Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

"Τα λεμονοκούκουτσα" Χρονογράφημα του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή

 Φλεβάρης 2008 Τα λεμονοκούκουτσα.




Τούτη η ιστορία που θα πούμε σήμερα είχε γίνει κείνα τα χρόνια. Τότε οι δρόμοι του τόπου μας ήτανε χωματένιοι και που όσοι Καρυστινοί πήγαιναν για μια βδομάδα στην Αθήνα μας περιγελάγανε μετά ότι ο τόπος μας ήτανε πετρώδης και χωματόδης.

Οι πιο παλιοί θυμούνται βέβαια ότι ο μόνος τόπος περιπάτου ήτανε η πλατεία Αμαλίας και το πάνου κάτου ιδίως τις Κυριακές βάσταγε ώρες και ώρες και χαρές στους τσαγκάρηδες που την άλλη μέρα θα είχανε χοντρές δουλειές αλλάζοντας τακούνια στα γυναικεία παπούτσια.

Στην πέρα πάντα δυτικά μεριά, τα καφενεία , ζαχαροπλαστεία η Νεράιδα, ο Μαρίνος, και ο Στούρος ο Κακλαμάνος και ο Ζαφειράτος. Τούτος εκτός από τη μεγάλη ποικιλία γλυκών που με μεράκι και αγνά υλικά έσαγνε οίδιος είχε και αναπαυτικές πολυθρόνες.

Εκεί λοιπόν είχε αράξει η Ελένη από τα Πηγαδάκια με τον άντρα της και τη δεκαοχτάρα κορούλα τους. Και τούτο γιατί εκείνη η κόρη πεθύμησε να φάει γλυκό και μάλιστα πάστα σοκολατίνα. Ο πατέρας δεν είχε πάρει είδηση το γιατί αλλά η μάνα ήξερε και παραήξερε αλλά έκανε τη πάπια.

"Πρέπει να έχει σκοληκοδείτη," είπε στο νοικοκύρη της όταν η κόρη έφυγε να κάνει μια βόλτα. "Είναι βλέπεις μεγάλη πιδημία , θα άκουσες βέβαια ότι πολλοί Καρυστινοί τρέχουν τον τελευταίο καιρό στην Αθήνα στα Νοσοκομεία για να τον κόψουνε! Λέω κι εγώ να δου΄με πότε θα μπορέσω να πεταχτώ κάτι μέρες να μείνουμε στην αδελφή μου και να την πάρω τούτηνε κα της τον κόψουνε οι γιατροί.Συ κοίταξε να κανονίσεις όσα μπορείς γιατί αυτά τα πράγματα θέλουνε λεφτά" 

"Καλά καλά" είπε κείνος και άλλαξε κουβέντα.

"Πρέπει και μεις να προσέξουμε τα ξινά " είπε πάλι η μάνα , "γιατί το κοριτσάκι μου από τσείνα έφαε και έπαθε ότι έπαθε. Λεμόνια, πορτοκάλια έχουνε λέπεις κουκούτσα οι πειραντάδες και ένα από κείνα έμεινε στη κοιλιά της και έγινε σκουλικουδείτης.Αμε?"

Ήξερε βέβαια η Ελένη ότι η κόρη της δεν είχε φάει από κείνα τα ξινά αλλά η φούσκωση που όλο ανέβαινε στην κοιλιά της ήτανε από τα ξινά του Γιώργη από τους Μύλους γιατί κείνα της αρέσανε πιο πολύ από τα πορτοκάλια. Που να τολμήσει όμως η μάνα να πεισ τον άντρα της τέτοιο πράγμα. Η καραμπίνα που είχε κείνος για τις μπεκάτσες κρεμούτανε επιδεικτικά πίσω από την πόρτα. Θεός φυλάξει. Έτσι λοιπόν, θα πήγαινε με την κόρη της στην Αθήνα τάχα για το σκουλικοδέιτη και βλέποντας και κάνοντας. Είχε όπως και την ίδια η Ελένη να πάει ίσαμε τους Μύλους και να κουβεντιάσει με τους γονείς του Γιώργη. "Την τύφλα στα μάτια σας" είπανε εκείνοι. "Όπως τα κανονίσατε να τα φάτε".

Με το λόγο λόγο όμως της Ελένης και την καλή προίκα που θα της έδινε, μισοείπανε το ναι με τον όρο όμως αν ο σκουλικοδείτης ήτανε αγόρι θα γινότανε ογάμος, αν όμως ήτανε κορίτσι, ας την έτριβε την κόρη και το μούλικο στη μάπα της?

Στην ώρα του ο σκουλικοδείτης  βγήκε αγόρι και τότε μάνι μάνι φτάσανε ο Γιώργης με τους γονείς του και ορίσανε τα του γάμου. Καλέσανε βέβαια ολοίσα και τον πατέρα της νύφης που για χρόνια μετά προσπαθούσε να καταλάβει πως έγινε να βγει ο σκουλικοδείτης αγόρι και να γίνει αιτία τούτο να παντρευτεί η κόρη του.

Για τον γιατρό, Δημήτρη Ασπρογέρακα. Καρυστινή

Φλεβάρης 2008





 

" Το παρτσακλό" Χρονογράφημα Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 . Το Παρτσακλό.



Όταν έφτασε καβάλα στο μουλάρι της η Σεβαστή η μαμή στο Νικάσι η, στα Καλύβια, δεν θυμάμαι ακριβώς, για να ξεγεννήσει την Παγώνα του Γιάννη , μόλις φάνηκε το μωρό έβαλε μια φωνή. "Τι καλαμοκάνι είναι τούτο μωρέ?"

Κατάλαβε όμως όντες μεγαλώσουνε γίνουνται κουκλιά και έχουνε χρυσή τύχη. Ο ουρανός κείνη την ώρα ήτανε ανοιχτός και την άκουσε. Στην αρχή κείνο το καλαμοκάνι ήτανε φτύστο και άστο στη συχασά του. Στα πέντε του χρόνια άρχισε τις σκανταλιές του. Φόρεσε μια πρωινή τα παπούτσια της μάνα του με το ψηλό τακούνι και χραπ, πάρτο κάτου με τις μύτες ανοιχτές.

Συγχίστηκε η Παγώνα, είπε να μην έσωνα να σε έκανα , και όταν κείνο πήγε στο σχολείο και μια μέρα της το φέρανε κατουρημένο, είπε πάλι τα ίδια.

Γέλια που κάνανε τα παιδιά μέσα στην τάξη όταν καλόυ καθουμένου και όπως έκανε το μάθημα η δασκάλα πετάχτηκε από το θρανίο του με φωνές.

"Κυρία -Κυρία κατουρήθηκα!"'

Τότε του κολλήσανε το παρατσούκλι, το παρτσακλό.

Έλα όμως που η προφητεία της κυρά μαμής είχε πιάσει τόπο. Στα δέκα τρία, δέκα τέσσερα, τα κανιά της μεστώσανε και το μουτράκι της Βαγγελίτσας άρχισε να γυαλίζει. Τότε ήτανε που ένα μεσημέρι γυρίζοντας από το Γυμνάσιο πια,  κάτου στο γιαλό τη συνάντησε ο Γιάννης  από τα Καλύβια. "Συ σαι μωρή Βαγγελίτσα? Πως ομόρφηνες έτσι? Πότε θα τα κουβεντιάσουμε μεις οι δυο?"

Της αρέσανε τούτα της Βαγγελίτσας και είπε. "Όποτε θέλεις. Και τώρα ακόμα αν θες" 

Ήξερε ο διάλος ότι ο Γιάννης τρία χρόνια πιο μεγάλος από εκείνη, ήτανε το μοναχοπαίδι με τους νοικοκυρεμένους γονείς. Από εκείνη τη στιγμή, ήτανε και Μάης, άρχισε το ειδύλλιο. Όταν ψήθηκε λίγο ακόμα και εκείνη ήταν στα 17 πλέον είπανε να δοκιμάσουμε αν ταιριάζουνε σε ούλα. Μετά από εκείνη την δοκιμή άρχισε να φουσκώνει η καλή μας και ένα μεσημέρι πιασμένοι χέρι χέρι ,παρουσιάστηκαν στην μάνα της.

 "Θέλουμε να παντρευτούμε" της είπανε ορθά κοφτά.

"Γιατί? " απόρησε εκείνη. "Γι΄αυτό!" είπε η Βαγγελίτσα και της έδειξε την κοιλιά της. Η μάνα δεν είπε ούτε ναι ούτε όχι,. Είπε μονάχα. " Καλά βρε διάσκαντοι. Πέστε μου μονάχα αν έχω ένα δου μήνες καιρό να σάξω τα προικιά σου μωρή και ότι πει ο Θεός. Προκάμω , η θάχω και βαφτίσια μαζί?" 

Όταν έγινε ο  γάμος οι καλεσμένοι κουτσομολεύανε. "Τούτη η πεντάμορφη νύφη είναι κείνο που λέγαμε το παρτσακλό? Μπράβο και συγχώριο νάχει η μακαρίτισσα η Σεβαστή η μαμή που την καλομοίρανε όταν βοήθησε την Παγώνα για να την φέρει στον κόσμο!"

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

"Η Αλληλεγγύη" Αφήγηση του Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

 Μάρτιος . Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ.



Ο Φλεβάρης του 1969 ήτανε πολύ ανάποδος.

Οι χιονιές και οι κακοκαιρίες έδιναν πάσα η μια στην άλλη. Έτυχε που λέτε ένα από κείνα τα κακά βράδια και μάλιστα το χειρότερο να έχω βάρδια στο Τηλεφωνικό Κέντρο. Βάρδια χωρίς αντικείμενο γιατί δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο. Όλο το δίκτυο ήτανε νεκρό κατεστραμμένο από την χιονιά από τους δυνατούς ανέμους.

Μόνος από νωρίς, χωρίς ηλεκτρικό και θέρμανση, πάλευα να σπρώξω την ώρα μέχρι τις 12 που και τυπικά έκλεινε το γραφείο και να μετρήσω τις δυνάμεις μου μήπως καταφέρω να στάσω στο σπίτι μου.

Επικοινωνία με τους πάντες, μηδέν.

Είχα όμως από πάντα την συνήθεια όταν είχε κακοκαιρία και κόβονταν οι γραμμές να βάζω βύσμα στις κυψέλες του μεταλλάκτη μήπως πιάσω επαγωγικά να προσπαθεί κάποιο τηλεφωνείο να επικοινωνήσει μετο Κέντρο μεγάλης ανάγκης.

Θάτανε ένδεκα η ώρα το βράδυ όταν στην κυψέλη του τηλεφωνείου Αγ.Δημήτριος άκουσα ένα ψίθυρο. Ήταν η κυρά Σοφία η Στέφωση που με μεγάλη αγωνία ζητούσε βοήθεια για μια έγκυο που είχε αποβάλει στον πέμπτο μήνα και κινδύνευε η ζωή της.

Πρώτη μου ενέργεια ήτανε να τρέξω μέσα στην κοσμοχαλασιά στη μαία τρία τετράγωνα πιο πέρα για να μου δώσει οδηγίες διότι δεν μπορούσε να έρθει στο γραφείο. Πήγα και ξανά πήγα εξηγώντας την κατάσταση της ασθενούς και φέρνοντας οδηγίες από την μαία χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Όταν διαπίστωσα το μάταιο των προσπαθειών μου, έτρεξα και κτύπησα την πόρτα του Αστυνομικού Διοικητή τότε του κ.Τσιφούτη που έμενε στο επάνω του μπάρμπα Αντώνη του Ζωγράφου. Η ώρα ήτανε μία μετά τα μεσάνυχτα .Όταν εμφανίστηκε ο ίδιος απορημένος στην πόρτα, του ανέφερα τις προσπάθειες μου για βοήθεια οι οποίες όμως ήταν άκαρπες. Θυμάμαι, ότι αύθόρμητα με αγκάλιασε και είπε. Μπράβο Άγγελε, έκανες πάρα πολλά. Από εδώ και πέρα αναλαμβάνω εγώ.

Ντύθηκε και τρεχάλα έφθασε στο σπίτι του αγαπητού σε όλους μας Νίκου Μπουρνουσούζη που είχε αμάξι φορτηγό. Στη συνέχεια ο Νίκος με το φηρτηγό και μαζί ο γιατρός Κυριακόπουλος αγκομαχώντας μέσα στα χιόνια έφτασαν στον Άγιο Δημήτρη παρέλαβαν την γυναίκα και την έφεραν στο Νοσοκομείο όπου της έδωσαν ότι βοήθεια χρειαζόταν. Στις τρεις , όταν με πολύ προσπάθεια και τα πόδια χωμένα στα χιόνια έφτασα σπίτι μου , η μάνα μου κλαίγοντας από την αγωνία προσευχήθηκε στη Μεγαλόχαρη που ήμουν καλά και ανάβοντας την γκαζιέρα ζέστανε νερό και βάζοντας το σε ένα μπουκάλι μου θέρμανε τα παγωμένα μου πόδια.

Στις 21 του Μάη που γιόρταζε το χωριό Άγ.Δημήτρης ήμουν και εγώ εκεί. Ένας νοικοκύρης του χωριού με πλησίασε και γεμάτος συγκίνηση μου είπε.

Χάρη σε σένα το σπίτι μου είναι ανοιχτό. Σε κερνάω ότι θέλεις.

Νάστε καλά φίλε μου, το είπα. Δεν θέλω άλλο κέρασμα. Η κουβέντα που μου είπες μου φτάνει.

Ήταν αυτό η καλύτερη αμοιβή μου για την προσπάθεια μου εκείνη την δύσκολη νύχτα. Πιστεύω ότι έτσι θα ένιωσαν και ο κ.Θόδωρος Τσαφούτης και καλός μου Νίκος Μπουρνουσούζης.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η αφήγηση του μας θυμίζει μια παροιμία που την συνήθιζαν πολύ στην Κάρυστο.

Η κουβέντα σου με χόρτασε και το φαί σου, φάτο.

Λίγα λόγια για τα Χρονογραφήματα.

 



Το χρονογράφημα είναι ένα είδος γραπτού λόγου που έχει την μαγική δύναμη να αναπαριστά εικόνες, μνήμες συναισθήματα , ήθη και έθιμα. Ανάμεσα στις γραμμές τους μαθαίνεις ιστορικά στοιχεία, σημαντικές στιγμές της περιοχής, περιγράφονται συνήθειες, επαγγέλματα και καλλιτεχνικές εκφράσεις όπως και δημιουργίες.

Το χρονογράφημα είναι ο καλύτερος τρόπος να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη ενός τόπου. Μαζί με την μνήμη ενισχύεται η ταυτότητα του, περιφρουρείται η κληρονομιά του και το δέντρο της ζωής κρατιέται δυνατά από τις ρίζες του.

Τώρα που η ζωή τα φέρνει έτσι και σε τούτο τον μικρό τόπο όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα η μνήμη του πρέπει να διαφυλαχτεί και η κληρονομιά του να δοθεί σαν αντίδωρο στους νεώτερους και όσους θα ήθελαν να την κοινωνήσουν.

Όπως όταν αγαπάς έναν άνθρωπο, δεν τον αγαπάς μόνο για την μορφή του αλλά κυρίως για τον χαρακτήρα του και όσα σας δένουν, έτσι και με τον τόπο. Τα ωραία τοπία υπάρχουν παντού, ο χαρακτήρας του όμως είναι οι άνθρωποι του και οι άνθρωποι του χωρίς την μνήμη τους δεν είναι παρά τουρίστες στον τόπο τους.

Πολλοί λένε ότι η ηλικία δεν έχει σημασία. Και όμως έχει. Η οπτική αλλάζει με τα χρόνια, το βάθος των πραγμάτων παίρνει άλλες διαστάσεις , το ποιος είσαι και πως καταλαβαίνεις την θέση σου σε αυτόν τον μεγάλο κόσμο, γίνεται όλο και πιο δύσκολο χωρίς την ιστορία σου.

Διαβάζουμε και καταγράφουμε λοιπόν την ζωή μας για να μην χαθεί και να υπάρχει η απόδειξη ότι ετούτος ο τόπος έχει τον δικό του χαρακτήρα με τα καλά του και τα κακά του.

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης. Διήγημα

 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης. Διήγημα.

 

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης.




 


 

Ήταν βράδυ. Ένα βράδυ ζεστό,σκοτεινό και υγρό με την σκόνη από την Αφρική να πήζει την ατμόσφαιρα σαν την ζαχαρόπαστα που ταίζουμε το νεαρό μελίσσι .

Έτρωγαν οι άνθρωποι την σκοτεινή ζαχαρόπαστα και γέμισαν όνειρα και ελπίδες. Η προσμονή της Ανάστασης του Κυρίου έκανε και  τις πιο κυνικές ψυχές να γεμίζουν με κάτι που έμοιαζε πίστη στο αδύνατον.

Οι δείχτες του ρολογιού έσπρωχναν ο ένας   τον άλλον να προλάβουν να φτάσουν πρώτοι στο δώδεκα όπου τα κτυπούσαν και θα σήμαιναν την Ανάσταση. Από την πολύ τους βιασύνη όμως, την ώρα που περνούσε δίπλα από το 11 ο μεγάλος λεπτοδείκτης άρπαξε το ένα και άρχισε να το τραβά μαζί του. Το άλλο ένα, έβαλε τις φωνές και εκείνη ακριβώς στην στιγμή ο χρόνος μπερδεύτηκε.

 

Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περίεργα και μαγικά πράγματα συμβαίνουν όταν μπερδεύεται ο Χρόνος.

Ο Χρόνος ο άχρονος, ο χρόνος ο άφθαρτος, ο χρόνος ο  κυκλικός, ο «εξ ου και εις ο» μπερδεύτηκε και έπιασε το νήμα του από την αρχή. Τότε που η Νύχτα και το Σκότος ενώθηκαν και από το αυγό της ένωσης τους, άνθησε  ο Έρωτας.

Ποιος ξέρει άραγε αν έφταιγε η νύχτα με την πηχτή της την ζαχαρόπαστα από αρχέγονη σκόνη? Ποιος ξέρει αν τα ουράνια ήταν ανοιχτά περιμένοντας την Ανάσταση του Κυρίου?

Ότι και αν ήταν εκείνη την στιγμή συνέβη το θαύμα και ο μικρός Έρωτας άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε με έκπληξη και δέος γύρω του.

Η καρδούλα του σκίρτησε προσπαθώντας να δει μέσα στο λιγοστό φως που έπεφτε από τις λάμπες του δρόμου μέσα από τα τσάμια του Μουσείου.

Ακίνητες μορφές τριγύρω του, αγγεία, επιγραφές και  επιτύμβιες στήλες .

Κοιτώντας καλύτερα, η ψυχή του φτερούγισε αντικρίζοντας την γνώριμη φιγούρα της Αφροδίτης.

« Θεά! Θεά μου!» ψιθύρισε προς το μέρος της με την ελπίδα να βρει μια παρηγοριά σε αυτήν την τόσο παράξενη στιγμή που δεν ήξερε ακόμα αν ήταν  ζωντανός, η κάποιο αστείο του έπαιζαν πάλι οι Θεοί του Ολύμπου.

Όμως καμιά απάντηση δεν ήρθε από το άγαλμα της Αφροδίτης που έστεκε εκεί , απέναντι του στο Καρυστινό Μουσείο.

Ο Έρωτας σιγά σιγά, κατέβηκε από το βάθρο του και τέντωσε τα χέρια του να ξεπιαστούν. Τόσες αιώνες ακαμψίας δεν θα μπορούσαν να περάσουν σε μια στιγμή και έτσι άρχισε να περπατά σιγά σιγά ανάμεσα στα εκθέματα και να διαβάζει τις επιγραφές.

«Μα που είμαι?» αναρωτήθηκε στο τέλος. « Γιατί είναι όλα μαζεμένα εδώ? Τι συμβαίνει? »

Κοίταξε γύρω του εξεταστικά και έχοντας συνηθίσει το σκοτάδι παρατήρησε ότι το κτήριο δεν ήταν σαν και αυτά που ήξερε και διστακτικά προχώρησε προς την πόρτα.

Αφού άνοιξε την μεγάλη ξύλινη δίφυλλη πόρτα κατέβηκε τα σκαλιά και κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους να μην τον δουν οι άνθρωποι που περνούσαν εκείνη την ώρα.

«Μα τι περίεργα ρούχα φορούν! Και τα κτήρια τριγύρω είναι τόσο παράξενα! Μα τον Δία, ξαναζωντάνεψα η σε λάθος πλανήτη, η σε λάθος χρόνο!»

Προσήλωσε την σκέψη του στις σκέψεις των ανθρώπων και με έκπληξη τεράστια αντιλήφθηκε ότι περίμεναν έναν θεό που δεν γνώριζε να αναστηθεί σε λίγο.

Όχι αυτόν! Όχι αυτόν, -το πρώτο φως- όπως τον αποκαλούσαν στον καιρό της παντοδυναμίας του, αλλά κάποιον άλλον.

Στάθηκε εκεί, πίσω από τον θάμνο ένας τρομαγμένος μικρός θεός, ένας και μόνος αποκομμένος από τον μεγάλο θεό Έρωτα και τις υπόλοιπες θεότητες της Αρχαιότητας σε λάθος χρόνο και λάθος πίστη.

Άρχισε να κλαίει στην αρχή σιγά σιγά και μετά με αναφυλλητά. ΄Ένα γοερό και μακρόσυρτο κλάμα με τα δάκρυα να ποτίζουν τους  φρεσκοφυτεμένους καλληστήμονες και εκείνοι αμέσως να κοκκινίζουν τα άνθη τους.

Μέσα του είχε ανοίξει ένα πηγάδι και κάθε δάκρυ ήταν σαν να έσκαβε το πηγάδι πιο βαθιά και κάθε λυγμός ήταν σαν να ήθελε να αδειάσει το πηγάδι.

Πέρασε αρκετή ώρα, η ίσως πάλι έτσι να του φάνηκε μιας και οι δείκτες ακόμα δεν είχαν συνέλθει για να πιάσουν τον χρόνο πάλι σωστά στο μέτρημα και να έλθει ξανά η Τάξη στον Κόσμο.

Στο τέλος πια, όταν το πηγάδι των λυγμών είχε αδειάσει και είχε ξεκουραστεί λίγο στο δροσερό χορτάρι σηκώθηκε είπε τα μαγικά λόγια που τον έκαναν αόρατο.

Έτσι αόρατος  ακολούθησε τους ανθρώπους προς τα κάτω στην παραλία όπου πολλοί πολλοί άλλοι ήταν συγκεντρωμένοι.

Πήγαιναν όλοι στο λιμάνι και έβλεπε τα καίκια που πλησίαζαν από μακριά. Του έκαναν εντύπωση τα φώτα, τα αυτοκίνητα, ο κόσμος που γυναίκες άντρες παιδιά, όλοι μαζί ανάκατα περπατούσαν, μιλούσαν και έτρωγαν.

«Τι περίεργο πράγματι! Πότε έγιναν όλα αυτά και κανείς από τους θεούς μας δεν τα πήραν είδηση!» Μονολόγησε ο μικρός μας έρωτας και γεμάτος περιέργεια πέταξε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, μπήκε μέσα στις κουζίνες των εστιατορίων, ήπιε νερό από τις ανοιχτές βρύσες  και στροβυλίστηκε γύρω από το κατάρτι ενός ιστιοφόρου.

Από όπου περνούσε το χαμόγελο των ανθρώπων έγινε πιο ζεστό, το φαγητό πιο νόστιμο, το νερό πιο δροσερό το κύμα πιο ήρεμο.

Για μια στιγμή, σκέφτηκε να πετάξει τα βέλη της φαρέτρας του σε μερικούς που ένιωθε ότι η καρδιά τους δεν είχε σκυρτήσει ποτέ από αγάπη αλλά δεν τόλμησε σε αυτόν τον τόσο παράξενο τόπο να κάνει τα παλιά του κόλπα.

Αντί για αυτό, πέταξε μέχρι το καίκι που πλησίαζε γρήγορα και χώθηκε στην καμπίνα του καπετάνιου.  Ο μικρός μας Έρωτας ένιωσε το Φως να τον γεμίζει μια γλύκα τόσο βαθιά όσο και τότε που για πρώτη φορά τον αγκάλιασε η Νύχτα. Ήταν σαν να άνοιξε πάλι το αυγό του και από τα τσόφλια του σκορπίστηκαν σπίθες και καύτρες μαζί.

Κοίταξε την εικόνα του Ιησού και το ιερό του Φως και τότε κατάλαβε ότι μπροστά του είχε το Φως το εντός του, την Νύχτα και το Σκότος, την Αυγή και την Δύση του χρόνου και του Σύμπαντος μαζί.

«Ήρθε τελικά αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει» είπε με ευλάβεια ο μικρούλης έρως και φτερούγησε ξανά ακολουθώντας το πλήθος των πιστών μέχρι την εκκλησία.

«Αναστάσεως Ημέρα Λαμπρηνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα» έψαλλαν οι ψαλτάδες και η χαρά πλημμύρισε την καρδιά του κόσμου.

Φτερούγισε πάνω ψηλά στις καμπάνες του Άγιο –Νικόλα και τις κτύπησε και αυτός παίζοντας με τα σκοινιά. «Μα τον Δία» είπε γελώντας στον εαυτό του. « Όλα είναι όπως πρέπει »

Το ρολόι επιτέλους ξεμπερδεύτηκε και την Τρίτη φορά κτύπησε ακριβώς 12.

«Δεύτε λάβεται Φως, εκ του Ανεσπέρου Φωτός» Βροντοφώναξε ο παπά Κώστας στην Ωραία Πύλη ενώ δεκάδες λαμπάδες υψώθηκαν σε δέηση για να μεταλάβουν το μυστήριο.

Ο μικρός Έρωτας την ίδια στιγμή, βρέθηκε πάλι πάνω στο βάθρο του με ένα αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη του.

Η Νύχτα φωτίστηκε από τα βεγγαλικά, οι κρότοι φόβισαν τα παιδιά, ευχές ειπώθηκαν και αγκαλιές άνοιξαν μα κανείς δεν κατάλαβε γιατί αυτήν την Ανάσταση όλοι ένιωσαν βαθιά μέσα στην ψυχή τους λίγες στάλες πάρα πάνω αγάπης.

 

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ όσοι διαβάσετε το διήγημα μέχρι της 12 και όσοι μετά,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ! Sofiascomments.com

Κόλλια Σοφία.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgvaZSdtyLgfl1-sUAo2mIdSr8SSIvMFX-lyE8ZlJvubWXf1wR41U2ksUHvtzha5eBTNPf_0MBkOP2uSjaFvN7EgvKdAD17TnOKKlJBRDkGiPRkeJJSgw68lYObw13Cem4eAXIuDsl1m5Y/s320/58462280_10219673571329247_4663565018590085120_n.jpg

" Είστε υγιέστατη κυρία μου"...Καρυστινό Χρονογράφημα.

 

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021 Sofiascomments.com

" Είστε υγιέστατη κυρία μου"...Καρυστινό Χρονογράφημα.

 


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgG2SFkPrr1YZCJVEVX6NA7tffWPfqfNnsME-aSECIiMODR0ZDi0jvwX87ACqpem7wZ8MPFcs6lHbCIS3Xp6-0qrH5isjBDfilPnTy7GOYK1K21Iuaod5CYGrYpNlUltb3x0mkmG_1Novc/

"Eίστε υγιέστατη κυρία μου" απεφάνθη με στόμφο ο γιατρός κουνόντας εμφατικά τα χαρτιά των του μικροβιολογικού μπροστά στα δύσπιστα μάτια της "ασθενούς" που με ανακούφιση άκουγε τα καθησυχαστικά λόγια του.

"Και τότε γιατί πονάω γιατρέ?" ήρθε η ερώτηση αβίαστα και με παράπονο συσσωρευμένο με τα χρόνια.

"Θα πονάς! Δεν φεύγουν οι πόνοι! Κάνε γυμναστική και θα περάσουν" Η βροντερή φωνή του δεν άφησε περιθώρια για περισσότερες ερωτήσεις.

"Μα συνήθως πονάω περισσότερο", απολογητικά σχεδόν συμπλήρωσε η καημένη κυρία Φώφη που τόσο πολύ περίμενε να βρεθεί μια λύση για να σταματήσουν οι επίμονες και επίπονες ενοχλήσεις όπου και αν υπήρχε άρθρωση και κόκκαλο.

Ο γιατρός σήκωσε το χέρι σχεδόν επιτακτικά   για να απαγορεύσει την κάθε ελπίδα για μια ζωή χωρίς πόνους να ξεμυτίσει,και είπε τονίζοντας τις λέξεις, "Ότι θα πονάς, θα πονάς! Αυτό δεν θα σταματήσει, απλά με τα φάρμακα δεν θα χειροτερέψει".

Η κ.Φώφη έσκυψε το κεφάλι και αν δεν ντρεπόταν τον γιατρό και την νοσοκόμα, θα άφηνε την απογοήτευση και την θλίψη της να ξεπλυθούν με τόνους δάκρυα για τα χρόνια και χρόνια πόνων και αγωνίας να βγει η κάθε μέρα μέχρι την νύχτα και μετά η νύχτα να ξημερώσει με ήπια συπτώματα η με τους πόνους να έχουν πάρει μερικές μέρες άδεια.

Και σε κείνες τις μέρες ήταν που μάζευε τις δουλειές της βαστικά και με προσύλωση όπως περιμένεις μουσαφίρη και κάνεις το παν να είναι όλα στην εντέλεια.

Η νοσοκόμα διάβασε το ΆΜΚΑ και ο γιατρός της υπαγόρευε τα γενόσιμα ενώ από τον διάδρομο το ακατάλυπτο βουιτών των επισκεπτών, των γιατρών και των νοσοκόμων έφτανε μέσα από την κλειστή πόρτα. 

Πολύς κόσμος είχε έρθει για το εμβόλιο. Εξετάσεις πρώτα, αριθμός σειράς και με μια σχεδόν εφηβική διάθεση οι γέροντες περίμεναν με συνοδό η όχι την σειρά τους. Αστεία, γέλια ,αναμνήσεις από τα φευγάτα νιάτα που ήταν σαν να ήταν χτες, -τι χτες?- Τώρα, όσο ένα άνοιγμα της πόρτας που έφερε την κ.Φώφη ανάμεσα τους με τον γιατρό να της επαναλαμβάνει ενθαρρυντικά, "Είστε υγιέστατη! Μην ανησυχείτε".

Παρηγορήθηκε η κ.Φώφη κοιτάζοντας την παρέα που περίμενε το εμβόλιο. "'Εχω ακόμα λίγα χρόνια", σκέφτηκε ενώ οι αναμνήσεις από τα οικεία πρόσωπα τους πλημμύρισαν την καρδιά της.

Γιατί, έτσι είναι, έτσι ακριβώς. Οι πιο ωραίες αναμνήσεις πλημμυρίζουν την καρδιά και έρχονται έτσι ξαφνικά τα γέλια, τα αστεία, τα πειράγματα , οι "καλές μέρες" όπου οικογένειες ανταλλάσσουν ευχές και χαιρετισμούς, φίλοι κορναρίσματα και χαρούμενα νεύματα στον δρόμο, γείτονες καλημέρες και συνταγές πάνω από φράχτες και αυλόπορτες. Όλα έρχονται έτσι ξαφνικά χωρίς να το περιμένεις και οι γέροντες μεταμορφώνονται στο πρόσωπο της ανάμνησης με τα μαλλιά τους μαύρα, το βήμα τους σίγουρο και η πλάτη τους ίσια. Η μνήμη αφαιρεί τα μπαστούνια, το τρέμουλο στα χέρια, την έκληση για βοήθεια στα μάτια και την ερώτηση, " Κάποια μου θυμίζεις,αλλά..ποια?" " Η Φώφη είμαι κύριε Λάμπρο", -"ΑΑ,παιδί μου, γέρασα και δεν γνωρίζω πια εύκολα" είπε σχεδόν απολογητικά ο κ.Λάμπρος, ενώ ήταν ολοκάθαρο ότι η Φώφη είχε μεγαλώσει και ο ευγενικός γέροντας έριξε το φταίξιμο πάνω του που δεν αναγνώρισε αμέσως την κοπελίτσα που ερχόταν στο μαγαζί του για κεντήματα και κλωστές.

Ετοιμάστηκε να φύγει, έβαλε το μπουφάν, τα γάντια, στερέωσε καλά την μάσκα πάλι στο πρόσωπο και βιαστικά έσπρωξε την μεγάλη δίφυλλη πόρτα που αντιστεκόταν στον βοριά.

Ο χειμωνιάτικος αέρας παρέσυρε τις αναμνήσεις και είπε παρηγορητικά στον εαυτό της, "Είστε υγιέστατη κυρία μου! Δεν έχετε τίποτα!" . Έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και έκανε νοερά τον κατάλογο όσων είχε να κάνει μέσα στην μέρα...

Κόλλια Σοφία.

 

Ταξικές διαφορές.

  Τι θέλεις να πάρεις.... και τι παίρνεις.....