1941–1944 – ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΥΡΩΝ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Χωρίς πετρέλαιο, με πανιά και κουπιά, τα καΐκια από το Μαρμάρι και τα Στύρα εξακολουθούσαν να ταξιδεύουν προς τη Ραφήνα, μεταφέροντας ψάρια για την αγορά της Αθήνας. Η μαρτυρία ενός παλιού καπετάνιου αποκαλύπτει πώς συνεχιζόταν η αλιευτική δραστηριότητα στον Νότιο Ευβοϊκό, ακόμη και μέσα στις δύσκολες συνθήκες του πολέμου.
1941 – Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΟΥ ΝΟΤΙΟΥ ΕΥΒΟΪΚΟΥ
Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, η καθημερινότητα των κατοίκων αλλάζει δραματικά.
Οι περιορισμοί στις μεταφορές, οι ελλείψεις καυσίμων και η οικονομική αποδιοργάνωση επηρεάζουν τις επαγγελματικές δραστηριότητες.
Στο Μαρμάρι και στα Στύρα, περιοχές με μακρά παράδοση στην αλιεία και στις θαλάσσιες μετακινήσεις, οι άνθρωποι της θάλασσας καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.
Το ψάρεμα, όμως, δεν σταματά.
Και τα καΐκια εξακολουθούν να μεταφέρουν τα αλιεύματά τους στην απέναντι ακτή της Αττικής.
ΤΑ ΚΑΪΚΙΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΑΝ ΧΩΡΙΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μαρτυρία διασώζεται από τον καπετάν Δημήτρη Μουτσάτσο, που γεννήθηκε το 1920 και εργαζόταν στη Ραφήνα ήδη από τα προπολεμικά χρόνια.
Το 2007, μιλώντας σε μαθητές του 2ου ΤΕΕ Ραφήνας για την ιστορία του λιμανιού, θυμήθηκε τις συνθήκες της αλιείας κατά την Κατοχή.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Στην Κατοχή τα καΐκια ταξίδευαν μόνο με τα πανιά και τα κουπιά».
Ο λόγος ήταν η έλλειψη νόμιμα διαθέσιμου πετρελαίου για τις ανάγκες τους.
Τα πληρώματα βασίζονταν έτσι στον άνεμο και στη μυϊκή τους δύναμη για τις μετακινήσεις τους.
Ο ίδιος θυμόταν ότι στις μεγάλες τράτες μπορούσαν να εργάζονται ακόμη και τριάντα άνθρωποι.
Ήταν μια ιδιαίτερα απαιτητική εργασία, που προϋπέθετε συνεργασία, εμπειρία και μεγάλη σωματική προσπάθεια.
ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΙ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΥΡΑ ΣΤΗ ΡΑΦΗΝΑ
Ο καπετάν Μουτσάτσος αναφέρεται συγκεκριμένα στις ψαροπούλες που έφταναν στη Ραφήνα από το Μαρμάρι, τα Στύρα και άλλες περιοχές.
Οι ψαροπούλες ήταν καΐκια που συγκέντρωναν τα αλιεύματα από τα αλιευτικά σκάφη και τα μετέφεραν στα σημεία εμπορίας.
Ταυτόχρονα μπορούσαν να προμηθεύουν τους ψαράδες με τρόφιμα, νερό και άλλα απαραίτητα εφόδια.
Η δραστηριότητά τους αποτελούσε σημαντικό μέρος της αλιευτικής οικονομίας του Ευβοϊκού.
Κατά την Κατοχή, οι μετακινήσεις αυτές εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται, παρά τις δυσκολίες που δημιουργούσε η έλλειψη καυσίμων.
ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΪΚΙΑ ΣΤΙΣ ΑΜΑΞΕΣ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΑ
Η διαδρομή των ψαριών δεν ολοκληρωνόταν με την άφιξη στη Ραφήνα.
Στο λιμάνι υπήρχαν τα λεγόμενα «περιλαβητήρια», μικρές εγκαταστάσεις όπου οι παραλήπτες των αλιευμάτων συνεργάζονταν με τους ψαράδες και τους εμπόρους.
Από εκεί ξεκινούσε το χερσαίο τμήμα της μεταφοράς.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παλιού καπετάνιου, τα ψάρια τοποθετούνταν σε πανέρια και φορτώνονταν σε δίτροχες άμαξες που τις έσερναν άλογα, τις γνωστές σούστες.
Η ιστορική περιγραφή του παλιού αλιευτικού εμπορίου καταγράφει τη διαδρομή από τη Ραφήνα προς το Πικέρμι, όπου βρισκόταν το Χάνι του Σκορδά.
Εκεί άλλαζαν άλογα, πριν συνεχίσουν προς την Κεντρική Αγορά της Αθήνας.
Τα αλιεύματα έφταναν στην αγορά τα ξημερώματα.
Στην επιστροφή, οι άμαξες μπορούσαν να μεταφέρουν κολώνες πάγου, προστατευμένες με πριονίδι, ώστε να διατηρούνται τα ψάρια.
Έτσι λειτουργούσε το παλιό εμπορικό δίκτυο του Ευβοϊκού, βασισμένο στα μικρά σκάφη, στην ανθρώπινη εργασία και στα υποζύγια.
ΜΙΑ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Η σχέση του Μαρμαρίου με τη Ραφήνα ήταν ήδη ισχυρή κατά τον Μεσοπόλεμο.
Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα του Αντώνη Λαζαρή, το 1935 ο Μαρμαριώτης Σίδερης Παξινός κατασκεύασε την πρώτη τοπική ανεμότρατα της Ραφήνας.
Το 1936 ακολούθησαν οι επίσης Μαρμαριώτες αδελφοί Δημήτριος, Κωνσταντίνος και Χρίστος Σιδέρης, γνωστοί ως Ράππας.
Οι αναφορές αυτές δείχνουν πόσο στενά είχαν συνδεθεί οι άνθρωποι του Μαρμαρίου με την ανάπτυξη της αλιείας στην απέναντι ακτή.
Η Κατοχή ήρθε να ανατρέψει τις συνθήκες στις οποίες λειτουργούσε αυτή η δραστηριότητα, χωρίς όμως να εξαφανίσει τη ναυτική εμπειρία και την επαγγελματική παράδοση των ανθρώπων της.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Οι ιστορικές αναφορές για την Κατοχή επικεντρώνονται συχνά στις μάχες, στις συλλήψεις και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Όμως, την ίδια περίοδο, άνθρωποι συνέχιζαν να εργάζονται για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.
Στο Μαρμάρι και στα Στύρα, η θάλασσα εξακολουθούσε να αποτελεί χώρο εργασίας.
Οι δυσκολίες του πολέμου δεν εξαφάνιζαν την ανάγκη για ψάρεμα, μεταφορά και εμπορία των αλιευμάτων.
Οι μαρτυρίες που διασώθηκαν δεν μας πληροφορούν πόσα καΐκια συνέχισαν να δραστηριοποιούνται, πόσο συχνά πραγματοποιούσαν δρομολόγια ή ποιες ακριβώς δυσκολίες αντιμετώπιζε κάθε πλήρωμα.
Μας επιτρέπουν, όμως, να γνωρίζουμε κάτι πολύ συγκεκριμένο:
Στα χρόνια της Κατοχής, ψαροπούλες από το Μαρμάρι και τα Στύρα εξακολουθούσαν να περνούν τον Νότιο Ευβοϊκό με πανιά και κουπιά, μεταφέροντας τα ψάρια τους προς την αγορά της Αθήνας.
Μια αυθεντική μαρτυρία για τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων της θάλασσας και μια ακόμη σελίδα της ιστορίας της νότιας Εύβοιας.
• Αντώνης Λαζαρής, ιστορικός ακτοπλοΐας, «Τα ψαράδικα της Ραφήνας», Εν Άνδρω, 16 Μαρτίου 2016. Περιλαμβάνει τη μαρτυρία του καπετάν Δημήτρη Μουτσάτσου από τις συνεντεύξεις του 2007.
https://enandro.gr/125367-ο-τόπος-είχε-την-δική-του-ιστορία-τα-ψαρ
• Οργανισμός Λιμένος Ραφήνας, «Τα Πλοία και οι Άνθρωποι – Ιστορία, Αναμνήσεις, Χρονικά», 2015, σελίδες 24–29. Περιλαμβάνει προφορικές μαρτυρίες και φωτογραφικό υλικό για τις ψαροπούλες, τη μεταφορά των αλιευμάτων και τη σύνδεση της Ραφήνας με το Μαρμάρι, τα Στύρα και την Κάρυστο.
• Τάσος Ζάππας, «Αλιευτικό Χρονικό του Ευβοϊκού», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα, 1968. Βιβλιογραφική αναφορά μέσω της ιστορικής έρευνας του Αντώνη Λαζαρή.
Στη φωτογραφία παλαιές ψαροπούλες – Φωτογραφικό αρχείο Στάθη Δημητρακού, από την έκδοση του Οργανισμού Λιμένος Ραφήνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου