Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

Πεσόντες το 1940-1941


 ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΠΕΣΟΝΤΕΣ 1940- 1941

 

Την Κυριακή 29.10.95 στην Χαλκίδα έγινε μια πολύ όμορφη και συγκινητική εκδήλωση με την ευκαιρία της 55ης Εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου του 1940.

 Την τιμητική αυτή εκδήλωση οργάνωσαν η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Ν .Εύβοιας και ο Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών Ν. Ευβοίας με τη συνδρομή της Σχολής Πεζικού Χαλκίδος.

Η Καρυστινή συμβάλλει στην απόδοση τιμής στους ηρωικούς νεκρούς του 40 δημοσιεύοντας τα ονόματα των πεσόντων της περιοχής μας εντός του Αλβανικού εδάφους.

 Αραπάκης Αγ. Του Φύλ, από τα Στύρα

Δριμαρόπουλος Ευς. Του Ιωάννη , Μαρμάρι

Δρίτσα Παναγιώτης του Ιωάννη, Αετός

Θωμάς Γεώργιος  του Δημητρίου Μαρμάρι

 Καλλιανιώτης Ιωάννης του Δημητρίου Αμυγδαλιά

Κεφαλάς Δημήτριος  του Ιωάννη, Κάρυστος

 Λάμπρου Ευάγγελος του Δημητρίου Κάρυστος

 Λουκάς Χρήστος του Δημητρίου Ακταίο

 Μακρής Γιώργος του Φράγκ. Στύρα

Μασταλούδης Ευάγγελος του Ιωάννη Στύρα

Μήτας Θεόδωρος του Δημητρίου Ν Στύρα

 Μπαγιάτης Πέτρος  του Στ. Ν. Στύρα

 Μπαλτάς Αναστάσιος του Πέτρου Κάρυστος

 Μπαμπανιώτης Ιωάννης του Παναγιώτη Καλλιανοί

Μπάστας Γεώργιος του Δημητρίου , Στουπαίοι

Μπατσόλας Δημήτριος του Γεωργίου Στύρα

Νικόλαος Αντ. Του Αλ Κάρυστος

 Ντέντες Δημήτριος του Σπύρου Βαρελαίοι

 Οικονόμου Κωσταντίνος του Χρήστου Στύρα

 Πάλλης Γεώργιος του Ιωάννου Μαρμάρι

Παναγιώτου Ηλίας του Δημητρίου Μύλοι

Παπαθανασίου Παναγιώτης του Ιωάννη Γραμπιάς

 Παπαμιχαήλ Ελ. Του Γεωργίου Καλύβια

 Παρασκευάς Παναγιώτης του Δημητρίου Καλλιανοί

 Πηλιχός Σταύρος του Κωσταντίνου Γιαννίτσι

 Γάσπαρης Αθανάσιος του Δημητρίου Στουπαίοι

Ροζάνης Κωσταντίνος του Άγγελου Στύρα

Ρούπας Θεόδωρος του Αθανασίου Πολυπόταμος

Σαραγούδας Ιωάννης του Ευαγγέλου Κατσαρώνι

 Σαρλάνης Ευάγγελος του Ιωάννη Μύλοι

 Σαρλάνης Νικόλαος του Βασιλείου  Γραμπιάς

 Σαρλάνης Νικόλαος του Ιωάννη Πλατανιστός

Σιφνιός Ελευθέριος του Παναγιώτου Κάρυστος

Σύρακας Κωσταντίνος του Στ.. Παραδείσι

Ταράσης Αντώνιος του Κωσταντίνου Πλατανιστός

Τζένης Γεώργιος του Παναγιώτου Αετός

Τσούτης Ιωάννης του Δημητρίου Ν.Στύρα

Χαλάς Ιωάννης του Παναγιώτου Κάρυστος

Χουχουλής Χαρ. Του Νικολάου Παραδείσι

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ

Ζάχος Αναστάσιος του Γεωργίου Πολυπόταμος

Παπαγεωργίου η Παπαιωάννου Ιωάννης του Κωνσταντίνου Παραδείσι

Σαρρής Δημήτριος του Γεωργίου Πλατανιστός

Σπύρου Παναγιώτης του Νικολάου Κάρυστος

Τρύπας Νικόλαος του Ιωάννου Κάρυστος.

4 Χρονογραφήματα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 

«ΚΑΡΥΣΤΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»  ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΕΚΕΜΠΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ – 23 Ιανουαρίου 1996

Η Χρυσώ η Γιωργέσα έδεσε καλά καλά δυο κοτρωνίτσες στις δυο άκρες της κουρελούς , πούχε για πόρτα στο καλύβι που μένανε.

Φύσαε απόψε δυνατά κι ο κρύος αέρας που έμπαινε από κει τους έκανε να τουρτουρίζουν.

Ύστερα γέμισε το λύχνο με μούργα που τη φιλέψανε από το λιοτρύβι του Νόβα και τον άναψε. Με το ίδιο σπίρτο, έβαλε φόκο και στα φρούσουλα  πούχε κειδά στην ακρίτσα  ώστε να ανάψουνε τα βρεμένα ξυλαράκια πούχε μαζέψει εκεί γύρω. Έβαλε τη σιδεροστιά, κούμπησε πάνου το τσουκάλι με νερό από τον κάναλο, άλλο δεν είχε, έρριξε μέσα λίγη λιγδίτσα που της άπλωσε μια Χριστιανή και περίμενε.

Όταν άρχισε το νερό να τσουλάει, πήρε δυο φούχτες πληγούρι από κείνο που είχε μοιράσει η Ούντρα και το έριξε μέσα. Έπρεπε κι απόψε κείνα τα πέντε στόματα που της είχε δώσει ο Πλάστης , κάτι να φάνε. Ο άντρας της δούλευε στην τράτα του Καπτανγιάννη. Δουλειά κι αυτή.

Όταν ο καιρός το επέτρεπε τράβαε κρόκο μαζί με άλλους πεντέξη. Δύσκολα χρόνια κι ακόμα πιο δύσκολοι καιροί. Τούτο το σαρανταήμερο, πότε βοριάς, πότε νοτιάς , πότε σοροκογάρμπης το πηγαίνανε. Κείνα τα γοργόνια , όμως, από δυο ως δέκα χρονού δεν ξέρανε απ’ αυτά. Κείνα θέλανε φαί. Που να βρεθεί?

Οι τράτες δουλεύανε μια μέρα και δέκα καθούντανε. Τέλος  πάντων τα τάισε και κείνο το βράδυ ύστερα τα ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα και τα σκέπασε με το παλιό ντρομίδι.

Κάθισε ν’ ανασάνει και να σκεφτεί. Άναψε το καντήλι μπροστά στο μοναδικό εικόνισμα έσβησε το λύχνο και ξάπλωσε . Τι να πρωτοσκεφτεί και πως θα τα βγάλει πέρα? Σε δυο μέρες είχανε Χριστούγεννα και το καλύτερο τους ήτανε ντουντούκι. Ούτε φαί ούτε ψωμί, μα ούτε ρουχαλάκια.

Παραμονή ο καιρός γλύκανε. Τα ξύπνησε πρωί πρωί τα φτωχά, και ούλα μαζί τάστειλε να πούνε τα κάλαντα. Χωριστήκανε κείνα σε δυο ομάδες, τρέξανε εδώ, τρέξανε εκεί, και με το λιοβασίλεμα γυρίσανε στην καλύβα.

 Οι τσέπες τους κουδουνίζανε. Τ’ αδειάσανε στην ποδιά της .Τα μέτρησε κείνη, τα ξαναμέτρησε . Φτάνανε.

Έριξε το μποξά πάνου της και τρεχάλα στην αγορά. Όταν επέστρεψε κράταε στα χέρια της ίσαμε δυο οκάδες κρέας χοιρινό και μια σακουλίτσα γιομάτη αλεύρι. Θα τους έψηνε το κρέας στη χόβολη ,θα τους έκανε και καμιά πλακόπιτα, θα περνάγανε.. Δόξα σοι ο Θεός.

Το ίδιο θα γινότανε και την Πρωτοχρονιά. Όμως, μια δυο μέρες πριν ένα χιόνι πούριξε , τα έκανε ούλα κάτασπρα και παγωμένα .Που να βγούνε τα ξυπόλητα? Που να πάνε? Τους έκανε το υπόλοιπο αλέυρι μια κουρκουτίτσα και τάβαλε για ύπνο. Δεύτερη μέρα της Πρωτοχρονιάς ο καιρός γέλασε. Τι καθότανε λοιπόν αυτή? Δεν ήτανε μάνα? Θα έβγαινε στη ζήτεια..Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πίστευαν στον Θεό. Κάποιος θα την σπλαχνιζόταν. Στα μισά του δρόμου, άκουσε τα μαντάτα. Ο Μιχάλης ο ψαράς, είχε κερδίσει το λαχείο, ένα ολόκληρο διαμέρισμα.

 Θυμήθηκε πως από κάτι μέρες πριν είχε βρει στο δρόμο ένα αλλιώτικο χαρτί. Λεφτό δεν ήτανε , λες να ήτανε λαχείο? Έτρεξε πίσω στο καλύβι, Το βρήκε, τόριξε στη τσέπη της τρεχάλα στην αγορά. Κάποιον ρώτησε και κείνος την έστειλε στο λαχειοπώλη. Όταν έφτασε εκεί του έδωσε να δει. Άνοιξε τούτος μια εφημερίδα και το εξέτασε. Σε μια στιγμή γέλασε.

Μπράβο κυρά Χρυσώ. Συγχαρητήρια ! Της είπε! Έχεις κερδίσει.! Και της είπε ένα ποσόν.

Πολλά δεν ήτανε αλλά εκείνη ποτέ δεν τόσα λεφτά στα χέρια της. Της το εξαργύρωσε. Με τα λεφτά δεμένα κόμπο στην άκρη του μποξά της έτρεξε πρώτα στον φούρναρη , τρείς φρατζόλες  οκαδιάρικες.

Πετάχτηκε δίπλα στο μπακάλη. Λάδι, φασούλια, κουκιά. Και μισή οκά τυρί τουλουμίσιο. Με τα χέρια γιομάτα και φτερά στα πόδια, έφτασε στο καλύβι. Τα ξυπόλητα την κοιτάζανε με απορία. Μπρος τους λέει! Ελάτε μαζί μου! Μπροστά κείνη και πίσω τα κουτσούβελα σαν την πάπια με τα παπιά της, φτάσανε στον έμπορα. Να γιατί, των Θεοφανείων με τη λιακάδα εκεί στο λιμάνι παράμερα μέσα στην βαρκίτσα του Σερβέντη, ο κόσμος τους κοίταζε με απορία αλλά και συμπάθεια. Αγοραστή ζακέτα κείνη και κλαρωτό μαντήλι στο κεφάλι. Στα πόδια της ολοκαίνουργιες παντόφλες. Και τα πέντε φτωχά με καινούργια ρουχαλάκια και για πρώτη φορά, παπούτσια. Με το «Εν Ιορδάνη»  έριξε η Χρυσώ τα μάτια της στον Ουρανό. Και η ψυχή της τον είδε. Είδε τον Πολυεύσπλαχνο να της γνέφει και της φάνηκε  πως της μίλησε κιόλας. «Κουράγιο Χρυσώ!Πίστευε και έλπιζε» Ακόμη κάτι που κείνη την ώρα δεν το πολυκατάλαβε.

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες ότι αυτοί χορτασθήσονται»

 

24 Νοεμβρίου 1995

ΤΟ ΑΛΕΣΜΑ

Ο Θανάσης της θειας Σταμάταινας τάχε περασμένα τα σαράντα. Οι γέροι του αφού είδανε κι απόδανε ότι σκοπό δεν τόχε να νοικοκυρευτεί , τον φωνάξανε ένα δείλι αι τούπανε. Ούλα μας τα χωράφια κάτου στου Πασά το πηγάδι δικό σου. Μεις βρήκαμε τόπο χλοερό  και θα πάμε  να αναπαυτούμε . Και γλήγορα , ένας μπρος άλλος πίσω, με μικρή διαφορά, πήγανε και ξαπλώσανε στον κήπο του Άγιου Παντελεήμονα . Πόμεινε ο Θανάσης μονάχος.

Θυμήθηκε τότες ότι εκεί κοντά του στο Ξάνεμο, η χήρα η θεια Αννίτσα, είχε μια κόρη . Θάτανε δεκαοχτώ , κάνε είκοσι. Ε, και? Δεν ήτανε δα και γέρος. Θα ταιριάζανε.

Της χτύπησε την πόρτα. «Μου τηνε δίνεις θεια γεναίκα?» Κείνη χωρίς να ρωτήξει καν την κόρη της, τούπε ναι. « Πάρτηνε κι ο Θεός να σας βλαγάει»

Βιαζότανε να κουμπήσει κάπου το κορίτσι της και να βρει μέσο να τρέξει στο μακαρίτη της. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Ένα κοντόβραδο είχε βγαλμένη στην αυλίτσα της την ανέμη και με το μαγκάνι έβαζε μασούρια για το πανί της κρεβατίνας της. Πως τάχα μου είχε καιρό να μάθει νέα της πέρασε από κειδά, κατά ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ να τηνε καλησπερίσει. Τι είπανε, κανείς δεν έμαθε. Μάθανε όμως όλοι, την άλλη μέρα ότι έφυγε μαζί του. Τα παιδιά στενοχωρεθήκανε στην αρχή. Έμεινε και το πανί στη μέση.  Την κλάψανε , είπανε, Θεός σχωρέστην  και μετά την ξεχάσανε. Έπρεπε και αυτοί να ζήσουνε.  Και για να ζήσουνε χρειαζούντανε καρβέλια. Για να γίνουν όμως τα καρβέλια  έπρεπε τα γεννήματα πούχανε στο μπαστικό, να αλεστούν αλεύρι. Σε ποιο μύλο να παένανε? Οι μυλωνάδες που ήτανε στους Μύλους , καλοί και άγιοι, αλλά το αλεύρι έβγαινε λειψό. Ο αράπης που κουμάντερνε το νερό για να αλέθουνε οι μύλοι , είχε δικαιώματα. Κράταγε πρώτος το μερδικό του. Βάλε και δικαιώματα του μυλωνά. Δυο τσουβάλια γέννημα ένα σακκί αλεύρι. Θα παένανε στη Λάλα. Τα νερά εκεί ήτανε φτηνά ,δεν τάχανε πάρει ακόμη κάτοι στην πόλη και τα δικαιώματα του μυλωνά λιγότερα. Τους σύμφερνε. Φόρτωνε το ζω ο Θανάσης δυο φορές το μήνα και νύχτα ξεκίναγε. Νύχτα , γιατί τη νύχτα ο μύλος είχε πιο πολύ δύναμη και το αλεύρι έβγαινε καλοαλεσμένο. Για την νέα γυναίκα του, που την άφηνε μονάχη μες την νυχτιά,  έννοια δεν είχε. Παραδίπλα έμενε ο Κώστας ο κωλοβούτας , παρατσούκλι ήταν αυτό, παράνομα, δεν τόξερε ,και θα την πρόσεχε άμα τύχαινε ανάγκη.

Τούτος που λέμε, ήτανε δεν ήτανε τριάντα. Ψηλός, λυγερός, όμορφος. Έξι χρόνια παντρεμένος , έξη κουτσούβελα τούχε σκαρώσει η κυρά του. Δυο τσουβάλια τραχανά κάνανε κάθε χρόνο, στα μισά του χειμώνα τον είχανε φάει τα φαγούδικα. Αποσώνανε τον υπόλοιπο καιρό με ντρούμιζες και καλαμποκοκουρκούτη.

Κείνη τη χρονιά, φτώχεια είχε πέσει στα γεννήματα του Θανάση. Ένα τσάφι πούκανε το Ματιάπριλο, τάκαψε ούλα ίσαμε πέρα στην Πλακαρή. Αναγκάστηκε να αγοράσει Ήτανε ώρα να πάει στο μύλο. Το αλεύρι σώθηκε.  Σοροκάδα ήτανε γερή , το γέννημα δεν τόφερε εκείνος που τόχε παραγγείλει , κάθισε σπίτι.  Πέρασε η ώρα, πέσανε. Ντουκ ντουκ η πόρτα. Απάντησε η Θανάσαινα.

Κυρ βοριά και κύργιε νοτιά. Μη βροντοχτυπάς την πόρτα. Άντρας μου άλεσμα  δεν ήβρε και στο μύλο δεν επήε.

Κατάλαβε ο μουσαφίρης , έφυγε. Κατάλαβε όμως και ο νοικοκύρης. Την άλλη μέρα όταν ήρθε το γέννημα, είπε. « Βρε γυναίκα, το τσεφάλι μου με πονεί. Κρυγιωμένος θάμαι του θανατά. Μήδε να φορτώσω μποράω , μήδε να ξεφορτώσω. Δεν πας εσύ? Ξάδελφος σου είναι ο μυλωνάς, δεν έχεις φόβο. Πάρε κι ένα χράμι να ρίξεις πάνου σου να ξενυχτίσεις και το πρωί, φορτώνεις και έρχεσαι.»

Με το πέσιμο του ήλιου κείνη ξεκίνησε. Ο γείτονας είδε  το ζω φορτωμένο, δεν νοιάστηκε να δει ποιος το συνόδευε  και τη συνηθισμένη ώρα , χτύπησε την πόρτα. Την βρήκε ξεμαντάλωτη , άνοιξε και μπήκε. Στο φως του καντηλιού  διέκρινε κάποιον στο κρεβάτι . Με ένα μαντήλι στο κεφάλι. Η γειτόνισα ήτανε , το δίχως άλλο. Κρυωμένη θάναι, στοχάστηκε. Για τούτο, φασκομαντηλώθηκε κι έπεσε. Δεν πειράζει. Ακόμα πιο καλά. Όταν τα΄άλλα πρέπει νάναι εντάξει.  Κι ενώ σκεφτότανε αυτά, ζύγωσε κι άπλωσε το χέρι. Άλλο πράγμα γύρευε να βρει άλλο βρήκε. Πετάχτηκε όξω, τόβαλε στα πόδια. Κείνοι που τονε γνωρίζουνε λένε, πως ακόμα τρέχει..

 

Οκτώβριος 1995  ΤΟ ΡΟΛΟΙ

Ο μπάρμπα Γιάννης πούχε το μεγάλο καφενείο στο δρόμο προς το καρνάγιο, έριξε ακόμη μια ματιά στο ξυπνητήρι , πούχε στο ράφι, πάνου από το φουρνέλο στο αψηλό τζάκι του. Τα άλλα παιδιά, ο Στέλιος της κυρά Ζωής , ο Μιχάλης του γέρο Γαβρήλου, ο καπταντώνης, ο καπτανανδρέας , ήτανε κιόλας εκεί.

Φχαριστιούνταν το ήσυχο πρωινό του πρώτου καλοκαιριάτικου μήνα, όξω από το καφενείο, κάτου από την φουντωτή μουριά, πίνοντας τον μερακλίδικο καφέ τους, και μιλώντας για χίλια δυο.

Σύριζα στο πεζοδρόμιο , με πλατοχτούμπι στον τοίχο ο Χαρίλαος ρούφε τον ναργιλέ του. Φουρ φουρ , Ο άλλος δεν είχε ακόμα φανεί, αλλά αυτοί ξέρανε. Θαρχότανε στην ώρα του. Κείνη τη στιγμή, πήρε το μάτι τους το γέρο καφετζή, που ξεκρέμασε το μπακιρένιο μπρίκι με το κουταλάκι, έριξε μέσα μετρημένα στο κιχ, το φρεσκοκομμένο καφέ και την ανάλογη ζάχαρη. Ένα βαρύ γλυκό ναι και όχι. Όταν είχε σερβίρει στο χοντρό φλυτζάνι και τουμαζούτανε να γιομίσει το ολοκάθαρο ποτήρι νερό από το Αιγινίτικο σταμνάκι που ούλη νύχτα τόβαζε στο παραθύρι για νάναι δροσερό, κείνος ήρθε.

Πήρε δυο καρέκλες, τρεις, για να απλωθεί πιο άνετα, και πριν βάλει γουλιά στο στόμα του, φώναξε το γραμματικό του συμβολαιογραφείου πάρα δίπλα. Έπρεπε τούτος ο νέος, όσο κείνος έπινε τον καφέ του, να του διαβάζει τις συνέχειες της εφημερίδας. Από τα κατορθώματα του Ταρζάν στην ζούγκλα και τον Τσακινζή.

Αν τύχαινε την ώρα τούτη κάποιος περαστικός και τον χαιρέταγε-γειά σου μπάμπα Μήτσο- κείνος είχε έτοιμη την απάντηση. Μπαρμπαγιά και Τούνεζη, έλεγε μισοθυμωμένος, μισογελάμενος. Αυτά στην παραλία.

Λίγα τετράγωνα πιο πάνου και κοντά στο σπίτι του ήταν το Δημοτικό Σχολείο. Το παιδομελίσσι απλωμένο στον μεγάλο αυλόγυρο με τις ντρίλινες σάκες γιομάτες μάθηση, κάτου από τα θρανία , χαιρότανε το μεγάλο διάλειμα, λαχταρώντας το χτύπημα της καμπάνας που θα σήμαινε τον πρωινό λυτρωμό τους. Τα κορίτσια, την πόθε μεριά, παίζανε κουτσαλώνα, τα μέντα μέντα, το περνά περνά η μέλισσα και τα πιο μεγάλα τη Μπερλίνα.

 Τα αγόρια την πίσω μπάντα, αφού φοβερίξανε τα πιο μικρά ότι ο αράπης που κρυφοκοίταζε από τα παραθυράκια του υπογείου, ήτανε πάντα εκεί και τα στριμώξανε στο υπόστεγο, χαιρόντουσαν την άπλα, το κυνηγητό την αμπάριζα και το βαρετούπι. Από ρολόγια κανείς δεν νόγαγε.

 Ακόμα και ο Μπρίνιας που έπρεπε να χτυπήσει την καμπάνα για το σκόλασμα του σκολειού και το μεσημεριάτικο κλείσιμο των μαγαζιών, κείνονε περίμενε.

Πράγματι, όταν η ήλιος έφτανε στο μεσουράνημα του, εκείνος βάρειε διάλυση της συντροφιάς και με μεγάλες δρασκελιές, βήμα και μέτρο, έφτανε στη ξώπορτα του σπιτιού του. Ανεβασμένος στο καμπαναριό ο Μπρίνιας, τον έβλεπε και νταν νταν χτύπαε την καμπάνα. Ήτανε μεσημέρι.

 

19 Σεπτέμβρη 1992 – ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Μωρ Κοντυλιώ, κατό βολές στόχω πεσμένα, πάψε πια! Ο Μιχάλης της θεια Γιανίτσας με το μούτρο του κόκκινο μπουχαχί απ τη σύγχυση, έκανε πέρα τη γκαβάθα με τον καυτό τραχανά και τα μπόλικα τηγανητά ψωμάκια μέσα και τάριξε στην κυρά του. Κείνη πάλι, με το κεφάλι κατεβασμένο και τα μάτια γλαρά, ότι τάχα μου έκαιγε ο τραχανάς, δε μίλησε. Φαινόταν σα ντροπιασμένη , σα παραπονούμενη . Κείνος συνέχισε. Πες μου μωρή. Ποιανής άλλης τα μπαστικά είναι γιομάτα σα τα δικά μας? Η πιθάρα μας γιομάτη λάδι, Γεννήματα πράμα .. Οι μελτερίτσες πιο κει, τίγκα. Να πασπαλάδες, να πετιμέζα, ως τσε ρετσέλια κάναμε. Η κρεβατίνα σου μέχρι να ξεφάνεις τόχα πανί, τάλλο διαστρίζεις. Προψές κόμα σου κουβάλησα απ το Ρούφα τρια πακέτα νέματα. Χώρια οι καραμελάτες, χώρια οι βελέτζες . Τώρα που το λέμε, θυμήσου μου το πρωινό να πάω παδά κάτου της θεα Μαούνας το μύλο να τις επάρω από την νεροτριβιά.

Από γλέντια πια να μην το πω!

Τις λαμπράδες πρώτη συ χορεύεις στη Δρυμωνιά, την μια στον Αετό, την άλλη δωνά πάρα κάτου στον Κώστα την παράλλη… Τσε άκου δω τσε πεμου. Είδες άλλη πιο παχειά πο σένα? Όχι.! Πε μου . Τόχεις βαλμένα τσείνο το είδος? Νοχεύης τσε τη γειτόνισσα κάτου στο Περιβολάτσι. Αφού τόχεις δει μονάχη σου ότι σώθηκε. Ξέρεις ότι τσε το βαρέλι μας άμα δεν έχει κρασί μέσα, η κάνουμε δεν στάζει κόμπο. Μόχο σχώρα με με δαύτο.  Όσο για τη γειτόνισσα στη κάτου το γράει τσε το βαγγέλιο. Γάπα το πλησίον του τσε κίνο κάνω ,πόντας έφυε ο νοικοτσύρης της στο μπάρκο, τρεις χρόνους τώρα πόμεινε μονάχη. Να κάνει τι ?

Τσειδά κάτου στ΄Αλαμανέικα πούναι η βάτρα της ούλο το τσομπαναριό θάπεφτε σα λύκους να τηνε σπαράξει. Να μη τη προστατέψω? Ένα τοιχάτσι μας χωρίζει το μπαξέ της .Καθώς ξέρεις του λόου της μηδέ το παλούτσι δεν ξέρει να πιάσει ν΄αλλάξει το γαιδουράτσι της πάρα πέρα να βοσκήσει. Με κολάζεις με τη δικαιολογία ότι είναι ναι. Ξεμαυλίζεται το παιδί. Τσίνο μωρή θέλει κόμα ένα χρόνο για να πάει φαντάρος. Ξέρει που τέτοια? Γω μουνα τριγιάντα χρονού όντες στεφανωθήκαμε τσε θυμάμαι δα τι μπερδεψάδες πάθαμε. Αν δεν ήτανε τσο κόκορας να μας οδηγήσει κόμα θα ψαχνούμαστε να βρούμε το ίσο. Άσε που κρυβόσουνα κάτου απ το τραπέζι της σάλας. Τάπε κι ανάσανε. Κείνη δε μίλησε παρά σάμπως αχνογέλασε. Ύστερα, άπλωσε το χέρι της πάρα δίπλα, πήρε το μισό καρβέλι πούχε ζυμωμένο το απόγευμα και τόβαλε στο ταγάρι του. Τόχε μαζί του σε ένα τενεκάτσι κάτου στο καλύβι κι άμα λιγονώτανε έβαζε μια μπουκίτσα  στο στόμα του. Έτσι της είχε πεσμένα. Την άλλη όταν κατέβηκε στο περιβόλι, πρώτη του δουλειά ήτανε να πάει δίπλα στην γειτόνισσα να τη φιλέψρι το φρέσκο ζυμωτό. Μόλις σήκωσε τη πετσέτα κειδά στο τραπέζι, για να το βάλει πιο κάτου, κοκάλωσε. Το συνταίριασε το άλλο μισό, από το ίδιο καρβέλι , ήτανμε κάτου  από την πετσέτα. Τότε κατάλαβε γιατί ο γιός του, όταν αργά ποβραδίς πήγε σπίτι και ρώτησε που ήτανε. Κείνος απάντησε, έπαιζα..

 

 

 

ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ 23 Ιανουαρίου 1996


 Στην πρώτη σελίδα το θέμα της θαλάσσιας συγκοινωνίας ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΡΑΦΗΝΑΣ για άλλη μια φορά απασχολούσε την εφημερίδα.

Το πλοίο Κάρυστος της πλοικοκτήτριας εταιρίας  Γούτου, αγοράστηκε από τον Καρυστινό πλοίαρχο κ.Ιωάννη Ε Μιληλή.

 Τα εγκαίνια της νέας ιδιοκτησίας έγιναν στις 6 Ιανουαρίου του 1996.

Στην 2 σελίδα διαβάζουμε το δελτίο τύπου του δήμου σε σχέση με το νερό. Υπεύθυνο για την θολότητα αποδίδεται στα εκρηκτικά υλικά στα νταμάρια.






ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ 12 Δεκεμβρίου 1994


ιδρυτής Ιωάννης Σέρελης 1929-1965
Γεμάτη σημαντικές ειδήσεις ήταν το φύλλο του Δεκέμβρη του 1994.
Στην πρώτη σελίδα διαβάζουμε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Σταμάτη Παπαμιχαήλ  αφιερωμένο  στον  δικαστή  Καρυστινό Αντώνη Κανακάρη.
Εκτός από νομικός ήταν ένας λαογράφος που μάζεψε πολλά λαογραφικά στοιχεία από τα χωριά του Καβοντόρου . Οι συλλογές του περιέβαλε οτιδήποτε είχε σχέση με τα πολιτιστικά στοιχεία της Νότιας Καρυστίας.
Όλα αυτά είναι δημοσιευμένα σε συνέχειες στους τόμους του Αρχείου Ευβοικών Μελετών των ετών 1958-1968.


Ο άλλος μεγάλος Καρυστινός Τάσος Ζάππας, με επιστολή που έρχεται από την 20 Μαρτίου 1960 μας ενημερώνει για την δημιουργία του Καταφυγίου στην Όχη μεταξύ των άλλων.
Ο Σύλλογος ΚΑΣΤΕΛΛΟ ΡΟΣΣΟ , όλα τα 30 περίπου χρόνια που καλύπτει η αναδρομή μας στην Καρυστινή, έχει εξέχουσα θέση σε δραστηριότητες και προσφορά.
Και να η αρχή της ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ. Χρόνος ίδρυσης 1993 .
 
Η ταλαίπωρη ΕΥΒΟΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ που άνοιξε με τόσα όνειρα για το νησί για να καταποντιστούν μετά λίγα χρόνια σε μια θάλασσα λαμογιοανίκανων πολιτικοδισυνδεδεμένων αλληλοκαλυπτόμενων παραγόντων.
Διαβάζουμε ακόμη ότι ο Σύλλογος Φίλων του Μαρμαρίου καλεί όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς να ενδιαφερθούν για να σταματήσει η ταλαιπωρία των πολιτών, η οποία συνεχίζεται χάριν μικροσυμφερόντων στην παραλία της Ραφίνας..

Επίσης στο άρθρο ΓΙΑΤΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΟΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ, Η ΔΕΗ δεν απαντά στα ερωτήματα για τη λειτουργία του Αιολικού Πάρκου Κατσαρωνίου Μαρμαρίου.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2021

Αρχείο Καρυστινής. Άρθρο για τον γιατρό Σταύρο Παναγιώτου και άρθρο του "Ντακαρώνη"



Ο Ιδρυτής της Καρυστινής  Γιάννης Σέρελης υπέγραφε με το Ντακαρώνης

 

3 αρθρα από το ΚΟΥΠΟΝΙ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΓΡΗ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗ ΜΑΣ ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΜΠΡΟ.-ΤΟ ΤΡΥΓΟΣ-ΔΙΕΦΘΑΡΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ

 

ΚΑΡΥΣΤΟΣ ΤΗ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1943

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΓΡΗ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗ ΜΑΣ ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΜΠΡΟ.

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,

Με μεγάλη συγκίνησιν  παρηκολούθησα τους αγώνας της Ενώσεως Ελλήνων αθλητών που έγιναν προχθές εις το γυμναστήριον της Νέας Σμύρνης.

Η συγκίνησις  μου ήταν μεγάλη γιατί είχαμε στερηθή  από τον καιρό της λευτεριάς και της ειρήνης τη χαρά της παρακολουθήσεως με ειρηνικό περιεχόμενο .

Όλα τα περιστατικά των προχθεσινών αγώνων υπό της παρελάσεως και τους ύμνους μέχρι και των ζητωκραυγών κατά την απονομήν μας γέμισαν ενθουσιασμό, και συγκίνησιν πλημμυρίζουν και την ψυχή μας από αγαλίασιν . Από την αγαλίασιν εκείνην που δίνει η λατρεία του ωραίου και του ευγενικού. Γι’ αυτό σας παρακαλώ να δεχθείτε τις θερμότερες ευχαριστίες μου  για την χαρά που μας έδωσε η προσπάθεια σα και την παράκλησι μου όπως συνεχίσετε το ωραίο σας έργο στις προοπτικές του δρόμου που μόνοι εσείς ανοίξατε και που σας ανοίγεται ακόμα θαυμαστότερα στο μέλλον.

Όλως εξαιρετική εντύπωσιν μου έκαμε η επίδοσις του νεαρού άλτου Γιάννη Λάμπρου όχι τόσο από της απόψεως του ρεκόρ , όσο από την βαθύτατη και γενική σημασία της. Η προσπάθεια και η επιτυχία του Λάμπρου στις χρονικές στιγμές και με τις συνθήκες που έγινε , ξεπερνάει το όριο του τεχνικού ρεκόρ και γίνεται υπόθεση Εθνική. Κάτι παρόμοιο που συνέβει στους πρώτους Ολυμπιακούς με τον Λούη όπου ενίκησε το περισσότερο με το Φιλότιμο και το μεγαλείο Ελληνικής λαικής ψυχής. Έτσι λοιπόν και σήμερα όταν πηδά Ο Λάμπρος 1.90 και καταρρίπτει Πανελλήνιον ρεκόρ , ύστερα από αθλητική νέκρα 3 ετών , από καταδυνάστευση από δυστυχίες και κακουχίες άνευ προηγούμενου  για τον τόπον μας από δεσμά και σκοτάδια σκλαβιάς που μας περιβάλλουν αφόρητα, δείχνει τότε η ψυχή του Έλληνα δεν καταβάλλεται ποτέ.

 

Τις εντυπώσεις μου και τη συγκίνησι μου θα την εννοήσης καλύτερα στο ποίημα μου που παραθέτω πιο κάτω και που το χαρίζω στον πρωταθλητή Ιωάννη Λάμπρον. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο όπως ταιριάζει σε γεγονότα Ελληνικού χαρακτήρος.

ΑΘΑΝΑΤΗ ΕΛΛΑΔΑ- (Στον Γιάννη Λάμπρο)

Τα νιάτα της Ελλάδας μας σε χαιρετάνε Γιάννη,

Κι’ η Ελλάδα όλη σε φιλεί περήφανα για σένα

Γιατί έδειξες πως η ψυχή του Έλληνα δε σβύνει

Μ’ όσα κι αν ρίξουν βάσανα σκοτάδια και δεσμά

Μα πάντα έχει τη δύναμη κι απ τα συντρίμμια ακόμα

Να κάνει κάτι θαυμαστό και να μεγαλουργήσει

Όπως εμεγαλούργησες και συ ευγενικέ μου

Σ’ αγώνα όμορφο κι’αγνό,  ειρηνικόν αγώνα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΓΡΗΣ.

 

ΚΑΡΥΣΤΟΣ ΤΗ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1943 ΑΡ.ΦΥΛΛΟΥ 8

ΤΟ ΤΡΥΓΟΣ

Για χαρά παιδιά! Καλά κρασιά! Απαντούν οι εργάτες στον χαιρετισμό του μπάρμπα Παναγή που πρώτα είχαν φθάσει για να τρυγήσουν τ’ αμπέλια του. Σαν παλικάρι πηδά μέσα και αστειευόμενος πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον, αρχίζουν το τρύγος και τραγουδά.

«Μπαίνω μες τα ‘αμπέλι σα νοικοκυρά / να κι ο νοικοκύρης από μακρυά/ έλα νοικοκύρη να τρυγήσουμε /κόκκινα σταφύλια να πατήσουμε.

Γελούν όλοι με το χωρατό του μπάρμπα Παναγή κόβοντας τα ωραία σταφύλια ,μετά τα ρίχνουνε σε κόφες και στα κουβαλούν στο πατητήρι. Αρχίζει το πάτημα , και να οι αγωγιάτες έτοιμοι να πάρουν το μούστο. Φορτώνουν ξεφορτώνουν κι ο μπάρμπα Παναγής μπαινοβγαίνει χαρούμενος «Άντε παλικάρια μου! Άντε και κοντέβουμε!

Το μεσημέρι έστρωσαν να φάνε κάτω από τον ίσκιο μιας συκιάς. Σε λίγο ήρθε ο μούστος απ΄το πατητήρι και όλοι πίνοντας απ΄το πατητήρι και όλοι πίνοντας εύχονταν για την νέα εσοδία.  Καλά κρασά νοικοκύρη! Χίλια μέτρα και του χρόνου! Νάσαι καλά! Απαντά αυτός. Και οι ίδιες λέξεις επαναλαμβάνονται. Μετά το φαγητό η δουλειά άρχισε με μεγαλύτερη όρεξι. Κι΄όταν ο ήλιος έφθασε προς τη δύση του και ο δροσερός αέρας που άρχισε να φυσά εδρόσιζε  τα ιδρωμένα πρόσωπα των. Γλύτωσαν. Φορτωμένα τα κοφίνια των παίρνουν το δρόμο για το χωριό.

Αγράμπελη.

(Αντιγράφω χωρίς να διορθώνω την γραμματική αλλά δεν μπορώ να βάλω τα τονικά σημεία

---------------------------------------------------------

Κάρυστος 1η του Μάη 1944

ΔΙΕΦΘΑΡΕΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ

Φτωχός ήτανε ο κυρ Παναγής. Μεροδούλι μεροφάι, ζούσε τίμια με τον ιδρώτα του. Ολημερίς δουλειά και το βράδυ δίπλα στο τζάκι του σπιτιού του, στο ήσυχο λιμάνι του νοικοκυριού του που εύρισκε κάθε ευχαρίστηση και σωματική ξεκούραση , πλάι στη καλή του γυναικούλα στα αγαπημένα του παιδάκια.

Ναι, ζούσε τίμια ο κυρ Παναγής στο χωριό του και είχε αποχτήσει τιμή και υπόληψη. Τον αγαπούσαν στο χωριό γιατί ήτανε τίμιος άνθρωπος και καλός οικογενειάρχης. Ήτανε τίμιος άνθρωπος ο κυρ Παναγής και τέτοιον τον ευρήκε ο πόλεμος. Ο πόλεμος…που καταστρέφει πολιτισμούς ,κράτη, κοινωνίες , άτομα ,χαρακτήρες.

Βλέπει τώρα ο κυρ Παναγής το γείτονα του , τα αλητόπαιδα της αγοράς του χωριού να έχουν γεμάτες τις τσέπες τους χαρτονομίσματα , να κάνουν εμπόρια να θησαυρίζουν να φοράνε πια κουστούμια  καλά, γραβάτες, να τρώνε καλά, να γλεντάνε. Κι εκείνος να κερδίζει το καθημερινό του με τον ιδρώτα του να γυρίζει με μπαλωμένο παντελόνι να μη μπορεί κι αυτός να περάσει μια μέρα πλούσιος . Πέφτει στο κρεβάτι το βράδυ και σκέπτεται –δεν τον παίρνει πια ο ύπνος , έχασε τη γαλήνη της ψυχής του . Διαρκώς τούρχεται στο νου ο νεόπλουτος γείτονας του. Οι νεόπλουτοι μεγαλοέμποροι του χωριού. Ο πόθος του εύκολου πλούτου του σκοτίζει τα λογικά . Δεν μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα . Μεθάει με τη σκέψη ενός άλλου κυρίου Παναγή με γραβάτες με κολάρα με πολυκατοικίες με πιάνα με θησαυρούς. Και μια νύχτα μαύρη, θυελλώδη παίρνει την τελική απόφαση. Πάει πια! Θα ζήσω ! Κι απ την άλλη αρχίζει να κάνει τον μικροέμπορα ιχθύων. Σιγά σιγά δολώνεται  απ τα εύκολα κέρδη τώρα . Διαρκώς πια ανέρχεται οικονομικώς. Γίνεται μεγάλος ιχθυέμπορας, λεπτά τώρα, πολλά σακκιά.  Σκαρώνει καίκι ,αγοράζει έπιπλα και φαίνεται ευτυχής και διαρκώς πλουτίζει ,διαρκώς συγκεντρώνει παλιόχαρτα και θησαυρίζει χωρίς όμως να έχει την τιμή και υπόληψη ,την εκτίμηση του χωριού. Πως  κατέστρεψε τον όμορφο χαρακτήρα του. Πως έχασε πια τον προορισμό του απέναντι του εαυτού του και της κοινωνίας. Ναι! Δεν είναι πια ο κυρ- Παναγής , ο τίμιος και καλός οικογενειάρχης , ο …..

Δεν είναι πια ο καλοκάγαθος  κυρ Παναγής. Όχι! Το κυρ, αντικαταστάθη από το «μαύρος» και το Παναγής, δια του «Έμπορας» και η τιμή και η εκτίμηση δια της καταφρόνιας της βαρυγκόμιας  της ατιμώσεως. Ναι, δεν είναι πια ο αγαπητός κυρ Παναγής ο πάντα γελαστός , ο ήρεμος. Όχι, διεφθάρει κι αυτός απ’ τον πόθο του εύκολου πλουτισμού . Ίσως το βλέπει κι ο ίδιος , μα τώρα προχώρησε το κακό , έφαγε το δόλωμα του νεοπλουτισμού και αγκυστρώθηκε απ΄αυτόν. Είναι πια χαμένος. Κι αν κάποια μέρα τη βροντή του κανονιού την διαδεχθούν οι χαρμόσυνες καμπανοκρουσίες  κι η περιπόθητη γαλήνη απλωθεί ξανά στην πολυβασανισμένη τούτη γη, κι ο καθένας σταθεί να λογαριαστεί με την συνείδηση του, ο κυρ Παναγής δεν θα είναι σε θέση να απαντήσει τα μεγάλα ερωτήματα. Γι΄αυτόν δεν θα υπάρχει απάντηση καμιά. Επάτησε ε επί πτωμάτων  θεληματικά , έγινε ο πράκτορας του θανάτου των δύσμοιρων συνανθρώπων του και εμάζεψε χαρτιά φθαρτά  που εκαφανιστήκανε με την πρώτη πνοή του Απριλιάτικου μπάτη και στη θέση του δεν έμεινε πια τίποτα παρά μοναχά ο «μαύρος» ο «σφαγιαστής της φτωχολογιάς»

Νοσταλγικός.

 

 

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Σελίδες το ΚΟΥΠΟΝΙ



Διαβάζουμε σε μια σελίδα του Σταμάτης Παπαμιχαήλ στο βιβλίο, Φύλλα Φτέρης από την Κάρυστο του 1995 ,που αναφέρεται στο ΚΟΥΠΟΝΙ, την ευχή του να δουν οι σελίδες αυτές ξανά την δημοσιότητα και να μάθουν οι σημερινοί το τι γινόταν τότε.
Ελπίζω από κάποια γωνιά του Ουρανού, να είναι κάπως ευχαριστημένος..

















 

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...