Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

21/7/1944 ΝΕΡΑΙΔΑ ΣΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ

 


ΤΟ ΚΟΥΠΟΝΙ

21/7/1944  ΝΕΡΑΙΔΑ ΣΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ

Ήταν ένα φωτεινό βράδυ. Ότι είχαμε αποφάει και κουρασμένοι όπως είμαστε άλλοι ξαπλωμένοι μέσα και άλλοι έξω στη ταράτσα ροχαλίζανε. Περίεργο πράγμα! Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ απόψε? Σηκώνομαι σιγά σιγά και πάνω κοντά στο τοιχάκι που τελειώνει η ταράτσα με μόνο σύντροφο το φεγγάρι που με ακολουθούσε παντού. Μα και αυτό χανόταν πότε πότε μέσα από τα μελανά συννεφάκια. Χωρίς να ξέρω και γω τι θέλω κοίταζα φοβισμένη τα βουνά που υψώνονταν γύρω γύρω. Μου φαινόντουσαν άγρια, επιβλητικά.  Απάνω ψηλά στις κορφές των, ήταν μερικά δέντρα γερμένα προς τα μέσα, που μέσ’ την νύχτα τα πέρναγε κανείς για ανθρώπους.

Τι άγρια που ήταν η νύχτα εδώ στο χωριό! Όπου στρέψει κανείς το βλέμμα του, τον πιάνει φόβος. Η θάλασσα κάθε βράδυ αρχίζει το κλάμα της. Το μεγάλο ποτάμι το αδιάκοπο το άγριο μουρμουρητό που κάνουν την νύχτα πιο τρομαχτική . Πέρα κοντά στ’ αλώνια, αρχίζει ένα φιδωτό δρομάκι που καταλήγει κάτω στο ρεύμα. Παρακολουθώ με το βλέμμα μου το ποτάμι  και προχωρώ να δω που θα φτάσει. Μα που και και που χάνεται μέσα απ’ τα πυκνά πλατάνια  και πάλι πιο κάτω φαίνεται ασημένιο το φεγγάρι. Πάει , πάει κάτω μακρυά, μα τα μάτια μου κουράστηκαν πια. Να! Εδώ χάνεται πάλι γιατί πέφτει απότομα κάτω με βαθειά ορμή. Τι ωραία που είναι εδώ! Το νερό πέφτοντας από ψηλά, κάνει ωραίους άσπρους αφρούς , και το φεγγάρι που χαμογελάει μέσα από τα κλαδιά των πλατανιών παίζει μαζί και αυτό κρυφτούλι. Κρύβεται πίσω απ’τα κλαδιά κι’ οι φυσαλίδες του νερού που σκάζουν , χάνονται βιαστικές βιαστικές για να μην  τις δει το φεγγάρι.  Κι΄όταν αυτό πιάσει καμιά κρυφά , την αγκαλιάζει την ασημώνει και την κάνει μαργαριτάρι. Μα για μια στιγμή έχασα από τα μάτια μου αυτό το ωραίο θέαμα , και σκοτάδι  απλώθηκε παντού. Ένα ρίγος πέρασε το σώμα μου και άρχισα να τρέμω από τον φόβο .

Ο ρόγχος των κυμάτων έγινε πιο δυνατός. Έκλεισα τα μάτια μου και για μην ξαναδώ αυτή την αγριότητα. Μα έξαφνα μια γλυκιά μελωδία μ’  έκανε να πεταχτώ. Ποτέ στην ζωή μου δεν είχα ξαναδεί τέτοια ομορφιά. Μέσα απ τους αφρούς είχε ξεπεταχτεί μια νεράιδα , ένα λεπτό αραχνοούφαντο πέπλο τύλιγε όλο της το σώμα. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, μυγδαλωτά που όταν τα κοίταζες θα έλεγες πως όλη η γλυκιά γαλανάδα του ουρανού ήταν χυμένη μέσα σε αυτά. Έπαιζε, όλο έπαιζε με τους αφρούς , πότε πότε χαμογελούσε και  στο φεγγάρι , και όταν κι αυτό κρυβόταν αυτή θύμωνε και όταν ξανάβγαινε του χαμογελούσε τόσο γλυκά που κι αυτό εμπρός σε τέτοια ομορφιά έτρεμε. Μερικές φυσαλίδες έπεφταν στα τορνευτά της μπράτσα. Αυτή φυσούσε απαλά κι αυτές γινόντουσαν μαργαριτάρια , μα μόλις έπεφταν στο νερό, χανόντουσαν και πάλι. Μια γαλάζια κορδέλα κρατούσε τα μαλλιά της σε κότσο μα με την ορμή του νερού έφυγε και αυτή και τα μαλλιά της χύθηκαν στους ώμους. Ήταν τόσο μακριά που αγκάλιασαν όλο το νερό. Αυτό , εμπρός σε τέτοια χρυσαφένια αγκαλιά, αντί τον άγριο κρότο που έκανε , τώρα έβγαζε ένα γλυκό μουρμούρισμα . Το φεγγάρι ενώ πριν γελούσε τώρα κρύφτηκε κι αυτό  θυμωμένο  γιατί νόμιζε ότι μόνο αυτό μάγευε τον κόσμο με το χρυσαφένιο του φως, κι η νεράιδα ικανοποιημένη που νίκησε τα πάντα, χάθηκε μουρμουρίζοντας γλυκά μέσα στους αφρούς που άρχισαν να γίνονται πιο άγρια από πριν. Το νερό έπεφτε με πιο μεγάλη ορμή, σύννεφα ξαπλώθηκαν στον ουρανό και μια αστραπή παραμέρισε τα σύννεφα για να περάσει η εξωτική  αυτή νεράιδα.  Εκείνη την στιγμή ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα και άνοιξα τα μάτια μου . Φανταστείτε την έκπληξη μου όταν είδα  την γιαγιά μου με τα στροσίδια της στην πλάτη να μου λέει. ‘’Έλα δω βρε παιδάτσι μου , σου φωνάζω τόση ώρα, Βρέχει! Δεν ακούς?! Τίλους μαθές!

Θα έμενα ακόμη εκεί από πείσμα που ήταν όλα όνειρα, αλλά η βροχή με είχε κάνει ήδη μούσκεμα!

ΚΑΣΤΑΝΟΥΛΑ

 

 

11/10/1943 Το κουπονι- "Η μοίρα- Οι πρώην Άνθρωποι"


1 Σεπτεμβρίου 1943

ΣΗΜΕΡΟΝ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟΝ

ΚΟΥΠΟΝΙ  -ΣΤΗ ΜΟΙΡΑ

Μοίρα κακιά πούσαι κρυμμένη και δε σε βρίσκω να σου πω το φριχτό μου παράπονο? Πούναι η κατοικία σου βασίλισσα της ζωής? Μη φτερουγίζεις ψηλά στα ουράνια μες τα νέφη γύρω στ άστρα? Μη βρίσκεσαι στης θάλασσας τα τρίσβαθα κρυμμένη και κυβερνάς από κει ολόκληρο τον κόσμο? Μη στη γη βαθιά έχεις τρυπώσει και ξαποστέλεις από κει τα μύρια δεινά?

Μοίρα σκληρή που βρίσκεσαι? Εκατομμύρια χρόνια έχουν περάσει από τότε που φανερόθηκε η ζωή και στάθηκε πιο δύσκολο κι από την ζωή ακόμα να βρούν κείνοι που νά νιώθουν να τους τυραγνάς στα λιμέρια σου?

Μα σε φαντάζομαι και ίσως την φαντασία τούτη την δημιούργησες εσύ) Μια στρίγκλα καμπουριασμένη απ την κακία σουφρωμένηαπό τις σκέψεις, αδύνατη κοκαλιάρα από την κακία και τη ζήλεια ζυμωμένη, χωμένη σε ένα σκοτεινό καλύβι μιας έρημης κι απένταρης..............

Έτσι σε φαντάζομαι Μοίρα .Από κείνη την καλύβα την κλειστή πού ούτε μια τρυπίτσα σε είναι αφημένη για να αντικρύζεις τον ήλιο. Από κείνη την καλύβα τη χτισμένη σε θάμνους σε δέντρα, από κει μας στέλνεις τις κατάρες τις κατάρες. Και τόσους πολλούς αιώνες καταριέσαι..Και οι κατάρες σου εκείνες μας παρασέρνουν..

Συνέχεια στην επόμενη σελίδα που δεν έχω ακόμα....

 ΟΙ ΠΡΩΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ 11/10/1943

Πέθαιναν κάθε μέρα χιλιάδες κορμιά τον Χειμώνα του 1941-1942. Από τι? Από την πείνα, από το φριχτότερο αυτό θάνατο. Από τον θάνατο που ο χάρος σε βασανίζει μήνες πολλούς και στο τέλος σε τραβάει στον τάφο. Άραγε ο χάρος φτωχέ λαουτζίκο σε άφησε και πείνασες και γύριζες άστεγος και γυμνός? Ο χάρος σε έκανε να τρέχεις στους κάμπους, να βρεις αγριάδα για να κάνεις ψωμί να φας? Ο χάρος σε έκανε να τρως χόρτα δίχως λάδι και δίχως αλάτι? Ο χάρος σε έκανε να τρως κρεμμύδια νερόβραστα? Βέβαια! Ναι.. δεν θα το πεις αυτό γιατί όλοι μας ξέρουμε πως ο χάρος την ώρα που πεθαίνουμε μόνο είναι απειλητικός. Με ποιος δημιούργησε όλα αυτά που είπαμε πιο πάνω?

Τον Χειμώνα τον αξέχαστο που ο κόσμος είχε καταντήσει κρεμυδότσουφλα των δρόμων που παρασύροντε από κάθε άνεμο, οι νεόπλουτοι εκατομυριούχοι είχανε τις αποθήκες τους γεμάτες τρόφιμα και επώλουν το κάθε είδος κρυφά σ' εκείνους που ήξεραν πως μπορούν να το αγοράσουν στην υπέρογκη αυτή τιμή . 

Αυτοί λοιπόν φτωχέ λαέ είναι που σκόρπισαν γύρω τους τον θάνατο για να γίνουν εκατομυριούχοι. Και με το αίμα του αδελφού σου, του πατέρα σου, της μάνας σου, αγόραζαν σπίτια , έπιπλα κτήματα, τα οποία και αυτά ήταν του πατέρα σου, της μάνας σου και του αδελφού σου.

 Αυτοί φτωχέ λαέ στον ζωικό βασίλειο δεν ανήκουν , τι είναι λοιπόν?

Είναι ασυνείδητοι χωρίς καρδιά, χωρίς πόνο, ένα κορμί μόνο σε δου μάτια. Τους ύβρισαν με χιλιάδες βρισιές και δεν κύπτωνται αυτοί οι πρώην άνθρωποι.

Πολεμικός  Αγρότης.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

21/10/1943 Ποικίλη ύλη με χιούμορ από το Κουπόνι.

21/10/1943  ΤΟ ΚΟΥΠΟΝΙ 




Βαρύτατο πλήγμα

Ο γνωστός μας συνεργάτης Πολεμικός Αγρότης είναι άδικο θύμα της προχθεσινής εξεγέρσεως εκ μιας παρεξήγησιν δυο κυρίων τους οποίους οι περισσότεροι εκ των αναγνωστών θα τους γνωρίζουν. Ένας εκ των αντιπάλων επιτέθη κατά του δεύτερου δια μπασουνίου και αντί να βαρέσει του αντιπάλου του εβάρεσε τον συνεργάτη μας. Ευτυχώς όμως αν και εκτυπήθη κατακέφαλα δεν έπαθε εγκεφαλικήν νόσον ώστε δια να μην μπορεί να δώσει εις το Κουπόνι θέματα.

 

Ευχητήρια

Εύχομαι εις τον κ.Αντώνη Καταμπουρνιώτην ο οποίος μετέβη εις Αλιβέριον δι εξετάσεων διδαχθείς κατ οίκον και προήχθη εις την 6ην Οκτατάξιον. Και εις ανώτερα.

Ο γκαρδιακός φίλος του

Ιωάννης Μπουρνιάς.

ΕΚΔΡΟΜΙΚΑ

Η σημερινή εκδρομή δεν θα γίνη ημηρεσία δια λόγους εργασίας των μετεχόντων εις αυτήν. Θα γίνη απογευματική. Το δε πρόγραμμα έχει ως εξής.

 Ώρα εκίνησις δια Κορυδαλλούς. Παραμονή εις Κορυδαλλούς. Α. Επίσημη παράδωση αρχείων από την Α γενιά στην Β.

Β.Εκφώνησης λόγο προέδρου  Ε.Ε.Κ

Γ.  Απαγγελία ποιήματος.

Δ. Τραγούδια, Φυσαρμόνικα, μαντολίνο κτλ.

Ο Αρχηγός

 Πολεμικός Αγρότης.

 

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

Την περασμένη βδομάδα μικροί και μεγάλοι είχον συναθροισθή εις το Δημοτικόν Σχολείον δια ποδοσφαίρου. Επειδή όμως η μπάλα έπεσε εις την ταράτσα του σχολείου το ποδόσφαιρον μετετράπη εις ακροβασίαν. Ο Παναγιώτης Γιαννάκος (Χατζάρας) στηρίξας εις κλάδου δένδρου την σκάλα απεφάσισεν ν ανεβεί επ αυής και μετά εις την ταράτσαν. Η πράξης του αυτή ήτο άξια επαίνου διότι ήτο παράτολμος κι επικύνδυνος.

 Τέλος τα αποτελέσματα ήτο προς τους μεγάλους το μέρος.

2οι μικροί 3 μεγάλοι.

21/10/ 1943

TO KOYPONI ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Σαν πηγολαμπίδα τρεμόσβυσε στη σκέψη μιας νιότης

Κάποιο βραδάκι της Άνοιξης μαγευτικό

Μέσα στην δίνη του πολέμου και της ανίας το μαρασμό

Κι ορκίστηκες σάρκα να λάβεις να γενείς ιερός σκοπός.

Την άδεια σου σκέψη σε πολλές νεότητες ψιθύρισες

Θερμά κι αυτές την υιοθέτησαν, την πόνεσαν

Με μιας της νεότης το αίμα γοργά στις φλέβες κυκλοφόρησε

Και στην ψυχή της νειότης η ιδέα έγινε πράξις και κυοφόρησε.

Και ξάφνου μια μέρα σαν και τούτη

Στα χέρια ης η νειότη ένα ασήμαντο χαρτάκι κρατεί

Δεν είναι όνειρο ούτε και παραμύθι

Αλλά ένα « κουπόνι» χειρόγραφο χαρτί.

Κουπόνι βαπτίσθηκε απ τη νιότη

Γιατί δεν είναι τίποτα άλλο απ΄ένα κουπόνι χαρτί

Μα κλείνει μέσα της τις πιο τρανές ιδέες

Για την ηλικία που το βγάζει η νεοτική

Τρία χρόνια πέρασαν από τότε που τρεμόσβυσε η πυγολαμπίδα

Τρία χρόνια γεμάτα από ζωή κι ελπίδα

Τρία χρόνια που γράφτηκε κάθε της νιότης όμορφη σκέψης

Τρία χρόνια που φέξανε το σκοτεινό ορίζοντα της νεότης.

Ας γιορταστεί λοιπόν η μέρα τούτη από την λίγη νιότη

Που αντιπροσωπεύει της νιότης την ιδέα την τρανή

Κι ας ευχηθεί σε αυτήν να ζήσει

Και το κουπόνι το μικρό τρανή εφημερίδα να γενή.

« Νοσταλγικός»

"ΠΑΤΡΙΔΑ" 1/11/1943

 ΚΟΥΠΟΥΝΙ

💓

ΤΟ ΚΕΊΜΕΝΟ ΕΊΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ.

1 Νοεμβρίου 1943

ΠΑΤΡΙΔΑ

Από την πρώτη τάξη του Δημοτικού μέχρι να βγάλει το Δημοτικό μαθαίνει συνέχεια το μικρό Ελληνόπουλο πατριωτικά τραγούδια. Το πρώτο τραγούδι που θα μάθει στο σχολείο είναι ο Εθνικός Ύμνος.  Για μια πατρίδα ασχολείται το παιδί, για μια πατρίδα ασχολούνται όλοι.  Από μικρός στο σχολείο μαθαίνεις τι θα πει πατρίδα , όταν γίνεις εικοσάρης προσφέρεις τις υπηρεσίες του σε αυτήν . Σε γυμνάζει όταν είσαι εικοσάρης και με μια φωνή της πατρίδας τρέχεις στα σύνορα να τα υπερασπίσεις. Έτσι και τώρα πατρίδα η πατρίδα σου συνιστά να βοηθήσεις τον πλησίον σου. Οι πλούσιοι να βοηθήσουν την φτώχεια να μη πεθάνει της πείνας. Εμπρός λοιπόν πλούσιε!!  Άνοιξε τις αποθήκες σου, άνοιξε τα πουγκιά σου και βοήθα τον φτωχό. Εμπρός μην κάθεσαι ! Η ζωή τούτη είναι προσωρινή και μη κοιτάς μη κοιτάς να αποκτήσεις δισεκατομμύρια. Αν είσαι Έλληνας, βοήθα τον Έλληνα!

Π.Α.

"ΦΩΤΙΑ-ΘΕΑΤΡΟ" 1 Δεκεμβρίου 1943

 


TO KOYΠΟΝΙ

1 Δεκεμβρίου 1943

ΦΩΤΙΑ-ΘΕΑΤΡΟ

Το τελευταίο τούτο μήνα έχει αρχίσει στην Κάρυστο μια μεγάλη κίνηση. Μια κίνηση που πήρε μερικούς νέους από τα καφενεία και τους απασχολεί με δύο ωραία προοδευτικά ζητήματα.

Πρώτον. Της Φωτιάς.

 Έχουν συγκεντρώσει μια ομάδα από 12-18 παιδιά τα οποία  τρεις φορές την βδομάδα  τα ψυχαγωγούν και τα προετοιμάζουν για μια ωραία γιορτή που θα δώσουν γύρω από τη φωτιά. Η γιορτή αυτή έχει γίνει στην Κάρυστο προ ετών από παιδιά όχι όμως της Καρύστου αλλά της Αθήνας και της Αιγύπτου. Τώρα όμως που θα παιχθεί από Καρυστινά παιδιά έχει άλλη σημασία και πιστεύω πως από όποιον συμπατριώτη μας ζητηθεί η ενίσχυση του δεν θα την αρνηθεί.

Δεύτερον. Του θεάτρου. .

Μικροί και μεγάλοι, νέοι και νέες με μια φωνή είπαν΄Θα δουλέψουμε» για την ζωή του φτωχού. Και όλοι μαζί αρχίσανε τη δουλειά για να παίξουν ένα ωραίο θεατρικό σύγχρονο έργο. Τα χρήματα που θα εισπράξουν θα διατεθούν στις ανάγκες του Ε.Ο.Χ.Α.

Και τα δύο αυτά ωραία έργα των νέων μας, πρέπει να ενισχυθούν από κάθε πατριώτη Καρυστινό για την εξέλιξιν της νέας Καρυστινής κοινωνίας.

Πολεμικός Αγρότης.

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

ΣΑΝ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ «Το πεταμένο χτένι» Αγγελικής Κυριαζή-Μπουρνέλου .


ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ ΤΕΥΧΟΣ 1083- Ιούνιος 1996




 

ΣΑΝ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

«Το πεταμένο χτένι»

Γλυκό μαγιάτικο πρωινό, ο ήλιος χαμογελαστός μόλις είχε σκαρφαλώσει πάνω στα κορφοβούνια πίσω από το Μετόχι και πασπάλιζε με το χρυσάφι του την Κάρυστο. Έκανε τους δρόμους ν΄αστράφτουν σαν καθρέπτες και τα σπίτια να βάφονται τριανταφυλλιά. Ο νέος διαβάτης , φρέσκος και κεφάτος, περπατούσε γρήγορα να φτάσει στην δουλειά του και να αρχίσει το καθημερινό του έργο. Χαρούμενο το βήμα του αντηχούσε στους τοίχους δεξιά και αριστερά στον ίσιο δρόμο.

Στην άκρη έστεκε το δοχείο απορριμάτων. Ήταν νωρίς και το αυτοκίνητο της καθαριότητας δεν είχε περάσει ακόμη. Το δοχείο ήταν γεμάτο. Περνώντας πλάι του ο  διαβάτης κάτι σαν ψίθυρος ,σαν παράπονο άκουσε νάρχεται από κει. Κοιτάζει περίεργος, μην ήταν κανένα ζωντανό, στριμωγμένο που κλαψούριζε. Όχι, δεν ήταν κανένα ζωντανό. Αυτό όμως που τον εντυπωσίασε ήταν κάτι, σαν σανίδα στενή, σαν καλαμένιο χέρι που εξείχε πάνω από τον κάδο. Του φάνηκε σαν χέρι ανθρώπου που κινδυνεύει να πνιγεί μέσα στ άγρια κύματα και γυρεύει με αγωνία βοήθεια.

Έσκυψε, άπλωσε το χέρι του το έπιασε και το τράβηξε έξω. Περίεργο! Το σιγαλό κλαψούρισμα το άκουσε τώρα καθαρά, ερχόταν απ αυτό το μακρόστενο πράγμα που μόλις είχε ανασύρει από τα σκουπίδια. Μα τι ήταν αυτό? Ο νέος άνθρωπος δεν  είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Τι να ήταν λοιπόν?  Άρχισε να το εξετάζει. Να το περιεργάζεται με προσοχή. Είχε μάκρος ως ένα μέτρο περίπου. Το πλάτος ήταν λίγο περισσότερο από δέκα πόντους. Ήταν φτιαγμένο από ψιλά πελεκημένα καλοδουλεμένα καλαμάκια, πιο λεπτά και πιο μακριά από τα συνηθισμένα σπίρτα, δεμένα και πλεγμένα καλλιτεχνικά και στέρεα στις άκρες, το ένα με το άλλο, με γερή και χοντρή άσπρη κλωστή έτσι που να φαίνεται σαν ένα μεγάλο-μεγάλο χτένι.

-Αυτό είναι « Έργο χειρών ανθρώπων», ψιθύρισε μέσα του.

Σε τι χρησίμευε όμως και ποιος μάστορας το κατασκεύασε τόσο τεχνικά και τόσο όμορφα? Γιατί και ποιος το πέταξε τώρα, ενώ φαινόταν καινούργιο ακόμα, αν και σκονισμένο πια από την αχρησία? Από τη στιγμή που το πήρε στα χέρια, κάτι του θύμισε την γιαγιά του, πότε να κρατά ένα τέτοιο πράγμα, πότε να κάνει κάποια δουλειά κοντά του. Τότε η σιγανή φωνούλα ακούστηκε να φτάνει πάλι στ αυτιά του. – Ναι, καλά σκέπτεσαι. Και βέβαια θυμίσω την γιαγιά σου. Γιατί βρισκόμουν στα χέρια της και κοντά της σχεδόν κάθε μέρα. Είμαι ένα χτένι, όμως όχι για να χτενίζουν μ΄εμένα τα κορίτσια τα ωραία τους μαλλιά. Εγώ είμαι για να βοηθώ τις κλωστές του στημονιού στον αργαλιό της γιαγιά σου και των άλλων γυναικών της παλαιότερης γενιάς, να κρατιούνται ίσιες, τεντωμένες και χωρίς μπερδέματα για να μπορούν να περνούν ανάμεσα τους οι υφάντρες τη σαίτα με το υφάδι και να φτιάχνουν τα πανέμορφα υφαντά. Ζεστά, πλουμιστά κιλίμια, πολύχρωμες μπατανίες,βαμβακερά και νταμωτά σεντόνια, τραπεζομάντηλα και πετσέτες, όλα με σχέδια και γούστο, λεπτά και ολόλευκα ουγίτιγκα ,ακόμη και αραχνοούφαντα μεταξωτά, μα και χοντρές κουρελούδες για καθημερινή χρήση. Θυμάσαι το απαλό σου παιδικό σεντονάκι που σε τύλιγε ευχάριστα και τα αγαπούσες τόσο? Θυμάσαι το καλό τραπεζομάντηλο που έστρωνε η γιαγιά όταν πηγαίνατε την Κυριακή και σας τραπέζωνε χαρούμενη όλους, παιδιά και εγγόνια? Θυμάσαι το χαλί με τα λουλούδια και τα πουλιά, το υφαντό που στόλιζε τη μεγάλη σάλα του σπιτιού σας? Όλα αυτά και λογής λογής άλλα ρούχα και προικιά, ενώ βοηθούσα τις νοικοκυρές και τις λεύτερες κοπέλλες να τα υφάνουν τόσο όμορφα. Ήμουν τότε απαραίτητο για κάθε νοικοκυριό. Τώρα έγινα άχρηστο.Τώρα δεν σας εξυπηρετώ πια. Τώρα τα χαλιά, τις κουβέρτες τα σεντόνια τα τραπεζομάντηλα και τις πετσέτες τις αγοράζετε έτοιμα από τα καταστήματα, κατασκευασμένα μαζικά στα εργοστάσια χωρίς το προσωπικό γούστο της υφάντρας, χωρίς το τραγούδι του εργαλιού. Γι αυτό δεν ξέρετε εσείς οι νεότεροι ούτε και τι είμαι ούτε σε τι χρησίμεψα κάποτε. Με βρίσκετε λοιπόν σκονισμένο και ξεχασμένο  σε μια γωνιά της αποθήκης και με πετάτε χωρίς σκέψη και χωρίς λύπηση. Να μην πιάνω και τον τόπο. Όμως εγώ έχω την δική μου ψυχή. Την ψυχή που μου έδωσε η αγάπη της υφάντρας και το μεράκι κι η τέχνη του μάστορη, του δημιουργού μου.

Αλήθεια, ξέρεις ποιος ήταν αυτός? Μήπως έχεις ακουστά το όνομα του μπάρμπα-Γιάννη του χτενά? Ήταν ένας αγαθός γεράκος, αγαπητός από όλους τους Καρυστινούς που τον φρόντιζε ξεχωριστά ο αλησμόνητος παπά Σίλας. Αυτός μ είχε φτιάξει μαζί με ένα πλήθος αδέλφια του. Θεός σχωρέστον. Ήταν από την Κυνουρία. Κάθε τέλος της άνοιξης ξεκινούσε από τον τόπο του μαζί με άλλους ομότεχνους του και πήγαιναν σ΄όλα τα μέρη της Ελλάδας δουλεύοντας την τέχνη του χτενά. Νοικοκυραίοι άνθρωποι, ήσυχοι και εργατικοί ,αγαπητοί σε όλους.  Ιδιαίτερα οι νοικοκυρές, οι χρυσοχέρες υφάντρες τους περίμεναν πως και πως, να έρθουν στον τόπο τους να τους φτιάξουν καινούργα χτένια και να τους επιδιορθώσουν τα παλιά, για να μπορέσουν να υφάνουν ξανά ξεχωριστά υφαντά, τέτοια που να μην τα έχει άλλη καμιά, πανέμορφα και μοναδικά. Ο μπάρμπα Γιάννης δεν είχε οικογένεια πια στον τόπο του κι έτσι έμεινε εδώ, ώσπου τον πήρε ο Θεός στον αληθινό κόσμο.

Καλέ μου διαβάτη, μη με ξαναρίξεις στα σκουπίδια.

Σώστε με εσύ. Πάρε με και φύλαξε με με στοργή. Κάπου θα βρεθεί μια θέση και για μένα. Κι ακόμη πρόσεξε τι θα σου πω. Μην πετάτε τίποτα από τα παλιά πράγματα που βρέθηκαν από τους προγόνους σας. Διατηρήστε τα και φροντίστε τα. Αγαπήστε τα σαν να είναι κάτι από τα γονικά σας που δεν ζουν πια. Νιώστε υπερήφανοι γι αυτά. Καμαρώστε για αυτά και δώστε τους κάποια θέση στο σπίτι σας κάποια γωνιά στην καρδιά σας.

 Ο πρωινός διαβάτης αισθάνθηκε κάτι υγρό να κυλάει από τ’ αυλάκια των ματιών του στα δροσερά του μάγουλα κι ένα κόμπο στο λαιμό να του κόβει τη μιλιά. Ασυναίσθητα έφερε το παλιό, σκονισμένο χτένι το εργαλιού στο στήθος του. Το πήγε σπίτι του, το έπλυνε προσεχτικά και το τοποθέτησε ευλαβικά και στοργικά πλάι στο εικονοστάσι.

Κάθε πρωί όπως κάνει το σταυρό του στην Παναγία, λέει μια καλημέρα στον παλιό αυτό φίλο που δεν τον έχει αφήσει μόνο του. Γιατί ψάχνοντας βρίσκει κι άλλα κι άλλα πράγματα του σπιτιού παλιά κληρονομιά, που τα τοποθετεί κοντά του , τ’ αγαπά τα εκτιμά και τα καμαρώνει.

Κάρυστος –Μάιος 1996

Αγγελική Κυριαζή- Μπουρνέλου.


Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Αντιγράφουμε από το "ΚΟΥΠΟΝΙ" Νεανική χειρόγραφη εφημερίδα στα χρόνια της Κατοχής. 1 Αυγούστου 1943

 

Για πρώτη φορά έμαθα για το ΚΟΥΠΟΝΙ διαβάζοντας το βιβλίο ΦΥΛΛΑ ΦΤΕΡΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΥΣΤΟ, του Σταμάτη Παπαμιχήλ .

Το ΚΟΥΠΟΝΙ ήταν μια χειρόγραφη εφημεριδούλα που πήγαινε από χέρι σε χέρι και η συντακτική ομάδα ήταν πάντα σε ηλικία από 15 με 17 χρόνων.
Με διακοπές κράτησε 17 ολόκληρα χρόνια και στην βιβλιοθήκη του Γιοκαλείου Ιδρύματος, υπάρχουν αρκετά φύλλα του.
Αν και δύσκολο να καταλάβουμε τα γράμματα, θα προσπαθήσω να αντιγράψω μερικά κείμενα.
Η πρώτη συντακτική ομάδα, ήταν παιδιά που με την κήρυξη του πολέμου γύρισαν από την Αθήνα όπου πήγαιναν σχολείο στην Κάρυστο.

Το τεύχος που έχω μπροστά μου και προσπαθώ να αντιγράψω, είναι της δεύτερης γενιάς, με ημερομηνία 1η Αυγούστου 1943. Αρ. φύλλου 3.
Είναι πολύ συγκινητικό γιατί είναι η απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι αρκετό να δαμάσει το πνεύμα και πάντα, μα πάντα, η ανάγκη για έκφραση, για επικοινωνία για πνευματικότητα, βρίσκει τρόπο να αποτυπωθεί κάπου και κάπως, για να μεταφέρει τις ανησυχίες και τις εντυπώσεις του γράφοντα στον κάθε μελλοντικό αναγνώστη. Τρυφερή λεπτομέρεια είναι τα ψευδώνυμα που χρεισιμοποιούσαν.

Αντιγράφω όπως τα βλέπω εκτός από τους τόνους.  Όταν δεν καταλαβαίνω, βάζω τελείες στην θέση της λέξης.
 
ΤΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΟ ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ
 

Τίτλος- ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ.

Πως μπορεί κανείς να αρνηθή κάτι που το ζητά η πιο λεπτή χορδή ενός εφήβου?
Δειλά δειλά μπαίνει στο γραφείο μου.." Μια μεγάλη, μια πολύ μεγάλη χάρι σου ζητώ.." 'Ευχαρίστως ! Αν μπορώ να σου την κάμω.." "Ξέρεις,..δυο τρεις έφηβοι, αποφασίσαμε να ξανά ζήσει το ΚΟΥΠΟΝΙ"
Ντροπαλά, κάπως συνεσταλμένοι..."Ξέρεις.. αν θα ήθελες να μας ενισχύσεις στο όμορφο αυτό έργο μας.." Και με μιας , μια κοκκινάδα εφηβική σκορπά με μιας το πρόσωπο του.
Σκέπτομαι, λίγο πιο βαθειά, τα λόγια του λεπτού αυτού μικρούλη και σφιγομετρώ όσο μπορώ πιο πολύ τους παλμούς της θελήσεως του και βγάζω τον αυριανό νεανία,  τον άνδρα, τον αγωνιστή της αυριανής ζωής, που θα ξέρη να νοιώθει  και να ζη έτσι όπως η Θεία Πρόνοια θέλησε να ζήση το πιο τέλειο της δημιούργημα.
Ε! Πως ήταν δυνατόν να αρνηθώ την τόση λεπτή και τόση ολόθερμη παράκληση του.Ναι! του λέω. Θα σας γράψω κάτι .Μια ικανοποίηση , ένα ........χαμόγελο , ανέτειλε εις τα χείλη του μικρούλη. Τόσο ευτυχισμένο ένοιωσε προς την .......του εαυτού του, έβγαινε απ την έκφραση του προσώπου του.
Έφυγε ευτυχισμένο αφού το διαβεβαίωσα πως θα γράψω.
Ένα χαρτάκι δισέλιδο και τετρασέλιδο ΤΟ ΚΟΥΠΟΝΙ , που εκδότης του ήσαν τα πιο φιλότιμα μεγάλα παιδιά της Καρύστου και που μέσα στις χειρόγραφες και ολογραμμένες σελίδες του έβλεπες και εθαύμαζες το πνεύμα της νιότης, που σκόρπαγε ανάλαφρα τη δροσιά της στους αναγνώστες του.
..... πια, δεν ξέρω γιατί..επανεμφανίζεται  από χέρι σε χέρι . Ίσως οι εκδότες του θεώρησαν πια μικράν απασχόλησιν για την ηλικία τους και σκέπτονται να δημιουργήσουν κάτι ανώτερο που να συμβαδίζει με τα τωρινά τους αισθήματα. Μα το ΚΟΥΠΟΝΙ  έμελλε να ζήση και πάλι και να ...νάτο...........πάλι ξαναζή με έφηβη όμως ψυχή και δροσιά, και να πέρνη ....
Μια ευχούλα βγαίνει ολόθερμη από τη δική μου ψυχή που νοιώθει και εκτιμά κάθε λεπτό ευγενικό και ωραίο .....Ελπίζω η όμορφη αυτή εφηβική θέηση να γίνη παράδειγμα και ολόλευκη ακτίδα που να φωτίζη κάθε νεανική ψυχή να τραβήξει τον όμορφο δρόμο της αρετής..
Α.Δ.

TO KOYΠΟΝΙ

ΜΕΤΑ ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ

Σήμερα που είπαν ότι επανεκδίδεται το ΚΟΥΠΟΝΙ από μια καινούργια συντροφιά νέων χάρην τη βοήθεια των παλαιών συνεργατών .Δεν γνώριζα καλά τον Σταμάτη και τα άλλα παιδιά που χωρίς κανένα απολύτως κέρδος εξέδιδαν το Κουπόνι που σημείωσε τόση επιτυχία στο λίγο καιρό που κυκλοφόρισε με την πτωχή πνευματική κίνηση της πόλεως μας.

Μα πρέπει να ομολογήση ο καθένας ότι το Κουπόνι μέχρι σήμερα, σημείωσε επιτυχία λαμπράν ,κατά την ταπεινή μου γνώμη, στην πτωχή πνευματική κίνηση μας. Χωρίς να θέλω να κολακεύσω κανέναν μου επροξένησε  ιδιαίτεραν χαράν η επανέκδοση του,ιδία δε το ότι η καλή αυτή συντροφιά έχει μαζί της και τον Αντώνη. ‘Ηταν ένας κρυφός πόθος του Σταμάτη η επανέκδοση του Κουπονιού από νεαρότερους από αυτούς στην ηλικίαν και να εκπληρούται.

Είμαι της γνώμης ότι η επιτυχία του είναι η απόλυτος και δεν θα αργήσουν και οι παλιοί του φίλοι να του χαρίσουν λίγα λίγα κάθε τόσο. Και εύχομαι κάθε επιτυχία και μακροημέρευση και η περίοδος του αυτήν την φορά είναι η τελευταία που θα εγκαταστήσει …εφημερίδα των νέων μας για το καλό του τόπου και να γίνει η φιλολογική αμβροσία του τόπου που θα παρέχει λίγο νέκταρ………………………..

Πρώην ιδιώτης.

 

Η μάννα του χαμένου φίλου μας.

Ο ήλιος στερεωμένος στον απέραντο ουρανό σα θαμπωμένος φαινόταν, σα να χανόταν πίσω απ τις αχτίδες του. Τα μάρμαρα του Νεκροταφείου αχτινοβόλογαν ακόμα. Και μέσα στον άσπρο λαβύρινθο διακρινότανε μια μαυροφόρα που τέλος την βλέπουμε να αγνατεύη στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Προχωρούσε ….προς το μέρος που καθόμαστε να περάσουμε το απόγευμα ..  Η ματιά όλων πέφτει πάνω της. Την βλέπουμε να πέφτει πάνω σε ένα βράχο και ανασαίνει βαθειά πολύ βαθειά. Κοιτάζει την θάλασσα και αναστενάζει. Σε λίγο σηκώνεται ανάλαφρα και με βήμα σιγανό προχωρεί και όλο μας πλησιάζει . Γέρασε..από κοντά όλοι την γνωρίσαμε. Ήτανε η μάνα του φίλου μας του καρδιακού του Γιώργη. Κι’ αυτή όμως η άμοιρη η άτυχη μας γνώρισε πως είμαστε η παρέα του γυιού της που χάθηκε μαζί με τον πατέρα και με ένα αδελφάκι του μικρό στην άββησο της θάλασσας . Της θάλασσας πούχει καταπιεί και καταπίνει συνεχώς χιλιάδες χιλιάδων ψυχές. ‘ΑΑΧ να ζούσε ο Γιωργάκης μου! Έλεγε από μέσα της..Ήτανε ένα πρωινό με μπουνάτσα όταν ξεκίνησε να πάνε για ψάρεμα, ο γέρος, ο Ηρακλής, με τους δυο γιούς , τον Γιώργο και τον Θοδωράκη το μικρό. Ανοιχτήκανε με τη βάρκα πολύ μακρυά τούτη τη φορά και φτάσανε μέχρι τον Κάβο. Κοντά το μεσημέρι όμως έπιασε μια φουρτούνα «Θεού οργή» που για τους ψαράδες δεν υπάρχει χειρότερος καιρός ,σπάνιο είναι να σωθούν. Στην θάλασσα χαλασμός κυρίως , στην στεριά ησυχία. Μόνο του Γιώργου η μάνα με την αδελφή της ήτανε ανήσυχες κι είχανε κατεβεί στην ακροθαλασσιά και περιμένανε να αγναντήσει η βάρκα ..Του κάκου όμως! Τα μάτια τους βάρκα κάνανε και βάρκα δεν ήτανε. Έφτασε το σούροπο..Πουθενά κανένα σημάδι στη θάλασσα. Μαύρο και σκότεινο ήτανε το ξημέρωμα όταν ένας ψαράς συνάδελφος τους , έφερε την είδηση του φρικτού πνηγμού των τριών. Της μάνας η φωνή μαζί με τα κλάματα ήτανε  «ΑΑΑΑΧΧ! Ηρακλή, Γιώργο Θοδωράκη αυτό ήτανε το στερνό ψάρεμα σας»

Πολεμικός Άγρος» δεν φαίνεται καλά το αγρός..ίσως είναι άλλη λέξη.

 

Πριν απ την ώρα μου/πηγαίνω στο γραφείο και κάπου/ένα χαρτί βαστώ/να γράφω στίχους …του Αντώνη./ Λένε καθότανε/κι αυτός στο ίδιο το τραπέζι/τούμενε και καιρός /να φεύγη με τη ποίηση να πάει/Δεν τόνε διάβασα/δεν τον άκουσα ούτε τον είδα/κι όμως εφόρεσα/μου φαίνεται ποιητική χλαμύδα.

Φύλλον Φτέρης

(Σκιάς αχνάρια)

 


Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...