Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

3 Χρονογραφήματα του Α.Κ στην Καρυστινή.

 

ΜΑΙΟΣ 1999 -  ΤΑ ΔΥΟ ΤΡΥΓΟΝΙΑ

Η θείτσα η Μακρούνενα από τη Μουρτιά, μόλις της είπε ο άντρας της ότι θάρχει γαμπρός να ζητήσει την Πιπινίτσα τη μικρή τους κόρη, άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της.

Μη μου το κάνεις τσοδά μαύρε μου γιατί θα σε πάρει τσε θα σε σηκώσει. Γω ξέρω ότι πάππου προς πάππου παντρεύεται πρώτα η μεγαλύτερη τσε μετά η κάθε μια με τη σειρά που γεννήθηκε. Δεν θα μου κάνεις συ τσενούργια τσάπια γιατί ουλοίσια θα πάω να πέσω στο πηγάδι της Παναυκώλενας να πνιγώ . Τέτοιες ντροπές δεν τις εμποράω.

Τι να κάνει κι αυτός? Την άκουσε.

 Έτσι ένα απόγευμα που ήρχε ο Λευτεράτσης του Γεροκωσταντή να ζητήσει τη Πιπινίτσα που αγάπαγε, αλλιώς τα λογάριαζε και αλλιώς τα βρήκε. Μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος ο Λευτέρης και όπως τόχε ταμένο της Πιπινίτσας πριν φύγει για στρατιώτης έτρεξε να την ζητήσει.  Θέλω τη κόρη σου! Είπε στον πατέρα της . Και πριν άλλη κουβέντα, απάντησε ο γέρος.

Να την πάρεις ,δική σου και κατάδική σου, και αμέσως έτρεξε στο μπαστικό. Και μέσα είχανε κλειστεί και οι τέσσερεις κόρες του μόλις ακούσανε ότι θάρχει γαμπρός και λαχταρισμένες , είχανε κολλήσει το μάτι τους στη χαραμάδα  της πόρτας να δούνε ποιος είναι και ποια θα ζήταγε. Ζύγωσε ο γέρος και φώναξε. Μαριγώ, ε Μαριγώ! Έλα παδά! Μαριγώ ήτανε η τριαντάρα , η μεγάλη πια. Έτρεξε κείνη και τότε δείχνοντας της το Λευτέρη τη ρώτησε.

Τούτος δω είναι καλό παιδί και μου ζήτησε τη κόρη μου . Επειδή εσύ είσαι της πρόβας , εσένα του δίνω. Τι λες? Σου κάνει?

Τον κοίταξε εκείνη και της φάνηκε πιο γλυκός και από λουκούμι που την είχανε κεράσει όταν χόρευε μπροστά, πάνου στο Πανοχώρι  στο πανηγύρι της Παναγίας. Θα έλεγε όχι?

Μου κάνει! Μου κάνει! Είπε μάνι μάνι . Κοκκάλωσε ο Λευτέρης αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Γυναίκα ζήτησε, γυναίκα του δίνανε. Δαγκώθηκε για να μη φωνάξει ότι για την Πιπίνα πήγε, αλλά μια σκέψη του πέρασε από το νου και τον έκανε να κρατηθεί.

Βρε πάρε τούτη, σκέφτηκε, για νάχεις το δικαίωμα να μπαινοβγαίνεις και θα δεις τι θα κάνεις με την άλλη. Έτσι παντρεύτηκε τη Μαριγώ. Επειδή όμως τα χωράφια και τα ζωντανά του ήτανε κάτου στο Καστρί, λίγες φορές έμενε μαζί της. Τις πολλές βραδιές έμενε στο Καστρί. Συγύρισε την καμαρίτσα που είχε κει κάτου, τη νοικοκύρεψε και κουβάλησε μερικά καινούργια νοικοκυριά. Πέταξε το κρεβάτι με τα στρίποδα και το αχιουρένιο στρώμα και αγόρασε διπλό ντιβάνι με στρώμα μπαμπακένιο. Τι θα ντα κάνεις τσάδα μαθές? Ρώτησε η Μαριγώ. Θάρχω τσε εγώ τσε κάτου?

Όχι όχι! Της απάντησε. Τι να κάνεις εσύ μέσα στους σκορπιούς τσε τις όχεντρες? Κάτσε τσει που είσαι!

Πονηρεύτηκε η Μαριγώ και το κουβέντιασε με τη φιλενάδα της τη Χαρατσίνα.

Πάμε μωρή μια βραδινή απόκρυφα, απόκρυφα, να τηράξουμε! Της είπε εκείνη. Το είπανε! Το αποφασίσανε! Μόλις νύχτωσε κουκουλωθήκανε για να μην γνωρίζουνταν, πήρανε λαδοφάναρο να βλέπουνε στο δρόμο και κινήσανε για το Καστρί. Όταν ζυγώσανε , ακούσανε σκανταλέματα και γέλια. Βάλανε το μάτι τους στην τρύπα της πόρτας και τους ήρχε λυγοθυμιά. Κοντά στο τζάκι ο Λευτέρης και η Πιπινίτσα ψένανε στη χόβολη κουκιά μπούλους πειραζόντουσαν αναμετάξυ τους και ξεραίνουνταν στα γέλια. Τώρα? Είπε η Μαριγώ. Ούτε τώρα, ούτε ξετώρα! Της απάντησε η Χαρατσίνα. Κατουρημένες τσε ακατούρητες  πάμε να φύγουμε. Τσε να καταλάβουμε τσε εμείς ούλοι ότι όποιος κλέβει την αγάπη του αλλουνού, λούζεται τις πομπές του.

 


Σεπτέμβρης 2000 – Η ΕΦΤΑΛΕΦΤΡΟΥ

Τώρα? Τι θα έκανε τώρα που η Γαρυφαλίτσα του γύρισε από το αμπέλι στα κακά της χάλια? Είχε πάει να μαζέψει τα Καμπανά κι εκεί την τσίμπησε ψηλά, κατά ψηλά στο μπούτι της μια μαύρη φαρμακερή αράχνη. Μια εφταλεφτρού. Έπρεπε λοιπόν να βγάλει μάνι μάνι το σκοινί από τα σαμάρι της γαιδουρίτσας , να το δέσει κούνια στη μουριά, να μαζέψει εφτά Μαρίες να την κουνήσουνε και να πούνε τα μαγικά ξόρκια για να φύγει από πάνου της το κακό γιατί αλλιώς όπως το φεγγάρι γυρνάει στη χάση του, θα πήγαινε η Γαρυφαλίτσα στο χαμό της.

Που να βρει εφτά Μαρίες? Και μάλιστα τώρα? Στο Κατσαρώνι υπήρχε μόνο μια κι αυτή γριά ξεκούτα. Στους Καρεούς άλλη μια κι αυτή μεσοβέζα και μόνο μια και καλή στη Μαμαλιά, η κουμπάρα του που όμως τούτες τις μέρες έλειπε στη μάνα της στα Βελούσα.

Πήγε και βρήκε στον κουμπάρο του. Γιώργη μου και κουμπάρε μου την χάνω τη Γαρυφαλιά μου . Και ξέρεις εσύ πόσο τη στιμέρνω. Την πήρα χωρίς βρακί που λέει ο λόγος και την έβαλα κυρά κι αφέντρα μέσα στα καλά μου και μονάχα η σκάση μου είναι πως ακόμα δεν έχουμε κλήρα.  Σώστηνε και θα σου χαρίσω τη μια από τις μουσκίδες.

Ο άλλος έκανε πως το σκεφτότανε στην αρχή και ολοίσα μετά απάντησε.

 Ξέρω μωρέ κουμπάρε ένα κόλπο χωρίς Μαρίες και κουραφέξαλα αλλά θα πρέπει η κουμπάρα να μείνει ούλη νύχτα σπίτι μου. Και τώρα δα καθώς λείπει η νοικοκυρά μου ντροπή να σου το πω.

Βρε να σωθεί ο άνθρωπος μου θέλω γω τσε τ ΄άλλα ούλα χέστα με το συμπάθειο. Λέω που λες να σου τη φέρω νύχτα και το πρωί σου τάχα μου , τη γυρίζεις κι αν είναι καλά όπως λες παίρνεις και τη μουσκίδα. Έτσι και έγινε. Πήγε ούλη τη νύχτα η Γαρυφαλίτσα στη Μαμαλιά παρέα με τον Γιώργο όπως τάχανε συννενοηθεί και η εφταλεφτρού ήτανε για να κλείσουνε τα μάτια του Βαγγέλη της και την άλλη μέρα ντούρα κοτσονάτη κι ευχαριστημένη την έφερε ο κουμπάρος στο σπίτι καβάλα στο μουλάρι.

Φχαριστήθηκε ο Βαγγέλης και πήγαινε να φέρει τη μουσκίδα αλλά ο άλλος πιάστηκε από την ευκαιρία. ‘Άσε μωρέ κουμπάρε! Δεν έκανε δα και τίποτα. Αλλά βολά άμα σου κάνω κάτι πιο αναγκαστικό και έχεις την ευχαρίστηση, μου τη δίνεις.

Τώρα που το λες κουμπάρε μου να στο ξομολογηθώ. Παλεύω τις βραδιές παλεύω τα απομεσήμερα κλήρα δεν βλέπω. Μπας και ξέρεις κανένα κόλπο και για κείνο?

Θα το σκεφτώ , είπε ο κουμπάρος. Άμα θυμηθώ πως γίνεται θα έρθω το βράδυ και αν είναι τώρα που ακόμα γιομίζει το φεγγάρι και λείπει η Γιώργαινα θα τη σκαρώσουμε τη δουλειά. Άκουγε η Γαρυφαλιά και μια ανατριχίλα πέρναγε στο κορμί της.

 Άσε άντρα μου, με τον καιρό θα τα καταφέρεις. Δεν είναι ντε και επείγον. Αν πάλι επιμένεις μην σου χαλάσω την καρδιά. Συμφωνάτε με τον κουμπάρο και γω η έρμη ότι είναι το ριζικό μου θα το δεχτώ. Τα συμφωνήσανε λοιπόν και όσο έλειπε η Γιώργαινα και γιόμιζε το φεγγάρι , γιόμιζε και η Γαρυφαλιά χαρές. Με κάτι μήνες όταν φανήκανε τα αποτελέσματα από κείνες τις χαρές , φόρτωσε ένα σακί σιτάρι μεσοσάμαρα  στη γαιδουρίτσα ο Βαγγέλης έδεσε και τη μουσκίδα στο σαμάρι να ακολουθεί και ανηφόρισε στη Μαμαλιά.

Κουμπάρε μου έφερα το τάμα  μου επειδή είμαι υποχρεωμένος μαζί σου γιόμισα και ένα σακί σιτάρι. Νάσαι καλά, να έχεις την ευχή μου και άμα σε ξαναχρειαστώ θέλω να μου τάξεις πως δεν θα πεις όχι.

 

Ιούλιος 2000- Ο Κόκορας

Στο τεύχος διαβάζουμε για το κτήσμα στα Καλύβια μέσα στον χώρο του σχολείου, ότι είναι παράνομο, επίσης συνεχίζεται η διαμαρτυρία για το σχέδιο Νατούρα όπου οι διαμαρτυρίες ήταν έντονες γιατί δεν υπήρχαν προβλέψεις για απλά πράγματα, όπως για τον κάμπο όπου είχαν ονομάσει τις σουβάλες του εργοστασίου τούβλων, λίμνη! Οι κάτοικοι ήταν εξαγριωμένοι.

 

Μα τι λες μωρή Στερού? Πότε γεννήκανε τσαδά τσαδά στε γω δεν πήρα νόγα? Πέρνε ψες το γιόμα ο διαναής ο αγροφύλακας τσε μου τάπε. Τα κουβεντιάζανε κάτου στο γιαλό, στο καφενείο του Φάντη. Πάμε όμως τσα πάνου στη στρογέρα γιατί φυσάει ο διάλος τσε παδά πούμαστε το φέρνει κουρσούμι , να κουμπήσουμε σε τσείνο το κωλάθουρο , να σου τα επώ. Η Σοφία, η τσουλίνα και η Αστερού, η σπιρτέδενα με τη ρόκα στο ένα χέρι στερεωμένη στη ζώνη της μπροστέλας τους και το αδράχτι στο άλλο, είχανε βγει πάνου πάρα πάνου ίσαμε τον Άη Συμιώ να βοσκήσουνε τις ντρένιες τους. Όταν καθήσανε , συνέχισε η Αστερού, την κουβέντα. Ξέρεις δα, την Σμαραγδίτσα από τα Μηδουλαίους. Τσε ξέρεις ότι έχει παντρεμένη την εγγόνα της τόδε χάμου. Με το που γκαστρώθηκε τσείνη η εγγόνα τσε επειδής τσείνος ήθελε σερνικό τσε τσείνες ήντουνα πάπου προς πάππου θηλικομάνες , φωνάξανε τη Φιλιά από το Περναράκι να τους κάνει κάτι μαγικά που ήξερε. Είρχε που λιες η Φαλιά τσε το πρώτο που έκανε ήτανε να ανεβεί στο λιακό τσε να βάλει τον τσούλιντρα όρθιο. Έδειγνε μαθές έτσι ότι ο λιακός ήτανε σερνικός , ύστερα σταύρωσε 2 καλάμια τους έβαλε ένα παλιό σακάτσι τσεινού τσε ένα κούκο να φαίνεται άνθρωπος τσε κρέμασε τσει που πρέπει ένα μπούλο ώστε τσε το στοιχιό να φαίνεται σερνικό. Μετά τους είπε να δέσουνε ένα βαρβάτο κόκκορα όξω από την πόρτα της κάμαρης ώστε να ακούει το όβρυο το κουκουρίκου τσε να γένει τσε τσείνος κόκορας. Άμα ήρχε η ώρα της γέννας, τσε πήγανε στο νοσκομείο πήγε τσε η Σμαραγδίτσα να παρασταθεί γιατί η κόρη της δε φέλαε. Βγήκε καμιά φορά η νοσοκόμα  από το χειρουργείο τσε έφερε τα μαύρα νέα. Θηλυκό, τους είπε.  Όμως να περιμένουμε γιατί θα κάνει τσάλλο. Σε ώρα ξαναβγήκε η χρουσούζα η μαυρογόνατη. Πάλι θηλυκό. Τα’ ακούς Σοφιά μου? Τσε δύο τσε θηλυκά.

Τσεινού τούρχε ταμπλάς αλλά τσε η γριά έγινε τούρκα.

Την άλλη , βούτηξε τον κόκορα παραμάσχαλα τσε μια λιμπίδα στο χέρι τσε έφτασε στη πόρτα της Φιλιάς. Τα φτερά του μωρή να βγάλεις στα μάτια τσε να μη λέπεις την καταράστηκε τσε μεμιάς έκοψε με τη λιμπίδα το τσεφάλι του πετεινού τσε της τον πέταξε μέσα στην αυλή. Η Φιλιά δεν μίλησε ντιπ παρά θέρμισε το πουλί, το μαγέρεψε ωραία τσε καλά με ντοματίτσα, έσασε τσε μπαζίνες με μπόλικο τυρί τσε τις τσιγάρισε με βούτυρο της γίδας τσε ολοίσα παράγγελε στον άντρα της εγγόνας, έλα πάνου σε θέλω, επείγον. Τούβαλε στο τραπέζι  το λαχταριστό φαί τσε κρασί μπόλικο σπιτικό που είχε ριγμένα πρώτα  κότσινη πιπεριά και φτερή για να τον κάνει να φουντώσει. Όσο τσείνος έτρωε και έπινε , έλεγε η Φιλιά τα παράπονα της . Το τσε μούκανε η γιαγιά της γενέκας σου.. Τι φταίω γω η λάγια αφού δεν ακούσανε τις ορμήνειες μου? Εγώ τις δασκάλεψα το τι τσε το πώς έπρεπε να το κάνουνε για να γένουνται τα παιδιά σερνικά. Εγώ ούλο σερνικά έκανα καλή τους ώρα. Ήξερα όμως το πώς τσε μάθαινα τσε το συγχωρεμένο μου .Μήπως θέλεις να σε μάθω τσε σένα? Τσείνος δεν είπε όχι..

 

 

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Μια μαγική νύχτα στην Δυτική Παραλία- πάρτι με τα ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ..Μαθητικό συγκρότημα της Μ.Σ.Εύας Βασιλοπούλου






https://anchor.fm/sophia-kollia/episodes/--2000-e175r95/a-a6gg4ee 

Σημαντικά άρθρα από το 1999 στις δημοσιεύσεις της Καρυστινής.




H Γεωργία Παντελιά, γνωστή σαν Τζίτζι, ήταν η πρώτη βιβλιοθηκάριος της Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Γιοκαλά. Υπηρέτησε για περίπου 20 χρόνια με αγάπη για τα βιβλία και η βιβλιοθήκη ήταν μια κυψέλη που γέμιζε από παιδιά κάθε απόγευμα



 Δημιούργησε σε χώρους τώρα του Μουσείου, αίθουσα παιδική με μαξιλάρια, με παιδική διακόσμηση που ήταν κάτι φανταστικό. Διαβάζαμε και παραμύθια σε μικρά παιδιά.

Η ίδια, έγραφε ποιήματα και είχε εκδόσει μια ποιητική συλλογή. Πάντα με το ποδήλατο της, ανήσυχο πνεύμα και ενεργός  πολίτης.
Δυστυχώς σε ηλικία μόνο 40 χρονών, αν δεν κάνω λάθος, έφυγε απότομα από τον Λύκο. 

Πως θα ακούσετε τα pod cast ..


 

Μάρτιος 1999 – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ. Χρονογράφημα Α.Κ στην Καρυστινή.

 

Μάρτιος 1999 – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Μάνναααα!! Πετάχτηκε αλαφιασμένη !! Πάλι ονειρευότανε! Πως την πλανεύει Θέμου η καρδιά της! Είχε επιστρέψει αργά τη νύχτα από τη λειτουργία της Αναστάσεως και έγειρε κειδά στον καναπέ, πίσω από το παράθυρο της αυλής για να ακούσει το γυρισμό του. Φαίνεται πως με τη λαχτάρα της προσμονής την πήρε ο ύπνος. Και νάτο πάλι το συνηθισμένο όνειρο. Από τότε που πήρε το γράμμα του , ότι μέχρι το καλοκαίρι θα έρθει να τη δρι, όλο τον ερχομό του ονειρευότανε.

Γύρισε το βλέμμα της στην κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι , μέσα στην καλή της φρουτιέρα , έλαμπαν κατακόκκινα τα αυγά και πάνω από το νεροχύτη κρεμότανε το σφαχτό. Η καρδιά της που την ξελόγιαζε , τώρα σφίχτηκε. Σαν σε γρήγορη τρεχαλητή ταινία , ήρθαν οι θύμησες στην μνήμη της. Ήτανε μοναχοπαίδι. Έζησε και μεγάλωσε στο σπίτι τους κοντά στην Δρυμωνιά, μέσα στα καλά του Θεού. Τα αηδόνια κελαιδούσανε κάθε Άνοιξη, Καλοκαίρι γύρου γύρου στο περιβόλι τους. Οι γονείς της τη λάτρευαν και για χάρη της αγάπησαν και κείνον που όταν μεγάλωσε ζήτησε να τη παντρευτεί. Η ευτυχία και η χαρά σεργιάνιζαν μέσα όξω στο σπίτι τους. Όταν δε , έκανε και το Δημήτρη της, τότε τα αηδόνια κελαιδούσανε και το Χειμώνα πάνου από το κρεβατάκι του παιδιού.

Μετά, ήρθανε οι θλίψες. Πρώτα πρώτα, αποχαιρέτησαν για το μεγάλο ταξίδι τους γονείς της.Σε λίγο, ένα ατύχημα της στέρησε τον αγαπημένο της άντρα. Έμεινε μόνη με το παιδί. Ένα παιδί που είχε λατρεία στην θάλασσα. Ήθελε να γίνει καπετάνιος. Δεν του χάλασε τη καρδιά. Τον έστειλε στην σχολή και μόλις πήρε το χαρτί του μπαρκάρησε. Αρχίσανε οι αγωνίες και η προσμονή για τη μάνα. Το δεύτερο χρόνο βγήκε  σε ένα λιμάνι της Αμερικής να δει τη θεία του, την αδελφή του πατέρα του. Και εκεί του γέλασε η τύχη με τη μορφή μιας όμορφης κοπέλας  ανηψιάς του θείου του. Δεν ξαναγύρισε στο καράβι. Έμεινε εκεί. Παράνομα , χωρίς χαρτιά, αλλά έμεινε. Τόγραψε της μάνας. Χάρηκε εκείνη και μέσα από την καρδιά της έδωσε την ευχή της. Γλύτωσε από την αγωνία της θάλασσας, όμως τώρα την έπνιγε ο καημός της ξενητειάς. «Μόλις τακτοποιήσω τα χαρτιά μου θα έρθω να σε δω!» Της είχε γράψει . Τα χρόνια περνάγανε. Κοντεύανε τα δέκα όταν ήρθε το τελευταίο γράμμα. Μέχρι το καλοκαίρι θα είμαι εκεί! Της είχε γράψει από τα μέσα του Φλεβάρη. Από τότε τον περίμενε. Όταν ζύγωνε το Πάσχα, η καρδιά της έλεγε πως όπου νάναι θα φανεί. Γαλάχτισε το τζάκι , τις αυλές και τις παγκάδες της, φρεσκάρισε τις γλάστρες και τα λουλούδια και τη Μεγάλη Πέμπτη έβαψε μπόλικα αυγά. Παράγγειλε και στον κουμπάρο της τον χασάπη ότι το καλό κατσίκι από τη γίδα της, να της το ετοιμάσει και να της το στείλει στο σπίτι  γιατί φέτος θα το χρειαστεί. Και τώρα? Όχι μόνο δε ήρθε ο Δημήτρης της αλλά ούτε γράμμα του δεν πήρε. Και ξημέρωνε Λαμπρή με το όνειρο του γυρισμού του που έβλεπε να τη βασανίζει.

«Μάνα, ε μάνα!» Ξανακούστηκε η φωνή γεμάτη αγωνία τώρα. Με φτερά στα πόδια της έτρεχε στη πόρτα. Όχι δεν ήταν όνειρο!  Εκεί, στην μέση της αυλής της ανάμεσα σε βαλίτσες στεκότανε ο λεβέντης της! Το παιδί της! Και δίπλα του ένα οχτάχρονο κοριτσάκι. «Ήρθα μάνα! « της έλεγε όσο την αγκάλιαζε.’ Σου έφερα την εγγονή σου!!

Τρέξανε όλοι μαζί μέσα στο σπίτι . Τι χαρά ήτανε τούτη δω! Τι ευτυχία!! Όσο προσπαθούσε η μάνα να τους περιποιηθεί, τον άκουγε να της μιλάει. Ήρθαμε με το αεροπλάνο και από κει κατευθείαν  ήρθα εδώ με ταξί. Ήθελα να κάνουμε μαζί Ανάσταση. Για πότε μάνα και γιος ετοιμάσανε το σφαχτό, για πότε ανάψανε το τζάκι για να το ψήσουν μπροστά στα χαρούμενα έκπληκτα μάτια του παιδιού! Το μεσημέρι, όταν τσούγκρισαν τα αυγά και τα ποτήρια τους, ο γιος είπε. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΜΑΝΑ! –Αληθώς Ανέστη ο  Κύριος γιέ μου! Απάντησε εκείνη και ένα διαμαντένιο δάκρυ χαράς κύλησε από τα μάτια της.

 

Κληροδοτήματα δήμου Καρύστου. Προβλήματα.


 

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΛΙΡΑ. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 

Δεκέμβρης 2001 – Η ΛΙΡΑ

Σημαντικές ειδήσεις της χρονιάς.

Τον Δεκέμβρη του 2001 ημέρα Σάββατο ξεκίνησε μια καταρρακτώδη βροχή που συνεχίστηκε μέχρι και την Δευτέρα 3 Δεκέμβρη. Το αποτέλεσμα ήταν η ολοσχερής καταστροφή του τοπίου στην Αγία Τριάδα στο Νικάσι. Μοναδικοί γεωλογικοί σχηματισμοί από λείες πέτρες μεγάλης επιφάνειας σε μήκος και πλάτος ανάμεσα σε τεράστια πλατάνια και πηγές που ανάβλυζαν πλούσιο νερό. Μαύρη μέρα για το τοπίο της περιοχής μας.

Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους άρχισε η λειτουργία του νέου Γυμνασίου και Τεχνικού Λυκείου.

Όλη τη νύχτα πάλευε η χιονιά και το πρωί είχε κουμπώσει κάμποσο από το χιόνι της στην κεφαλή και στους ώμους της Όχης. Αγκομαχισμένη κάνει από το βάρος  τινάχτηκε μια και το κατρακύλησε μέχρι την αυλή της Χουντάσενας κάτου στους Μύλους. Δω χάμου όμως στην πόλη , μόνο έτσι τσίφουρο μαζί με ένα τσουχτερό κρύο μας κάνανε την επίσκεψη. Παραμονή Χριστούγεννα και ούλα τα τζάκια καπνίζανε. Οι νυκοκυράδες πασκίζανε να κάνουμε καπνιστά τα λουκάνικα και τα ψαρονέφρια και να βράσουνε τους πασπαλάδες. Από τους σπιτίσιους φούρνους μαζί με τον καπνό απλωνότανε και μια μοσκοβολιά από φρεσκοψημένο ψωμί και μυρωδάτους κουραμπιέδες. Ερχότανε μέρα μεγάλης γιορτής. Μονάχα στο σπίτι της  Ελένης φαινότανε κλειστό και άκαπνο. Από τον Αύγουστο που ο άντρας της είχε κινήσει για ψάρεμα και τον έπιασε κείνο το άγριο μελτέμι , ούτε κείνος  ξαναφάνηκε ούτε η βάρκα του. Έμεινε η Ελένη χήρα με συντροφιά τη φτώχεια της και τα δύο ορφανά της αγόρια  8 και 6  χρονών. Ξενοφερμένη ήτανε, κανένανε δε είχε κοντά της για της δώσει ένα χέρι βοηθείας.

Όποτε της δίνανε ξένη δουλειά, δούλευε όσο μπορούσε για να τα φέρει  βόλτα. Δύσκολα χρόνια πριν τον πόλεμο. Φτωχά, μίζερα Ποιος να νοιαστεί για τα ορφανά όταν τα πιο πολλά νοικοκυριά ζούσανε με δυσκολία? Έτσι τα δυο ξυπόλητα αγόρια , βγήκανε πρωί πρωί να πούνε τα κάλαντα για να μαζέψουνε δεκαρίτσες να πάρουνε ψωμί και αν φτάνανε θα πέρνανε και από ένα καραμελένιο κοκοράκι.

Πίσω από τον Άγιο Νικόλαο ήτανε το αρχοντικό της κυρά Μήτσαινας. Καλωσυνάτη γυναίκα, πονόψυχη. Το ξέρανε τούτο τα παιδιά, γι αυτό αφήσανε να της τα πούνε  τελευταία τελευταία. Που ξέρεις? Μπορεί μαζί με τη δραχμίτσα που σίγουρα θα τους έδινε, να τους γέμιζε και τις τσέπες στραγάλια μαζί με σταφίδες. Το ακούτε? Σταφίδες! Θεούλη μου!! Τι γλυκιές που ήτανε!?

Όταν φύγανε από κει φχαριστημένα και τρέξανε σπίτι για να μετρήσουνε τις δεκάρες μαζί με τη δραχμή στη μάνα τους και να προφτάσουνε το φούρνο να πάρουνε ψωμί, η μάνα τους μόλις είδε τη δραχμή τα μάλωσε και τους είπε να τρέξουνε ολοίσα να την δώσουνε πίσω στη κυρά Μήτσαινα. Παραξενευτήκανε τα παιδιά αλλά κάνανε ότι τους είπε η μάνα. Και τότε , δεύτερη απορία τους περίμενε. Η κυρά Μήτσαινα  όταν της δώσανε τα παιδιά το νόμισμα, διαπίστωσε ότι αντί να τους δώσει δραχμή όπως συνήθιζε, πάνου στην φούρια της και κουρασμένη από τις δουλειές , τους είχε δώσει μια λίρα , από κείνες που έκρυβε για την προίκα της κόρης της.

Περιμένετε παιδιά μια στιγμή!! Είπε. Μπήκε μέσα και τους έφερε από ένα λαχταριστό μελομακάρονο. Φάτε το παλλικαράκια μου , τους είπε, και να πάτε να πείτε στη μάνα σας  να έρχει εδώ τώρα αμέσως γιατί τη θέλω. Όταν γυρίσανε τα παιδιά και τόπανε, η μάνα έτρεξε ανήσυχη.

Τι έγινε κυρά Μήτσαινα? Γιατί με κάλεσες? Κάνανε τίποτα  κακό τα μωρά μου?

Κάτσε, της είπε εκείνη. Να σε τρατάρω και να στα πω. Τα μωρά σου δεν κάνανε τίποτα γιατί είναι μωρά και αθώα. Εσύ όμως έκανες μια τίμια πράξη. Μέσα στην αναμπουμπούλα έκανα λάθος και συ με διόρθωσες. Λέω όμως μήπως το λάθος μου ήτανε θέλημα Θεού. Έπρεπε κάποιος  να σε νοιαστεί κόρη μου και ο Θεός έδωσε το χρέος αυτό σε μένα. Ευλογημένο το όνομα του. Κάτσε κοντά στο τζάκι και περίμενε.

Η Μήτσαινα παραμέρισε στην άλλη κάμαρη του σπιτιού και σε λίγο φάνηκε με ένα μεγάλο δέμα με ρουχικά για τα παιδιά και τη μάνα. Το σπίτι της ήτανε γιομάτο από δαύτα .Εντολή Κυρίου να το ξαλαφρώσει λίγο .Ύστερα γιόμισε ένα κοφίνι με κρέας χοιρινό, ένα λουκάνικο , γλυκίσματα και ένα φρέσκο καρβέλι.

Αυτά για σένα και τα παιδιά σου, είπε της χήρας. Όταν εκείνη συγκινημένη θέλησε να της φιλήσει τα χέρια και να την ευχαριστήσει, η κυρά Μήτσαινα της είπε με καλωσύνη.

Όχι σε μένα κόρη μου. Το Θεό να ευχαριστήσεις όπως θα τον ευχαριστήσω και γω για τη χαρά που μου έδωσε να μπορέσω να γιορτάσω τον ερχομό του Κυρίου λογιάζοντας και τον πλησίον μου.

 

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...