αφ ενός εγνώριζον, ότι ο έρως είναι γλυκύς καρπός, αφ ετέρου όμως ηγνόουν ότι ο μελισήεις ούτος καθίσταται συν τω χρόνω πικρός σαπρίας!

Την πυράν όσω πλησιάζει τις τάσω καίεται!

Οι δυο ερασταί ήσον πληγωμένοι. Έπασχον εξ ίσου. Ορθώς λέγει ο Άγιος Γεράσιμος. Οι ερασταί ομοιάζουσι προς παιδία, άτινα παίζοντα με τας μαχαίρας , πληγόνονται πάντοτε.

Το βέλος είχεν ανοίξει δυο πληγάς ισομεγέθεις. Και ο εις είχε πληγήν και ο έτερος. Που? Εις την καρδίαν! Φευ! Είνε σκληρόν το μάλλον ευαίσθητον μέρος του σώματος να πληγωθή. Ό πειναλέος έρως πάντοτε θίγει ελαφρώς όπως καταβροχθίση τον καρπόν εξ ολοκλήρου . Πάντοτε περιτρώγει τα εκλεκτότερα άνθη.

Το δάσος έκτοτε του Αγ. Διονυσίου τους εφιλοξένει. Υπό το φύλλωμα των σκιερών δένδρων εύρισκον άσυλον οι δυο ερασταί. Πριν έτι αναφανή ο Φοίβος, τα μελιτώδη έπη του συνόδευεν ο ήχος του κώδωνος του Αγ Διονυσίου και το λεπτόν άσμα της υπολαίδος. Ήσαν ποιηταί. Ηγάπων την φύσιν, ήτις απέστελλε ταχείαν την πρωίαν , όπως αρωματίση, όχι πλέον δου καρδίας, αλλά μιαν. Η Φύη , και ο Επίλαος ανέπνεεον αγγελικίτιδα. Έζων δια της πνοής του έρωτος των κα ιετρέφοντο από ανωτέρας δυνάμεως. Υπό του αισθήματος της αγνότητος και αφοσιώσεως

Μιαν των ημερών, κατόπιν πενταετούς έρωτος, η Φύη, τις είχε πόθεν ορμώμενη, ίσως υπό της προαισθήσεως , εν μέσω της πρωινής αρμονίας, ενώ το παν περί εαυτούς εμειδία , θωπεύουσα τον Επίλαον τω λέγει χαμηλοφώνως.

Πως δύναμαι να εννοήσω ότι λατρεύομαι εξ ίσου? αν και το εγνώρισα προ πολλού..αλλά ...και διεκόπη.

Ο Επίλαος ηρυθρία , έρριπε χαμοί το βλέμμα κοι διωλίσθαινε δια της σιωπής.

-Πως δεν αποκρίνεσαι? επανέλαβε δειλώς η Φύη.

- Η άφιξη της αηδόνος θα σε πείση περί τούτου εντός  ολίγου....

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....


Και μετά αυτός αρρώστησε και δεν πήγαινε στο ραντεβού που είχαν ..Που λέτε παιδιά, τηλέφωνο δεν είχαν, άνθρωπο να μιλήσουν δεν είχαν γιατί κανονικά αυτά ήταν ντροπής πράματα, χώρισαν...

Εκείνη παντρεύτηκε ένα καλό παιδί, και μετά από χρόνια έτυχε  να μάθει ότι ο καλός της έπασχε από καρδιά και ήτο κλινήρης επί μακρόν και μετά πέθανε..

(Τι ωραία που είναι τα ελληνικά σε όλες τους τις μορφές!)

Στην συνέχεια πέθανε και ο άλλος και αφού κλείστηκε σε μοναστήρι για μια δεαετία πέθανε και η καλή μας Φύη....

Δράμα και κλάμα!

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

Η κ.Πολυξένη θυμάται τότε που οι Ιταλοί έφυγαν..


Σήμερα το πρωί, είχαμε μια μικρή κουβέντα με την κ.Πολυξένη. Αν και είχα χρόνια να την δω, αμέσως μου ήρθαν στην μνήμη οι εικόνες της με την ποδιά αλευρωμένη να μοιράζει τις λαχταριστές της τυρόπιτες που το άρωμα τους έφθανε μέχρι το λιμάνι από την μια και μέχρι την εκκλησία από την άλλη.
Μιλώντας μαζί της και βλέποντας μια πορεία ζωής  γεμάτη δουλειά αλλά και δυσκολίες το έθροισμα που βγαίνει είναι ένας άνθρωπος που έχει εκπληρώσει στο ακαίραιο τον προορισμό του. Όπως λέει και η ίδια, "Ότι μπορούσα έκανα..Έκανα ότι καλύτερο μπορούσα" .
Η Δύναμη των απλών ανθρώπων , η δύναμη της ζωής που προχωρά με υπομονή, καρτερία και επιμονή στους στόχους της ανατροφής των παιδιών, στην καλύτερη ζωή από ότι βρίσκουμε, στην ευχαρίστηση σε ότι έχουμε.
Να ζήσει χίλια χρόνια και να χαίρεται τα παιδιά και τα εγγόνια της.

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Δεκέμβρης 2002- Η Χαδίτσα- Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή

 Δεκέμβρης 2002- Η Χαδίτσα



Στην παλιά Ανεμώνη κολλητά, εδώ και πολλά πολλά χρόνια ήτανε μια αποθηκούλα και επειδή η γριά Χαδού δεν είχε που την κεφαλή κλείνε, ο νοικοκύρης της  αποθηκούλας την άφησε να μένει κειδά μέσα.

Τούτη η γριά Χαδού από τότε που πέθανε ο άντρας της είχε πομείνει μοναχή και έρημη. Φτωχός μεροκαματιάρης εκείνος δεν το μείνε μια δραχμή να βάλει στην άκρη. Μεροδούλι-μεροφάι. Νοικοκύρεψε όσο μπορούσε την αποθηκούλα η Χαδού και έμενε μέσα συντροφιά με την ερημιά της ώσπου ένα βράδυ με χιονιά ακούστηκε ένα νιάου νιάου στην πόρτα της Άνοιξε η γριά και ένα μουσκεμένο γατάκι τρύπωσε ολοίσια μέσα. Από τότε και πέρα τούτο ήταν το παράξενο.

Επειδή η κυρά της δεν είχε να την ταίσει, αποφάσισε η γατούλα να φροντίσει τον εαυτό της για τούτο. Κατά από κάτου ήτανε η θάλασσα και συχνά πυκνά έβγαζε με το κύμα κανένα ψόφιο ψαράκι. Με τον καιρό συνήθισε η γάτα να πηγαίνει σε ένα βραχάκι να παρακολουθεί τα ψάρια που αφθονούσαν κείνα τα χρόνια  να ζυγώνανε όξω όξω στην στεριά οπότε και και δυο κατάφερε η Χαδίτσα  να γίνει τέλειος ψαράς. Κάθε βράδυ που είχε καλό καιρό έβγαινε πυροφάνι και ότι έβρισκε το κουβάλαγε στο σπίτι για να το φάει με την ησυχία της. Κοκοβιοί, χειλούτσες ,περκίτσες ακόμη και σουπιές. Τα έπιανε, τα έφερνε μπροστά στην πόρτα και πήγαινε για άλλη καλάδα. Είδε η Χαδού ότι το σπίτι της γέμισε ψάρια , είδε ποιος τα έφερνε και γιομάτη χαρά, αποφάσισε να κάνει τη μοιρασιά. Εκείνη θα τα έψηνε στη χοβολίτσα , θα έτρωγε λίγο ψαχνουδάκι να χορτάσει την πείνα της  και τα υπόλοιπα της Χαδίτσας . Έτσι ονόμασε την γάτα.

Λίγα μέτρα πιο πέρα ήτανε το νοικοκυρεμένο σπίτι της Νικολίνας. Γεμάτες οι πιθάρες της στο μπαστικό. Στάρια, λάδια, όσπρια, ξερά σύκα. Και ακόμη μέσα στις μελτερές μέλια, πετιμέζα, ρετσόλια. Κείνες τις μέρες παραμονές Χριστούγεννα, η Νικολίνα με τις κόρες της ετοιμάζανε τους κουβάδες να τους γεμίσουνε πασπαλάδες ,λουκάνικα και ψαχνά από τα δυο τους γουρούνια. Ανήμερα Χριστούγεννα, άναψε μπόλικα κάρβουνα στο μεγάλο της μαγκάλι και ώσπου να χωνέψουνε ετοίμασε τις διαλεχτές μπριτζόλες  να ψήσει για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Άμα ετοιμαστήκανε τα κάρβουνα και πήγε να βάλει πάνου στην σχάρα τις μπριτζόλες  είδε ότι έλειπε μια.

Κούλα, για έλα παδά! Φώναξε την κόρη της . Είδες που πήγε η μπριτζόλα?

Το μόνο που είδα, είπε η κόρη, είναι η Χαδίτσα της γριάς Χαδούς.  Κείνη θα τη βούτηξε.  Τώρα θα πάω να την αφαλοκόψω. Είπε η Νικολίνα και ξεκίνησε για το καλύβι της φτωχής.  Άκουσε κουβέντες και έβαλε αφτί. Μην σκάς ψυχή μου , μην κλαίς κόρη μου που αναγκάστηκες να γίνεις κλέφτρα  Ο Μεγαλοδύναμος τα συγχωρνάει αυτά. Αν δεν έφερνες τούτο το κρεατάτσι θα πεθαίναμε της πείνας χρονιάρα μέρα. Περιμένω λιγάτσι να ψηθεί τσε θα το μοιραστούμε μισό μισό.

Έριξε μια ματιά η Νικολίνα και είδε τη Χαδού να έχει βάλει την μπριτζόλα στην χόβολη από τα φρούσουλα που είχε μαζέψει  στην γειτονιά και να μιλάει με τη γάτα της ξυπόλητη όπως ήτανε και τρέμοντας από το κρύο.

Τυλίχτηκε στο σάλι της και γύρισε σπίτι  αλλιώτικη. Πήρε ένα ταγάρι, έβαλε μέσα μια σακουλίτσα τραχανά, δυο χούφτες ξερά σύκα, μισό καρβέλι , ένα μπουκάλι λάδι. Ύστερα διάλεξε την πιο μεγάλη μπριτζόλα και την έβαλε σε μια γκαβαθίτσα.

Φόρα το χοντρό μου σάλι και κείναι τα παπούτσια που μου ήτανε μεγάλα, πάρε και συ μια αγκαλιά ξύλα και έλα μαζί μου, είπε στην κόρη της.

 Φτάσανε στο σπίτι της Χαδούς και της είπανε μονάχα τούτα. Το ζωντανό σου μας έδειξε τον δρόμο του Θεού. Από σήμερα όσο μπορούμε με την Δύναμη του θα σε φροντίσουμε. 

Δρακόσπιτα: Ένα άλυτο αίνιγμα τα μυστηριώδη αυτά κτίσματα στην Εύβοια!

Ανηφορίζοντας.. - (Διήγημα)

 http://karystina-logia.blogspot.com/2011/

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Ανηφορίζοντας.. - (Διήγημα)

Η ανηφόρα απότομη καθώς είναι με βάζει σε δοκιμασία, ανεβαίνω μισή ώρα και δεν έχω φτάσει ούτε στη μέση, τ’απόκρημνα βράχια της κορφής με κοιτούν και σιγογελάνε, όσο τα χρόνια περνούν τα βουνά ψηλώνουν. Όταν ήμουν παιδί ανέβαινα σχεδόν τρέχοντας, τώρα κάθε τόσο κάνω στάσεις, δεν αρκεί μόνο η θέληση.
Το τοπίο δεν έχει αλλάξει μόνο το δάσος με τα ίλκια στην απέναντη πλαγιά ψήλωσε, έγινε αδιαπέραστο,τα δέντρα μεγάλωσαν, μόνο η ανάσα μου μίκρυνε.

Τα χρόνια εκείνα τον Αύγουστο της Παναγιάς ο πατέρας μου μ’έπερνε απο το χέρι κι’ανηφορίζαμε το μονοπάτι που οδηγεί στην κορφή του Αι Νικόλα. Δεν κοιμόμουν όλη τη νύχτα, το χάραμα της Παναγιάς το περίμενα με ανυπομονησία, θέλεις η γιορτή θέλεις η βόλτα, οι διηγήσεις του πατέρα μου, όλα ήταν μαγικά.
Ο συχωρεμένος ο γέρος μου τα θυμόταν απο τον πατέρα του που τον τριγύριζε στα μονοπάτια του βουνού και του διηγόταν ιστορίες  για τα πουλιά τα δέντρα και τα ξωτικά. Το είχε ιερό σκοπό να τα μεταφέρει σε μένα να μου διηγηθεί όλα όσα έμαθε απ’τον πατέρα του να μη σβήσουν, να μη χαθούν, να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Όσο ανεβαίναμε τόσο διηγόταν κι όταν φθάναμε στην κορφή θυμάμαι το βλέμμα του γινόταν καθάριο, αγκαλιά μεγάλη, θαρρείς πως εκείνη τη στιγμή η καρδιά του μπορούσε να συγχωρήσει τις κακίες του κόσμου όλου γιατί απο ψηλά  φάνταζαν ασήμαντες.
Ασφάκα, θυμάρι, φασκόμηλο, πλημμύριζε ο αέρας μυρωδιές που έτσι να έκανες τις έπιανες. Θυμάμαι κάτω απ’τα βράχια της κορφής ένα μώβ λουλουδάκι, πολλές φορές προσπάθησα να το κόψω να το περιεργαστώ, μα μέχρι σήμερα δεν τα κατάφερα. Στον  πατέρα μου άρεσε πολύ και πάντα μούλεγε πως δεν μπορεί να το κόψει, πως δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει απο τη φύση αυτή τη λιλιπούτεια ομορφιά. Ρομαντισμός, αυτό τον χαρακτήριζε.

Η πόρτα της εκκλησιάς έτριξε, απέναντι σε απόσταση αναπνοής η ωραία πύλη και στο πλάι η εικόνα της Παναγιάς. Ανάβαμε τα καντήλια και προσκυνούσαμε , σαράντα χρόνια μετά η εικόνα ακόμα μοσχοβολάει όπως ο αέρας που έρχεται απο τον Ευβοϊκό και πάει για το Αιγαίο, περνά πάνω απ’ την κορφή παίρνει τα δώρα του βουνού, μηνύματα της φύσης να ταξιδέψει . Περνά πάνω απ’ την εκκλησιά που αιμοραγεί απ’το χρόνο, πάνω απ’ το κάστρο παίρνει μακρυά τις φωνές των πολιορκημένων κι όταν θυμώσει για τα καλά γυρίζει τις πέτρες ανάποδα να τις κάνει να πάψουν να θυμούνται να πάψουν να μιλούν  για το παρελθόν ο χρόνος τις τρυγά, ραγίζουν δεν αντέχουν.

Το εκκλησάκι του Αϊ Νικόλα είναι γατζωμένο στην άκρη του βράχου, μοναδική θέα ο κάμπος και ο Ευβοϊκός, αλλάζουν χρώματα με τις εποχές.. Συνήθως στις κορφές τα εκκλησάκια είναι αφιερωμένα στον προφήτη Ηλία, εδώ είναι ο Αϊ Νικόλας όπως και νάχει το τοπίο με γεμίζει δέος, είναι ιερό λιμέρι. Κι εδώ οι διαδικασίες ήταν ίδιες, άναμα στα καντήλια προσκύνημα στην εικόνα του Αγίου και μετά ιστορίες και αγνάντεμα. Κάποτε μια καλοκαιρινή καταιγίδα  μας καθήλωσε αρκετή ώρα στη σπηλιά, το θυμάμε σαν όνειρο ,τ΄αστροπελέκια χαράκωναν τον ορίζοντα με θυμό πρωτόγνωρο τον γέμιζαν φωτιά και βουητό.  Άνοιξαν οι κρουνοί τ΄ουρανού και το νερό έτρεχε ποτάμι.
Στριμωγμένος στην αγκαλιά του πατέρα μου σκέπαζα τον φόβο μου, κοιτούσα το καντήλι που τρεμόπαιζε, σπινθύριζε, μου μιλούσε κι έπερνα κουράγιο. Παιδικές αναμνήσεις, όνειρα με νεράιδες , εικόνες της φύσης αφημένες απο το πατρικό χέρι.

Λίγο ακόμα και φθάνω στην κορφή, φούσκωσα για τα καλά μα επιμένω. Θ΄ανάψω το καντήλι της Παναγιάς  του Αϊ Νικόλα, θα κάνω έτσι δά να πιάσω τις μυρωδιές, ν΄ακούσω την πέρδικα να λαλεί. Θα περιμένω. Όπου ν΄άναι θα φανεί κι ο γέρος μου.          

Καπνός απο καμίνι - Διήγημα

 http://karystina-logia.blogspot.com/2011/02/blog-post_4025.html

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Καπνός απο καμίνι - Διήγημα

Ο ή­λιος εί­ναι ψη­λά και η ζέ­στη έ­ντο­νη, οι πέ­τρες κρο­τα­λί­ζουν στο πέ­ρα­σμα μας, α­κο­λου­θού­με έ­να μο­νο­πά­τι που τα ί­χνη του χά­νο­νται στην πλα­γιά, ο­δη­γεί στη με­γά­λη λά­κα. Ο Βα­σί­λης πε­ζός προ­πο­ρεύ­ε­ται, χα­ρά­ζει δρό­μο και ε­γώ στο τι­μό­νι ο­δη­γώ με ρυθ­μούς χε­λώ­νας, α­κο­λουθώ τα τερ­τί­πια του εδάφους και τις ο­δη­γί­ες αλ­λιώς κιν­δυ­νεύ­ου­με να βρε­θού­με προ εκ­πλή­ξε­ων.
Οι δια­δρο­μές ε­κτός δρό­μου θέ­λουν γνώ­σεις, σε­βα­σμό στο πε­ρι­βά­λλον και πλήρω­μα που να δια­θέ­τει ε­μπει­ρί­α. Μέ­χρι να φθά­σου­με στη καρ­διά  της λά­κας πέ­ρασε αρ­κε­τή ώ­ρα, έ­να φυ­σι­κό ε­μπό­διο μας υ­πο­χρέ­ω­σε σε δίωρο σκά­ψι­μο προ­κειμέ­νου να πε­ρά­σου­με με α­σφά­λεια. Ό­σο πλη­σιά­ζα­με μυ­ρω­διά κα­πνού ερ­χό­ταν απ`το βά­θος της ρε­μα­τιάς που ή­ταν πνιγ­μέ­νη στο πρά­σι­νο. Με δυ­σκο­λί­α, συ­νε­χείς ε­λιγ­μούς και στά­σεις για έ­λεγ­χο του ε­δά­φους φτά­σα­με σε ένα ξέφωτο.
Το τρε­χού­με­νο νε­ρό ή­ταν θεί­ο δώ­ρο, αν και λι­γο­στό μας δρό­σι­σε.
Στην α­πέ­να­ντι πλα­γιά α­πλω­νό­ταν έ­να δά­σος α­ριάς  τό­σο πυ­κνό που ο ή­λιος δεν το περ­νού­σε. Το έ­δα­φος ή­ταν καλ­υ­μμέ­νο α­πο πα­χύ στρώ­μα φύλ­λων, γύ­ρω ή­ταν διά­σπαρ­τα α­πο­μει­νά­ρια α­πο κο­νά­κια τσοπαναραίων α­πο το μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν, όταν τα βου­νά έ­σφι­ζαν α­πο ζω­ή και κου­δου­νί­σμα­τα.

Η μυ­ρω­διά του κα­πνού γι­νό­ταν α­πο­πνι­κτι­κή, η ά­πνοια τον κρα­τούσε χα­μη­λά, μό­λις περ­νού­σε τα πλα­τά­νια.
Α­νη­συ­χή­σα­με κι αρ­χί­σα­με να ψά­χνου­με για τη φω­τιά αλ­λά η α­νη­συ­χί­α μας κράτη­σε λί­γο. Απ` το δά­σος α­νά­με­σα απ`τα ίλ­κια ξε­πρό­βα­λε έ­νας μαύ­ρος  σκύλος α­πο κεί­νους τους τσο­πα­νό­σκυ­λους που συ­να­ντάς στα κο­πά­δια της Νό­τιας Εύ­βοιας,
Μέ­τριο α­νά­στη­μα, φου­ντω­τή ου­ρά και μά­τια που πε­τούν σπί­θες, εί­ναι ντό­πια ρά­τσα,
ό­λα έ­χουν μια κο­ψιά λές και εί­ναι βγαλ­μέ­να απ` το ί­διο κα­λού­πι.
Μας πλη­σί­α­σε α­πει­λητι­κός γαβγίζοντας, έ­δει­χνε τα δό­ντια του αλ­λά κρα­τούσε α­πό­στα­ση α­σφα­λεί­ας. Σε λί­γο πρό­βα­λε έ­να μου­λά­ρι φορ­τω­μέ­νο ξύ­λα, με­τά και δεύ­τε­ρο, τα συ­νό­δευε μια με­σό­κο­πη γυ­ναί­κα με μέ­τριο α­νά­στη­μα, ή­ταν γε­ρο­δε­μέ­νη, στα χέ­ρια της κρα­τού­σε μα­γκού­ρα που την γύ­ρι­ζε στον α­έ­ρα με τέχνη.
Δρα­σκέ­λι­σε τη ρε­μα­τιά με ευ­κι­νη­σί­α που θα την ζή­λευε έ­φη­βος κι έ­κα­νε προς το μέ­ρος μας. Μας χαι­ρέ­τι­σε, η α­πο­ρί­α ή­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νη στο πρόσωπο της, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει πως  βρε­θή­κα­με ε­κεί με τ`α­μά­ξι α­φου δεν υ­πάρ­χει δρό­μος και η πρό­σβα­ση γί­νε­ται μό­νο με τα πό­δια ή με ζώ­α κι ό­ταν α­κό­μα της εξη­γή­σα­με φαι­νό­ταν να μη το πι­στεύ­ει κοι­τού­σε μια το α­μά­ξι μια ε­μάς και χαμο­γε­λού­σε.
Μας κά­λε­σε πιο κά­τω για κα­φέ, ό­χι δεν ή­ταν το σπί­τι της, α­πλά εί­χε στή­σει ένα κα­μί­νι με τον ά­ντρα της. Κα­τη­φο­ρί­σα­με τη ρε­μα­τιά έ­χο­ντας το σκυ­λί στα  τρί­α μέ­τρα να γαβγίζει α­στα­μά­τη­τα, αν δεν ή­ταν τ`α­φε­ντι­κό του κο­ντά σί­γου­ρα  θα εί­χε ε­πι­τε­θεί και δί­καια διό­τι βρι­σκό­μα­σταν στην πε­ριο­χή του.
Το κα­μί­νι ή­ταν σχε­δόν έ­τοι­μο, ο μπάρ­μπα Θόδωρος -έ­τσι τον έ­λε­γαν- έ­ρι­χνε τις τε­λευ­ταί­ες φτυα­ριές χώ­μα για να κα­λύ­ψει τα κε­νά.
Μας εί­δε να φθά­νου­με, ά­φη­σε τη δου­λειά και ήλ­θε να μας κα­λω­σο­ρί­σει, η χει­ραψί­α του ή­ταν ε­γκάρ­δια, το ί­διο και η κυ­ρά Λουκία η γυ­ναί­κα του.
Κα­θί­σα­με κα­τά­χα­μα και κάναμε κουβέντα α­πό που εί­μα­στε, πως φθά­σα­με μέ­χρι ε­κεί. Πά­νω στην ώ­ρα ήλ­θε και το πα­τρο­πα­ρά­δο­το τσί­που­ρο, ζυ­μω­τό ψω­μί, φρέ­σκο κε­φα­λο­τύ­ρι και ντο­μά­τα α­πο το φα­νά­ρι. Φα­νά­ρι σε λει­τουρ­γί­α εί­χα να συ­να­ντή­σω α­πο παι­δί. Οι γεύ­σεις ή­ταν μο­να­δι­κές κι ό­λα αυ­τά κά­τω απ` τα πλα­τά­νια.
Η συ­ζή­τη­ση που α­κο­λού­θη­σε εί­χε εν­δια­φέ­ρον, μά­θα­με α­πο πρώ­το χέ­ρι για το κα­μί­νι, τα κάρ­βου­να και τα μυ­στι­κά τους.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος εί­ναι χείμαρρος στη διήγηση του, μι­λά­ει δυ­να­τά, μορ­φά­ζει, κά­νει χει­ρο­νο­μί­ες, πε­τά­ει αρ­βα­νί­τι­κες λέ­ξεις, εί­ναι α­πό­λαυ­ση να τον παρα­κο­λου­θείς.
Την δου­λειά την έ­μα­θε α­πο  τον πα­τέ­ρα του.Ή­ταν παι­δά­κι α­κό­μη ό­ταν τον έ­παιρνε κο­ντά του, ξη­με­ρο­βρα­δια­ζό­τα­νε στο κα­μί­νι, βο­η­θού­σε και μά­θαι­νε την τέχνη.

Η πα­ρα­γω­γή κάρ­βου­νου εί­ναι πα­ρα­δο­σια­κή τέ­χνη της Αρ­με­νί­ας, στη Βό­ρεια Ελ­λά­δα την ξε­κί­νη­σαν οι Σα­μο­θρα­κή­τες και ε­πε­κτά­θη­κε και στη Νό­τια.
Ο μπάρ­μπα Θοδωρής αφηγείται, κα­τα­γρά­φω τα πά­ντα.
Τα πα­λιά χρό­νια ά­δεια κο­πής ξύ­λων έ­βγα­ζε μό­νο ο έ­μπο­ρος και έ­στη­νε κα­μίνια κα­τά πα­ραγ­γε­λί­α, κα­τό­πιν α­γό­ρα­ζε 1,5-2 δραχ­μές το κι­λό α­πο τον πα­ρα­γω­γό.
Σή­με­ρα οι ά­δειες εκ­δί­δο­νται α­πο το Δα­σαρ­χεί­ο κατ` ευ­θεί­αν στον πα­ρα­γω­γό και τα κάρ­βου­να τα ε­μπο­ρεύ­ε­ται μό­νος του. Η ποιό­τη­τα ε­ξαρ­τά­ται α­πο τον μάστο­ρα και την τέ­χνη του, το κα­λύ­τε­ρο ξύ­λο εί­ναι το πουρ­νά­ρι και το ρύ­κι σπανί­ζουν ό­μως, με­τά εί­ναι η δρύς, η βα­λα­νι­διά και η ε­λιά. Η κα­τα­σκευ­ή του εί­ναι ό­λη η τέ­χνη, α­πο­τε­λεί­ται από ξύ­λα, ά­χυ­ρο και χώ­μα.
Η αρ­χή γί­νε­ται με τη συλ­λο­γή ξύ­λου, κο­πή κα­τά μέ­γε­θος, α­τέ­λειω­τες πο­ρεί­ες με τα μου­λά­ρια και στοίβαγμα σε κύ­κλο εί­ναι η δη­μιουρ­γί­α του κα­μι­νιού.
Α­φού στοιβαχτούν τα ξύ­λα ντύ­νο­νται με ά­χυ­ρο για να κρα­τά το χώ­μα με το ο­ποίο θα κα­λυ­φθεί ο­λό­κλη­ρο. Στην κο­ρυ­φή α­φή­νουν μια τρύ­πα α­νοι­χτή, α­πο ε­κεί θα βά­λουν φω­τιά, περιφερειακά πέ­ντε –έ­ξι τρύ­πες λει­τουρ­γούν σαν α­ε­ρα­γω­γοί.
Εικοσιπέντε τό­νοι ξύ­λου αρ­κούν για να δώ­σουν 6 τό­νους κάρ­βου­νου.
Εί­ναι ση­μα­ντι­κό το κα­μί­νι να έ­χει κα­λή καύ­ση, ε­άν πά­ρει πο­λύ α­έ­ρα,το κάρ­βου­νο  γί­νε­ται ε­λα­φρύ, δεν κρα­τά­ει . Ό­ταν ο α­έ­ρας περ­νά­ει με μέ­τρια ρο­ή γί­νεται βα­ρύ,έ­τσι κερ­δί­ζει ο πα­ρα­γω­γός σε κι­λά  αλ­λά και ο κα­τα­να­λω­τής για­τί κρα­τά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρη ώ­ρα η καύ­ση, αυ­τό χαρακτηρίζει και την ποιό­τη­τα.
Το κα­μί­νι θέ­λει το μά­στο­ρα στην κυ­ριο­λε­ξί­α σε ε­γρή­γορ­ση, ε­άν υ­πο­χω­ρή­σει το χώ­μα και α­νοί­ξει τρύ­πα σε κά­ποιο ση­μεί­ο εί­ναι χα­μέ­νος κό­πος, ο κίν­δυ­νος να γί­νει στά­χτη είναι με­γά­λος. Τα βρά­δια φυ­λά­νε βάρ­διες, το φέρ­νουν βόλ­τα με το φα­νό ό­λη τη νύ­χτα. Ό­ταν ο κα­πνός γί­νει γα­λά­ζιος ση­μαί­νει ό­τι η καύση εί­ναι κα­λή, κα­τε­βά­ζουν με προ­σο­χή τις στί­βες των ξύ­λων που υ­πο­χω­ρούν κάθε τρείς η­μέ­ρες-δου­λειά ε­πι­κίν­δυνη- μέ­χρι να κά­τσει τε­λεί­ως.
Ό­ταν ο­λο­κλη­ρω­θούν οι ερ­γα­σί­ες, κα­θα­ρί­ζουν το ά­χυ­ρο και το κάρ­βου­νο εί­ναι έ­τοι­μο να γε­μί­σει τα τσου­βά­λια. Η καύ­ση διαρ­κεί 15 η­μέ­ρες και α­παι­τού­νται άλλες 4 για να το­πο­θε­τη­θεί στα σακ­κιά το βά­ρος των ο­ποί­ων κυμαίνεται α­πο 40 έ­ως 45 κι­λά.
Πω­λεί­ται με το κι­λό αλ­λά και με το σακίί. Συ­νο­λι­κά α­παι­τεί­ται έ­νας μή­νας για συλ­λο­γή ξύ­λου, στοίβαγμα, κά­ψι­μο, τσου­βά­λια­σμα. Ο κύ­κλος ζω­ής του κα­μι­νιού εί­ναι συ­νε­χής α­γώ­νας και φτιά­χνουν 4-5 το χρό­νο.
Η κα­λύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η Ά­νοι­ξη και το Φθινόπωρο διό­τι ο και­ρός εί­ναι δροσε­ρός και το ξύ­λο γε­ρό. Οι ε­πο­χές αυ­τές δί­νουν τη δυ­να­τό­τη­τα για δου­λειά όσο κρα­τά­ει το φώς της η­μέ­ρας. Το κα­λο­καί­ρι εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νο για φω­τιά, τον χει­μώ­να α­πα­γο­ρευ­τι­κό λό­γω βρο­χής. Την τέ­χνη του κα­μι­νιού την μα­θαί­νουν συ­νέ­χεια, εί­ναι δου­λειά των με­γά­λων αν­θρώ­πων, ε­λά­χι­στοι νέ­οι α­σχο­λού­νται με τα κάρ­βου­να.
Ο μπάρ­μπα Θόδωρος τέ­λειω­σε το τσι­γά­ρο του, ση­κώ­θη­κε και πή­γε προς το κα­μί­νι,σαν αί­λου­ρος α­νέ­βη­κε τη σκά­λα και του`δω­σε φω­τιά, κα­τέ­βη­κε τό’­φε­ρε βόλ­τα πα­ρα­τη­ρώ­ντας το προσεκτικά, το σταύ­ρω­σε και γύ­ρι­σε προς το μέ­ρος μας.
Στο βλέμμα  του εί­χε σχη­μα­τι­σθεί η γα­λή­νια ει­κό­να της α­να­μο­νής.

Α­νά­λα­φρη αύ­ρα συ­νο­δεύ­ει τη δι­ή­γη­ση του μπάρ­μπα Θόδωρου, δί­νει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ό­λα τα εί­χε κρυμ­μέ­να μέ­σα του σα να περίμενε τη στιγμή να τ`α­φή­σει ε­λεύ­θε­ρα ν` α­να­κα­τευ­θούν με την καρ­βου­νό­σκο­νη α­να­δρο­μή στα α­ό­ρατα μο­νο­πά­τια του νού που περ­πά­τη­σε α­πο τα παι­δι­κά του χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα.
Σκλη­ρή πο­ρεί­α ζω­ής, ε­πι­βί­ω­ση κά­τω α­πο α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες, στο πλευ­ρό του άρρη­κτος κρί­κος η γυ­ναί­κα του, μη­τέ­ρα, φί­λος, σκλη­ρός δου­λευ­τής, ο ι­δα­νι­κός συνδυασμός.

Ο κα­πνός μυ­ρί­ζει α­κό­μη ό­ταν κοι­τώ τις φω­το­γρα­φί­ες, τα ρυτιδιασμένα πρό­σω­πα του μό­χθου κα­λύ­πτει η μαύ­ρη σκό­νη, ρο­ζια­σμέ­να χέ­ρια, άν­θρω­ποι της υ­παί­θρου, οι τε­λευ­ταί­οι καρ­βου­νιά­ρηδες.


Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...