https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/--2000-e175r95/a-a6gg4ee
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021
Σημαντικά άρθρα από το 1999 στις δημοσιεύσεις της Καρυστινής.
Δημιούργησε σε χώρους τώρα του Μουσείου, αίθουσα παιδική με μαξιλάρια, με παιδική διακόσμηση που ήταν κάτι φανταστικό. Διαβάζαμε και παραμύθια σε μικρά παιδιά.
Μάρτιος 1999 – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ. Χρονογράφημα Α.Κ στην Καρυστινή.
Μάρτιος 1999 – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Μάνναααα!! Πετάχτηκε αλαφιασμένη !! Πάλι ονειρευότανε! Πως την πλανεύει Θέμου η καρδιά της! Είχε επιστρέψει αργά τη νύχτα από τη λειτουργία της Αναστάσεως και έγειρε κειδά στον καναπέ, πίσω από το παράθυρο της αυλής για να ακούσει το γυρισμό του. Φαίνεται πως με τη λαχτάρα της προσμονής την πήρε ο ύπνος. Και νάτο πάλι το συνηθισμένο όνειρο. Από τότε που πήρε το γράμμα του , ότι μέχρι το καλοκαίρι θα έρθει να τη δρι, όλο τον ερχομό του ονειρευότανε.
Γύρισε το βλέμμα της στην κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι , μέσα στην καλή της φρουτιέρα , έλαμπαν κατακόκκινα τα αυγά και πάνω από το νεροχύτη κρεμότανε το σφαχτό. Η καρδιά της που την ξελόγιαζε , τώρα σφίχτηκε. Σαν σε γρήγορη τρεχαλητή ταινία , ήρθαν οι θύμησες στην μνήμη της. Ήτανε μοναχοπαίδι. Έζησε και μεγάλωσε στο σπίτι τους κοντά στην Δρυμωνιά, μέσα στα καλά του Θεού. Τα αηδόνια κελαιδούσανε κάθε Άνοιξη, Καλοκαίρι γύρου γύρου στο περιβόλι τους. Οι γονείς της τη λάτρευαν και για χάρη της αγάπησαν και κείνον που όταν μεγάλωσε ζήτησε να τη παντρευτεί. Η ευτυχία και η χαρά σεργιάνιζαν μέσα όξω στο σπίτι τους. Όταν δε , έκανε και το Δημήτρη της, τότε τα αηδόνια κελαιδούσανε και το Χειμώνα πάνου από το κρεβατάκι του παιδιού.
Μετά, ήρθανε οι θλίψες. Πρώτα πρώτα, αποχαιρέτησαν για το μεγάλο ταξίδι τους γονείς της.Σε λίγο, ένα ατύχημα της στέρησε τον αγαπημένο της άντρα. Έμεινε μόνη με το παιδί. Ένα παιδί που είχε λατρεία στην θάλασσα. Ήθελε να γίνει καπετάνιος. Δεν του χάλασε τη καρδιά. Τον έστειλε στην σχολή και μόλις πήρε το χαρτί του μπαρκάρησε. Αρχίσανε οι αγωνίες και η προσμονή για τη μάνα. Το δεύτερο χρόνο βγήκε σε ένα λιμάνι της Αμερικής να δει τη θεία του, την αδελφή του πατέρα του. Και εκεί του γέλασε η τύχη με τη μορφή μιας όμορφης κοπέλας ανηψιάς του θείου του. Δεν ξαναγύρισε στο καράβι. Έμεινε εκεί. Παράνομα , χωρίς χαρτιά, αλλά έμεινε. Τόγραψε της μάνας. Χάρηκε εκείνη και μέσα από την καρδιά της έδωσε την ευχή της. Γλύτωσε από την αγωνία της θάλασσας, όμως τώρα την έπνιγε ο καημός της ξενητειάς. «Μόλις τακτοποιήσω τα χαρτιά μου θα έρθω να σε δω!» Της είχε γράψει . Τα χρόνια περνάγανε. Κοντεύανε τα δέκα όταν ήρθε το τελευταίο γράμμα. Μέχρι το καλοκαίρι θα είμαι εκεί! Της είχε γράψει από τα μέσα του Φλεβάρη. Από τότε τον περίμενε. Όταν ζύγωνε το Πάσχα, η καρδιά της έλεγε πως όπου νάναι θα φανεί. Γαλάχτισε το τζάκι , τις αυλές και τις παγκάδες της, φρεσκάρισε τις γλάστρες και τα λουλούδια και τη Μεγάλη Πέμπτη έβαψε μπόλικα αυγά. Παράγγειλε και στον κουμπάρο της τον χασάπη ότι το καλό κατσίκι από τη γίδα της, να της το ετοιμάσει και να της το στείλει στο σπίτι γιατί φέτος θα το χρειαστεί. Και τώρα? Όχι μόνο δε ήρθε ο Δημήτρης της αλλά ούτε γράμμα του δεν πήρε. Και ξημέρωνε Λαμπρή με το όνειρο του γυρισμού του που έβλεπε να τη βασανίζει.
«Μάνα, ε μάνα!» Ξανακούστηκε η φωνή γεμάτη αγωνία τώρα. Με φτερά στα πόδια της έτρεχε στη πόρτα. Όχι δεν ήταν όνειρο! Εκεί, στην μέση της αυλής της ανάμεσα σε βαλίτσες στεκότανε ο λεβέντης της! Το παιδί της! Και δίπλα του ένα οχτάχρονο κοριτσάκι. «Ήρθα μάνα! « της έλεγε όσο την αγκάλιαζε.’ Σου έφερα την εγγονή σου!!
Τρέξανε όλοι μαζί μέσα στο σπίτι . Τι χαρά ήτανε τούτη δω! Τι ευτυχία!! Όσο προσπαθούσε η μάνα να τους περιποιηθεί, τον άκουγε να της μιλάει. Ήρθαμε με το αεροπλάνο και από κει κατευθείαν ήρθα εδώ με ταξί. Ήθελα να κάνουμε μαζί Ανάσταση. Για πότε μάνα και γιος ετοιμάσανε το σφαχτό, για πότε ανάψανε το τζάκι για να το ψήσουν μπροστά στα χαρούμενα έκπληκτα μάτια του παιδιού! Το μεσημέρι, όταν τσούγκρισαν τα αυγά και τα ποτήρια τους, ο γιος είπε. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΜΑΝΑ! –Αληθώς Ανέστη ο Κύριος γιέ μου! Απάντησε εκείνη και ένα διαμαντένιο δάκρυ χαράς κύλησε από τα μάτια της.
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021
Η ΛΙΡΑ. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.
Δεκέμβρης 2001 – Η ΛΙΡΑ
Σημαντικές ειδήσεις της χρονιάς.
Τον Δεκέμβρη του 2001
ημέρα Σάββατο ξεκίνησε μια καταρρακτώδη βροχή που συνεχίστηκε μέχρι και την
Δευτέρα 3 Δεκέμβρη. Το αποτέλεσμα ήταν η ολοσχερής καταστροφή του τοπίου στην
Αγία Τριάδα στο Νικάσι. Μοναδικοί γεωλογικοί σχηματισμοί από λείες πέτρες
μεγάλης επιφάνειας σε μήκος και πλάτος ανάμεσα σε τεράστια πλατάνια και πηγές
που ανάβλυζαν πλούσιο νερό. Μαύρη μέρα για το τοπίο της περιοχής μας.
Στις 19 Νοεμβρίου του
ίδιου έτους άρχισε η λειτουργία του νέου Γυμνασίου και Τεχνικού Λυκείου.
Όλη τη νύχτα πάλευε η χιονιά και το πρωί είχε κουμπώσει κάμποσο από το χιόνι της στην κεφαλή και στους ώμους της Όχης. Αγκομαχισμένη κάνει από το βάρος τινάχτηκε μια και το κατρακύλησε μέχρι την αυλή της Χουντάσενας κάτου στους Μύλους. Δω χάμου όμως στην πόλη , μόνο έτσι τσίφουρο μαζί με ένα τσουχτερό κρύο μας κάνανε την επίσκεψη. Παραμονή Χριστούγεννα και ούλα τα τζάκια καπνίζανε. Οι νυκοκυράδες πασκίζανε να κάνουμε καπνιστά τα λουκάνικα και τα ψαρονέφρια και να βράσουνε τους πασπαλάδες. Από τους σπιτίσιους φούρνους μαζί με τον καπνό απλωνότανε και μια μοσκοβολιά από φρεσκοψημένο ψωμί και μυρωδάτους κουραμπιέδες. Ερχότανε μέρα μεγάλης γιορτής. Μονάχα στο σπίτι της Ελένης φαινότανε κλειστό και άκαπνο. Από τον Αύγουστο που ο άντρας της είχε κινήσει για ψάρεμα και τον έπιασε κείνο το άγριο μελτέμι , ούτε κείνος ξαναφάνηκε ούτε η βάρκα του. Έμεινε η Ελένη χήρα με συντροφιά τη φτώχεια της και τα δύο ορφανά της αγόρια 8 και 6 χρονών. Ξενοφερμένη ήτανε, κανένανε δε είχε κοντά της για της δώσει ένα χέρι βοηθείας.
Όποτε της δίνανε ξένη δουλειά, δούλευε όσο μπορούσε για να τα φέρει βόλτα. Δύσκολα χρόνια πριν τον πόλεμο. Φτωχά, μίζερα Ποιος να νοιαστεί για τα ορφανά όταν τα πιο πολλά νοικοκυριά ζούσανε με δυσκολία? Έτσι τα δυο ξυπόλητα αγόρια , βγήκανε πρωί πρωί να πούνε τα κάλαντα για να μαζέψουνε δεκαρίτσες να πάρουνε ψωμί και αν φτάνανε θα πέρνανε και από ένα καραμελένιο κοκοράκι.
Πίσω από τον Άγιο Νικόλαο ήτανε το αρχοντικό της κυρά Μήτσαινας. Καλωσυνάτη γυναίκα, πονόψυχη. Το ξέρανε τούτο τα παιδιά, γι αυτό αφήσανε να της τα πούνε τελευταία τελευταία. Που ξέρεις? Μπορεί μαζί με τη δραχμίτσα που σίγουρα θα τους έδινε, να τους γέμιζε και τις τσέπες στραγάλια μαζί με σταφίδες. Το ακούτε? Σταφίδες! Θεούλη μου!! Τι γλυκιές που ήτανε!?
Όταν φύγανε από κει φχαριστημένα και τρέξανε σπίτι για να μετρήσουνε τις δεκάρες μαζί με τη δραχμή στη μάνα τους και να προφτάσουνε το φούρνο να πάρουνε ψωμί, η μάνα τους μόλις είδε τη δραχμή τα μάλωσε και τους είπε να τρέξουνε ολοίσα να την δώσουνε πίσω στη κυρά Μήτσαινα. Παραξενευτήκανε τα παιδιά αλλά κάνανε ότι τους είπε η μάνα. Και τότε , δεύτερη απορία τους περίμενε. Η κυρά Μήτσαινα όταν της δώσανε τα παιδιά το νόμισμα, διαπίστωσε ότι αντί να τους δώσει δραχμή όπως συνήθιζε, πάνου στην φούρια της και κουρασμένη από τις δουλειές , τους είχε δώσει μια λίρα , από κείνες που έκρυβε για την προίκα της κόρης της.
Περιμένετε παιδιά μια στιγμή!! Είπε. Μπήκε μέσα και τους έφερε από ένα λαχταριστό μελομακάρονο. Φάτε το παλλικαράκια μου , τους είπε, και να πάτε να πείτε στη μάνα σας να έρχει εδώ τώρα αμέσως γιατί τη θέλω. Όταν γυρίσανε τα παιδιά και τόπανε, η μάνα έτρεξε ανήσυχη.
Τι έγινε κυρά Μήτσαινα? Γιατί με κάλεσες? Κάνανε τίποτα κακό τα μωρά μου?
Κάτσε, της είπε εκείνη. Να σε τρατάρω και να στα πω. Τα μωρά σου δεν κάνανε τίποτα γιατί είναι μωρά και αθώα. Εσύ όμως έκανες μια τίμια πράξη. Μέσα στην αναμπουμπούλα έκανα λάθος και συ με διόρθωσες. Λέω όμως μήπως το λάθος μου ήτανε θέλημα Θεού. Έπρεπε κάποιος να σε νοιαστεί κόρη μου και ο Θεός έδωσε το χρέος αυτό σε μένα. Ευλογημένο το όνομα του. Κάτσε κοντά στο τζάκι και περίμενε.
Η Μήτσαινα παραμέρισε στην άλλη κάμαρη του σπιτιού και σε λίγο φάνηκε με ένα μεγάλο δέμα με ρουχικά για τα παιδιά και τη μάνα. Το σπίτι της ήτανε γιομάτο από δαύτα .Εντολή Κυρίου να το ξαλαφρώσει λίγο .Ύστερα γιόμισε ένα κοφίνι με κρέας χοιρινό, ένα λουκάνικο , γλυκίσματα και ένα φρέσκο καρβέλι.
Αυτά για σένα και τα παιδιά σου, είπε της χήρας. Όταν εκείνη συγκινημένη θέλησε να της φιλήσει τα χέρια και να την ευχαριστήσει, η κυρά Μήτσαινα της είπε με καλωσύνη.
Όχι σε μένα κόρη μου. Το Θεό να ευχαριστήσεις όπως θα τον ευχαριστήσω και γω για τη χαρά που μου έδωσε να μπορέσω να γιορτάσω τον ερχομό του Κυρίου λογιάζοντας και τον πλησίον μου.
Η Σούβλα! Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή
Απρίλιος 200- Η
ΣΟΥΒΛΑ
Όσοι ήσαστε πενηνταρισμένοι και κατιτίς σαν και μένα, θα θυμούσαστε τη Θανασίτσα του μπάρμπα Κώστα από τα Πηγαδάκια. Λέγανε τότες ότι ήτανε μισόχλωρη, γι αυτό και η μάνα της τη πάντρεψε νωρίς νωρίς μη ξελογιαστεί με κανένανε και της κάνει καμιά σκάση. Πήρε που λέτε το Γιώργη από τους Μύλους και καλά περνάγανε γιατί ήταν τούτος και χτήστης και ζευγάς και προκομένος ,αλλά και λιγάτσι μόρτης. Η γιρά Μαριγώ η Μπατζάκενα έλεγε σε όλους ότι τον έλεπε να μπαινοβγαίνει σε τσεινής της κουδουνούς της Αργυρώς που ο άντρας της δούλευε λοστρόμος στο παπόρι της γραμμής.
Κείνη τη χρονιά, άμα ζύγωνε η Λαμπρή ούλο τρωγότανε με την Θανασίτσα. Φέτη που λιες κυρά κι αφέντρα θα ψέσουμε το σφαχτό στην σούβλα. Άσε με νοικοκύρη μου, τούπε εκείνη. Ξέρεις δα ότι η σούβλα που σου προίκισε η μάνα σου είναι στραβιά τσε δε περνάει μέσα στο κρέας. Για τσείνο θα κάνω γω όπως ξέρω. Θα βάλω στο μεγάλο ταβά σειρά σειρά κληματοβεργίτσες , θα κουμπήσω πάνου πεπέρι να μοσκοβολίσει. Στο μικρό ταβά θα κόψω πατατίτσες. Θα κάνω τσε πίτα με τυρί απού μας έφερε ο κολήγας μας από το μαντρί τσε θα ανάψω το φούρνο να τα ψέσω όμορφα όμορφα.
Να παραγγείλεις τσε της αδελφής σου της χηρευάμενης να πάρει τα στρίγκλικα της κατά το γιόμα τσε να έρχουνε να σφαίδόσουνε το ναγλέουρα. Έτσι θα το κάνουμε.
Ας έλεγε κείνη ότι ήθελε. Ο Γιώργης είχε το δικό του χαβά. Πρωί λοιπόν Μ.Σαββάτου όταν ο ήλιος δεν είχε ακόμη κάνει ενός τσιγαριού δρόμο, ανηφόρισε για τους Μύλους. Πάενε μαθές να γυρέψει τη σούβλα της Αργυρώς. Άμε καλιά σου, είπε η Θανασίτσα. Πέρναγε η ώρα και πούντος ο Γιώργης με τη σούβλα. Έριξε η Θανασίτσα κάτι κατσάρια στα ποδάρια της, έριξε μια πετσέτα στην τσεφαλή της γιατί δεν είχε ακόμα καμωμένη την κοτσίδα της και ανηφόρισε για τους Μύλους. Συνάντησε κειδά κοντά στον πρώτο μύλο την πορτογύρα τη Μπατζάκενα. Το Γιώργη σου ζητάεις μωρή? Την πρόφτασε εκείνη. Σε τσεινής της ρόσπας είναι. Είδα τσε το γέρο Γιώργη το μπαούλο να τους γιομίζει τη μποτίλια κρασί.
Τη ζώσανε τα φίδια τη Θανασίτσα μα δε μίλησε .Ζύγωσε το βατρικό της Αργυρώς και ολοίσα το μάτι της έπεσε στην παγκαδίτσα. Πάνου σε μια πανίτικη πετσέτα βρισκότανε μια γκαβαθίτσα με απομεινάρια από τηγανικά αντεράκια με αβγά και μισοάδεια η μποτίλια το κρασί. Έκανε σιγά μην την πάρουνε χαμπάρι αλλά βάβισε το ζαγάρι και σε λίγο πετάχτηκε και η Αργυρώ με τη ρόμπα της φορεμένη ανάποδα. Το Γιώργη σου γυρεύεις Θανασίτσα? Της είπε. Άσε, τσε μούκοψε τη χολή. Τούλαβα τσα χάμου ένα μεζεδάτσι να πιεί ένα κρασί τσε να κάνουμε πρώτη Ανάσταση, τσε θέλεις από νηστεία, θέλεις από το ανηφόρισμα το είρχανε λυποθυμάδες. Τον έσυρα λέσα λέσα στο καναπέ του αμόλησα τα κουμπιά που τον σφίγγανε τη μέση του τσε τον έτριψα με σπίρτο τα αφαλά του για να συνέρχει. Ζωή να χω μου φαίνεται ότι τα κατάφερα τσε τόνε στύλωσα. Καλά που ήρχες να βοηθήσεις τσε συ να τόνε σηκώσουμε τσε να κουβαλήσεις και στη σούβλα.
Άκου να σου πω, είπε η Θανασίτσα. Κράτα συ τη σούβλα σου μη σου πω και τι να τη κάνεις. Ο Γιώργης μου έχει την ειδική του τσε στραβιά ξεστραβιά τη δουλειά μας θα τη κάνουμε.
Άκου τσε συ , είπε στο Γιώργη που είχε εν τω μεταξύ ζυγώσει. Άμα γυρνάς στις ξένες πόρτες να κάνεις πρώτη Ανάσταση, θα αρχίζω τσε γω να κουνώ την ορά μου τσε όπου μου γουστάρει θα κάνω τσε πρώτη Ανάσταση τσε Δεύτερη τσε Τρίτη!
Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια
Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...
-
Σε κατάσταση καύσωνα λέω να σας μοιραστώ μαζί σας μερικές από τις εμπειρίες που είχα στο Νοσοκομείο μας μετά από πάρα πολλές επισκέψεις μι...
-
Με έκπληξη και στενοχώρια δάβασα το σχόλιο της κ.Πολυχρονίου και είδα τις απίστευτες φωτογραφίες. Δεν υπάρχουν λόγια πράγματι! Για τον μινα...
-
https://www.e-nomothesia.gr/#google_vignette Παρά τις κινητοποιήσεις και τα έγγραφα, παρά το εξαφανισμένο ψήφισμα που δεν το είδαμε ποτέ γ...





