Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

Αγριότητες στην Καρυστία το 1824

 Αγριότητες στην Καρυστία το 1824



Συνεχίζουμε την ελεύθερη μετάφραση για τις αγριότητες που περιγράφονται στο βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ του ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ


Στην διάρκεια του έτους 1824 εκτός από την άτυχη εκστρατεία του Κριεζώτη εναντίον του κάστρου της Καρύστου, συνέβησαν και άλλα αν και όχι τόσο σημαντικά για την ιστορία γεγονότα.

Δυστυχώς οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής της  Καρυστίας  έπαθαν πολλά, όχι μόνο από τους Τούρκους αλλά και από τους ίδιους τους ομοεθνής τους.

Τον Μάρτιο ένα Ψαριανό πειρατικό πλοίο άρπαξε κοπάδι μοναστηρίου κοντά στις Πετριές  όπως και τα καζάνια μαζί με τα σκυλιά των τσομπάνηδων.

Στις 10 Μάη δύο πειρατικά Ψαριανά καράβια επιχείρησαν το ίδιο στις Πετριές  κοντά στην σπηλιά  της Αχλαδερής αλλά αποκρούστηκαν από τον Καλλίνικο Κούμα  αλλά εν μέρει πέτυχαν τον σκοπό τους στην νησίδα της Οκτωνιάς . Έτσι οι Ψαριανοί πειρατές λήστευαν τις ακτές και τις νησίδες και οι Χριστιανοί κατέφευγαν για προστασία στις σπηλιές για να σωθούν από τις σφαγές και από τις αιχμαλωσίες των Τούρκων. Σε αντίθεση με τα πλοία από το Κρανίδι που περιέπλεαν τις ακτές και πουλούσαν σιτάρι σώζοντας έτσι τον δυστυχή λαό από την πείνα.

Μετά από όλα αυτά, ο αρχηγός Βάσος που έμενε στην Σκύρο στέλνει 12 άνδρες με αρχηγό κάποιον Λεμονή  στη νησίδα της Οκτωνιάς και ύστερα κατά το επίνειο Σρυγγυλή της Αχλαδερής όπου όχι μόνο βασάνισαν  και λήστεψαν τους κατοίκους  αλλά και τους άρπαξαν τρία καράβια. Ακόμα ήθελαν να κακοποιήσουν τον Καλλίνικο αλλά αυτός αφού τους συνέλαβε τους συγχώρεσε. Όμως ο Βάσος προσεβλήθη πάρα πολύ από αυτό και μετά τρεις μέρες πλέει από την Σκύρο στην Αχλαδερή για να τον εκδικηθεί και δυστυχώς, έβγαλε όλο του το άχτι πάνω στους κατοίκους.

Τον ίδιο χρόνο περίπου ο Μουσταφάς Οντάμπασης ξάδελφος του Ομέρ πασά, έκανε συνεταιρισμό στην Κάρυστο με κάποιον Κεφαλονίτη Κισμέτο, πλοίαρχο των Φραγκοσυρίων αδελφών Σαλάχα, και αφού πρόσλαβε σαράντα Τούρκους Καρυστινούς  ήρθε μέσω του Καφηρέα προς τις ανατολικές ακτές της επαρχίας για να σκοτώσει και να αρπάξει.

Στις 12 Μαίου στην νησίδα Κάμηλο της Πετριάς  όπου είχαν καταφύγει οι κάτοικοι του Δύστου και άλλων χωριών ο Κισμέτος συνέλαβε δύο άντρες. Ο ένας από αυτούς ήταν ο ιερέας  του Δύστου. Τους πήρε την βάρκα για να μην μπορούν να φύγουν . Μετά πήγε σε μια άλλη νησίδα όπου είχαν βρει καταφύγιο κάτοικοι από τις Πετριές και με δόλο τους προέτρεψε να τον ακολουθήσουν στην Κάρυστο να γνωρίσουν τον Μουσταφά, και  να σωθούν από τους πειρατές και από τον Τούρκικο στόλο  που επρόκειτο να έρθει στην Καρυστία.

Ο δραστήριος και άγρυπνος Καλλίνικος όμως, ενώ περιέπλεε με 35 άνδρες , ξαφνικά μαθαίνει τα νέα για τον στόλο στο επίνειο του Καλάμου. Ο Μουσταφάς στέλνει εκεί κατά του Καλλίνικου την μεγάλη βάρκα με δέκα άνδρες  τους οποίους μετά από δύωρο μάχη τους τρέπει σε φυγή.  Μετά από αυτά οι Τούρκοι πήραν τα 80 πυροβόλα των Χριστιανών και αφού επιβίβασαν 180 ανθρώπους, άνδρες γυναίκες και παιδιά, τους πήραν όλα τα υπάρχοντα τους, και το βραδάκι ξεκίνησαν την σφαγή ενώ πολλοί έπεσαν στην θάλασσα και πνίγηκαν. Μετά πήγε στο νησάκι Κάμηλο από όπου πήρε και άλλους αιχμαλώτους και έφυγε. Το βράδυ οι βάρβαροι έβγαζαν από το αμπάρι έναν έναν τους άνδρες και αφού τους έκοβαν σε κομμάτια τους πέταγαν στην θάλασσα.

Όταν πια έφτασαν στην Κάρυστο, κατέβασαν τους αιχμαλώτους εκεί που είναι η πλατεία Αμαλίας . Πρώτα βασάνισαν τον ιερέα από τα Κριεζά Άγγελο. Του έκοωαν την μύτη και στο τέλος τον θανάτωσαν . Μετά το ίδιο έκαναν και στους άλλους. Όσο για τις γυναίκες, μερικές τις δώρισαν στον Ομέρ και άλλες τις πούλησαν. Μετά από όλα αυτά, μοίρασαν τα λάφυρα μεταξύ τους.

Εκεί λοιπόν βασανίστηκαν και θανατώθηκαν 80 άνδρες.  Όμως ο πρωταίτιος  Μουσταφάς, έπαθε τα ίδια το 1829   από τον Θεόδωρο Μελάνη η Τόσκα από τα Στύρα σε μάχη.

Μαζί με τον Μουσταφά ήταν και ο επίσημος Αβδής Κοτζάβεης μεγάλος Χριστιανομάχος και αιμοβόρος. Αλλά και αυτός σκοτώθηκε από τους Έλληνες στο Καπανδρίτι της Αττικής σε εκστρατεία εναντίον του Ομέρ.

 Όλα αυτά υπέφεραν οι κάτοικοι της Καρυστίας  όχι μόνο από τους Τούρκους αλλά και από ομογενής  και για αυτό σκορπίστηκαν για να σωθούν  άλλοι στην Σκύρο, άλλοι στην Άνδρο, στην Κέα στην Αίγινα στην Αττική και αλλού.

 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟΝ ΤΟΥ 1824 –ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ

 Ελεύθερη μετάφραση από το βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ.



ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟΝ ΤΟΥ 1824 –ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ

Όπως λέγεται , ο Κριεζώτης αφού αρρώστησε στο Αλιβέρι  έφυγε και πήγε στην Κέα. Επειδή όμως δεν τον δέχθηκαν εκεί μιας και φοβόντουσαν την επιδημία πανώλης που είχε η Εύβοια, πήγε στην Αίγινα και αφού έγινε καλά, επέστρεψε στο στρατόπεδο των Βρυσακίων. Πριν να διαλύσουν το στρατόπεδο αποφάσισαν να κάνουν αντιπερισπασμό στην Κάρυστο και ο φιλότιμος Κριεζώτης το ανέλαβε με την βοήθεια  επτά Ψαριανών πλοίων από τα οποία τα πέντε ήταν μύστικες, δηλ ιστιοφόρα ειδικά για καταδρομές και πειρατές..

Έφυγε από το Αλιβέρι με 800 άνδρες  δια ξηράς και φθάνοντας στην Βρύση του Μπέη στο Μαρμάρι, αποφάσισε να στρατοπεδεύσει στο Λυκόρεμα που απέχει περίπου δύο ώρες από το κάστρο.

Ανήγειρε οχυρώματα στην θέση Κεφάλα απέναντι από τους Πεταλιούς και για μεγαλύτερη ασφάλεια στο εκκλησάκι του Ταξιάρχου πάνω στον δρόμο που οδηγεί στο Μαρμάρι. Τα δε πλοία αγκυροβόλησαν στο στρατόπεδο για να παρέχουν τα αναγκαία.

Το πρώτο βράδυ οι Έλληνες, έπιασαν 500 πρόβατα στην θέση Κρυφτή που ανήκε στον Μαχμούτ Δεληβραίμη , επίσημο Τούρκο τον οποίον τον σκότωσαν μαζί με κάποιον άλλον. Την επομένη άρπαξαν χιλιάδες πρόβατα στην Παξιμάδα και στο Λιβαδάκι τα οποία παραδόθηκαν στον αρχηγό και στους Ψαριανούς.

Οι δε Τούρκοι αφού έμαθαν τον ερχομό των Ελλήνων άλλοι ήθελαν να εκστρατεύσουν προς το Λυκόρεμα , όπως ο διοικητής Αχμέτ Κεχαγιάς , εξωμότης από την Χαλκίδα και αρχηγός τρακοσίων Τούρκων οι οποίοι είχαν έρθει για να ενισχύσουν την φρουρά του Κάστρου,- άλλοι πάλι είχαν αντίθετη γνώμη. Ο Φρούραρχος Μουσταφάς Αγαζαδές  επέμενε πολύ για να μην απομακρυνθούν . Παρόλες τις αντιρρήσεις του, αποφασίστηκε η  έξοδος προς το Λυκόρεμα.

Βγήκαν λοιπόν από το κάστρο, δύο αρχηγοί με 600 Τούρκους. Πρώτα τον διοικητή πάνω σε λευκό άλογο και τον Φρούραρχο . Ακολούθησαν και πεζοί ακολουθούμενοι από υπηρέτες και βάδισαν μέσω της μεγάλης γέφυρας και του κάμπου .

Φθάνοντας σε μια θέση που μπορούσαν να δουν τους Έλληνες,  τους βλέπουν να χορεύουν σε ένα μαντρί και ταράχτηκαν γιατί δεν μπορούσαν αμέσως να καταλάβουν το τι πρέπει να κάνουν. Μερικοί έλεγαν να κατασκευάσουν προμαχώνες και με τα όπλα να διώξουν τους επαναστάτες. Ο δειλός όμως Φρούραρχος πρότεινε να γυρίσουν και να κλειστούν στο κάστρο και πρώτος πρώτος ξεκίνησε να γυρίσει πίσω ενώ τον ακολούθησαν και πολλοί άλλοι.  Ξαφνικά τότε, παρουσιάστηκε μια αλεπού να τρέχει  και ο Κριεζώτης το θεώρησε καλό οιονό και διέταξε να την πιάσουν  και να την γδάρουν ζωντανή.  Μετά οι Έλληνες κατάλαβαν τον φόβο των Τούρκων  οι οποίοι αμαχητί έφευγαν ενώ οι Έλληνες τους κυνηγούσαν φωνάζοντας και πυροβολώντας.

Και έτσι τρέχοντας οι Τούρκοι προσπαθούσαν να φτάσουν στο κάστρο για να σωθούν. ‘Αλλοι ρίχνοντας τα όπλα, άλλοι έφιπποι, άλλοι  κρατώντας ακόμα και τις ουρές των αλόγων. Οι Έλληνες συνέχισαν να τους καταδιώκουν και έφτασαν στην Μεγάλη Γέφυρα. Εκεί χωρίς αντίσταση σκότωσαν 22 και έπιασαν 9. Ένας από αυτούς ήταν ο αρχηγός Κεχαγιάς. Αυτός, ενώ έφευγε, έπεσε από το άλογο το οποίο σκοτώθηκε στην μάχη. Ο Κεχαγιάς προσπαθούσε να βρει διέξοδο όταν έπεσαν πάνω του οι Έλληνες.  Ο Κεχαγιάς αντιστάθηκε με σθένος και αφού άδειασε τα όπλα του, πολέμησε με το σπαθί του. Στο τέλος του επιτέθηκαν τρεις. Ο Αγγελής, ο Ισίδωρος και ο Ιωάννης και αφού τον έπιασαν από τα μαλλιά τον πήγαν στον αρχηγό. Από τους Έλληνες συνελήφθη μόνο ένας, τον οποίο τον γκρέμισαν από τα βράχια του κάστρου. Οι υπόλοιποι καταδιωκόμενοι μέχρι τους Κοκκάλους, κατάφεραν και μπήκαν στο κάστρο.

Οι δε Έλληνες σαν ήδη νικητές, δεν επέστρεψαν στο Λυκόρεμα αλλά στρατοπέδευσαν κοντά στο Χαρτζάνι δίπλα στη γέφυρα των Βαρδιάνων για να μπορούν να κάνουν πιο στενή την πολιορκία.

Ο Κριεζώτης έστειλε τους αιχμαλώτους και τα κεφάλια των νεκρών στην Αθήνα στο αρχιστράτηγο Οδυσσέα ο οποίος όπως λέγεται, στενοχωρέθηκε γιατί ζήλεψε την νίκη του Κριεζώτη.

 Ο Κεχαγιάς έφτασε στα Ψαρά μαζί με τους Ψαριανούς και ελευθερώθηκε αφού καταβλήθησαν λύτρα , η σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, ενώ ήταν φυλακισμένος σε ένα σπίτι, σώθηκε κατά την καταστροφή των Ψαρών και επέστρεψε στην Χαλκίδα.

Οι Τούρκοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί δεν μπορούσαν να βοσκήσουν τα κοπάδια τους έξω από το κάστρο ούτε να προμηθευτούν τρόφιμα. Έτσι, αποφάσισαν να βγουν και να καταδιώξουν τους Έλληνες.

Πράγματι βγήκαν και έγιναν διάφορες μικροεπιθέσεις στους Βαρδιάνους με τους Τούρκος να γυρίζουν στο δρόμο για το  κάστρο . Όμως οι Έλληνες τους κυνήγησαν μέχρι το Νικάσι . Εκεί επειδή υπήρχαν πολλά στενά μονοπάτια ανάμεσα στα περιβόλια, φοβήθηκαν τις ενέδρες των Τούρκων και για αυτό εγκατέλειψαν την καταδίωξη και επέστρεψαν  στο στρατόπεδο ενώ οι Τούρκοι, για δεύτερη φορά νικημένοι, κλείστηκαν στο κάστρο.

Οι Έλληνες σκεφτόντουσαν πώς να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της τροφής και αποφάσισαν να στήσουν καρτέρι στα κοπάδια των Τούρκων όταν τα έβγαζαν το πρωί για βοσκή και για αυτό τον λόγο ο Κριεζώτης έφτιαξε ένα ειδικό σώμα. Ξαφνικά όμως  εκείνη την νύχτα, ήρθε ξαφνικά από την Αθήνα ο Οδυσσέας με πενήντα στρατιώτες και τρεις σαλπιγκτές για να κάνει επιθεώρηση της πολιορκίας  και παραδέχθηκε και ο ίδιος ότι η απόφαση του Κριεζώτη να στήσουν καρτέρι στα πρόβατα των Τούρκων ήταν σωστή.

Πράγματι λοιπόν, το άλλο πρωί, ενώ τα πρόβατα βγήκαν έξω από τα τείχη για να βοσκήσουν, οι σαλπιγκτές έδωσαν το σήμα και οι Έλληνες όρμησαν, έπιασαν διακόσια πρόβατα και γύρισαν στο στρατόπεδο των Βαρδιάνων.

Λέγεται ότι εκείνη την νύχτα τσακώθηκε ο Κριεζώτης με τον  Οδυσσέα  για τα πρόβατα γιατί ο Οδυσσέας ήθελε να τα πάρει όλα ενώ ο Κριεζώτης τα ήθελε για τις ανάγκες των στρατιωτών του.  Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Οδυσέας ραδιουργεί  με τους αξιωματικούς  Αναστάσιο Βούλγαρη και Ιωάννη Μέλιο, έχοντας 250 άνδρες, οι οποίοι το ίδιο βράδυ έφυγαν και πήγαν στο Λυκόρεμα . Έφυγε και ο Οδυσσέας και έπεισε τους πλοιάρχους να μη δώσουν στον Κριεζώτη ούτε πολεμοφόδια  ούτε τρόφιμα.

Δυστυχώς όλα αυτά έγιναν γνωστά στον Ομέρ από δυο Χριστιανούς βοσκούς του οι οποίοι ανέβηκαν στο κάστρο και είπαν ότι οι Έλληνες έφυγαν από το στρατόπεδο λόγω διχόνοιας και άφησαν και τα πρόβατα.  Προέτρεπαν τους Τούρκους να βγουν και να βοηθήσουν να τα μαζέψουν. Οι Τούρκοι βγήκαν με τον έναν, ενώ τον άλλο τον κράτησαν στο κάστρο. Όταν έφτασαν στα οχυρώματα του στρατοπέδου, μην περιμένοντας να βρουν αντίσταση, άρχισαν να βρίζουν τους Έλληνες και να τους λένε αν θα ήθελαν να τους δώσουν πολεμοφόδια. Όμως εκείνοι παίρνοντας θάρρος από την απελπισία τους, όρμησαν  και τους καταδίωξαν . Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή και από τον θυμό τους σκότωσαν τον βοσκό στους Κοκκάλους  επειδή θεώρησαν ότι τους είχε εξαπατήσει. Όταν έφτασαν στο κάστρο διαμέλισαν τον άλλον βοσκό.

Το ίδιο βράδυ λόγω έλλειψης εφοδίων ο Κριεζώτης αφήνει το στρατόπεδο και πάει στο Λυκόρεμα για να ζητήσει βοήθεια από τον στόλο.    Μάταια όμως. Δεν υπήρχε βοήθεια και μάλιστα λέγεται ότι ενώ ο Οδυσσέας ήταν μέσα σε ένα Ψαριανό πλοίο , ο ίδιος του ο γραμματέας ο Παναγής Ιγγλέζης απέτρεψε τον Κριεζώτη να μπει λέγοντας του ότι δεν ήταν μέσα ο στρατηγός.

Λόγω έλλειψης εφοδίων ο Κριεζώτης στέλνει με επιστολή δυο Καρυστινούς στην Κέα , τον Αναγνώστη Παπαιωάννου και τον Αντώνιο Γουναρόπουλο οι οποίοι δεν κατόρθωσαν τίποτα και στην επιστροφή κινδύνευσαν να συλληφθούν από τους Τούρκους.

Έτσι ματαιώθηκε η τέταρτη εκστρατεία κατά Καρύστου κατά την οποία πολλές οικογένειες κατέφυγαν για να σωθούν στους Πεταλιούς  μετά την διάλυση του στρατοπέδου. Άλλες οικογένειες πήγαν στην Αττική και άλλες αλλού.

Ο Κριεζώτης χωρίς εφόδια μαθαίνει ότι έρχεται στρατός από τον Βόλο στην Χαλκίδα για να βοηθήσει τον Ομέρ και ένα απόσπασμα από αυτούς ήρθε μέχρι το Αλιβέρι. Έλυσε την πολιορκία από ανάγκη ο Κριεζώτης και δια ξηράς με τον υπόλοιπο στρατό του στις αρχές του Μάη αφού πολέμησε με χίλιους Τούρκος στην Ζερμπίσια , πήγε στην Σκύρο.

 

 

 

 

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Κωσταντίνος A. Γουναρόπουλος- Βιογραφικό σημείωμα του ίδιου σε ελεύθερη μετάφραση.

 Σε αυτή την ανάρτηση, βλέπουμε την ζωή του Κωσταντίνου από το σημείωμα που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ . 

Πολύ συγκινητική η αναφορά του σαν "πατρίδα " την Κάρυστο και την επιθυμία του να επιστρέφει .

Ένας άνθρωπος που θα έπρεπε να τον ξέρουμε και να τον τιμούμε.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κωσταντίνος A. Γουναρόπουλος- Βιογραφικό σημείωμα του ίδιου σε ελεύθερη μετάφραση.

Με το δικό μου χέρι χαράσσω στο χαρτί όσα αφορά την ζωή μου. Θα ήθελα να μην παρεξηγηθώ. Αυτό το κάνω όχι από κενοδοξία  ούτε να δείξω κάποια ιδιαίτερη και διακεκριμένη παρουσία μου  στον κόσμο.

Βλέπω την μικρότητα μου όπως βλέπω και το μέγα σύμπαν του Υψίστου  δημιουργού.

Από άλλα πράγματα ωθούμαι για να το κάνω και αυτό δεν είναι παρά να δείξω ότι αν και χωρίς πόρους, από μικρό παιδί αγάπησα τα γράμματα και παρά τις μεγάλες δυσκολίες και στερήσεων ασχολήθηκα να αναπτύξω το πνευματικό μου μέρος και να γίνω όσο το δυνατόν καλύτερος και ταυτόχρονα να κληροδοτήσω στην οικογένεια μου και στην αγαπημένη μου πατρίδα την κλίση μου προς τις επιστήμες, το καλό και την άμιλλα. Γιατί, μέσω αυτών ο άνθρωπος γίνεται τέλειος και μια πραγματική εικόνα του δημιουργού.

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Αντώνιο και γεννήθηκε στο χωριό Μεκουνίδα της Καρύστου το 1796. Αφού έμαθε από ιερέα ανάγνωση και γραφή, ασχολήθηκε στον τόπο του με το εμπόριο. Παντρεύτηκε την Αγγελίνα, με καταγωγή από καλή οικογένεια του χωριού Μελισσώνα.

Στα χρόνια της επανάστασης και μετά την λήξη της πολιορκία του Κριεζώτη το 1823 με την άφιξη πολλών χιλιάδων Τούρκων, οι κάτοικοι έφυγαν μαζί με τον στρατηγό. Άλλοι πήγαν στην Αττική και άλλοι στις Κυκλάδες. Ο πατέρας μου άφησε όλη την περιουσία του και σώθηκε στο φιλόξενο νησί της Κέας. Παρόλα αυτά, πήρε μέρος σε πολλές μάχες τόσο στην Κάρυστο όσο και στην Αττική όπου έχασε τον αδελφό του Δημήτριον και τιμήθηκε με Αριστείο του Αγώνος από την Κυβέρνηση.

Ο πατέρας μου είχε επτά παιδιά, τρία κορίτσια και τέσσερα αγόρια που γεννήθηκαν πρώτα στην Κέα και μετά στην Κάρυστο. Τα αγόρια , μετά την βασική εκπαίδευση στράφηκαν προς το εμπόριο στην Ελλάδα, στην Αίγυπτο, στην Γαλλία και στην Συρία. Ήταν ο Δημήτριος, ο Αλέξανδρος, και τελευταίος ο Ιωάννης.

Εγώ, γεννήθηκα στην Κέα το 1825. Τελείωσα το δημοτικό  και το Ελληνικό Σχολείο  και επειδή αγαπούσα πολύ τα γράμματα πήγα στο Γυμνάσιο Σύρου. Αφού τέλειωσα το Γυμνάσιο έγινα φοιτητής το 1847 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Όθωνος από όπου έλαβα και το απολυτήριο μου το 1851 μετά από τετραετή φοίτηση.

Κατόπιν, εξάσκησα το ιατρικό επάγγελμα στην Θεσσαλονίκη και στην Κοζάνη της Μακεδονίας. Κατόπιν επέστρεψα στην Αθήνα όπου έκανα το διδακτορικό μου και έλαβα Κυβερνητική Έδρα. Το 1861 αποφάσισα να εγκατασταθώ στην πατρίδα, ( στην Κάρυστο), και διορίσθηκα δημοτικός γιατρός μέχρι την εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα.

Παντρεύτηκα την καλή Ελένη ,κόρη του προκρίτου Δημητρίου Χατζηκωνσταντίνου και αδελφή του Κωσταντίνου Δημητριάδου ,διευθυντού της Αστυνομίας Αθηνών και νομάρχου.

Δυστυχώς , η ίδια και τα δύο μας παιδιά  Ευάγγελος και Αγγελική πέθαναν. Ύστερα, διορίσθηκα γιατρός στο Γαύριο  της Άνδρου όπου και υπηρέτησα μέχρι το 1867.

Επί της πρωθυπουργίας του Αλέξανδρου Κουμουντούρου  και του υπουργού Εξωτερικών Χαριλάου Τρικούπη,  διωρίσθηκα  υποπρόξενος στην Πτολεμαίδα ( ΑΚΡΗ) της Συρίας όπου ταυτόχρονα εξασκούσα και το ιατρικό επάγγελμα.

Εκεί γνώρισα τον φιλόμουσο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κύριλλο τον Σάμιο και βοήθησα να δημιουργηθεί σχολείο Θηλέων και Ελληνικό Αρένων, με σκοπό να εξαπλωθεί ο Ελληνισμός στους Ορθόδοξους Αραβόφωνες.

Πήρα προαγωγή και μετατέθηκα στην Αττάλεια από τον υπουργό Πέτρο Δελιγιάννη, και το 1896, πήγα στην Μασσαλία μετά την διακοπή των σχέσεων Ελλάδας –Τουρκίας για να επισκεφθώ τον αδελφό μου Δημήτριο.

Λόγω των ταραγμένων πολιτικών χρόνων, άφησα την δημόσια υπηρεσία και στο τέλους του 1896 πήγα στην Αλεξάνδρεια όπου μέσω του Ελληνικού Προξενείου πήρα την άδεια ασκήσεων επαγγέλματος στην Αίγυπτο, όπου και διορίσθηκα γιατρός της Αιγυπτιακής Κυβέρνησης.

Όμως έπαθα δυσεντερία και τον Φλεβάρη του 1872 επέστρεψα στην Ελλάδα. Ενώ ήμουν στην  Αθήνα προς το τέλος του ίδιου χρόνου προσκαλέστηκα σαν γιατρός στην πρωτεύουσα Φιγαλείας στην περιοχή της Ολυμπίας. Το δε, 1874 ενώ πέρασα από την Πύλο, με τις προτροπές φίλων  έμεινα εκεί μέχρι το 1879 όπου και διωρίσθηκα  από τον Κουμουνδούρο γιατρός του στρατολογικού συμβουλίου Πυλίας, της φρουράς  του στρατιωτικού θεραπευτηρίου και των ποινικών φυλακών .

Όμως ποθούσα στην πατρίδα και έτσι άφησα την υπηρεσία στα μέσα του 1979 και επέστρεψα. Παντρεύτηκα για δεύτερη φορά την Ανδρομάχη , κόρη του Νικολάου Μουράτου, αγωνιστού και λοχαγού του πεζικού, όπου και απέκτησα τέσσερα παιδιά, την Αγγελική, τον Αντώνιο τον Νικόλαο και τον Κωσταντίνο.

Δεν ήθελα να ανακατευτώ με την πολιτική λόγω της εξαχρειώσεων των χαρακτήρων  τόσο των αρχόντων όσο και των αρχομένων. Μόνο το 1883 λόγω της πίεσης φίλων εκλέχθηκα δημοτικός σύμβουλος Καρύστου , πρωτοκολλητής του Συμβουλίου και μέλος εξελεγκτικών επιτροπών των δημοτικών διαχειρήσεων του δήμου και πάλεψα κατά των αρπάγων του δημοτικού ταμείου.

Σαν δημοσιογράφος δε, έγραψα « Εν Σύρω την Ένωσιν και εν Αθήναις τον Άρην και Όλυμπον 1861 κατά της Κυβερνήσεως του Όθωνος».

Έγινα μέλος επιστημονικών Εταιρειών «της εν Παρισίοις προς ενθάρρυνσιν των Ελληνικών γραμμάτων, της εν Αθήναις Ιστορικής και Εθνολογικής, τους Αναπλάσεως πτος βελτίωσιν του κλήρου, και το Λαικού Συλλόγου»

Αν και πέρασα μια ζωή με πολλά βάσανα και σε πολλά μέρη, είχα ζήλο προς τις μελέτες και ασχολήθηκα με διάφορα θέματα , συγκεκριμένα με ιστορικά και ιατρικά πιστεύοντας ότι κάθε λόγιος οφείλει να συνεισφέρει κατά την δύναμη του σε ότι αφορά την εθνική πρόοδο.

 ΠΟΝΗΜΑΤΑ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ



 

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Πόσες μάχες και εκστρατείες έγιναν στην Εύβοια.

 


Στο βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ του ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, διαβάζουμε αναλυτικά όλες τις μάχες και εκστρατείες που έγιναν στην Εύβοια κατά την διάρκεια της Επανάστασης.

Σύμφωνα με τον Κων/νο Γουναρόπουλο η επανάσταση ξεκίνησε στο Ξηροχώριο και αναλυτικά ανά κεφάλαια όλες οι μάχες έχουν ως εξής.

Έναρξη του αγώνα εν Ξηροχωρίω και Βρωμούση.Μάιος 1821 Αρχηγός Βερούσης Μουστανάς.

Μάχη εν Βατόντι τον Ιούνιο του 1821.Αρχηγός Βερούσης Μουστανάς.

Τα κατά Κύμην τον Ιούνιον 1821. Αρχηγός Βαλτινός και Τριανδρία.

 Μάχη Βρυσακίων  Ιούλιος και Αύγουστος 1821. Αρχηγός Άγγελος Γοβιός.

Μάχη εν Στύροις τον Αύγουστον 1821. Αρχηγός Νεόφυτος.

 Δεύτερη μάχη εν Στύροις τον Ιανουάριον 1822. Αρχηγός Ηλίας Μαυρομιχάλης.

 Εκστρατεία κατά Καρύστου τον Φεβρουάριον 1822 .Αρχηγός Οδυσσεύς Ανδρούτσος.

Δεύτερη μάχη εν Βρυσακίοις τον Μάρτιον 1822. Αρχηγός Άγγελος Γοβιός.

 Τρίτη μάχη εν Βρυσακίοις και Κουρουρλομετοχίου 1822. Αρχηγός Ιαννάκης και Δημητρίου Τομαράς.

Ευβοικαί αλληλομαχίαι 1822. Το έτος τούτο άκαρπον διότι οι Έλληνες ηττήθησαν εν Στύροις, διελύθησαν εν Βρυσακίοις υπό του Ταρκατζή, ετράπησαν εις φιλόδοξους και ματαίας περί αρχηγίας έριδας διό οι Τούρκοι εφάνησαν καθόλου υπέρτεροι των Ελλήνων.

Μάχη Διακοφτίου τον Μάρτιον 1823  Αρχηγός Κριεζώτης.

Μάχη Βατισίου τον Μάιο 1823. Αρχηγός Κριεζώτης.

 Πολιορκία Καρύστου τον Μάιον 1823. Αρχηγός Κριεζώτης.

Μάχη εν Παγόντι τον Ιούλιον 1823. Υπαρχηγός Σταύρος Βασιλείου.

Μάχη Αληβέρου και πολιορκία Χαλκίδος τον Νοέμβριον 1823. Αρχηγός Οδυσσεύς Ανδρούτσος.

Μάχη εκ Καραίοις τον Νοέμβριον 1823 . Αρχηγός Κριεζώτης.

Τρίτη Πολιορκία Καρύστου τον Μάρτιον 1824 . Αρχηγός Κριεζώτης

Ναυμαχία Καφηρέως τον Μάιον 1825. Ναύαρχος Σαχτούρης , Ανδρούτσος , Αποστόλης.

Πολιορκία Καρύστου τον Μάρτιον 1826 . Αρχηγός Κάρολος Φαβιέρος.

Πεζοναυμαχία Λιχάδος τον Φεβρουάριον 1829. Αρχηγός Γεώργιος Σαχίνης.

Τα κατά Καραβαβάν και μάχη Ανηφορίτου 1829 . Αρχηγός Κριεζώτης.

Παράδοσις της Εύβοιας.

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

ΜΑΧΗ ΒΑΤΙΣΙΟΥ ΤΟΝ ΜΑΙΟ 1823 ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ.

 

ΜΑΧΗ ΒΑΤΙΣΙΟΥ ΤΟΝ ΜΑΙΟ 1823 ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ.



Μετάφραση από το βιβλίο του Κων.Γουναρόπουλου ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ.

Μετά την μάχη στο Διακοφτό ο Κριεζώτης ανάγκασε τους Τούρκους να κλειστούν στο κάστρο για πολύ μεγάλο διάστημα, ενώ ταυτόχρονα κανόνιζε το πώς θα εκστρατεύσει κατά της Καρύστου.

Έτσι , την νύχτα της 5ης Μάη , με το φεγγάρι να λάμπει στον ουρανό, περνά την φυλακή του Προφήτη Ηλία και πηγαίνει στο Βατίσι.

Η μορφολογία του τόπου θεωρείται κατάλληλη για μάχη και έτσι ακόμα και αν είχε κάνει μια κουραστική πορεία τεσσάρων ωρών, αμέσως σηκώνει οχυρώματα  έστω και αν οι περισσότεροι στρατιώτες  κοιμόντουσαν βαθιά.

Μαθαίνοντας ο Ομέρ τα νέα του Κριεζώτη, από την απελπισία του στρατολογεί  περίπου 700 παιδιά και γερόντους και έρχεται στον Μελισσώνα.  Εκεί έκαναν συμβούλιο και ο Ομέρ εξέφρασε την γνώμη να περιμένουν εν αμύνη τους Έλληνες και όπως αποδείχθηκε αργότερα, είχε δίκιο.

Παρόλα αυτά, προσέλαβε τον Σιλιχτάρη και πορεύτηκε κάτω στον κάμπο δια του Στενού, και μετά μέσω λιθόστρωτου μονοπατιού έφτασε  σε ένα μικρό ανοιχτό χώρο στο Ξηροχώριο πάνω από το Βατίσι, για να πολεμίσει εκεί ενώ ο Λεβένταγας θα πολεμούσε από το κάτω μέρος.

Αφού στρατοπέδευσαν οι Τούρκοι  απέναντι από τους Έλληνες, πρώτα από όλα προσευχήθηκαν και μετά έκαναν διάφορες μαγείες  και απελευθέρωσαν δύο περιστέρια.  Αλλά αυτά, έτυχε να πετάξουν προς τους Έλληνες που άρχισαν να βρίζουν με πολύ δυνατές κραυγές τους εχθρούς. Τα πουλιά φοβήθηκαν από τις φωνές και γύρισαν προς τους Τούρκους . Το πέταγμα των περιστεριών προς τους Τούρκους θεωρήθηκε καλός οιονός από τους Έλληνες, ενώ πολύ κακός για τους Τούρκους. Όμως και οι Έλληνες σαν προληπτικοί για να αποδυναμώσουν και να διώξουν τις μαγείες των Τούρκων είχαν κρεμασμένες κολοκύθες γεμάτες με ζωντανά φίδια.

Η μάχη ξεκίνησε με την την έφοδο των Τούρκων. Μετά από μερικές βολές από ακροβολιστές οι στρατιώτες του Λεβένταγα επιτέθηκαν με μεγάλη τόλμη εναντίον των Ελλήνων  και μάλιστα ένας Τούρκος πλησίασε τον προμαχώνα και προσπάθησε να αρπάξει με το χέρι το πυροβόλο του Δημήτρη Χόνδρου από τα Στύρα. Ο γενναίος όμως Χόνδρος στην αρχή προσπάθησε να τον διώξει με απειλές αλλά μετά, κρατώντας  με το ένα χέρι το πυροβόλο έβγαλε πιστόλι με το άλλο και τραυμάτισε τον Τούρκο αναγκάζοντας τον να φύγει.

Εν τω μεταξύ και άλλοι Τούρκοι πλησίασαν τους προμαχώνες και αφού είδαν ότι οι Έλληνες δεν έβγαιναν  πλησίαζαν όλο και περισσότερο βάζοντας τους Έλληνες σε κίνδυνο.

Ο Κριεζώτης από την μια πολεμούσε τους Τούρκους και από την άλλη παρατηρούσε την συμπεριφορά των επιβούλων αξιωματικών. Έτσι παράγγειλε  τον πάντα πιστό Μέλιο και άλλους να τους προσέχουν . Ο ίδιος περνούσε με γυμνό του σπαθί του από όλες τις θέσεις των στρατιωτών και τους ενθάρρυνε. Φτάνοντας προς τον ατρόμητο  Άγγελο Δαφνή, θέλοντας να του δώσει θάρρος και δύναμη, του λέει ότι σε άλλο μέρος της μάχης έστρεψαν σε φυγή τους Τούρκους.

Με τα λόγια αυτά του Κριεζώτη οι στρατιώτες πήραν κουράγιο και δύναμη και όρμησαν γκρεμίζοντας με τα πόδια τους τους προμαχώνες . Πρώτος όρμισε ο Δαφνής με τους στρατιώτες από τα Στύρα και τους άλλους, πηδώντας σαν Αετοί  και καταδίωξαν τους Τούρκους.

Το δε σώμα των Τούρκων προς τα πάνω στο Ξηροχώριο ήταν υπό τον Ομέρ , ενώ πολλοί Τούρκοι βλέποντας τους υπό τον Λεβάνταγα να έχουν τραπεί σε φυγή δείλιασαν . Τότε οι Έλληνες  έπεσαν πάνω τους για να τους νικήσουν και τους καταδίωκαν σαν αρνιά. Αυτοί δε, κακήν κακώς , άλλοι μέσω του λιθόστρωτου μονοπατιού, άλλοι  μέσα από τα βάτια και τα βράχια και κρυφά μονοπάτια , έφθασαν μέχρι το πλάτωμα του Στενού μια ώρα περίπου μακριά από το σημείο της μάχης. Πολλοί από αυτούς έριξαν τα όπλα για να μην συλληφθούν από τους Έλληνες και διέφυγαν .

Οι Τούρκοι λοιπόν διέφυγαν αποδεκατισμένοι με νεκρούς και τραυματίες ακολουθώντας όποιον δρόμο μπορούσαν και υποχώρησαν για  να σωθούν. Ακόμα και ο Ομέρ χάθηκε και γυρνούσε μόνος του μέσα στα δάση μέχρι να βρει το μονοπάτι για να γυρίσει στον κάμπο μέσω του λιθόστρωτου μονοπατιού. Από τον φόβο του δε, έπεσε τρις φορές από το άλογο του  και μόλις σώθηκε, οι Αλβανοί σωματοφύλακες του Μουσταφά Κοκκίνης και Αληζιώτης, τον φρόντισαν αλλά και πάλι φεύγοντας κινδύνευσε μιας και ένας ανδρείος Έλληνας τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής και τον πυροβόλησε. Το άλογο με τρόμο άρχισε να τρέχει και ο ίδιος από τον τρόμο του δεν μπορούσε ούτε το όπλο του να πιάσει. Ο γαμπρός του από την αδελφή του, Τοσούν βέης από την Χαλκίδα, τράπηκε σε φυγή και αφού κρύφτηκε μέσα σε έναν μεγάλο κορμό δέντρου  έφυγε μετά κρυφά μέσα στην νύχτα. Και ο επίσημος  Γιαγιά Τσαούσης κατάφερε να σωθεί σκαρφαλώνοντας σε ένα πολύφυλλο δέντρο. Πολλοί δε, έμειναν τρεις μέρες νηστικοί  μέσα στα δάση. Άλλοι κρυμμένοι στα δέντρα με ανεβασμένους τους παλμούς της καρδιάς έβλεπαν τους Έλληνες να περνούν . Οι περισσότεροι από τους Τούρκους στρατιώτες, διεσπάρησαν στα χωριά Μελισσώνα και  Πεζάνους και μετά γύρισαν στην Κάρυστο μεταφέροντας σε μουλάρια τους νεκρούς και τους τραυματίες.

Οι δε Τούρκοι που ήταν μέσα στο Κάστρο, άνδρες και γυναίκες , μαθαίνοντας τα γεγονότα και την συμφορά και βλέποντας τους πολεμιστές να γυρίζουν σε κακή κατάσταση, βγήκαν μέχρι τις Καμάρες και την Μεκουνίδα και αναζητούσαν με κλάματα και απελπισία οι γονείς τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους άντρες τους και άλλοι τα αδέλφια τους.

Σε αυτή την μάχη της έκτης Μαίου του 1823 η οποία διήρκησε από το πρωί μέχρι το δειλινό, δεν σκοτώθηκε κανένας Έλληνας, ούτε και τραυματίστηκε.  Από τους Τούρκος σκοτώθηκαν 48 η 55 και πρώτος ο γιος του επίσημου Αχμέτ βεη και ο Τζαβέρ Αγάς , γαμπρός του Ομέρ από μια ξαδέλφη του.  Στην Κάρυστο μεταφέρθηκαν 70 τραυματίες  εκτός των νεκρών. Αιχμαλωτίσθηκαν 5, η 10  και από αυτούς οι επίσημοι, Χαβίβης και Μεχμέτ Καραβαβάς, ο οποίος είχε χρηματίσει αξιωματικός του ηγεμόνα της Αιγύπτου  Μεχμέτ Αλή.

Την επόμενη της μάχης πήγαν τις κεφαλές των φονευθέντων  στην Εφορία των Στύρων  υπό τον Κρητικό Πέτρο Σφακιανό ο οποίος βραβεύθηκε με χρήματα. Από εκεί , αυτοί και οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στην Αθήνα προς τον Αρχιστράτηγο  Ανατολικής Ελλάδας Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Οι δε αιχμάλωτοι λιθοβολήθηκαν από μαθητές σχολείου μετά από την διαταγή του αρχηγού Δημητρίου Λέκκα ο δε Καραβαβάς αποκεφαλίστηκε έξω από την πόλη εκεί όπου είναι τα τωρινά ανάκτορα όπως είδε με τα μάτια της περνώντας από εκεί η μητέρα μου Αγγελίνα Γουναροπούλου.

Ο Κριεζώτης αναδείχθηκε νικητής και τροπαιούχος στην μάχη στο Βατίσι αφού καταδίωξε και συνέτριψε τον εχθρό μέχρι του Στενού και μετά μπόρεσε να γυρίσει στο στρατόπεδο.

Ακόμα και με την ομολογία των Τούρκων, ο Κριεζώτης θα μπορούσε να κυριεύσει το φρούριο  και ακόμα να συλλάβει και τον Ομέρ στην φυγή του. Όμως έπραξε σοφά γιατί κράτησε την νίκη και δεν έβαλε σε κίνδυνο ανθρώπους.

Όλοι οι στρατιώτες έδειξαν ανδρεία και οι αξιωματικοί  Μέλιος,  Βαλτινός,  Καζάνης, Κεντιστός αρίστευσαν. Ο κύριος αίτιος της νίκης  ήταν ο Ευβοέας Άγγελος Δαφνής δείχνοντας απαράμιλλο ανδρεία.

Ακόμα και αν οι Έλληνες ήταν υπέρτεροι αριθμητικά των Τούρκων, μόλις 1500 άνδρες,  κατά αξιόπιστη μαρτυρία , οι περισσότεροι ήταν πρωτόπειροι , άοπλοι γεωργοί και ποιμένες. Άλλος είχε μόνο ένα ημιτριβές πυροβόλο, άλλος μόνο ένα πιστόλι, άλλος ένα σπαθί και άλλος μόνο ένα μαχαίρι από το σπίτι. Ακόμα και γεωργικά εργαλεία όπως δικέλι . Άλλος πολέμησε κρατώντας μια λόγχη στερεωμένη πάνω σε μακρύ ξύλο, άλλος κρατώντας ένα αυτοσχέδιο ρόπαλο και άλλος κρατώντας μια μεγάλη ποιμενική γκλίτσα .

Τσομπάνης δε, ο Ιωάννης Τούντας  από το χωριό Βαρελαίους, ζήτησε ένα όπλο από τον αρχηγό και επειδή δεν υπήρχε κανένα, βρήκε μόνος του ένα σιδερένιο κομμάτι σαν οβελίσκο και με αυτό συμμετείχε στην μάχη και σκότωσε έναν Τούρκο. Έβαλε τα ρούχα του Τούρκου και το σκουφί του , πήγε στον Κριεζώτη φέρνοντας την κεφαλή του σκοτωμένου και για αυτό, πήρε χρηματικό βραβείο.

Ο δε Δημήτριος Βακαλύμης από τα Στύρα, με μόνο ένα ξίφος ήρθε σε μονομαχία με Τούρκο αξιωματικό. Αλλά δεν ήξερε να το χρησιμοποιήσει σωστά με αποτέλεσμα να τρέχει το αίμα από τις πληγές στο σώμα και στο κεφάλι του. Τότε, ρίχνει κάτω το ξίφος και ορμά στον αντίπαλο ,με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει με τα χέρια του  με την βοήθεια του Γεωργίου Μικρού.

Από την πλευρά των Τούρκων πήραν μέρος οι επισημότεροι και οι πλουσιότεροι Τούρκοι οι οποίοι ήταν και πεζοί και ιππείς. Όλοι κατάλληλα προετοιμασμένοι για μάχη και καλά οπλισμένοι ενώ δεν είχαν νικηθεί πουθενά αλλού και ανάμεσα τους, οι πιο γενναίοι από τους Τούρκους της Ελλάδας.

Για αυτούς τους λόγους, η μάχη στο Βατίσι έχει πολύ μεγάλη σημασία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Πολεμιστές και μάχες για την Απελευθέρωση από τους Τούρκους.

 Μετάφραση από το βιβλίο του Κωσταντίνου Γουναρόπουλου ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ.



Σελ 226

Στα 9 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης 1821-1829 εκτός των χρόνων 1827 και 1828 , έγιναν στην Εύβοια στην στεριά και στην θάλασσα , πάνω από 40 αψιμαχίες, μάχες και ναυμαχίες στα εξείς μέρη.

Ξηροχώριο, Λιχάδα, Αρτεμίσιο, Βρωμούσα, Κοπανά, Ψαχνά, Βρυσάκια, Παγόντα, Βατόντα,  Δυοβουνά, Κοτρόνιο, Κουτουρλομετόχιο, Κύμη, Κήπους, Καστροβαλά, Λόκα, Παλαιοχώριο, Σωληνάριο, Αληβέρι, Στύρα, Διακοφτό, Βατήσι, Καραίους, Λυκόρεμα, Κάρυστο, Καφηρέα και Ανηφορίτη.

Σε όλες αυτές τις μάχες πήραν μέρος πολεμιστές  από την Στερεά Ελλάδα, νησιώτες από το Αιγαίο, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες,  Μακεδόνες, Υδραίοι,  Σπετσώτες,  Ψαριανοί, Μανιάτες και μερικοί Σλάβοι οι οποίοι ήταν οπαδοί των  αρχηγών  Βάσσου και Νιβίτσα και φυσικά όλοι οι Ευβοείς με μεγάλο ζήλο και πολλές θυσίες.

Αρχηγός σε υπαρχηγός  οι εξής.

Βερούσης Μουστανάς ,

 Ηλίας Μαυρομιχάλης,

 Κυριακούλης Μαυρομιχάλης,

 Οδυσσέας Ανδρούτσος,

  Βάσος Μαυροβουνιώτης,

 Στέφανος Νιβίτσας

, Διαμαντής Νικολάου,

 Γεώργιος Δυοβουνιώτης,

 Δημήτριος Λιακόπουλος,

 Διονύσιος Ευμορφόπουλος,

Γεώργιος Βαλτινός,

  Ιωάννης Μαμούρης,

 Νικόλαος Τομαράς, 

Κάρολος Φαβιέρος,

Βασίλειος Μπούσγος ,

 Μηνάς Κατσικογιαννάκης,

 Στάθης Κατσικογιαννάκης,

 Ιωάννης Μέλλιος,

  Γεώργιος Λεπενιώτης,

  Σταύρος Βασιλείου,

 Κάρπος Παπαδόπουλος,

 και οι ναυτικοί, Ανδρέας Μιαούλης,

 Γεώργιος Ανδρούτσος, 

Απόστολος Νικολάου Αποστόλης,

Γεώργιος Σαχίνης,

 Νικόλαος Ρόμπης,

Αλέξανδρος Δ.Κριεζής,

 Ανδρέας Κ. Μανιάτης,

Ευστάθιος Κουτμάνης,

Αναγνώστης Τζώρτζης και άλλοι.

Ευβοείς πολεμιστές οι,

Άγγελος Γοβιός,

Αναγνώστης Γοβιός,

Κώτσος Δημητρίου,

Νικόλαος Κριεζώτης,

Νεόφυτος Καρύστου Επίσκοπος,

Ιωάννης Χαλκιάς , του Γιαννιού,

Τόλιας Νικολάου,

Θεόδωρος Καζάνης,

Άγγελος Δαφνής,

Αθανάσιος Χονδροβασιλείου,

 Σταμάτιος Αστέρης,

Γεώργιος Ιαννάκης,

Δημήτριος Δήμου,

Γεώργιος Ιωάννου  Παπά και άλλοι.

 Ιστορία  http://www.hellenicaworld.com/Greece/Geo/gr/Karystos.html

Περίοδος επανάστασης του 1821

Στο πρώτο χρόνο της Επανάστασης από την Κάρυστο εφοδιάζονταν τα φρούρια της Πελοποννήσου και της Κρήτης. Η Εύβοια επαναστάτησε τον Μάιο του 1821 με ηγέτες τους Βερούση, Γοβιό και επίσκοπο Καρύστου Νεόφυτο, αναγκάζοντας τους Τούρκους να κλειστούν στα φρούρια της Καρύστου και της Χαλκίδας. Οι Έλληνες ηττήθηκαν σε διάφορες μάχες αλλά κατανίκησαν τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη στα Βρυσάκια. Το 1822 ο Οδ. Ανδρούτσος κινήθηκε προς πολιορκία της Καρύστου αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την προσπάθεια. Ωστόσο οι επαναστάτες είχαν επικρατήσει σε πολλά μέρη της Εύβοιας και όπως προκύπτει απο οθωμανικές πηγές, ο διοικητής της Καρύστου Ομέρ μπέης ζητούσε συνεχώς από την κυβέρνησή του βοήθεια για να αντέξει στην πολιορκία. Τον Ιούλιο του 1823 εστάλη από τη Σμύρνη βοήθεια από 3.000 άνδρες και πολεμικό υλικό για την Κάρυστο και τη Χαλκίδα. Στα τέλη του 1823 οι Έλληνες υπό τον Νικόλαο Κριεζώτη έκαναν άλλη μια προσπάθεια να πολιορκήσουν την Κάρυστο μετά από μάχες στους Καραίους, το Μαρμάρι και το Αλιβέρι. Οι Τούρκοι συνέχισαν τις εκκλήσεις προς την Πύλη για ανεφοδιασμό και ενισχύσεις.

Τον Μάρτιο του 1824 έφτασαν στην Κάρυστο και τη Χαλκίδα 1.000 Αλβανοί μισθοφόροι και αργότερα έφτασε και σώμα γενιτσάρων. Οι επαναστάτες έλυσαν οριστικά την πολιορκία της Καρύστου στα τέλη Ιουνίου του 1824. Το 1825 έγινε μια ναυμαχία μπροστά στο κάστρο της Καρύστου μεταξύ πλοίων των γειτονικών νησιών και του τουρκικού στόλου που συνόδευε φορτηγά πλοία με εφόδια. Τον Μάρτιο του 1826 άρχισε πολιορκία της Καρύστου από τον Φαβιέρο η οποία διήρκεσε 24 μέρες. Η φρουρά της Καρύστου νίκησε τους επαναστάτες. Σώζεται τουρκικό έγγραφο με το οποίο ο αρχηγός της φρουράς της Καρύστου διατάσσεται να αποστείλει τα κεφάλια και τα αυτιά των επαναστατών που ηττήθηκαν. Αυτή ουσιαστικά ήταν και η τελευταία πολεμική επιχείρηση της Επανάστασης στην Κάρυστο.

Τα έτη 1827-28 κύλισαν χωρίς σημαντικά γεγονότα, έως ότου το 1829 η Κάρυστος, όπως και ο Εύριπος και η Αθήνα, παραχωρούνται στο υπό σύσταση Ελληνικό κράτος. Από τότε αρχίζει μια περίοδος διαπραγματεύσεων για τους όρους με τους οποίους θα αποχωρούσαν οι Οθωμανοί και κυρίως για την διευθέτηση των κτηματικών περιουσιών τους. Στα τέλη του 1832 αποχωρεί ο τουρκικός πληθυσμός της Καρυστίας και μετεγκαθίσταται στο Τσεσμέ, το Σιβρίχισαρ και το Σιγιασάκ της Σμύρνης.[9] Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι Τούρκοι έχοντας ουσιαστικά αρπάξει τεράστιες εκτάσεις που δεν τους ανήκαν, απαιτούσαν να λάβουν αποζημίωση γι' αυτές. Ακόμα και μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων με τη Μάχη της Πέτρας, οι Τούρκοι της Καρύστου εξακολουθούσαν να κρατούν Έλληνες αιχμαλώτους και σκλάβους, καθώς και να επιτίθενται στα γύρω χωριά, γεγονός για το οποίο διαμαρτύρονταν οι χωρικοί προς τον τότε κυβερνήτη Καποδίστρια.[10]

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Εκστρατεία κατά Καρύστου τον Φεβρουάριο του 1822 με αρχηγό τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

 


Εκστρατεία κατά Καρύστου τον Φεβρουάριο του 1822 με αρχηγό τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Μετάφραση από το βιβλίο του Κωσταντίνου Γουναρόπουλου- Ιστορία της Νήσου Ευβοίας.

Ο στρατηγός Οδυσσέας, ήρθε στην επαρχία Καρυστίας κατά τα μέσα του Γενάρη 1822 με 300 άνδρες . Η φήμη του ήταν μεγάλη και έτσι, όλοι αναθάρρησαν ενώ ταυτόχρονα  υπήρχε μεγάλος ενθουσιασμός ανάμεσα τους όταν συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί , λαός και πρόκριτοι, στο στρατόπεδο στο Αλιβέρι, όπου και αποφασίστηκε η εκστρατεία κατά της Καρύστου.

Οι κάτοικοι ανέθεσαν όλες τους τις ελπίδες για λευτεριά στον Οδυσσέα και για αυτόν τον λόγο του έδιναν ότι είχαν για τις ανάγκες του πολέμου. Πρόβατα και άλλα ζώα για τροφή, χρήματα για τους μισθούς και ακόμα κοσμήματα χρυσά και αργυρά όπως δακτυλίδια σκουλαρίκια και κολιέ , οι γυναίκες τα πρόσφεραν στον αγώνα.

Ήρθαν και άλλοι στρατιώτες και μαζεύτηκαν 1500 περίπου άνδρες υπό τους αρχηγούς Κυριακούλη, Κριεζώτη , Λεπενιώτη , Τομαρά ,Βάσο και τον επικεφαλής όλων, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Στα τέλη του Γενάρη ο Οδυσσέας παρέλαβε τον στρατό και κατέβηκε να σταθμεύσει στα Στύρα. Ταυτόχρονα έφτασαν και οι έφοροι της επαρχίας όπως και ο επίσκοπος Νεόφυτος. Όλοι μαζί φρόντισαν το στράτευμα στις ανάγκες της τροφής και των πολεμοφοδίων. Οι δε Στυρείς αν και δεν είχαν επαναστατήσει άλλη φορά εξ αιτίας της στάθμευσης εκεί διαρκούς σώματος Τούρκων στρατιωτών, τώρα συμμετείχαν στον αγώνα για να ελευθερωθούν.

Άλλοι πρόκριτοι έστειλαν τις οικογένειες τους απέναντι στον Μαραθώνα και άλλοι κατατάχτηκαν στον στρατό, όλοι όμως ασπάστηκαν τον αγώνα σαν στρατιώτες τολμηροί και φιλελεύθεροι. Ο δε Οδυσσέας, θέλοντας από την μια να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του  κόσμου και από την άλλη να τους τονώσει ακόμα περισσότερο το αγωνιστικό τους πνεύμα, έστειλε επιστολή στον Μελισσώνα και προσκάλεσε τους κατοίκους να πάνε στα Στύρα και να μιλήσουν μαζί του. Οι Μελισσωνίτες όμως, από τον φόβο τους ούτε στα Στύρα πήγαν, αλλά έστειλαν και την επιστολή στον Ομέρ για να δηλώσουν  την αφοσίωση τους.

Μετά από αυτό, ο Οδυσσέας με τον στρατό, οδηγήθηκε προς την Κάρυστο και σταθμεύει τρεις ώρες μακριά. Και ο ίδιος ο Οδυσσέας πήγε μαζί με τον υπαρχηγό του Γεωργίου Λεπενιώτου στον Μελισσώνα, ο δε Κυριακούλης με στρατιώτες Μανιάτες πάει στο Χεροδύναμο, ενώ ο Κριεζώτης και ο Βάσος με άλλους στρατιώτες Ευβοείς  στρατοπέδευσαν στα χωριά Πεζάνους και Φρύγανι.

Όλοι έμειναν σε σπίτια κατοίκων οι οποίοι τους περιποιήθηκαν και με προθυμία τους παρείχαν ότι χρειαζόντουσαν. Μερικοί όμως, μικρόψυχοι, κρύφτηκαν στα δάση για να μην ενοχοποιηθούν για αποστασία.

Με την άφιξη του στρατού ξεκίνησε και ο βαρύς χειμώνας. Χιόνια κάλυψαν τον τόπο και το Διακόφτιον έγινε αδιάβατο για αυτόν τον λόγο η εφορία που είχε μείνει στα Στύρα, έστελνε στο στρατό τα χρειαζούμενα δια θαλάσσης από το Μαρμάρι.

Οι Τούρκοι που ήταν κλεισμένοι στο Κάστρο, όταν έμαθαν την προέλαση των Ελλήνων φοβήθηκαν  και έστειλαν μέσα από το Λυκόρεμα  Χριστιανό από το Φρύγανι, ο οποίος τον διαβεβαίωσε για τον στρατό του Οδυσσέα.

Ο Οδυσσέας τότε έστειλε επιστολή από τον Μελισσώνα με κάποιον χωρικό και του πρότεινε να παραδώσει το φρούριο. Ο Ομέρ το αρνήθηκε και μάλιστα του πρότεινε να κάνουν κλεφτοπόλεμο. Ο Οδυσσέας του απάντησε και τον έβρισε αλλά ο Ομέρ δεν το συνέχισε.

Οι κάτοικοι των χωριών σκεφτόντουσαν τι να κάνουν. Από την μια ήθελαν να πετύχει η επανάσταση και να ελευθερωθούν αλλά από την άλλη σκεφτόντουσαν τι θα γινόταν σε περίπτωση αποτυχίας και την αναχώρηση του στρατού. Πιο τολμηροί φάνηκαν οι κάτοικοι  της Λάλλας διότι δυο φορές κάλεσαν από τον Μελισσώνα τον στρατηγό να κατέβει γρήγορα στην Κάρυστο.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Βαρλαάμ, ο Οδυσσέας για στρατηγικούς λόγους έστειλε στην Λάλλα τον Κριεζώτη, τον Κυριακούλη τον Βάσο και μαζί τους έστειλε τον Βούρλαρη. Όταν αυτοί κατέβηκαν στην Λάλλα, οι κάτοικοι τους φιλοξένησαν στα σπίτια τους. Έστειλε δε τον Λεπενιώτη και τον Τομαρά προς τα Πλακωτά, έτσι ώστε όταν δουν τους Τούρκους να βγαίνουν εναντίον τους προς την Λάλλα, αυτοί να πλησιάσουν προς το φρούριο και τότε όλοι μαζί να ορμήσουν και να τους αποκόψουν έτσι ώστε να μην μπορούν να ξαναγυρίσουν  στο Κάστρο.

 Οι Τούρκοι όταν είδαν ότι οι Έλληνες ήταν τόσο κοντά, βγήκαν μέχρι το μοναστήρι των Ταξιαρχών στα Καλύβια, οι δε Έλληνες βγήκαν από τα σπίτια και τους κυνήγησαν μέχρι την Μεκουνίδα. Με αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι αποκλείσθηκαν στην  Μεκουνίδα, οι δε Έλληνες επέστρεψαν στην Λάλλα  γιατί δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα τηλεβολήματα από το Φρούριο.

 Ο δε Οδυσσέας ήταν στο Χεροδύναμο όταν έγιναν όλα αυτά, και μέσα από τα Πλακωτά πάει στην θέση Καγιαλή, βόρεια και απέναντι από το Φρούριο και κόβει το νερό από το  Υδραγωγείο. Αφού στάθηκε λίγο εκεί και κατασκόπευσε , επέστρεψε προς τα πάνω μέσω της ίδιας διαδρομής.

Οι δε αποκλεισμένοι στην Μεκουνίδα Τούρκοι, όταν είδαν τον Οδυσσέα,νόμιζαν ότι είχε δειλιάσει και  βγήκαν από κάποιον Βέικο πρώτο πρώτο και μέχρι της Καμάρες με την συνοδεία παιδιών , αλλά ακόμα πιο πάνω, τον ακολούθησαν μέχρι την θέση Καγιαλή.

Τότε ο Οδυσσέας διατάζει πυρ εναντίον τους και εκείνοι δείλιασαν και έτρεξαν προς το φρούριο όπου και βρήκαν και καταφύγιο.

Οι δε Έλληνες, με μεγάλη δυσκολία λόγω της ολισθηρότητας λόγω χιονόπτωσης ,πήγαν στον Μελισσώνα όπου ανέγειραν οχυρώματα για να μην περάσουν οι εχθροί.

Κατά άλλη μια πηγή , ο Οδυσσέας και οι άλλοι αρχηγοί, επέστρεψαν μέσα στην ημέρα κατέβηκαν από τον Μελισσώνα και προς το βραδάκι γύρισαν ,αλλά οι άλλοι, κατέβηκαν στην Λάλα πιο πριν από τον Οδυσσέα μερικές ώρες, και επειδή δεν φάνηκε κανείς στα Πλακωτά, όσοι ήταν στην Λάλα ανέβηκαν στην Μεκουνίδα και μετά έφυγαν μαζί με τον στρατηγό μέσω των Πλακωτών.

Μετά την επιστροφή του ο Οδυσσέας έμεινε στην Μελισσώνα πέντε μέρες, και στο σύνολο της εκστρατείας, 17. Ένα πρωί, κατέβηκε στον Αλλόκαμπο χωρίς να αφήσει όμως πίσω τους ασθενείς  και μέσω της δημόσιας οδού έφτασε στα Στύρα.

Πριν να φύγει από τον Μελισσώνα, εμπιστεύτηκε μόνο στους πρόκριτους  ότι το κάνει με την δική του θέληση χωρίς να τους δώσει όμως και κάποια άλλη εξήγηση. Επίσης μιλούσε με σύνεση και πατρική στοργή στους κατοίκους.  Αυτό φαίνεται και από ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο όταν έπρεπε να τιμωρήσει έναν τουρκόφωνο. Ο Οδυσσέας όμως είπε « Δεν ήρθα να καταλύσω αλλά να να σώσω». Και έτσι μιλούσε  με σεβασμό προς όλους και οι στρατιώτες είχαν ευταξία και σεβασμό.

Και ο μεν Οδυσσέας μέσω των Στύρων πέρασε απέναντι στον Μαραθώνα με 50 στρατιώτες , ο δε Κυριακούλης αφού παρέλαβα τον Νεόφυτο ο οποίος ήταν πολύ στενοχωρημένος και θυμωμένος για το ανώφελο της εκστρατείας από την μια και από την άλλη γιατί οι μισθοφόροι από την Λακωνία και από αλλού, των πίεζαν για τους μισθούς τους , πήγε στην Αίγινα, ενώ ο Νεόφυτος πήγε στην Κόρινθο όπου βρήκε τον Υψηλάντη.  Ο Υψηλάντης αφού ενημερώθηκε για το πρόβλημα των μισθοφόρων τακτοποίησε τις οφειλές τους Νεόφυτου. Οι αρχηγοί Κριεζώτης και Βάσσος , δεν έφυγαν από την Εύβοια αλλά ετοιμαζόντουσαν στο Κοτύλαιο Όρος.

 

 

Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια

  Παρέμβαση του Επιμελητηρίου Ευβοίας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητά κατά την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικώ...