Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

"Ο μπακαλιάρος της Φώφης." Χρονογράφημα

Π έμπτη, 25 Μαρτίου 2021

"Ο μπακαλιάρος της Φώφης." Επίκαιρο χρονογράφημα.

 


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPlGeytpwpFUwOK20YTCcW0bHNHDlqanbiYL3xcYei8lw1uZy_MRvDd93Q51Tk0VgGuU0FHuCCI226dLofLXN9l9IDiaeUvuCcc8m87kuZVORKY36ga20T-XnCO3-DqrIZuZ1l5RzjumY/

 

Ο μπακαλιάρος ήταν ήδη 35 ώρες στο νερό.

Τα φύλλα είχαν βυθιστεί σε δυο μεγάλες λεκάνες και το μπάνιο μύριζε αρμυρισμένο μπακαλιάρο. Η Φώφη είχε αλλάξει το νερό και το πολύ αλάτι είχε φύγει αλλά και πάλι, για να μην είναι αλμυρός καλό είναι να έχει κλείσει τουλάχιστον τις 48 ώρες.

"Μα θα αλλάζω το νερό συχνά!" άκουσε τον εαυτό της να λέει στο τηλέφωνο στην μητέρα της που για εκατομμυριοστή φορά της επαναλάμβανε με ιώβεια υπομονή, "Ο μπακαλιάρος θέλει 48 ώρες το ελάχιστο, καλύτερα ακόμα 3 μέρες".

Μετρούσε τις ώρες ενώ έβλεπε το καθαρό νερό να γεμίζει ξανά τις λεκάνες. Ωραία φιλέτα χωρίς κόκκαλο , άσπρα -διαμάντι- όπως τα διαλαλούσε μέρες τώρα ο μπακάλης που τα είχε απλώσει στα τελάρα και ο κόσμος τα άδειαζε στην στιγμή. Αγόρασε και η Φώφη αποφασισμένη να κάνει τραπέζι με τηγανητό μπακαλιάρο φτιαγμένο από τα χεράκια της ,μαζί με σκορδαλιά.

"Μα θα τα καταφέρεις?" την ρώτησε διστακτικά η μητέρα της , "Θα τα καταφέρω" είχε απαντήσει αποφασιστικά η Φώφη κοιτάζοντας τα φύλλα του μπακαλιάρου περιμένοντας ίσως μια ενθαρρυντική απάντηση εκ μέρους τους.

Μια φωνούλα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της της έλεγε και της ξανάλεγε ότι δεν θα προλάβαιναν να ξαρμυρίσουν και εκείνη για να την σταματήσει σηκωνόταν ακόμα και την νύχτα να αλλάξει το νερό.

"Ξινός θα μας βγει ο μπακαλιάρος" της έλεγε ο άντρας της που βαρυγκομούσε με την φασαρία μες την νύχτα,αλλά η Φώφη ήταν αποφασισμένη να λάμψει στην κουζίνα και να μείνει ο τηγανητός της μπακαλιάρος αξέχαστος στους καλεσμένους της.

Επιτέλους ξημέρωσε η 25 Μαρτίου με την εορταστική παρέλαση για τα 200 χρόνια ελευθερίας να σηκώνει κύμματα συγκίνησης στους απανταχού Έλληνες. Στην Φώφη , όπως και σε όλους τους συντοπίτες της, η περηφάνεια ήταν ακόμα μεγαλύτερη αφού πρώτοι και καλύτεροι, άνοιξαν την παρέλαση οι ιππείς του τοπικού Συλλόγου , Φίλιπποι.

Κοίταζε με καμάρι τους γνωστούς της και σκούπισε με την ποδιά της τα δάκρυα που άθελα της άρχισαν να τρέχουν όταν περνούσαν μπροστά από τους επισήμους.

"Τι ωραίες παρελάσεις έχουν κάνει οι Φίλιπποι στην πόλη μας και ακόμα και με το πεζοπόρο τμήμα με τις σημαίες, με τις στολές ,τι να πρωτοθυμηθούμε! " μοιράστηκε την χαρά της με τον Τίμο , τον άντρα της , που δεν μπορούσε να κρύψει την ανησυχία του για το τι θα ακολουθούσε στην κουζίνα.

 

 

"Να σε βοηθήσω? " προσφέρθηκε με μισή καρδιά , γιατί καμιά όρεξη δεν είχε για μαγειρικές από την μια ,αλλά προαισθανόταν ότι δεν θα είχε καλό τέλος το φιλόδοξο σχέδιο της Φώφης που ήταν ζήτημα αν είχε τηγανήσει μπακαλιάρο άλλες δυο φορές στην ζωή της. Παρηγορήθηκε με την σκέψη ότι η οικογένεια του αδελφού του δεν θα τους παρεξηγούσε και κάπως θα τα βόλευαν..Βέβαια, δεν τόλμησε να μοιραστεί όλες αυτές τις σκέψεις με την Φώφη, που είχε βυθιστεί σε μια ενθουσιώδη κατάσταση  πατριωτισμού και νικητή του master chef.

Η Φώφη έχυσε τα νερά και έκοψε τα φιλέτα σε κομμάτια. Τα έβαλε απαλά απαλά στο σουρωτήρι και μετά τα άπλωσε πάνω σε χαρτί κουζίνας. Έφτιαξε το κουρκούτι με μπύρα και δίπλα έβαλε ένα ταψάκι με αλεύρι. Ένα ένα τα κομμάτια άλλαζαν πλευρό στο αλεύρι και μετά έκαναν μακροβούτι στο κουρκούτι. Το λάδι άρχισε να καίει στο τηγάνι και το κουρκούτι άρχισε να γίνεται χρυσαφένιο μέσα στο καυτό λάδι. Ένα ένα τα κομμάτι, στρώθηκαν σε πιατέλες πάλι πάνω σε χαρτί κουζίνας να φύγει να στραγγίξουν από το λάδι. Μετά, στολίστηκαν όμορφα όμορφα με κομμάτια λεμονιού και λίγο μαιντανό γύρω γύρω στις πιατέλες για ομορφιά. "Τι είναι αυτό στον μπακαλιάρο?" την ρώτησε ο Τίμος που πέρασε για επιθεώρηση στην κουζίνα. "Χρωματικές αντιθέσεις" του απάντησε χαριτωμένα με ένα χαμόγελο ικανοποίησης που ανέπνεε σιγουριά για το τέλειο αποτέλεσμα. "Δοκίμασες?" την ρώτησε ο Τίμος. "Μα δεν χρειάζεται! Κοίτα! Είναι τέλειος ο μπακαλιάρος μου!"

Ο Τίμος γύρισε στον καναπέ και άρχισε τα τηλέφωνα για ευχές ενώ η Φώφη άρχισε να καθαρίζει την κουζίνα. Τηγάνια, πιατέλες, σουρωτήρια, πάγκοι κουζίνας, πλακάκια, όλα ήθελαν καθάρισμα και το παράθυρο ανοιχτό να φύγει η τηγανήλα από το σπίτι. Όταν πια τα είχε όλα έτοιμα, είχε έρθει και ώρα που θα ερχόντουσαν οι καλεσμένοι. Ίσα ίσα είχε προλάβει  να κάνει ένα μπάνιο και να ετοιμαστεί, οταν άκουσε το κουδούνι και μετά τις χαρούμενες φωνές της Μαρίας και του Νίκου. "Καλώς τους, καλώς τους! "είπε χαρούμενη η Φώφη και αφού αντάλλαξαν ευχές για την ημέρα και τις εντυπώσεις από την παρέλαση πέρασαν στο τραπέζι.

Επιφωνήματα θαυμασμού από όλους και μετά τα πιάτα γέμισαν από τον χρυσαφένιο μπακαλιάρο και την βελουδένια σκορδαλιά. Η Φώφη κοιτούσε να κρυμμένη αγωνία να δει αν πράγματι είχε προλάβει να φύγει η αρμύρα και αν πράγματι το είχε πετύχει. Μετά τα πρώτα σχόλια, ηρέμισε και το γεύμα κύλησε με νέα από γνωστούς, και τα νέα μέτρα όπως και για τους προβληματισμούς για το τρίτο και τέταρτο κύμα της πανδημίας που έχει αρχίσει από τον Βορρά και τους έχει αναγκάσει να κλειστούν πάλι μέσα στα σπίτια τους.

"Συγχαρητήρια Φώφη μου" είπε η Μαρία, " Μπορώ να έχω λίγο νεράκι ακόμα?" " Ναι , ναι , βεβαίως!" πετάχτηκε η Φώφη σαν ελατήριο και γέμισε πάλι τις κανάτες που δεν το είχε προσέξει αλλά είχαν αδειάσει ανησυχητικά γρήγορα.

Κοίταξε τον Τίμο με νόημα, αλλά δεν είδε να τον ανησυχεί κάτι. Η κουβέντα κυλούσε ευχάριστα και οι κανάτες γέμιζαν και ξανά γέμιζαν μέχρι που η Μαρία την ρώτησε λίγο πιο ευγενικά από ότι μιλάει συνήθως.'"  Και πόσες μέρες είπαμε ότι τον είχες στο νερό τον μπακαλιάρο Φώφη?" "Ε,,,εε, πρέπει να ήταν περίπου δυο μέρες,αλλά άλλαζα το νερό συνέχεια" απάντησε η Φώφη απολογητικά.. "Ααα, απάντησε η Μαρία, " Ο μπακαλιάρος θέλει 3 μέρες στο νερό για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα είναι αλμυρός". Την έκοψαν τα φίδια την Φώφη, και ο Τίμος της είπε γελώντας, "Δεν βαριέσαι βρε Φώφη, θα πιούμε λίγο νεράκι πάρα πάνω" "Μπορεί να πάρω και μισό της πίεσης για καλό και για κακό" συνέχισε άκαρδα ο Νίκος ,και εκεί πια πείστηκε η Φώφη, ότι είχε κάνει λάθος... Τι να πει όμως? Γέμισε πάλι τις κανάτες και δήλωσε με στόμφο "Η Παρέλαση των Φιλίππων θα μείνει στην Ιστορία! στην υγεία τους! Ύψωσε το γεμάτο ποτήρι με το νερό  και το είπιε χωρίς να πάρει αναπνοή!

 Σοφία Κόλλια.

 

 

Βραβεύσεις Καρυστινών το 1859!


 Από την ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ. 

"Η κούκλα" Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 Μάρτιος 2010 . Η ΚΟΥΚΛΑ.



Στην μεγάλη πλακόστρωτη αυλή της γριάς Αντώνενας είχε κιόλας απλωθεί κάτου από την ισκιερή μουριά το παλιό ντρομίδι .

Κατά μεσής φου΄σκωνε σα θημωνιά μπόλικο προβατίσιο μαλλί έτοιμο για ξάσιμο. Είχε ζεματιστεί για να φύγει η σαριά, είχε καλοπλυθεί και στεγνό και αφράτο περίμενε τις ξάστρες.

Η ίδια η Αντώνενα είχε κατεβάσει το τηγάνι από την σιδεροστιά και ο καλοφτιαγμένος και ολόγλυκος χαλβάς από καλαμποκίσιο αλεύρι και φρέσκο πετιμέζι είχε απλωθεί κουταλιά κουταλιά στη μεγάλη πιατέλα. Από πάνου έτσι για λούσο, τον είχε πυτουρίσει με λίγη ζαχαρίτσα. Έπρεπε οι ξάστρες όσο θα αυξήζανε οι τουλούπες από ξασμένο μαλλί να τραταριστούνε για να συνεχίσουν το ξάσιμο.

Πάνου στην ώρα αρχίσανε να μαζεύουνται οι ξάστρες. Η Ασπασία, η Μαρίκα, οι πιο μακρινές της νηφάδες ήρχανε πρώτες πρώτες και ουλοίσια μετά και οι δυο πιο κοντινές και μαζί, δυο τρεις γειτόνισσες.

Καθίσανε στα σκαμνάκια τους,αρχίσανε το εργόχειρο αλλά ούλες ήτανε γιομάτες έννοια. Τι έγινε μαθές? Γιατί δεν φάνηκε ακόμα η κούκλα?

Τούτη που λέμε ήτανε η Χάιδω η γυναίκα του Πέτρου του Τσαλιαγκού του βιολιστή που πιο πολύ τον έβρισκες με το παρανόμι Ο ΚΟΥΚΛΟΣ και από τούτο ονόμασαν και την Χάιδω , η κούκλα.

Δεν είχε προφτάσει  να ρωτήσουνε οι ξάστρες το γιατί δεν φάνηκε, και νάσου την , γελαστή και κουνάμενη χαιρέτησε και κάθισε στην καρέκλα της. Οι άλλες περίμεναν με αγωνία πότε θα ανοίξει το στόμα της .Ήτανε καλαμπουρτζού η Χάιδω και είχε το χάρισμα να γνωρίζει ούλα τα πλυμένα και άπλυτα της οικουμένης που τα όρια της ήτανε από το Μελισσώνα και κάτου.

Της ήτανε ούλα γνωστά, τι έκανε ετούτη, τι εκείνη, πια φόραγε πανίτικο βρακί, πια κομποσένιο και πια χασισένιο.

Τούτες τις έλεγε παστρικιές και για το λόγο του χασισένιου και για άλλους που εκείνη ήξερε και τα έλεγε βάζοντας μπόλικο πιπέρι.

Χαχανίζανε οι γυναίκες με τούτα, χαχάνιζε και η κούκλα φχαριστημένη που αρέσανε οι ιστορίες της όταν μια στιγμή, έπεσε πανικός.

"Θείτσα τρέχα!!" ' 'Ελα εδώ φτύμα!" φώναξε η Χάιδω της θειας Αντώνενας.

"Τι έπαθες μωρή? Τι σούτυχε?"

"'Ελα παδά να σου πω!" Είπε εκείνη. Κάτι της είπε ψου ψου ψου στο αυτί, και σε λίγο έκπληκτες οι γυναίκες είδανε την γριά να βγαίνει από το σπίτι με ένα πανίτικο εσώρουχο στο χέρι.

" Πάενε μωρή  τσα χάμου πίσω από το φούρνο ,άλλαξε νερόπλυνε κειδά στην γούρνα τσίνο που φορείς τσε το κατάβρεξες με το χάχα χούχα τσε ώσπου να φύγεις θα έχει στεγνώσει τσε το φορείς πάλι".

Οι γυναίκες είχανε ξεραθεί στα γέλια και με κέφι ξάνανε ούλο το μαλλί ,ετοιμάσαμε τις τουλούπες και φχαριστημένες ευχηθήκανε στη κοικοκυρά καλά γνεσίματα.

Από την άλλη κιόλας μέρα την βλέπανε πότε στην αυλή της και πότε όξω στον δρόμο με τη ρόκα στο χέρι να γνέθει καίνο το τόσο γελασμένο μαλλί!


"Η μπουγάδα". Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 Απρίλιος 2010. Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ.



Τούτη η ιστορία που θα πούμε σήμερα είναι πολύ παλιά. Είναι από τότε που ούτε το ξενοδοχείο Απόλλων ήτανε, ούτε το μπαρ Κοχύλι αλλά κάτου από το γιοφύρι κύλαγε ένα ολοκάθαρο νεράκι και γελαστό γελαστό, συναντιότανε με την αμμουδιά που κάτασπρη απλωνότανε μπροστά του. 

Κειδά, στον τόπο της συνάντησης οι νοικοκυράδες της περιοχής είχανε κατασκευάσει με τα χέρια τους μια λακουβίτσα , την είχανε στρώσει με βοτσαλάκια και με το νερό που συγκεντρωνότανε κειδά μέσα κάνανε τη μπουγάδα τους όπως εκείνη τη μέρα που σειρά είχανε η κυρά Κούλα , η Σοφία, η Κοψονόμευα και η Σοφίτσα η μπεγλέρενα από τον πάνου δρόμο.

Τούτη ερχότανε πάντα μαζί με την μάνα της τη γριά Κουλιδέσα γνωστή σαν η πρώτη διάστρα όταν βάζανε πανί της κρεβατίνας.

Φέρνανε σε πάντα μαζί τους και το μύλο του καφέ, ώστε να έχουνε φρεσκοκομμένο το καφεδάκι που θα ψήνανε στην χόβολη, μισό καρβουδισμένο  ρεβίθι για να φτουρήσει και μισό αληθινό καφέ. Σηκωθήκανε που λέτε οι νοικοκυράδες σούνταχα , φόρτωσαν στα παδιά τους που τότε ήτανε υπάκουα τη σιδεροστιά, το καζάνι με το ζέσταμα του νερού, τις ξύλινες σκάφες με τις πέτρινες πλύστρες και το γάλικα της μπουγάδας. Σαπούνι και λουλάκι αγορασμένα από τη Μαρίκα την Καραβολίνα και πριν βγει ο ήλιος είχανε ζεστάνει το νερό με την φωτιά από τα ξυλαράκια που είχανε μαζέψει γύρω τριγύρω και είχανε αρχίσει το πλύσιμο των ρούχων. 

Ρίχνανε ούλες μαζί τα ασπρόρουχα στο γάλικα, καναπελίκια , πάντες του κρεβατιού ολοκέντητες , τραπεζομάντηλα και μαξιλάρια της σκόλης μονά διπλα και ακόμη εσώρουχα άσπρα του φορεμιού από την προίκα τους που είχανε για τις καλές ώρες.

Στοιβαχτήκανε ούλα τούτα στο γάλικα σειρά σειρά, απλώσανε από πάνου ένα πιο παλιό και πιο γερό άσπρο ρούχο, το σταχτόπανο, απλώσανε την στάχτη για να γίνει η αλυσίβα , σκορπίσανε ανάμεσα λεμονόφυλλα για να μοσκομυρίζουνε και αρχίσανε να ρίχνουνε ζεστό νερό με την Καρύκα για να λευκανθούνε. Στο μεταξύ απλώσανε τα σκούρα  στις καναπίτσες για να στεγνώσουνε, διαλύσανε το λουλάκι να είναι έτοιμο για το ξέβγαλμα και ως τότε ψήσανε τον καφέ τον μοιράσανε στα πύλινα φλυτσάνια για να τον πιούνε , φέρανε και ένα αιγινίτικο σταμνάκι νερό από την βρύση κάτοι από την Ανεμώνη για να ξεδιψάσουνε και ξένοιστες πια περιμένανε λίγο ακόμη να λευκανθούνε  με την αλισίβα τα ρούχα στο γάλικα και να τα λουλακιάσουνε και καλά ήτανε για σήμερα.

Τότε ακούστηκε η φωνή της μπεγλέρενας τρομαγμένη. "Τι έκανες βρε στρίγκλικο?" Σπασοχολιάσανε οι γυναίκες και μείνανε με το φλυτσάνι μισοάδειο. Τι είχε γίνει?

Ο μικρός της κυρά Κούλας είχε σηκώσει το μπατζάκι του ,είχε βγάλει όξω το πουλί του και τσουπ είχε μολάρει ούλη του την κατρούλα μέσα στο καθαρό νερό που είχανε συγκεντρώσει για το ξέβγαλμα.

Συγχιστήκανε οι γυναίκες -είπε η κυρά Κούλα-  να δεις βρε γοργόνι  που θα τα πω ούλα στον πατέρα σου!

Μετά κάνανε άνοιγμα της λακουβίτσας να βγει το κατουρημένο νερό και φτου από την αρχή, μαζέψανε καινούργιο που καμαρωτό καμαρωτό, ερχότανε από τη ρεματιά, ξεβγάλανε , λουλακιάσανε και φχαριστημένες με τον ήλιο ψηλά πια , πήρανε το δρόμο για τα σπίτια τους κουβαλώντας στους ώμους και τα συμπράγαλα τους.

Είχανε να ετοιμάσουνε και το μεσημεριανό φαγητό γιατί όπου νάτανε η καμπάνα του Αγίου ΝΙκόλα θα σήμαινε μεσημέρι!


"Τα βατράχια" Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 "ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ" Ιούνιος 2010



Κείνα τα χρόνια , ας πούμε στα παιδικά μου, πο δω μεριά στην ταβερνίτσα του Μιχάλη του Φλώρου, κατά ήλιου βγάλσιμο, ήτανε μια ρεματίτσα που την είχανε τα βατράχια από Μάρτη μετά παραθεριστήριο. Κουάξ, κουάξ λαλούσανε μέρα νύχτα, και οι φωνές τους ακούγονταν ίσαμε πόθε πόθε στο αρχοντικό του κυρ Μανώλη και ήτανε σαν να του λέγανε.

"Μανώλη σήκω! Φτάνει ο ύπνος!" Κειδά πέρα στην πλατεία. Πόξω από το μαγαζί σου περιμένει η κυρά Σεβαστή, να της αλλάξεις τη λιρίτσα  της πούχε κρυμμένη γιατί θέλει λεφτά για το γιατρό."

"Ο Γιάννης πάνου στο μουλάρι του ακόμη θέλει να πάει στα ζωντανά του, στον κάμπο αφού πρώτα χαλάσει σε δραχμές το τσέκι που τούστειλε από την Αμερική ο γιος του.    Βάλε και τον  Φώτη  και τον Τσαμάκα που θέλουνε βεντζίνα για τα ταξά τους και μόλα."

Στην πλάκα που λέτε δίπλα στο ρεματάκι φυτρώνανε μεργίζα που όταν λουλουδιάζανε το πεντοβόλημα τους έφτανε ίσαμε την Παξιμάδα. Τούτα έβλεπε και η Μαρίτσα από το πάνου τετράγωνο και είπε στην μάνα της.

"Μάνα, είμαι δεκατριού χρονού, και δεν φοβάμαι πια. Θα παένω κάθε βραδάκι να ακούω τους βατράχους και θα σε φέρνω μεργίζα"
"Καλά μωρή,! Κάνε ότι σου κόψει η γκλάβα σου! Να προσέχεις μόνο τσείνο που σούχω πει!"

Ξεκινάει λοιπόν μόλις κοντοβράδιαζε η Μαρίτσα για την βατραχοσυναυλία. Το μαλλί της κοντοκουρεμένο αγορίστικα της έκαναν να φαίνεται αγόρι. Τούτο τράβηξε και άλλα δυο τρια αγόρα της ηλικίας της και πηγαίνανε στην αλάνα να παίξουνε βαρετούπι.

Ένα από δαύτα, σε μια στιγμή, έβγαλε την κανουλίτσα του και αμόλησε τα ζουμιά του μέσα στην αμπολίτσα. Ζήλεψε και η Μαρίτσα και θέλησε να κάνει το ίδιο αλλά κάθισε καθιστή.

" Τι είναι τούτος ρε?" είπανε τα αλάνια." Παράξενα πράματα ! Πάμε να δούμε ρε? " Και πήγανε,. Άλλο πράμα τούτο δω σκεφτήκανε  νομίζουντες ακόμα ότι ήτανε αγόρι.

"Πάμε ρε να παλέψουμε μαζί του και θα καταλάβουμε!"

Αρχίσανε το πάλεμα και είδαμε ότι από την μέση και πάνου είχανε διαφορά.  Άσε που τους έπιασε και ένα γλυκό γαργαλητό και δεν θέλανε να σταματήσουνε  κείνο το παιχνίδι.

Σούρπωνε πια όταν η Μαρίτσα αγκομαχισμένη και πολύ φχαριστημένη γύρισε σπίτι της.

"Τίναι μωρή?" Τη ρώτησε η μάνα της. Ξένοιαστηη Μαρίτσα και άνευ φόβου και πάθους της ιστόρησε τα γεγονότα και  τότε είδε την μάνα της να γίνεται τούρκα από τη φούρκα της. Τη βούτηξε από το κοντό μαλλί , της άστραψε δυο φούσκους και της είπε. " Δεν είπα μωρή να προσέχεις τσείνο το πράμα? Του λοιπού δεν θα παένεις πουβετά χωρίς εμένα! Τσε άκου δω! Άμα έρχει ο τσαιρός θα σου βρω γω ένανε να σε παντρέψω τσε τότε θα κάνεις σε δαύτονε από τσίνα τα παιχνίδια και ακόμη πιο πολλά! Χάσου τώρα!"

Σημείωση.

Πολύ συνηθισμένη ήταν η λέξη μπούφλα, που σημαίνει σφαλιάρα η, φούσκος. Δηλ, έλεγε η μάνα η , η γιαγιά, "Θα φας δυο μπούφλες που θάνε όλες δικές σου"!

Εκεί λοιπόν , στην δυτική παραλία την δεκαετία του 70, η νεολαία διασκέδαση στην ντισκοτέκ Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ. Ακριβώς, επειδή υπήρχαν πολλοί βατράχοι ,Πολύ ωραία ντίσκο, μεγάλη, και μάζευε όλη την νεολαία της περιοχής μαζί με τους παραθεριστές και τους τουρίστες. Τότε είχε αρχίσει να αναπτύσεται ο τουρισμός και υπήρχε μεγάλη κίνηση και μάλιστα από νεολαία. Υπήρχε ελπίδα και υπήρχαν όνειρα, που κατά πως φαίνεται τόσα χρόνια μετά, βούλιαξαν στα νερά του βάλτου ...

" Τσει που φυσάει" Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή επίκαιρο για τις φωτιές.

Τον Σεπτέμβρη του 2010 το τεύχος της ΚΑΡΥΣΤΙΝΗΣ, ήταν γεμάτο κραυγές αγωνίας για τις φωτιές που  είχαν ξεσπάσει και είχε κάψει 12 σπίτια στον Αετό 1 στον Γραμπιά, στα Πηγαδάκια επίσης ένα, με πολλές απώλειες σε μελίσσια, θερμοκήπια κλπ. Η φωτιά είχε επεκταθεί σε Μεκουνίδα, Γραμπιά, Κοκκάλους, Πηγαδάκια, Παλ.Χώρα, και το πρωί της Κυριακής είχε φτάσει στον Αετό. Φυσικά είχαν πιάσει και εμπρηστές, ποτέ δεν ξεκαθάρισαν για όλους τα αίτια. Οι τίτλοι ήταν ΓΙΑ 2Η ΦΟΡΑ ΚΑΗΚΕ Η ΚΑΡΥΣΤΟΣ ΚΑΙ, ΠΟΣΕΣ ΦΩΤΙΕΣ ΑΝΤΕΧΕΙ Η ΚΑΡΥΣΤΟΣ? 



Σεπτέμβρης 2010. ΤΣΕΙ ΠΟΥ ΦΥΣΑΕΙ.


Είναι μια φράση ευχή και κατάρα που λεγότανε στα χρόνια της γιαγιάς μου. Ευχή όταν ο αέρας ερχούτανε δροσερός και ευωδιαστός από τον Αργασταρά και δρόσιζε τους κουρασμένους δουλευτές της γης που τότε την δουλεύανε και την πονάγανε οι νοικοκυραίοι της, και κατάρα όταν ο άγριος δράκος από την κορυφή της Όχης τον πέταγε κομμάτια με όλη του την δύναμη όπως ο Δίας τους κεραυνούς του και σάρωνε τους κόπους των αγροτών και τους έστελνε κατ'ανέμου.

Τον τελευταίο χρόνο κείνος ο άγριος δράκος ξένοιαστες που ποτέ οι τοπικοί άρχοντες και ο λαός δεν πήραν μέτρα για να αντισταθούν στο θυμό του ξεσπάθωσε και σε συνεργασία με τους ανόητους και ανεύθυνους μαζί με τους δυνατούς ανέμους έριξε φωτιά και μπούρμπερη που ρήμαξαν ότι ο Θεός μας είχε χαρίσει.

Ήταν όμορφη η περιοχή της Καρύστου. Ο πλάστης μας έδωσε την ευλογία του να κατοικήσουμε σε ένα από τα καλύτερα σημεία της γης του. Ούτε σεισμοί, ούτε λοιμοί, ούτε καταποντισμοί. Μονάχα ένα κουσούρι. Τον βοριά, με την ευχή να οργανωθούμε εμείς για περιορίσουμε την έχθρα του.

Εμείς όμως? Την τύφλα και την μούτζα μας. Και επειδή πλησιάζουν οι δημοτικές εκλογές η τα Καλλικράτεια όπως λιπασμένα τα λέμε, ελάτε να καθίσουμε παδά, στην πόρτα της Καρυστινής της τοπικής εφημερίδας, που πολλά πολλά χρόνια συνδέει με αγάπη ότα τα παιδιά της Καρύστου, στον τόπο μας στην Ελλάδα μας , και ακόμη πιο μακριά ,στην Αμερική και στην Αυστραλία.

Να τα πω εγώ πρώτα σαν πιο μεγαλούτσικος και μετά εσείς, τα σκέφτεστε και ρωτάτε, τα βάζετε στην Καρυστινή σας καρδιά, και με την βοήθεια του Θεού αποφασίζεται.

Πρώτα πρώτα μια μικρή ανασκόπηση.

Στις δημοτικές επιλογές τις κανονικές η τις Καποδιαστριακές που με καμάρι τις οναμάζαμε έτσι, λες και δεν ξέραμε τι τύχη θα είχαμε φυλάξει στον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας , αντί για δήμαρχο με την σωστή ερμηνεία και το περιεχόμενο της λέξης, εμείς βγάζαμε Αγάδες.

Χωρίς οράματα, χωρίς σχέδιο για την εξέλιξη και την πρόοδο του τόπου, παρά με μόνη έννοια πως θα ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των αυλικών που στήριζαν την εκλογή τους. Ένα πραγματικό παζάρι, εμπλουτισμένο με μπόλικο τουπέ, απαξίωση των δημοτών, αδιαφορία για την πόλη και μόνο ενδιαφέρον η κοσμική γεμάτη έπαρση ζωή και μια καλή σύνταξη.

Για τα λοιπά? Γαία πυρί μυχθήτω.

Και το είδαμε να πραγματοποιείται και τούτο.

Θυμάμαι με πολύ θλίψη ότι στις συγκεντρώσεις και συνεδριάσεις που γίνονταν σε όποιο μέρος της Ελλάδας από τους Δημάρχους και Κοινοτάρχες, οι δικοί μας το μόνο εφόδιο που παίρνανε μαζί τους ήτανε η αλαλιά.

Τα είχαν κάνει όλα τόσο καλά, που δεν χρειαζόταν κουβέντες.

Τώρα λοιπόν που πλησιάζουν οι δημοτικές εκλογές η, Καλλικράτεια, όπως κατ' ευφημισμό το ονομάσαμε για να θυμόμαστε παλιά Ελληνικά Μεγαλεία, ας προστρέξουμε για να μην ξαναπούμε "Βρε τι πάθαμε"!

Αυτή την φορά τα όρια της αυλής μας έχουν επεκταθεί. Κεφαλοχώρι εμείς της περιοχής θα πάρουμε με στοργή και αγάπη στην αγκαλιά μας  και τα αδέλφια μας των περιοχών Μαρμαρίου και Στύρων.

Είναι φυσικό να θελήσουνε και οι από κει άξιοι και ικανοί συντοπίτες μας να διεκδικήσουν τα οφίσια του δήμου. Θα τους δεχτούμε με χαρά αλλά και με την επισήμανση ότι η κάθε κρατική η άλλη υπηρεσία εδώ έχει τα γραφεία της.

Ας το σημειώσουμε και αυτό, και ας πράξουμε το σωστό, για να μην θυμώσουνε οι πρόγονοι μας και μας πουν κατά περίπτωση. "Να πάτε ετσεί που φυσάει".

Στην τελευταία ακρίτσα θα θυμηθώ και πάλι της σοφές κουβέντες της γιαγιούλας μου που όταν μάθαινε ότι δίναμε ανάκαρα σε όλους να μας κουμαντάρουν έλεγε. "Παπούτσι από τον τόπο σου νάναι τσε γυαλισμένο τσε από έπειρο τεχνικό να είναι σολιασμένο".

Άγγελος Κεκεμπάνος.



Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021

"Το Αρκάδι" Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

  Το Αρκάδι.


Άνοιξη 1947. Επιτέλους, μετά από πολλές δοκιμές και τραγικά επεισόδια, η παράσταση είχε αρχίσει.

Φυσικά από θεατές η μεγάλη τότε αίθουσα του Στράτου με τα καθίσματα δανικά από τα καφενεία και στριμωγμένα κοντά κοντά για να χωρέσει η Καρυστινή κοινωνία.

 Έργο καλοδιδαγμένο από την υπέροχη φιλόλογο καθηγήτρια, κυρία Έφη Φερεντίνου, με υπόθεση το γνωστό Ιστορικό Ολοκαύτωμα  της μονής Αρκαδίου.

Έργο με Εθνικό περιεχόμενο  που μίλαγε μέχρι το βάθος καρδιάς στον ταλαιπωρημένο τότε μετά την γερμανική στρατιωτική κατοχή και τον καταστροφικό εμφύλιο αλλά με ακλόνητες τις συνειδήσεις των Ελλήνων.

Πάνω στην σκηνή, ο Χρήστος Τζαναβάρης στο ρόλο του ηγουμένου της μονής, η Τιτίκα Μπενάκη στο ρόλο του Δράκου έτοιμου στην ανατίναξη της μονής, και ακόμη η χρυσόκαρδη Χάρις Σαραβάνου ,εγώ σαν καλόγερος φορώντας το μοναδικό ράσο του Παπαγιάννη από τον Αετό, που το δάνεισε με καμάρι για να εμφανιστώ με αυτό στο αναφερόμενο ρόλο.

Η συζήτηση και το ενδιαφέρον των θεατών στο έπακρο, ενισχυμένη και από την αγωνία για επιτυχία του θεολόγου και γυμνασιάρχου κ.Βασιλείου και της διδαξάσης κ. Φερεντίνου.

Θυμάμαι, στην πρώτη σειρά, ο δικηγόρος Ευάγγελος Μοσχονάς, και δίπλα του οι κυρίες  Μαρία Μοσχονά και Σοφία Μερτζανάκη  συγκινημένες να μουσκεύουν τα δαντελένια μαντιλάκια τους από το θρήνο της Άννας Μαγκαφά και Κικής Τσιάντη όταν λίγο πριν την ανατίναξη της μονής να μοιρολογούν σαν χορός αρχαίου δράματος.

"Δεν είναι κρίμα και άδικο σαν τα οξά στο μακελειό ο χάρος να μας σύρει? " 

Τα χειροκροτήματα στο τέλος της παράστασης από το μεγάλο πλήθος των θεατών έκαναν τα τζάμια των παραθύρων να τρίζουν.

Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία. Και την ίδια επιτυχία και την ίδια συγκίνηση είχε όταν λίγες μέρες μετά το παίξαμε στο Μαρμάρι, μεταφερόμενοι πάνω στην καρότσα του μοναδικού φορτηγού που υπήρχε εκείνη την εποχή. Νομίζω ότι ήταν ο μετέπειτα γνωστός μεταφορέας επιβατών ο ιστορικός Καρνάβαλος.

Τώρα όμως θα γυρίσω λίγο πίσω. Αξίζει να πούμε και αυτό. Η πρώτη παράσταση είχε ορισθεί για την πρώτη του Απρίλη 1947. Είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται ο κόσμος, όλα ήταν έτοιμα όταν έπεσε η είδηση σαν κεραυνός. Μέσω της Αστυνομίας μας αναγγέλθηκε ο θάνατος του τότε Βασιλιά Γεωργίου.

 Παρά την τραγικότητα του γεγονότος, μας φάνηκε σαν κακόγουστο πρωταπριλιάτικο αστείο. Εξακολουθήσαμε να κάνουμε επί της σκηνής τις τελευταίες δοκιμές ώσπου επιβεβαιώθηκε η είδηση και με βαριά καρδιά, αλλά πιο τρανή θέληση, ζήσαμε την επιτυχημένη παράσταση σε λίγες μέρες. Η Φτωχή και ταλαιπωρημένη τότε Καρυστινή κοινωνία έζησε και κουβέντιασε με αγάπη στις γειτονιές το Εθνικό μεγαλείο και την επιτυχία της παράστασης.

Θα συμπληρώσω τις μνήμες μου με κάτι που έγινε πολύ αργότερα. Καλεσμένος με φιλική πρόσκληση από την μεγάλη ηθοποιό Αλέκα Κατσέλη, παρακολούθησα στο Ηρώδειο την Μήδεια, με πρωταγωνίστρια την ίδια.

Το γεμάτο Ηρώδειο παρακολουθούσε χωρίς ανάσα τους διαλόγους του σπουδαίου αυτού έργου. Μεταφράστρια η προαναφερόμενη φιλόλογος καθηγήτρια. Η κυρία Έφη Φερεντίνου.


Ταξικές διαφορές.

  Τι θέλεις να πάρεις.... και τι παίρνεις.....