Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

Σεπτέμβρης 2005. Ο ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΑΤΣΗΣ.Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 


Σεπτέμβρης 2005. Ο ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΑΤΣΗΣ.

Τούτα που θα σας ιστορήσω σήμερα, μου τα είχε ειπωμένα η μακαρίτισσα η μάνα μου πολλά πολλά χρόνια πριν.

Όταν συγύριζε λέει το νοικοκυριό της οι γειτόνισσες που τη βλέπανε την πειράζανε λέγοντας την.»Ποιον περιμένεις κυρά Κεκεμπάνενα? Τον κυρ Γιαννάτση?»

Ήτανε τα χρόνια που ακόμα έλαμπε το φωτεινό άστρο και η δόξα του ποθαμένου πια  Βενιζέλου και που ο μπάρμπα Λιας σεργιάνιζε  τις προβατίτσες του για να βοσκήσουνε τις χορταριασμένες γειτονιές για να καταλήξει στην λάκα, γύρου από το σπίτι της Σκορδίλενας. Ξάπλωνε όπως ήτανε μέσα στη χιλιομπαλωμένη βάρκα του και το τζακό του από πάνου σύριζα στο μαντρότοιχο και όσο οι προβάτισες του βόσκανε εκείνος έπινε το κρασάκι που του πρόσφερε η νοικοκυρά του σπιτιού που ποτέ δεν της έλειπε.

Κι εκείνος της γιόμιζε ένα μπρακάτσι φρέσκο γάλα από το οποίο έφτιαχνε η αρχόντισα μια κρέμα προσώπου και χεριών που θα την ζηλεύανε και τα καλλυντικά. «Το καλλόν». Έβαζε ένα φλιτζάνι του καφέ γάλα, το χυμό ενός λεμονιού , μια κουταλίτσα του γλυκού γλυκερίνη και συμπλήρωνε με κάμποες σταγόνες κολώνια. Τα ανακάτευε καλά καλά και νάτο το φτιασίδι. Τα παιδιά της γειτονιάς πειράζανε το γέρο βοσκό φωνάζοντας « Ο Βενιζέλος πέθανε κι άφησε διαθήκη  και άφησε τον μπάρμπα Λιά ν αδειάζει το καθίκι. Τ’ ακουσες μπάρμπα Λια?» «Της μάνας σας τα κωλιά» απάνταγε τούτος κα ιέριχνε κανα δυο φάσκελα. Μετά, συνέχιζε το ραχάτι του.

Ξεμακρύναμε όμως, ας γυρίσουμε στον κυρ Γιαννάτση. Είχε έρθει που λέτε λίγα χρόνια πριν , από την Αίγυπτο. Λέγανε ότι δούλευε στον Κότσικα και ότι ο καλός τούτος πατριώτης όταν έφυγε από την δουλειά του για νάρθει πάνου , τον γιόμωσε αιγυπτιακές ολόχρυσες λίρες. Τι γίνηκαν όλα αυτά τα λεφτά, άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι ο κυρ Γιαννάτσης έμενε σε ένα φτωχικό σπιτάκι και έφερνε βόλτα στις γειτονιές.  Άμα έβλεπε καμιά νοικοκυρά της έλεγε  ότι μονάχα εκείνη αγάπαγε τόσο πολύ την λάτρα του σπιτιού της. Τόση καθαριότητα και αρχοντιά, καμιά άλλη.

Κολακευμένη εκείνη τον φίλευε ότι είχε πρόχειρο στο σπίτι. Ψωμί, τυρί ελιές, και στην εποχή του, λουκάνικο. Έτσι πέρναγε τον καιρό του χωρίς να ξοδεύει δραχμή.  Τα ρούχα του ήταν παλαιομοδίτικα και χιλιομπαλωμένα ,έπεφταν από πάνου του και τα παπούτσια του γέμιζαν φόλες από τον μπάρμπα Παράσχο τον μπαλωματή στην γωνίτσα κειδά στα Τρανωρέικα.

Κάποτε, αν και δεν ήτανε πολύ γέρος, ψόφησε. Ένας γείτονας μίλησε στον παπά Βαγγέλη και μαζί τα κανονίσανε. Τον ερίξανε μέσα στον κρέβατο και τρεχάλα τρεχάλα τον παραχώσανε σε μια ακρίτσα πίσω από τον Άι-Γιάννη. Όταν γύρισε ο γείτονας είπε να ρίξει μια ματιά στην βάτρα του μαγκούφη. Κάτω από το κρεβάτι του ανακάλυψε ένα πήλινο καθήκι σκεπασμένο με μια βρώμικη λινάτσα. Για να μη βρωμάει ο τόπος το πέταξε ολοίσα στην αυλή και τότε ακούστηκε ένα ευχάριστο ντριν ντριν ντριν. Κοίταξε ο άνθρωπος και τι να δει? Όξω στην αυλή σκορπισμένες δώθε κείθε λαμπιρίζανε ίσαμε δυο οκάδες ολόχρυσες αιγυπτιακές λίρες. Τις μάζεψε με προσοχή μια μια σε μια σακουλίτσα και τις μετέφερε στο σπίτι του. Από τότε πέρασε ζωή χαρισάμενη, ενώ εκείνος που τις είχε δουλέψει λαχτάρησε από την τσιγκουνιά του της ψείρας το ζουμί. Ξέρω, θα μου πείτε, και σήμερα τέτοιους έχουμε..συμφωνώ.

 

 

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

Μάρτιος 2006 – ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΠΟΥΛΙ. Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή

 

Μάρτιος 2006 – ΤΟ ΑΡΡΩΣΤΟ ΠΟΥΛΙ

 

«Σούφερα μωρή ένα κοκοράτσι να σάσεις μαζί με κουρκουμπίνες να περάσετε τώρα τις απόκριες. Όχι ούλο, χασάπικο κρέας γιατί θα πιάσει καμιά τριτσάνα».

Αυτά είπε στην κόρη της η θείτσα από το χωριό όταν κατέβηκε να την δει κειδά κοντά στα Πηγαδάκια.

Τόδεσε κόμπο η κόρη και δυο μέρες προτού την τελευταία Αποκριά, τόσφαξε  και το έβαλε στο ψυγείο να σιτέψει. Τότε ήρθε και το τηλεφώνημα από την κουμπάρα της από την Αθήνα.

«Μονάχοι είσαστε, δε ρχούσαστε πέρα να αποκρέψουμε μαζί πούμαστε τσε μεις μόνοι μας?» ‘Άλλο που δεν ήθελε η Ελενίτσα. Έψησε και το Γιώργη της και παραμονή τελευταίας Αποκριάς με τον κόκορα στην τσάντα ξεκίνησαν για την Αθήνα. Φάγανε, ήπιανε το βράδυ και κει ο Γιώργης  είπε. «Βρε! Δε πάμε όξω να πιούμε ένα ουίσκι κάτου στο Ρέμο να ξεσκάσουμε?Σαρακοστή πιάνει από αύριο και τέρμα ούλα»

Τόπανε τα’αποφασίσανε και νάσου στο Ρέμο. Στο δεύτερο ποτήρι έσκυψε η κουμπάρα και είπε σιγά στο Γιώργη. «Τι Σαρακοστή μου λες κουμπάρε? Ο κουμπάρος σου έχει Σαρακοστή απ τα Χριστούγεννα. Δεν έχει τη λεβεντιά τη δική σου!» Ταταρώθηκε ο Γιώργης, του άρεσε η κουβέντα τούτη. Την κοίταξε με νόημα και μπήκε σε σκέψη. Έπρεπε να τελειώσει την κουβέντα αυτή και μάλιστα με έργα. Πεταχτούλα ήτανε η κουμπαρίτσα του ήξερε ότι βραδιές βραδιές  που ο κουμπάρος του είχε νυχτερινή βάρδια , έμενε ολομόναχη στο σπίτι. Τώρα τι γίνεται?

Με το που πάτησαν το πόδι χάμου έπεσε σε βαθειά συλλογή. Πώς την κοπανάνε τώρα  πότε πότε?

Τι έχεις? Τι έπαθες? Τον ρώτησε η δική του όταν τον είδε σκεφτικό. Τότε, τούρθε η ιδέα.

Τον τελευταίο καιρό , της είπε, δεν είμαι καλά. Λόγω της Σαρακοστής δεν έδωσες σημασία γιατί νομίζεις ότι νηστεύω. Έπεσες όξω. Θυμάσαι, που όταν έσφαξες τον κόκορα μου τον έδωσες μετά να τον μαδήσω?  Ολοίσα μετά εγώ πήγα προς νερού μου. Φαίνεται όμως ότι αυτό το καταραμένο πουλί είχε αρπάξει τη χλιμπάζα και τώρα, τι να σου πω! Μου κόλλησε και μένα το που πέντε νου ενιά.

Αλίμονο και τρισαλί μου! Έσκουξε εκείνη. Να πας αμέσως στο Νοσοκομείο να τηραχτείς!

Τι λες Λένη? Της είπε. Ποιο Νοσοκομείο? Δω, πρέπει να με δει γιατρός βαρβάτος και μήπως πάνω και όξω, κατά Αγγλία μεριά!

Να πας! Να πας! Είπε εκείνη. Δόξα τω Θεώ λεφτά έχουμε! Να κοιτάξεις την υγεία σου και να γιατρέψεις κείνο το είδος γιατί το χρειαζόμαστε.

Πήδηξε ο Γιώργης απ την χαρά του και βγήκε πιο πέρα για να μιλήσει στο κινητό.

Σύσαι κουμπάρα? Πότε έχει νυχτερινό ο κουμπάρος? Την Πέμπτη? Από νωρίς θάμαι εκεί!

Άρχισε το πέρα δώθε ο ασθενής, πήγαινε σε κείνοντε το γιατρό ούλη νύχτα αλλά το που πέντε νου ενιά δεν έλεγε να θεραπευτεί.

Αντίθετα, όταν γύριζε, ήτανε ακόμα πιο πεσμένο.

Κάνε υπομονή! Τούλεγε η Ελένη. Σιγά σιγά, με τον καιρό, θα ξαναγιάνει. Φτάνει που το πρόφταστες καημένε μου!  Κάποια μέρα, με τα φάρμακα που υπάρχουνε θα ξαναζωντανέψει , νάχω και γω η μαύρη κάτι να χαίρομαι!

 

 

 

"Πνίξαν το κουνέλι" Χρονογράφημα Α.Κ. στην Καρυστινή.

 


Δεκέμβρης 2005 -  ΠΝΙΞΑΝ ΤΟ ΚΟΥΝΕΛΙ!!

Το σπίτι τους ήταν απέναντι στην πίσω μάντρα του τότε Γυμνασίου που το αφανίσανε η τύφλα και η μούτζα των πάντα ανόητων υπευθύνων  του τόπου μας. Παιδιά, σκυλιά δεν είχανε. Είχανε όμως μέσα στα καλυβάτσα τους δίπλα στη πλακόστρωτη αυλή, κότες και κουνέλια.  Η μεγάλη χαρά των νεαρών της εποχής γιατί κάποιοι που θέλανε μεζέ αρπάζανε εν τω μέσω της νυχτός ένα κουνέλι η μια κότα, το καθαρίζανε και μετά το παραδίνανε στον μπάρμπα Γιώργη το βαρελά.

Το έφταχνε εκείνος κοκκινιστό με μπόλικες τηγανιτές πατάτες και τούτοι οι μούλοι το καταβροχθίζανε και κατεβάζανε αρκετή ρουφοξυδιά που τους σέρβιρε στην ταβέρνα του.

Μετά, ανά τας οδούς και τα ρύμας κανταδίτσα «μπάρμπα Γιάννη με τις στάμνες ..»

Μια φορά που λέτε, ένα από τα κουνέλια μισοπνιγμένο όπως ήτανε ξέφυγε από τα χέρια του απαγωγέα του και μέσα στο σκοτάδι τρύπωσε σε μια γωνιά.

Εκεί το βρήκε την επομένη η νοικοκυρά του και έβαλε τις φωνές. «Που θα μου πάτε κλεφτρόνια .Δεν θα σας πιάσω?Ολοίσα θα πάω στον Γυμνασιάρχη να τους καταγγείλω».

Έτυχε τώρα εκείνη η νοικοκυρά να έχει μπροστά στο δρόμο μια καμαρίτσα που επειδή δεν φτάνανε οι κάμαρες του σχολείου για όλους τους μαθητές την νοικιάζανε και κάνανε μάθημα , η τάξη με τους λιγότερους.

Στις διακοπές των Χριστουγέννων ξεχάσανε να την κλειδώσουνε και ένα από εκείνα τα αλάνια το πήρε είδηση. Είπε λοιπόν της καλής του, να τρυπώνουνε κειδά μέσα για να λένε για τις αγάπες τους κρυφά από τα κακά μάτια και προφυλαγμένοι από τη βροχή και το κρύο.

Παραμονές Πρωτοχρονιάς του μήνυσε εκείνη η τσαπερδόνα του αγοριού της , ότι η μάνα της θα έκανε κουραμπιέδες και μελομακάρονα το απόγευμα προς το βραδάκι και εκείνη θα τα κουβάλαγε στο φούρνο του Βαγγέλη που ήτανε στη γωνίτσα. ‘Αμα ήθελε ας πήγαινε κείνος στην κρυψώνα τους και ώσπου να ψηθούνε τα γλυκά θα είχανε καιρό να πούνε τα δικά τους. Έτσι και έγινε. Η νοικοκυρά όμως , όλο είχε στον νου της να πιάσει τον κλέφτη των κουνελιών.

Κείνο το βραδάκι καθώς γυάλιζε τους τετζερέδες για να τους βάλει στο ράφι γυαλισμένους για τις χρονιάρες μέρες πήρε το αυτί της κάτι άχ ,βαχ, που έρχονταν από την μεριά της καμαρίτσας.

«Επιτέλους τους έπιασα!»  είπε. Πήρε το φακό και όρμησε κατά κει. Με αυτά που είδε της έπεσε ο φακός απ τα χέρια.

«Τι είναι?! Τι έγινε?» Ρώτησε ο νοικοκύρης που έτρεξε να βοηθήσει. «Πνίξανε το κουνέλι?»

«Ναι!» είπε εκείνη ξεψυχισμένη! «Τώρα το πνίγουνε! Μη πας όμως κοντά να δεις , γιατί τέτοιο κουνέλι εμείς ούτε να το δούμε μπορούμε πια, ούτε και να το πνίξουμε!»

 

Γενάρης 2006- Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ. Χρονογράφημα του Α.Κ. στην Καρυστινή

 

 

Γενάρης 2006- Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

 


Όταν η κυρά Βαγγελίτσα είδε ξανά και ξανά το Νικολή της Κατίνας από τις πάνου γειτονιές του μεγάλου Δημοτικού σχολείου να έρχεται πόδε κάτου στο σπίτι της ότι μαθές του έκανε ωραίο καφέ, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ερχότανε σαν γαμπρός για την κόρη της.

Βέβαια, τούτος ήτανε πέντε έξη χρόνια πιο μικρός από τη δική της αλλά τι πείραζε?

Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά .Στο κάτου κάτου είχε ακουστά  ότι με τον καιρό ο καινούργιος κουβάς του πηγαδιού χαλάει ενώ τα πηγάδι είναι πάντα στη θέση του.

Έτσι και τούτη. Μονάχα ένα δεν μπόρεσε να χωνέψει. Πως γινότανε δα και μόλις ερχότανε ο Νίκος, σε λίγο τσουπ τσούπ,  ερχόταν και η ανηψιά της, η κόρη της αδελφής της για να ρωτήσει τάχα τη ξαδέλφη της κάτι για τα μαθήματα της.

Τούτο η Βαγγελίτσα δεν το πήρε με καλό μάτι αλλά πάλι είπε μωρέ, κατούρατο το νιάνιαρο! Που ξέρει τσείνο από άντρες και παντρειές!

Νάσου λοιπόν περιποίηση στο γαμπρό, νάσου τρατέμαντα. Ο καιρός όμως πέρναγε, και κείνος δεν έκανε κιχ. Η κόρη έσαγνε τα προικιά της και κάθε βράδυ, έβλεπε τον Νίκο στον ύπνο της. Μια μέρα, ξύπνησε αγκομαχισμένη και έπιασε τη μάνα της από τα μούτρα. «Δεν αντέχω άλλο! « της είπε. « Πότε θα γίνω νύφη? Αφού ντρέπεται να με ζητήσει, να πας εσύ, να τον ζητήσεις από την μάνα του. Όχι να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια. Εγώ τόνε θέλω και πρέπει τούτη η ιστορία να τελειώσει μάνι μάνι.»

Τόπε το ξανάπε, αποφάσισε η Βαγγελίτσα να πάει στο σπίτι της Κατίνας να κουβεντιάσουνε και να κανονίσουμε τα του γάμου.

«Καλώς τηνε , καλώς τηνε,» είπε εκείνη μόλις την είδε. «Είπα τσε γω, πως άργησε μαθές η Βαγγελιώ να κάνει κατά πάνου. Κάτσε να σε κεράσω που έχω τώρα δα σαγμένο γλυκό κυδώνι να πιείς ένα νερό τσε να τα πούμε.»

Καταχάρηκε η μουσαφίρισσα. Εδώ τον έχω το γαμπρό, σκέφτηκε και έτριψε τα χέρια της  από χαρά.

Μετά τα κεράσματα και τις ευχές για τα στεριώματα των παιδιών, άρχισε να ιστοράει της κόρης της. «Νοικοκυρά, πρώτης γραμμής, με την προίκα της και πάνω απ΄ούλα, αντρικό χέρι δεν την έχει αγγίξει» Είπε , είπε , μάλλιασε η γλώσσα της. Η άλλη άκουγε χωρίς να μιλάει. Σε μια στιγμή, αποφάσισε να ανοίξει το στόμα της.

« Αχ Βαγγελιώ μου!» της είπε. «Μου θύμισες την ιστορία της κουκουβάγιας  πως μονάχα κεινής το παιδί ήτανε το πιο όμορφο. Ο Νικολής μου όμως, καλή του ώρα , τάχει σαγμένα με την ανιψιά σου , την κόρη της αδελφής σου. Για κείνο σου ρχότανε  και ξαναρχότανε σπίτι σου για να τη βλέπει και να καταφέρουνε να σε στείλουνε για προξενήτρα.»

«Ας είναι! Έπεσε λάδι μέσα στο τσουκάλι σου. Έτσι κι έτσι, συμπεθέρα θα σε ανεβάζω, συμπεθέρα θα σε κατεβάζω. Καλά να είναι τα παιδιά και στο γάμο τους θα βάλουνε το κορίτσι σου πρώτο στο χορό, μήπως ξεστραβωθεί κανένας να την πάρει προτού ξεπεράσει κατά κλά γιατί τα χρόνια περνούνε γλήγορα.

Η άλλη της ήρχε να πέσει ξερή. Πήγε για μαλλί και έφυγε κουρεμένη. Και μονάχα η ιστορία με την κουκουβάγια της έμεινε στο μυαλό  καθώς το σκεφτότανε φεύγοντας.

«Καλά να πάθω!!»μονολόγησε. « Νόμιζα πως ήρχε η ώρα για το στσάζαρο το δικό μου όμως η τύχη κοιτάζει καλύτερα από μένα και ξέρει σε ποιον θα πέσει. Το λένε κιόλας. Οι μικρούλες και τρελλές, έχουν τις τύχες τις καλές!»

 

 

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Σεπτέμβρης 2007 – Ο ΚΩΣΤΑΣ Ο ΦΡΥΓΑΝΙΩΤΗΣ.

 

Σεπτέμβρης 2007 – Ο ΚΩΣΤΑΣ Ο ΦΡΥΓΑΝΙΩΤΗΣ.

Λίγοι θα θυμούνται σήμερα τούτονε τον άνθρωπο. Μπορεί και κανένας. Ήτανε κατά την εκτίμηση κείνης της εποχής ένα φαιδρό πρόσωπο κατάλληλο για να το περιγελούνε τα παιδιά και να το εμπαίζουν οι μεγάλοι.

Ο Κώστας από το Φρύγανι. Ο αφελής Κώστας. Πίστευε ότι η γη είναι δημιούργημα του Θεού και κείνος πλάσμα του που είχε δικαίωμα να ζήσει πάνω του.

Αμ δε! Η κοινωνία πριν λίγες δεκαετίες ήτανε σκληρότερη από τη σημερινή και δεν δεχόταν  άτομα με ειδικές ανάγκες ανάμεσα τους. Ας μιλήσουμε όμως για τον Κώστα.

Με την αφέλεια σύντροφο ξεκίναγε όποτε τον βόλευε από το χωριό του το Φρύγανι, και ποδαρόδρομο έφτανε ότου του έκανε κέφι,η όπου , τούδιναν ένα κομμάτι ψωμί.

Ξενύχταγε όπου τον έπιανε η νύχτα, σε σπίτι αν του άνοιγαν , σε καλύβι, μαζί με τα ζωντανά, η και έξω στην ύπαιθρο  αν ο καιρός το επέτρεπε.

Έτυχες λοιπόν, μια φορά για να πούμε και τις αφελείς αδυναμίες του, να του αρέσει μια κοπέλα.

Πως σε λένε? Τη ρώτησε. Είπε εκείνη το όνομα της ψεύτικο βέβαια, και του είπε που είναι το σπίτι της, πάλι ψεύτικο. Όταν λοιπόν, ξανακατέβηκε πήγε σε εκείνο το σπίτι που έμενε, όμως ήτανε μια γριά μονάχη.

Μη ξεχωρίζοντας τα νιάτα από τα γεράματα και γιομάτος χαρά που συνάντησε την καλή του, άρχισε να της λέει λόγια αγάπης στην γριά και μετά να την χαιδολογάει.

Τούρκα η γριά, άρπαξε το φουρνόξυλο και τον κυνήγαγε στους δρόμους προς μεγάλη τέρψη όσων παρακολούθησαν τη σκηνή.

Άλλη φορά, νύχτωσε όξω από το σπίτι του Κώστα που με την Κώσταινα του μαζί, πούλαγαν όσο καιρό υπήρχαν , φασκόμηλο ρίγανη και τσάι του βουνού.

Τι σπίτι τούτων δω, ήτανε στα Καλύβια, και κει τον είχε φέρει ο δρόμος του.  Του ανοίξανε οι αγαθοί εκείνοι άνθρωποι να ξενυχτήσει κοντά τους.

 Όταν λοιπόν ξάπλωσε κείνο το ζευγάρι στο στριποδένιο κρεβάτι  με το αζυρένιο στρώμα για να κοιμηθεί, χώθηκε τούτος κάτου από το κρεβάτι και τόβρισκε σε γούστο να τσιμπάει πότε με το ένα , πότε με το άλλο χέρι το πισινό πότε του ριγανά και πότε της ριγανούς.

Σαστισμένοι εκείνοι, νομίζοντας ότι έκανε ο ένας στον άλλον, ερωτικό προσκλητήριο  και τσίμπα τσίμπα αναχαντρώσανε και μπήκανε και στην πράξη.

Σκεφτείτε όμως τι ταμπλάς τους ήρχε όταν σε μια στιγμή είδανε τον Κώστα το Φρυγανιώτη πάνου από το κεφάλι τους να τους λέει.

Καλό ε? και να είναι σκασμένος στα γέλια.

Αυτά είναι λίγα από τα αφελή χουνέρια που έκανε.

Είπαμε όμως ότι η κοινωνία τότε ήτανε φτωχή και η φτώχια την έκανε σκληρή. Σε δύσκολες μέρες δεν υπήρχε πια κομμάτι ψωμί για τον Κώστα. Τον είχανε δει να βόσκει χορτάρι όπως τα πρόβατα.

Μερικοί είπανε πως είχε τρελαθεί.Τον πήραν και τον στρίμωξαν σε ένα από κείνα τα αθλιότατα τότε ιδρύματα για ψυχοπαθείς. Και μέσα έλειπε από τον Κώστα, το πολυτιμότερο αγαθό που απολάμβανε. Την ελευθερία.

Μια νύχτα, έκοψε μια λουρίδα από το σεντόνι του την έδεσε στο λαιμό του και έδωσε τέρμα στην βασανισμένη του ζωή. Η κοινωνία λυπήθηκε για μια στιγμή, και μετά άρχισε να γελάει ξεκαρδιστικά ενθυμούμενη μόνο τις γκάφες που είχε πάθει τούτος από την αφέλεια του.

Πιστεύω όμως πολύ, ότι ο Μεγαλοδύναμος, θα τον έχει κάπου κοντά του.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΕΚΕΜΠΑΝΟΣ.

Δεκέμβρης 2008- ΤΟ ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟ

 

Δεκέμβρης 2008- ΤΟ ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟ

 

«Ή έρμη και η σκότεινη!!

Η Παγώνα από τα Αντιά σκέφτηκε  με σκάση την αξαδέλφη της πέρα στα Ματσουκέικα που θα πέρναγε μονάχη της τα Χριστούγεννα.

Είχε χηρέψει από τρείς μήνες τώρα και από τότε μάτι δεν την είχε δει στη πόρτα της. Βέβαια, τσείνος ήτανε μεγάλος. Πες γέρος για την Μαριγώ, αλλά να την αφήσει και χήρα μετά από ένα χρόνο γάμου , πάει πολύ.

Στο κάτου κάτου ήτανε ανάγκη να φάει από κείνα τα φαρμακόχορτα μαζί με τα βλίτα και να τεζάρει στο πι και φι!? Τώρα τι θα κάνει η χήρα του, νέα γυναίκα!?

Δωνά, που τα λέμε, κείνα τα φαρμακόχορτα, κείνη τα μάζεψε κείνη του τα μαγείρεψε! Λες μωρέ? Ας μην κολαστώ μέρες πούναι , σκέφτηκε.

Ανήμερα Χριστούγεννα, το μεσημεράκι, έβαλε στο ταγάρι της ένα λοκάνικο , μερικές χοιρινές μπριτζόλες  και ένα καρβέλι  και ξεκίνησε για την ξαδέλφη της.

Όταν ζύγωσε ξαφνιάστηκε. Τι κάκανα ήτανε τούτα που ακούονταν από την κάμαρα της καψερής και τι μυρουδιές από ψημένα κρέατα!?

Μήπως λωλάθηκε από την στενοχώρια?  Ήμαρτον Κύριε!

Άνοιξε με θάρρος την ξεκλείδωτη πόρτα και μπήκε. Η ξαδέλφη της με το μεσοφούστανο γερμένη πάνου στο κρεβάτι και ένας νέος άντρας που θυμήθηκε ότι τον είχε δει στο πανηγύρι του Κομήτου το περασμένο Καλοκαίρι , πότε γύριζε τις μπριτζόλες να ψηθούν στη χόβολη, πότε ζύγωνε τη χήρα με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.

Κοκκαλώσανε μόλις την είδανε, αλλά η Παγώνα ζάβωσε .

Τι είναι τούτα μωρή? Ρώτησε.

Θαρρετά η άλλη την αποπήρε. Σουτ ! μωρή! Είναι αερικό, τσιλικροτό! Μη λες πολλά γιατί θα σου πάρει τη λαλιά! Κάτσε να σου πω τι έγινε! Τι λαχτάρα έπαθα η έρμη! Ψες, είπα , μέρες πούνε να λουστώ τσε να αλλάξω , παρά την ώρα που έσαγνα τη κοτσίδα μου στο γυαλί, ακώ μια φωνή να λέει. « Λούζεσαι χτενίζεσαι και στο γυαλί γυαλίζεσαι! Πόθανε ο Χρήστος του άλλονε θα πάρεις!»

Μούρθε ζάλη σαν τ’  άκουσα . Τηράω τσε τι να δω! Τούτο το πράμα που λιέπεις μόλις κατέβαινε από το τζάκι. Βαστάω τον νταβλό τσε τόκαψα. Τι μ΄έβαλε? Θα ξέρεις βέβαια ότι άμα κάψεις καλικατζαράκι με τον νταβλό τσείνο μένει πια μαζί του τσε το κάνει ότι θέλει.

Είπα και γω, μια και έγινε έτσι, ας το κρατήσω για τις οξωδουλειές. Για τίβοτα άλλο δεν κάνει. Ακούς? Κατάλαβες? Για τίβοτα άλλο. Τσε μη πάει ο νους σου πουθενά! Μόνο μη πεις κουβέντα πουθενά γιατί θα σου πάρει τη μιλιά! Ξέρεις τι αφορεσμένα είναι ούλα τα καλικατζάρια.!

Η  Παγώνα έκανε πως τα πίστεψε όλα τούτα και έφυγε σίγουρη ότι τα φαρμακωμένα χόρτα μαγειρευτήκανε από σκοπού. Και όταν έκλεισε ο χρόνος  από τον ποθαμό του μακαρίτη και ακούστηκε ότι η ξαδέλφη της ξαναπαντρευότανε ήξερε πολύ καλά ποιος θα ήταν ο γαμπρός!

 

 

«Ή έρμη και η σκότεινη!!

Η Παγώνα από τα Αντιά σκέφτηκε  με σκάση την αξαδέλφη της πέρα στα Ματσουκέικα που θα πέρναγε μονάχη της τα Χριστούγεννα.

Είχε χηρέψει από τρείς μήνες τώρα και από τότε μάτι δεν την είχε δει στη πόρτα της. Βέβαια, τσείνος ήτανε μεγάλος. Πες γέρος για την Μαριγώ, αλλά να την αφήσει και χήρα μετά από ένα χρόνο γάμου , πάει πολύ.

Στο κάτου κάτου ήτανε ανάγκη να φάει από κείνα τα φαρμακόχορτα μαζί με τα βλίτα και να τεζάρει στο πι και φι!? Τώρα τι θα κάνει η χήρα του, νέα γυναίκα!?

Δωνά, που τα λέμε, κείνα τα φαρμακόχορτα, κείνη τα μάζεψε κείνη του τα μαγείρεψε! Λες μωρέ? Ας μην κολαστώ μέρες πούναι , σκέφτηκε.

Ανήμερα Χριστούγεννα, το μεσημεράκι, έβαλε στο ταγάρι της ένα λοκάνικο , μερικές χοιρινές μπριτζόλες  και ένα καρβέλι  και ξεκίνησε για την ξαδέλφη της.

Όταν ζύγωσε ξαφνιάστηκε. Τι κάκανα ήτανε τούτα που ακούονταν από την κάμαρα της καψερής και τι μυρουδιές από ψημένα κρέατα!?

Μήπως λωλάθηκε από την στενοχώρια?  Ήμαρτον Κύριε!

Άνοιξε με θάρρος την ξεκλείδωτη πόρτα και μπήκε. Η ξαδέλφη της με το μεσοφούστανο γερμένη πάνου στο κρεβάτι και ένας νέος άντρας που θυμήθηκε ότι τον είχε δει στο πανηγύρι του Κομήτου το περασμένο Καλοκαίρι , πότε γύριζε τις μπριτζόλες να ψηθούν στη χόβολη, πότε ζύγωνε τη χήρα με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.

Κοκκαλώσανε μόλις την είδανε, αλλά η Παγώνα ζάβωσε .

Τι είναι τούτα μωρή? Ρώτησε.

Θαρρετά η άλλη την αποπήρε. Σουτ ! μωρή! Είναι αερικό, τσιλικροτό! Μη λες πολλά γιατί θα σου πάρει τη λαλιά! Κάτσε να σου πω τι έγινε! Τι λαχτάρα έπαθα η έρμη! Ψες, είπα , μέρες πούνε να λουστώ τσε να αλλάξω , παρά την ώρα που έσαγνα τη κοτσίδα μου στο γυαλί, ακώ μια φωνή να λέει. « Λούζεσαι χτενίζεσαι και στο γυαλί γυαλίζεσαι! Πόθανε ο Χρήστος του άλλονε θα πάρεις!»

Μούρθε ζάλη σαν τ’  άκουσα . Τηράω τσε τι να δω! Τούτο το πράμα που λιέπεις μόλις κατέβαινε από το τζάκι. Βαστάω τον νταβλό τσε τόκαψα. Τι μ΄έβαλε? Θα ξέρεις βέβαια ότι άμα κάψεις καλικατζαράκι με τον νταβλό τσείνο μένει πια μαζί του τσε το κάνει ότι θέλει.

Είπα και γω, μια και έγινε έτσι, ας το κρατήσω για τις οξωδουλειές. Για τίβοτα άλλο δεν κάνει. Ακούς? Κατάλαβες? Για τίβοτα άλλο. Τσε μη πάει ο νους σου πουθενά! Μόνο μη πεις κουβέντα πουθενά γιατί θα σου πάρει τη μιλιά! Ξέρεις τι αφορεσμένα είναι ούλα τα καλικατζάρια.!

Η  Παγώνα έκανε πως τα πίστεψε όλα τούτα και έφυγε σίγουρη ότι τα φαρμακωμένα χόρτα μαγειρευτήκανε από σκοπού. Και όταν έκλεισε ο χρόνος  από τον ποθαμό του μακαρίτη και ακούστηκε ότι η ξαδέλφη της ξαναπαντρευότανε ήξερε πολύ καλά ποιος θα ήταν ο γαμπρός!

 

 ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΕΚΕΜΠΑΝΟΣ

Ταξικές διαφορές.

  Τι θέλεις να πάρεις.... και τι παίρνεις.....