Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

"Ο ΓΑΜΟΣ" Ένα πραγματικό γεγονός από το 1880 στα χωριά μας. Χρονογράφημα του Α.Κ στην Καρυστινή.

 

Νοέμβρης 2007 -  Ο ΓΑΜΟΣ.

 

Την βρήκαμε να κάθεται στο τζάκι της κουζίνας  της ζεματίζοντας κουκιά ξερά για να κάνει στιφάδο.

« Καλώς τους! Καλώς τους! «ακούστηκε να λέει και άπλωσε ένα σκαμνάκι να καθίσει η μάνα μας.

«Σεις παιδάτσα, βρωμοστηλάτε τσει χάμου στο ντρομίδι» Είπε και στυλοίσα σηκώθηκε, παραμέρισε στην παραδίπλα καμαρίτσα που την είχα μπαστικό και γύρισε με την ποδιά γιομάτη καρύδια και ξερά σύκα.

Τάριξε πάνου στις πλάκες της κουζινίτσας της , έφερε και μια κοταρίδα για να σπάμε τα καρύδια και μίλησε.

«Σπάστε με τη κοταρίδα τα καρυδάτσα , δάτε τσε παύτε.»

Αμέσως γύρισε στην μάνα μας σαν νάθελε να τελειώσει μια κουβέντα που από καιρό  είχε αφήσει στη μέση.

«Έτσι που λιές Κούλα! Γω, ούτε που τον ήξερα τσίνονε. Από την πρώτη μέρα μούπε η μακαρίτισσα η μάνα μου. «Πάμε μωρή στο ρέμα να κοπανίσουμε  τη βελέτζα και το ντρομίδι που τάχω σαγμένα για σένα. «Την , το πρωί, έδιακε ο πατέρας μου πάνου στα Πηδουλέικα να φέρει κάποιονε , δεν ήξερα ποιόνε. Ήξερα όμως ότι η μάνα μου πέλεισε της νομάς του νάρχει το βραδάτσι για τσείνο που της είχε πει. Νόησα ότι κάτι γινότουνε για μένα γιατί όταν πήγαμε στο ρέμα ψες , μούπε.

«Βγάλε μωρή το συντρόφι σου τσε ρίξε λίγο νερό να πλύνεις τα ποδάρια σου ίσαμε πάνου στο ρημάδι» Γω, τότες θα μέτραγα χρόνους ίσαμε 16 η 17 λαμπάδες. Νωρίς το βράδυ, ήρχε η Μακαρούνενα η νονά μου, κρατώντας μέσα σε μια πανίτικη πετσέτα  δυο κουλουρίτσες από κληματόβεργες στολισμένες πο δω πο τσει με κάτι λουλουδάτσα από μουρτιά.

Ουλοίσα ουλοίσα ήρχε τσε ο παπάς τσε από κοντά ο μακαρίτης ο πατέρας μου  με το Γιώργη τσε τη Γιώργαινα από το Πουρναράκι τσε μαζί ο γιός τους.

Τούτος θα ήτανε τριανταρισμένος τσε πρώτη φορά τον έβλεπα. Χωρίς πολλά πολλά, βάλανε πάνου σε ένα σοφρά το βαγγέλιο που είχε ο παπάς μαζί του , φωνάξανε τσε μένα που με είχε ντυμένη η μάνα μου με την καλή μου φορεσά, στάθηκε τσε ο γιος του Γιώργη δίπλα τσε άρχισε ο παπάς να διαβάζει κάτι που γω δεν ήξερα τι έλεγε.

Σε λίγο ξεδίπλωσε την πετσέτα η Μακαρούνενα, έβγαλε τις κουλουρίτσες που τις είπε στέφανα και έβαλε ένα στη τσεφαλή τη δική μου τσε ένα στο γιο του Γιώργη, τσε ο παπάς είπε.

«Στεφανώνεται η δούλη του Θεού Σοφία, το δούλο του Θεού Δημήτριο..»’Ετσι τονε λέγανε τσείνονε.

Ύστερα μας είπανε ότι είμαστε παντρεμένοι τσε να ζήσομε. Είπανε ακόμη, καλούς απογόνους. Μένα κόπηκε η χολή μου από το φόβο, γιατί μούλεγε η μάνα μου ότι άντρες κάνουνε κάτι πολύ κακό στις κόρες άμα τις βρούνε μοναχές τους τσε γω δεν ήθελα να μου κάνουνε τσείνο το κακό.

Ύστερα, αφού φάγαμε γίδα βραστή, που είχε κανωμένη  η μάνα μου, είπιανε και κρασί οι άντρες, με πήρε τσείνος τσε με πήγε στο κονάκι του. Τσει πάνου με κατάφερε τσε μούκανε αυτό που φοβούμουνα τσε να σου πω ότι τσε τώρα που είμαι γριγιά, τσε τσείνος ποθαμένος από χρόνια, ούλο το θυμούμαι ακόμα τσε ώρες ώρες το λαχταράω. Δεν ήτανε δα τσε τόσο κακό. Μακάρι τσε πούντο! Ο γάμος τούτος που είπαμε, ήτανε γινωμένος το 1880.

 

 

 

Ιούλιος 2007 – Ο ΠΑΠΑΣ

 

Ιούλιος 2007 – Ο ΠΑΠΑΣ

« Ρε!! Λάτε πάνου ρεεε!»

Η φωνή ακούστηκε κείνο το βραδάκι από το Πανοχώρι κι έφτασε ως δω κάτου στη Μουρτιά!

Την άκουσε ο Γιώργης της Βαγγέλαινας και είπε της γυναίκας του «Μωρ Κοντυλιώ, νέβα κειδά στο λιακουδάτσι και ρώτησε τους τι θέλουνε μαθές»

Ανέβηκε κείνη και με δυνατή φωνή, ρώτησε. «Ουουου! Λάτε πάνου ,πόψε έχουμε παπα!»

Τόπε κείνη στον άντρα της που αμέσως είπε. «Καιρός ήτανε δα! Να δεις που θα κάνουνε φχέλαιο να ξορκίσουνε κείνους τους πειραντάδες τους κλιέφτες που καιρό τώρα δεν έχουνε αφήσει κότα στο κοτέτσι»

Λέαμε ότι ήτανε αλιεπού αλλά τώρα τελευταία κλιέβουνε και στραβοτσέρες. Βάλε στο μεγάλο ταγάρι κάνα δυο καρβέλια που φούρνισες σήμερα και να ανηφοροήσουμε να τα βλογήσει κα ιτσίνα ο παπά Αντρέας , να πιούμε ένα ποτήρι νερό τσει πάνου τσε να καταραστούμε εκείνους τους γκιντήδες»

Σε λίγο με το ραβδί στο χέρι για τους στσύλους ανηφορίζανε για το Πανοχώρι που μένανε οι συγγενήδες τους. Όταν ζυγώσανε ο στσύλος του σπιτιού ροκάνιζε ένα τραγίσιο κόκαλο και από μέσα, ούτε παπάς ακουγότανε μουδέ λιβάνι μύριζε. Με το άνοιγμα της πόρτας τους ήρχε στα ρουθούνια κρέας βραστό που ήτουνε απλωμένο μέσα στο μεγάλο ταβά ακουμπησμένο πάνου στο σοφρά της κουζίνας.

« Κοπιάστε, κοπιάστε» είπε η νοικοκυρά του σπιτιού, και τους έφερε θρονιά να καθίσουνε. Έφερε και κρασί και ούλοι μαζί στρωθήκανε στο φαγοπότι.

 «Τι έγινε μωρέ ο  παπάς και δεν φάνηκε ακόμη? Ρώτησε.. Μην τούτυχε τίβοτα δα και άργησε? Να βγούμε λέω γω να τηράξουμε.»

«Τώραααα! Νάταν κι άλλος!» Είπε η νοικοκυρά. «Πόχε πάει καλλιά του. Καλά ήτανε . Αύριο θα δούμε πάλι πως θα γένει»

Παράξενο φάνηκε τούτου στους μουσαφιραίους αλλά επειδή είχε περάσει πια η ώρα είπανε να γυρίσουνε στην βάτρα τους και αύριο είχανε καιρό να ξαναπάνε να αναθεματίσουνε τους καταραμένους τους κλέφτες για να μείνουμε πια ανέγγιχτα τα ζωντανά τους.

Βγαίνοντας είδανε στο φως του μισοφέγγαρου κα΄τι σαν σκιάγμα. Κειδά στην αυλή περασμένο σε καλαμιά καμωμένα σταυρωτά ήτανε απλωμένο για να στεγνώσει ένα τομάρι από τράγο.

«Να μωρ Κοντυλιώ! Τώρα δω ότι πρέπει είναι τούτο για να κάνουμε τουλούμι για το τυρί μας.

Το βουτήξανε και το χώσανε στο ταγάρι τους.

Την άλλη , όταν το πήρανε για να το κουρέψουνε , να το σάσουνε τουλούμι του τυριού, είδανε ότι τα χρώματα του τομαριού ήτανε ίδια με του γκεσεμιού τους που είχανε να το δούνε από προψιές.

Τότε καταλάβανε γιατί δεν φάνηκε ο παπάς και τι ήτανε κείνο το βραστό που καταβροχτίσανε τσε πάνου στο Πανοχώρι.

Τούτες τις κουβέντες μου τις είχε ειπωμένες η θεια Σοφία η Χαρτζανιώταινα που την λέγαμε και τζακοξυλού.

Συγχωρεμένη νάναι και μεις νάμαστε καλά να πούμε κι άλλα.

Απρίλιος 2007. Σουτζούκ Λουκούμ- Άγγελος Κεκεμπάνος στην Καρυστινή

 

Απρίλιος 2007. Σουτζούκ Λουκούμ

Ήτανε εξηνταρισμένη και κάτι. Παντρεμένη από τα είκοσι έβλεπε πια τον άντρα της σαν κατουρημένο βρακί.

Βέβαια, μαζί κοιμούντανε αλλά η μόνη τους επικοινωνία ούλη την νύχτα ήτανε κάτι ομοβροντίες που ακούγονταν από τα φουρνέλα πότε κείνου ,πότε κείνης.

Κειδά όμως που ούλα ήτανε μαραμένα σαν ξεπερασμένες ξυλαγγουριές έβαλε ο διάλος την ουρά του. Της γυάλισε της Αντωνίας ένας που φαινούτανε ότι είχε ακόμη τα ζούμια του. « Βρε! Παρά ολότελα καλός κι ο Παναγιωτάτσης!»’Ετσι τον έλεγαν τούτονε και μια και κείνου η γυναίκα μια κακομούτσουνη δεν έστεκε πια ούτε στα ποδάρια της σκέφτηκε, «Βρε δε δοκιμάζω με τούτονε που μου τα ρίχνει ! Μπορεί και πάλι να μου σηκωθεί το κουράγιο μου».

Έτσι άρχισε το ειδύλλιο, ένα ειδύλλιο που ούλες τις εποχές το λένε γεροντοέρωτα και αλί και τρισαλί.

Αρχίσανε τις λιγωμένες ματιές τα ψου ψου πότε από κοντά, και πότε από το τηλέφωνο , γιατί εκείνος δεν ήταν δω χάμου και προχώραγε το πράγμα και με το νου φουντώνανε και οι ελπίδες.  «Έτσι και βρεθούμε να δεις τι έχει να γίνει!» σκέφτονταν και θυμόντανε ο καθένας τους το τι γινότανε όταν ήτανε στα νιάτα τους. Ξεχνάγανε ότι τότε τα γρήγορα όπλα ήταν σε γκράδες , ενώ τώρα οι νέοι έχουνε πυραύλους , αργογέμιστους μεν αλλά πυραύλους , ενώ οι γκράδες είναι χωμένοι μέσα στην σκουριά τους. «Να δεις τι θα σου φέρω τα Χριστούγεννα!»  της είπε μια φορά εκείνος από το τηλέφωνο, ενώ το χέρι του έψαχνε μέσα στην τσέπη του παντελονιού του. «Θα σου φέρω σουτζούκ λουκούμ και χρυσά μήλα και να χαίρεται η καρδούλα σου. Θα δεις τι μεγαλεία σου έχω!»

Λιγώθηκε κείνη από την λαχτάρα της γιατί πολύ τα άρεσε το σουτζούκ λουκούμ αλλά τα χρυσά τα μήλα! Τι ήτανε πάλι τούτο? Λες εκείνα που λιμπιζότανε στα νιάτα της να έχουνε γίνει με τα χρόνια χρυσά? Μακάρι και ποιος τη χάρη της που θα τα πιάσει και θα τα χαρεί! Τυχερή είναι που τώρα στα εξήντα της , της τυχαίνει τέτοιο λαχείο. Η καρδιά της ξαφτούραγε  από την γλυκιά προσμονή και το μυαλό της στριφογύριζε σε κείνα τα χρυσά μήλα. Όσο για τον άντρα της? Καλά να του κάνει! Όχι στην αρχή του γάμου τους και από τούτο κι από κείνα και τώρα τόσα χρόνια, γύρνα από την άλλη και ψόφα!

Ώσπου ήρθε ένα βραδάκι παραμονή στα φετινά Χριστούγεννα και η πολυπόθητη ώρα. Κοιμήσου συ! Είπε στον άντρα της , γιατί γω πάω κειδά πέρα στην θείτσα Ασπασία που είναι μοναχή της και απόψε είναι πολύ άρρωστη. Να της κάνω ένα ζεστό να πιει και να της τρίψω λίγο τα παίδια της να μολάρουνε. Αν αργήσω λίγο μην ανησυχήσεις! Θάρθω!

Σε λίγο με λαχτάρα και χίλιες προφυλάξεις μπήκε στο σπίτι του Παναγιωτάτση! Βιαστική καθώς ήτανε να δοκιμάσει το σουτζούκ λουκούμ άρχισε να ψάχνει στην θέση που συνήθως είναι κρυμμένο. Κάτι ζούφιο όμως  ήτανε κρυμμένο κει μέσα που μόλις κουνιότανε. Εβδομηντάρης βλέπεις ο νοικοκύρης του.

Ξεκούμπωσε κείνη μάνι μάνι την κρυψώνα για να δει με τα μάτια της το κελεμπούρι. Της ήρθε ταμπλάς. Αντί για σουτζούκ λουκούμ και Χρυσά Μήλα βρήκε κειδά μέσα κάτι μαραζιασμένες μασταλούδες!.

 

 

 

 

Το δώρο της Λαμπρής.Χρονογράφημα Α.Κ στην Καρυστινή.

 

Μάρτιος 2007 – ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ



Ο Μήτσος της θείτσας της Γιώργαινας από τη Λάλα είχε φύγει για την Αμέρικα από τα είκοσι  του να βρει εκεί κάτου ένα κομμάτι ψωμί, όπως έλεγε.

Αρχές του εξήντα, Μάρτη μήνα, αποφάσισε να έρθει να δει τους δικούς του πόδε χάμου. Ήτανε και ο ίδιος εξηνταρισμένος , γεροντοπαλίκαρο μεν αλλά η τσέπη του βρόνταγε από τα τάλαρα. Πόδε χάμου αλλά νοικοκυρεμένες δω κάτου στο γιαλό πια ζούσανε οι αδελφάδες του η Αγγέλω και η Σταυρούλα.

Ο άντρας της Αγγέλως είχε ένα μαγαζάκι γιατί ήτανε τεχνίτης, ενώ της Σταυρούλας  είχε μείνει ένας καλός αγρότης.

Έγκαταστάθηκε που λέτε ο Μήτσος στο ΑΚΤΑΙΟ του κυρίου Τσάρλι για να μην είναι ουλοένα μέσα στα πόδια τους αδελφούνες του. Του έφτιαχνε το πρωινό του, με το αζημίωτο φυσικά η κυρία Μέλπω και μέσα μέσα, του τρατάριζε και κανένα καφεδάκι τα απογεύματα και καλά πέρναγε.

«Ωραίο τόπο το Ελλάντα» έλεγε στον Τσάρλι, που και κείνος είχε κάνει στο Αμέρικα και μαζί με τα καζάντια του  έκανε και το Καβοντορίτικο όνομα του Χαράλαμπος, Τσάρλι.

Τέλος πάντων, ούλα καλά και ωραία αλλά έπρεπε να πηγαίνει που και που και στις αδελφάδες του γιατί καλό το φαί του Μούτση που πήγαινε το μεσημέρι βράδυ, αλλά είχε υποχρέωση να πάει και σε κείνες που τον καλούσανε για να τα πούνε κιόλας. ’Αλλωστε η τσέπη του είπαμε ήτανε γιομάτη και με το τρόπο, τους το είχε πει. «’Ηρθα να σας δω  και επειδή κανέναν δεν έχω, να σας βοηθήσω και με κάμποσα ντόλας γιατί με τους πολέμους και τις φαγωμάρες σας εντώ στο πατρίντα, έχετε μεγάλες φτώχιες.»

Γαργαλιστήκανε εκείνες , είπανε δώξασοι ο Θεός, νάτα τα απρόσμενα λεφτά και μάλιστα ντόλας. Αρχίσανε να τονε φωνάζουνε πιο ταχτικά για τραπεζώματα. Στου τεχνίτη το σπίτι εύρισκε φασουλάδες, τραχανά, άντε και καμιά πατάτα τηγανιτή. «Τι να κάνουμε Μήτσο μου? Φτώχια βλέπεις. Ρημάξανα ούλα και έχω κόρη για πατρειά». Στον αγρότη, να ο κοκκινιστός κόκορας , να τα συκωτάκια τηγανισμένα σβησμένα με ξύδι για να φχαριστηθεί ο Αμερικάνος, να το κατσικάκι φρικασέ που δεν το φτιάχνουνε στο U.S.A.

Ήρθε και το Πάσχα. Έβαλε ο αγρότης αρνί να ψηθεί στο φούρνο στο χτήμα του που είχε στον Αετό, έκανε η Σταυρούλα μαγειρίτσα και στον ταβά κάτου από το αρνί αράδιασε σειρά σειρά κληματόβεργες για να πάρει το ψητό νοστιμιά. Κρασί μπόλικο από το βαρέλι και στο κέφι πάνου, πετάχτηκε ένα από τα παιδιά του αγρότη απέναντι στο καφενεδάκι και πήρε το φωνόγραφο με το χωνί.

Μέσα στα άλλα, βάλανε και την πλάκα , «Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική» συγκινήθηκε ο Μήτσος , δάκρυσε και σηκώθηκε να πει την απόφαση για τα ντόλαρ.

Χαρήκανε οι άλλοι, είπανε βέβαια, βέβαια ευχαριστημένος είναι-δικά μας σίγουρα είναι τα λεφτά.

Ο Μήτσος όμως είπε,  «Πολύ φχαριστημένος είμαι. Σεις ντο χάμου περνάτε πιο καλά από το Αμέρικα, για τούτο λέω γκω τα τάλαρα που έχω φέρει να τα δώκω της Αγγέλως που είναι φτωχιά και που έχει κορίτσι να παντρέψει. Καλά ντε κάνω?»

Κόκαλο οι άλλοι!

 

 

 

 

 

 

"Καλοκαιρινά μεσημέρια"Χρονογράφημα του Ά.Κ. στην Καρυστινή.

 


Δεκέμβρης 2006- ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ

Έλεγα να τα κρατήσω να τα πούμε από κοντά όταν βρεθούμε. Όπως όμως έχουμε μοιραστεί σαν του λαγού τα τέκνα, ας κάνω του κεφαλιού μου να τα γράψω σε τούτο το χαρτί και ας διαβαστούνε όπου γης υπάρχουν καρυστινές ψυχές.

Καλά νάσαστε, και με το καλό νάρχεστε όσοι ήσαστε μακριά.  Ο τόπος μας σας περιμένει.

Να αρχίσω λοιπόν όπως μου κόψει. Και να πάμε τούτη τη φορά, μεσημεριάτικα στις δυο αμμουδιές. Στα γυναικεία μπάνια ίσα κάτω στην Πεταλούδα στην μικρή απόκρυφη αμμουδίτσα και μετά ολοίσα στα αντρικά, στην ψιλή άμμο.

Και νάσου την η κυρά Μαριγώ από τους Μύλους με την γαιδουρίτσα της δεμένη στην δάφνη όξω από το Μπούρτζι και κείνη με το παλιό της το βρακί να κολυμπάει ίσα ίσα που έβρεχε τα πισινά της και τα στήθια της να φουσκώνουνε λεύτερα στο πάνω κορμί της και από κάτω δεμένες με σκοινί δυο μεγάλες κολοκύθες που τις λέγαμε καρύκες να παριστάνουνε το σωσίβιο.

Πάνου από τις ακρογιαλιές η κυρά Κακαβόγιενα με τη λιγούνα στο ένα χέρι και με το άλλο να μισοσηκώνει τη φουστάνια της και να φωνάζει ώστε να την ακούνε ίσαμε τη Τζιά.

«Βασίλη! Βρε Βασίλη!! Που είσαστε βρε γοργόνια! Λάτε πάνου βρε γκιντζήδες!»

Πάμε τώρα και στην Ψιλή. Ψυχή ζώσα εκεί μέσ’στο κατασήμερο και μόνο ο Θάνος. Αν και είχε παντρευτεί από καιρό με τη Σωτηρούλα ,εν τούτοις εξακολουθούσε να κάνει το μπάνιο του όπως τον πρωτοπήγε η κυρά Μαρίκα η μάνα του όταν ήτανε μωρό. Δηλαδή, τσιτσίδι!

Οι γυναίκες που περνάγανε στο δρόμο από πάνου κάνανε τάχαμου πως δεν βλέπανε και με τα δυο τους μάτια παρά λοξοκοιτάξανε μονάχα με το ένα. Κείνου καρφί δεν του καιγότανε , παρά έκανε και τις κωλοτούμπες του προς αγαλίαση του κορμιού και της ψυχής του. Τα υπόλοιπα στην κυρά Σωτηρούλα.

Πάμε τώρα και κάτω στη αγορά , στα καφενεία της παραλίας. Στου Σαρλάνη περιμένανε το παπόρι και πιο πέρα στο Καραγιώνη η στου μπάρμπα Θοδωρή, οι εργάτες του λιμανιού και οι καπεταναίοι δροσίζονταν κάτω από τις μουριές πίνοντας ένα ποτήρι νερό από το αιγινήτικο κανάτι φερμένο από τους Κορυδαλλούς, η αν είχαν καμιά δεκαρίτσα στην τσέπη τους τραβάγανε κανένα κατοστάρι που το συνόδευαν πότε πότε με δυο ελίτσες.

Και τώρα, νάσου μπροστά μας ο φιλόσοφος ο μπάρμπα Κώστας Σπηλιώτης  με πιωμένο το κρασάκι του να τραγουδά μερακλωμένος.

«Έβγα χέστρα μου να δεις τον κατρουλή σου!»

Πιο δω, πιο δω, και μέσα στο στενό του Καραλή, στου Βαγγέλη το Γιαχνί την ταβερνίτσα, η στου μπάρμπα Δράκου, να μοσχομυρίζουνε λιχουδιές κρεμμυδάτες και σκορδάτες η και από καβοντορίτικο τσαρούχι από τους οξωτάρηδες του Κάβο Ντόρου που παρά τη φτώχια τους δίνανε ζωή στον τόπο. Να θυμηθούμε ξανά το χασάπικο του Γράτζου και το κλαρίνο του Τουρνανά, που κάθε Κυριακή μεσημέρι καιγότανε το πελεκούδι .

Τώρα , ξέρω. Θέλετε το πάρα κάτω.

Αυτό το πάρα κάτω, λέω να το αφήσω σε σας να μου το πείτε η να μου το γράψετε κι εγώ θα το χτενίσω , θα το στολίσω, και θα σας το επιστρέψω λουσάτο. Μονάχα νάσαστε ούλοι καλά, όσοι είσαστε εδώ και ακόμη καλύτερα, όσοι βρίσκεστε μακριά μας.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2021

O δράκος και ο Λιανός στην Όχη.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgmjQ1o749lXCgRhyphenhyphenBUTpJTDuMrn2pKKCm3FgbdpQugnYH5ZWuBjDV4c2Nz33XTO9GNLO2qjDVuOlzgKM6_jcO4t3d0GliaqjB_tqhHOd8GsfN8EdEkQC9fGXiwHBcE8uaU4ex18WSHGg/s320/800px-Dragon_house_oche.jpg O δράκος και ο Λιανός στην Όχη.

Μια ιστορία που την διηγήθηκε κάτοικος του Κάβο Ντόρο



Μια φορά και ένα καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, ζούσε ένας τσομπάνης ψηλά στην Όχη και το κονάκι του το είχε λίγο πιο κάτω από τα δρακόσπιτα, εκεί που ακόμα υπάρχουν τα κατάλοιπα και τα υπόλοιπα εκείνης της ζωής του.
Που λες λοιπόν, ήταν χειμώνας, έκανε κρύο και είχε ανάψει μια φωτιά να ζεσταθεί ενώ τυροκομούσε .Στην βιασύνη του πάνω όμως, του έπεσε ένα κομμάτι μανούρι μέσα στις στάχτες.
Ξαφνικά ακούστηκε ο γδούπος του δράκου που κατέβαινε από το δρακόσπιτο.
 Γκουπ, γκουπ, και ο Λιανός ,-αδυνατούλης όπως ήταν και για αυτό άλλωστε έτσι των έλεγαν, - άρχισε να τρέμει για την αναπόφευκτη συνάντηση του με τον δράκο.

- Τι κάνεις εδώ?
Ακούστηκε ο δράκος και το κτύπημα του ταρακούνησε όλο το μαντρί.
- Tίποτα, τίποτα! Εδώ τις δουλίτσες μου... Είπε τρομοκρατημένος ο Λιανός.
- Δεν πέφτεις στα γόνατα? Δεν φοβάσαι? Για κοίτα εδώ πως διαλύω την πέτρα!

Και παίρνει μια πέτρα , την σφίγγει στην χούφτα του και η πέτρα διαλύθηκε σε πετραδάκια.

Ο Λιανός θυμήθηκε τις ιστορίες των μεγαλυτέρων, για το ότι δηλ, ο δράκος μπορεί να ήταν δυνατός αλλά στο μυαλό τον νικούσες εύκολα αν δεν άφηνες τον τρόμο να σε καταλάβει, και αστραπιαία βάζει το χέρι του μέσα στις στάχτες, αρπάζει το μανούρι  που είχε πέσει εκεί, στυλώνει τα πόδια στην γη με δύναμη και απλώνει το χέρι του μπροστά στα μάτια του δράκου ενώ το έσφιγγε στην χούφτα του και η ζάρα άρχισε να τρέχει μέσα από τα δάκτυλα του.

-" Kοίτα!" . Του λέει ο Λιανός, "Εσύ , ολόκληρος δράκος την κάνεις πετραδάκια αλλά εγώ την στύβω την πέτρα και είμαι μια σταλιά άνθρωπος! Φύγε και μη σε ξαναδώ στα μέρη μου!

Ο Δράκος τρόμαξε από την δύναμη του Λιανού, και με βήματα πίσω έφυγε τρομοκρατημένος για την άλλη μεριά του βουνού.
Από εκείνη την ημέρα μέχρι και σήμερα δεν τον ξαναείδε κανείς, αλλά ο Λιανός πέρασε την ιστορία του και την μαθαίνουμε μέχρι και σήμερα και θαυμάζουμε την εξυπνάδα που νικά την δύναμη και τον φόβο του δράκου.


Σημείωση
Μανούρι, είναι το τυρί στην αρχή του, πριν να ψηθεί,
ζάρα είναι το υγρό που βγάζει το τυρί.

Aυτή η ιστορία έχει μεταφερθεί προφορικά από πολύ παλιά και την γράφουμε για να μείνει να θυμίζει τους θρύλους και τις ιστορίες που έλεγαν και πίστευαν οι άνθρωποι της υπαίθρου της περιοχής.


Μια ιστορία του πως έφυγαν οι Εβραίοι από την Κάρυστο.

 



Είναι γνωστό ότι κάποτε είχαν έρθει Εβραίοι για δουλειές στην Κάρυστο και είχαν καταστήματα στον κεντρικό δρόμο που τώρα ακόμα τον λέμε Οβρέϊκα.
Ο πιο λογικός λόγος που έφυγαν, θα ήταν ότι πολύ απλά ο κόσμος ήταν φτωχός και δεν ήταν τα κέρδη τα αναμενόμενα, αλλά η φαντασία δημιουργεί ιστορίες και δικαιολογίες προς το συμφέρον των Καρυστινών.

Έτσι λοιπόν υπάρχει μια ιστορία που λέει ότι όταν ήρθε ένας Εβραίος με το γαϊδούρι του φορτωμένο πράγματα και έναν κόκκορα ,σκέφτηκε να δοκιμάσει την εξυπνάδα ενός παιδιού για να κρίνει και ανάλογα , το ευρύτερο κοινό και να ξέρει το πως θα συμπεριφερθεί.

Αφού ξεπέζεψε, φώναξε έναν πιτσιρικά και του έδωσε λίγα χρήματα. Με αυτά τα λίγα χρήματα όμως, του ζήτησε να του φέρει τροφή για αυτόν, για τον γάϊδαρο και για τον κόκορα.

Εντάξει είπε ο μικρός και έφυγε για την αγορά. Κάθισε ο Εβραίος να ξεκουραστεί και περίμενε με αγωνία να δει τι θα του φέρει ο μικρός.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο μικρός γύρισε με ένα καρπούζι.
Με έκπληξη  τον ρώτησε, πως σκέφτηκε ότι το καρπούζι θα έλυνε το πρόβλημα του και ο πανέξυπνος μικρός του απάντησε ότι αυτός θα έτρωγε το μέσα, ο γάϊδαρος τα φλούδια και ο κόκορας τα κουκούτσια.
"Δεν είναι για μένα αυτό το μέρος", μονολόγησε ο Εβραίος. " Aφού και ένα παιδί μπορεί να σκεφτεί έτσι, φαντάσου πως το σκέφτονται οι μεγάλοι!". Τα μάζεψε λοιπόν , φόρτωσε τον γάϊδαρο πάλι, πήρε και το κόκκορα και ξαναμπήκε στο καϊκι για την Ραφήνα.


Ταξικές διαφορές.

  Τι θέλεις να πάρεις.... και τι παίρνεις.....